Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ "ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ"


ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΤΕ τὸν ἀββᾶ  Ἀντώνιο γέροντες καὶ μαζί τους ἦταν ὁ ἀββᾶς  Ἰωσήφ.  Ὁ γέροντας θέλησε νὰ τοὺς δοκιμάσει καὶ διαλέγοντας ἕνα ρητὸ ἀπὸ τὴν  Ἁγία Γραφὴ τοὺς ρωτοῦσε τί σημαίνει, ἀρχίζοντας ἀπὸ τοὺς μικρότερους. Καὶ ἕνας ἕνας ἔλεγε ὅπως μποροῦσε τὴ γνώμη του.  Ὅταν τελείωναν ὁ γέροντας ἔλεγε σὲ ὅλους
     - Δὲν τὸ κατάλαβες ἀκόμα.
Τέλος ρώτησε καὶ τὸν ἀββᾶ  Ἰωσὴφ
     -  Ἐσὺ τί νομίζεις ὅτι σημαίνει αὐτὸ τὸ ρητό;
Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε
     - Δὲν ξέρω
Τότε ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος εἶπε
     - Πάντως ὁ ἀββᾶς  Ἰωσὴφ βρῆκε τὸν δρόμο ἐπειδὴ εἶπε “δὲν ξέρω”.      

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
     -  Ἔρχεται καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ τρελλαθοῦν καὶ ὅταν δοῦν κάποιον ποὺ δὲν εἶναι τρελὸς θὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον του καὶ θὰ τοῦ ποῦν “εἶσαι τρελός”, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὅμοιος μ᾽ αὐτούς.    

ΤΡΕΙΣ ΠΑΤΕΡΕΣ εἶχαν τὴ συνήθεια κάθε χρόνο νὰ ἐπισκέπτονται τὸν μακάριο  Ἀντώνιο. Κι ἐνῶ οἱ δύο τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὴ σκέψη καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ὁ ἕνας ἔμενε πάντοτε σιωπηλὸς καὶ δὲν ρωτοῦσε τίποτα.
Μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος τοῦ λέει
     -  Ὁρίστε, τόσες φορὲς ἔχεις ἔρθει ἐδῶ καὶ δὲν μὲ ρωτᾶς τίποτα.
Κι ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπάντησε
     - Μοῦ φθάνει μόνο νὰ σὲ βλέπω, πάτερ.    

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
- Δὲν φοβᾶμαι πιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ τὸν ἀγαπάω. “Γιατὶ ἡ ἀγάπη διώχνει τὸν φόβο” ( Ἰωαν. Α' 4:18).   

ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀντώνιος
-  Ἐκεῖνος ποὺ κτυπάει τὴ μάζα τοῦ σιδήρου σκέπτεται πρῶτα τὶ θέλει νὰ φτιάξει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι.  Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε γιὰ ποιά ἀρετὴ παλεύουμε, ὥστε νὰ μὴ κοπιάζουμε μάταια.
Κύριε Ιησού Χριστε, ελέησον με

Ἀββᾶς  Ἀρσένιος  
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ὁ ἀββᾶς  Ἀρσένιος συμβουλευόταν ἕναν Αἰγύπτιο γέροντα, ἕνας ἄλλος ποὺ τὸν εἶδε τοῦ εἶπε
     -  Ἀββᾶ  Ἀρσένιε, σὺ ποὺ τόσο κατέχεις τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, πῶς καὶ ρωτᾶς αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἀγροῖκο γιὰ τὶς σκέψεις σου;
Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε
     - Τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία τὴν κατέχω, τὴν ἀλφάβητο ὅμως αὐτοῦ τοῦ ἀγροίκου δὲν τὴν ἔχω μάθει ἀκόμα.  

 Ἀββᾶς  Ἁλώνιος  
ΡΩΤΗΣΕ κάποτε ὁ ἀββᾶς  Ἀγάθων τὸν ἀββᾶ  Ἁλώνιο
     - Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ γλώσσα μου νὰ μὴ λέει ψέμματα;
Καὶ ὁ ἀββᾶς  Ἁλώνιος τοῦ ἀπαντᾶ
     -  Ἂν δὲν ψεύδεσαι, θὰ κάνεις πολλὲς ἁμαρτίες.
 Ἐκεῖνος τότε εἶπε
     - Τί ἐννοεῖς;
Καὶ ὁ γέροντας τοῦ λέει
     -  Ἔστω ὅτι δύο ἄνθρωποι δολοφόνησαν κάποιον μπροστὰ στὰ μάτια σου, καὶ ὁ ἕνας κρύφτηκε στὸ κελί σου. Καὶ ἔστω ὅτι ὁ ἄρχοντας ποὺ ψάχνει νὰ τὸν βρεῖ σὲ ρωτάει “ἔγινε μπροστά σου φόνος;”  Ἂν δὲν πεῖς ψέμματα παραδίδεις τὸν ἄνθρωπο σὲ θάνατο. Καλύτερα ἄφησέ τον ἐλεύθερο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· γιατὶ Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα.


Ἀββᾶς  Ἰωάννης ὁ Κολοβός 
ΜΕΡΙΚΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ βρῆκαν τὸν καιρὸ νὰ φᾶνε μαζὶ στὴ Σκῆτι· ἦταν μαζί τους καὶ ὁ ἀββᾶς  Ἰωάννης. Σηκώθηκε λοιπὸν κάποιος ποὺ τύχαινε νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία, νὰ προσφέρει τὸ σταμνάκι μὲ τὸ νερό· κανεὶς δὲν δέχτηκε νὰ τὸ πάρει ἀπὸ αὐτὸν παρὰ μόνο ὁ  Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Οἱ ὑπόλοιποι λοιπὸν ἁπόρησαν καὶ τοῦ εἶπαν
     - Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι τόσο μικρότερος τόλμησες νὰ ὑπηρετηθεῖς ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο;
Καὶ τοὺς λέει
     -  Ἐγὼ ὅποτε σηκώνομαι νὰ προσφέρω τὸ σταμνάκι χαίρομαι ἅμα τὸ πάρουν ὅλοι, γιατὶ ἔτσι ἔχω μισθό. Τώρα λοιπὸν γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο τὸ δέχτηκα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἔχει μισθό, μήπως λυπηθεῖ ποὺ κανεὶς δὲν δέχτηκε ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὅταν τ᾽ ἄκουσαν αὐτὰ θαύμασαν καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὴ διάκρισή του.  
     
Ἀββᾶς  Ἰσαὰκ ὁ πρεσβύτερος τῶν κελιῶν 
ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰσαὰκ
     -  Ὅταν ἤμουν νεώτερος ἀσκήτευα μαζὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Κρόνιο καὶ ποτὲ δὲν μοῦ ζήτησε νὰ κάνω κάτι μολονότι ἦταν γέροντας κι ἔτρεμε ἀπ᾽ τὴν ἀδυναμία, ἀλλὰ σηκωνόταν μόνος του κι ἔφερνε τὸ σταμνάκι σ᾽ ἐμένα καὶ σ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους χωρὶς ἐξαίρεση. Καὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο τῆς Φέρμης ἀσκήτευσα καὶ οὔτε ἐκεῖνος μοῦ ζήτησε ποτὲ νὰ κάνω κάτι, ἀλλὰ καὶ τὸ τραπέζι μόνος του τὸ ἔστρωνε καὶ ἔλεγε
     -  Ἀδελφέ, ἂν θέλεις ἔλα γιὰ φαγητό.
Κι ἐγὼ τοῦ ἔλεγα
     -  Ἀββᾶ, ἦρθα κοντά σου γιὰ νὰ ὠφεληθῶ, γιατί δὲν ζητᾶς τίποτα ἀπὸ ΄μένα;
 Ἀλλὰ ὁ γέροντας ἔμενε σιωπηλός.  Ἔτσι ἔφυγα καὶ ζήτησα τὴ συμβουλὴ τῶν γερόντων. Οἱ γέροντες λοιπὸν ἦρθαν καὶ τοῦ εἶπαν
     -  Ἀββᾶ, ἦρθε ὁ ἀδελφὸς κοντὰ στὴν ἁγιοσύνη σου γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ, γιατί ποτὲ δὲν τοῦ ζητᾶς τίποτα;
Καὶ ὁ γέροντας τοὺς ἀπαντάει
     - Μήπως εἶμαι κοινοβιάρχης γιὰ νὰ τὸν διατάξω;  Ἐγὼ ποτὲ δὲν τοῦ λέω τίποτα, ἀλλὰ ἐὰν θέλει, ὅ,τι μὲ βλέπει νὰ κάνω ἂς τὸ κάνει κι αὐτός.
      Ἀπὸ τότε λοιπὸν προλάβαινα κι ἔκανα ὅτι ἔβλεπα ὅτι πήγαινε νὰ κάνει ὁ γέροντας.  Ἐκεῖνος πάλι ὅποτε ἔκανε κάτι τὸ ἔκανε σιωπηλά. Καὶ τοῦτο μὲ δίδαξε, νὰ κάνω τὸ ἔργο μου σιωπηλά.  
     
Ἀββᾶς  Ἰάκωβος  
ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰάκωβος
     - Πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ξενιτευθεῖ κανεὶς παρὰ νὰ φιλοξενεῖ.  
     
Ἀββᾶς Ποιμήν
ΕΛΕΓΕ ὁ ἀββᾶς  Ἰωσήφ
Εἴμαστε μὲ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅταν ἀποκάλεσε τὸν  Ἀγάθωνα ἀββᾶ. Καὶ τοῦ λέμε
     - Εἶναι νεαρός· γιατί τὸν ὀνομάζεις ἀββᾶ;
Καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε
     - Τὸ στόμα του τὸν ἔκανε νὰ ὀνομάζεται ἀββᾶς.  
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου