Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΙΟΥΝΙΟΥ - ΙΟΥΛΙΟΥ



Το ελληνικό καλοκαίρι είναι γεμάτο γιορτές και όμορφα έθιμα. Αρκετά από αυτά έχουν κάπως ξεθωριάσει στην σύγχρονη εποχή. Αλλά τώρα, να μια ευκαιρία, να τα θυμηθούμε και να τα τιμήσουμε!

  

Της Αναλήψεως, σαράντα ημέρες μετά το Πάσχα, γιορτάζεται η επιστροφή του Χριστού στον Ουρανό. Κατά την  παράδοση, της Αναλήψεως κάνει κανείς το πρώτο μπάνιο του χρόνου στην θάλασσα για να έχει καλή υγεία, ενώ ψάχνει να βρει μια χορταριασμένη μαλλιαρή πέτρα για να τη βάλει κάτω από το κρεβάτι για να του φέρει καλή τύχη όλη την υπόλοιπη χρονιά.  Συνήθιζαν δε,  με ένα μπουκάλι να μαζεύουν τα «σαράντα κύματα» όπως έλεγαν, που το φύλαγαν για ένα χρόνο, σημάδι και αυτό καλής τύχης και ευδαιμονίας.  


Πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα, της "Πεντηκοστής, ημέρα Κυριακή, ημέρα που το Άγιο Πνεύμα πήγε στους Αποστόλους. Η Δευτέρα είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Κατά την παράδοση, την Ανάσταση οι ψυχές των αγαπημένων προσώπων που έχουν πεθάνει κατεβαίνουν στη γη και ξαναφεύγουν την ημέρα της Πεντηκοστής. Στη Βόρειο Ελλάδα, την παραμονή της Πεντηκοστής οι νοικοκυρές έφτιαχναν πίτες και να τις πήγαιναν στην εκκλησία με ένα κερί και ένα καλάθι με τριαντάφυλλα, για τις ψυχές των νεκρών. Οι πίτες ήταν συνήθως αλμυρές με τυρί ή γλυκές με καρύδια και ζάχαρη. Μετά τη λειτουργία τις μοίραζαν στον κόσμο για να συγχωρήσουν τους νεκρούς. Λέγανε πως όποιος δεν έκανε πίτα και είχε πρόσφατα χαμένο, αυτός γύριζε στον ουρανό κλαίγοντας. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν και τα ψυχοκέρια, κεριά με τόσες κλωστές, όσοι και οι νεκροί τους και τα έκαιγαν όλη τη Σαρακοστή. Στη Νότιο Ελλάδα, έφτιαχναν κόλλυβα, τα χρυσά κόλλυβα, όπως τα ονομάζουν. Αυτήν την ημέρα στη λειτουργία μνημονεύονται όλοι οι πεθαμένοι.  Στη Θράκη, δεν δούλευαν στα χωράφια, ούτε ανακάτευαν τα ρούχα τους, γιατί είναι «ποντικόμερα» και οι ποντικοί θα τα καταστρέψουν.


Πανηγύρια.  


Το πανηγύρι έχει ιστορικό, θρησκευτικό και ταυτόχρονα κοινωνικό και συμβολικό χαρακτήρα. Τα παλιά χρόνια, τα πανηγύρια ήταν η μοναδική διασκέδαση των ανθρώπων των χωριών, η ευκαιρία για να μαζευτούν, να πιούν, να φάνε, να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να χαρούν, να διασκεδάσουν. Τα τοπικά πανηγύρια είναι η γνήσια συνέχεια των παραδόσεων μας, όπου έχουν τις ρίζες τους και  πολλά από τα έθιμά μας. Αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο δείγμα εθιμικού στοιχείου, σχετίζονται με τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων και τις λατρευτικές τους συνήθειες και συνεχίζουν να γιορτάζονται με πολύ ευλάβεια και κατάνυξη, διατηρώντας αλώβητο το παραδοσιακό τους χρώμα. Πανηγύρια διοργανώνουν σχεδόν όλα τα χωριά, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου υπάρχει εκκλησία ή ξωκλήσι. Την όλη διοργάνωσή τους συνήθως αναλαμβάνουν οι πανηγυράδες, δηλαδή η οικογένεια, που κρατά για ένα ολόκληρο χρόνο την εικόνα του αγίου στο σπίτι της. Σα νησιά, τα περισσότερα ξωκλήσια έχουν τον ιδιοκτήτη τους. Tο απόγευμα της παραμονής ψάλετε ο  Εσπερινός, ακολουθεί αρτοκλασία και περιφορά της Εικόνας γύρω από το εξωκλήσι, με πλήθος κόσμου και στη συνέχεια αρχίζει το πανηγύρι. Οι πανηγυράδες παραθέτουν γεύμα σε όλο τον κόσμο που συμμετείχε στον εσπερινό. Το πατροπαράδοτο αυτό γεύμα λαμβάνει χώρα είτε στον αυλόγυρο της εκκλησίας, όπου στρώνονται τάβλες, είτε στην ύπαιθρο όταν πρόκειται για μικρό εκκλησάκι. Κάθε άγιος έχει το φαί του, που μαγειρεύεται με παραδοσιακή συνταγή και φυσικά με πολύ ντόπιο κρασί. Το γλέντι, με παραδοσιακά όργανα, χορό και τραγούδι κρατάει μέχρι το ξημέρωμα. Τυχερός είναι ο επισκέπτης που θα βρεθεί σε πανηγύρι και θα γνωρίσει την φιλοξενία των κατοίκων. Το ελληνικό καλοκαίρι είναι γεμάτο από πανηγύρια.        

Γιορτές του Ιουνίου.
24 Ιουνίου του Ιωάννου του Προδρόμου. Κατά την παράδοση, την παραμονή στις 23 Ιουνίου, μικροί και μεγάλοι γιορτάζανε το κάψιμο των πρωτομαγιάτικων στεφανιών, αλλά στην πραγματικότητα μαζεύανε ότι παλιό είχαν καρέκλες, χαλασμένα τραπέζια, καφάσια, κοφίνια ακόμα και χαρτικά και τα καίγανε με μεγάλες φωτιές στις γειτονιές. Οι μεγαλύτεροι είχαν τον έλεγχο της φωτιάς, την περιλούζαμε με οινόπνευμα, πάνω βάζαμε τα στεφάνια και οι πιο τολμηροί ξεκίναγαν να πηδάνε, έστω και αν τσουρουφλίζονταν. Στις Κυκλάδες, παίρνουν στάχτη από τις φωτιές και την ρίχνουν στις ρίζες των δένδρων για να έχουν καλή καρποφορία. Τα παλιά χρόνια, οι άρρωστοι συνήθιζαν να κάνουν μπάνιο αυτή την ημέρα, για να γιατρευτούν. Στην Πελοπόννησο, τα ανύπαντρα κορίτσια έφτιαχναν στεφάνι από λουλούδια και το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιόν θα παντρευτούν.   


Θερισμός.      


Τα παλιά χρόνια, με το που έμπαινε ο Ιούνης άρχιζε ο θερισμός που ήταν αληθινή γιορτή και τελείωνε μέσα Ιουλίου. Οι οικογένειες φόρτωναν στα μουλάρια τα πράγματά τους, έπαιρναν τα ζώα τους και ξεκίναγαν για τα χωράφια όπου έμεναν σε καλύβες, σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Στο θερισμό συμμετείχε όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι. Πολλές μικρομάνες που δεν είχαν πεθερά ή μάνα στο σπίτι, έπαιρναν τα μικρά στη σαρμανίτσα ή νάκα  και τα κρέμαγαν στον ίσκιο των δέντρων. Κάθε μέρα ξεκινούσαν νωρίς το πρωί, γιατί η ζέστη του καλοκαιριού ήταν αφόρητη. Οι γυναίκες φορούσαν μια άσπρη μαντίλα για τον ήλιο και οι άντρες τις ασκιάδες, που έφτιαχναν από στάχια. Οι γυναίκες θέριζαν και οι άντρες  έδεναν τα χερόβολα δεμάτια και τα κουβαλούσαν στις θημωνιές για το αλώνισμα. Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό, καθόντουσαν καταγής στη σκιά κάποιου δέντρου, ή αν δεν υπήρχε δέντρο, έφτιαχναν  κιόσκι με ξύλα και κλαδιά. Το φαγητό ήταν απλό και ελαφρύ, ψωμί, ελιές, τυρί, ντομάτες και φρούτα. Μετά το μεσημέρι, ξεκινούσε και πάλι ο θερισμός μέχρι να σουρουπώσει. Πολλές φορές η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Το τελευταίο φαγητό που τρώγανε στο χωράφι οι θεριστές το ονόμαζαν «καρποθέρι». Για να περνάει ευχάριστα η μέρα τους, δεν σταματούσαν τα χωρατά και τα τραγούδια. Όταν ο θερισμός τέλειωνε οι γεωργοί άφηναν στο τελευταίο χωράφι λίγα στάχια αθέριστα για να "ρίξουν το δράκο" όπως έλεγαν. Τα εργαλεία τους ήταν το δρεπάνι και  η παλαμαριά. Η παλαμαριά, ήταν ένα ξύλινο γάντι, για να πιάνουν τα στάχια και να μην κόβονται. Το δρεπάνι είχε σχήμα μισοφέγγαρου με ξύλινη λαβή και με αυτό  έκοβαν τα στάχια. Τα στάχια τα έκαναν δεμάτια και  τα φόρτωναν στα μουλάρια και τα πήγαιναν στο αλώνι. Εκεί τα έβαζαν το ένα πάνω στο άλλο, τις θημωνιές. Με το τέλος του θερισμού, οι νοικοκυρές  ετοίμαζαν ένα γλυκό, που το μοίραζαν με ευχές «άντε και του χρόνου».


Αλώνισμα.


Μετά το θερισμό άρχιζε το αλώνισμα που γινόταν στο αλώνι με  βόδια ή άλογα. Το αλώνι ήταν συνήθως  στρογγυλό, λίγο πιο χαμηλό από το έδαφος και μερικές φορές λιθόστρωτο. Στη μέση υπήρχε ένας ξύλινος στύλος, όπου έδεναν τα ζώα για να περιστρέφονται. Πρώτα καθάριζαν το αλώνι από τα χόρτα, το καταβρέχανε, ρίχνανε άχυρο για να μη βγάλει χώμα και ύστερα έβαζαν τα δεμάτια το ένα κοντά στο άλλο, τα ξέδεναν και τα ανακάτωναν με τα δικράνια. Μετά δυο ζώα άρχιζαν να τρέχουν μέσα στο αλώνι, κυκλικά εναλλάσσοντας τα όταν συμπληρωνόταν ο κύκλος κατά αντίθετη φορά. Το «ντουγένι», που το έδεναν στο πόδι του ζώου, ήταν μια σανίδα χονδρή μακρόστενη, λίγο κυρτή, με  κοφτερές πέτρες στο κάτω μέρος. Πάνω στην δοκάνη καθόταν ένας άνθρωπος για να δίνει βάρος. Καθώς τα ζώα γύριζαν η δοκάνη έκοβε τα στάχια και έβγαινε το σιτάρι. Δυο άτομα  με δικράνια, ανακάτωναν και αναποδογύριζαν συνεχώς τα κάτω στρώματα του αλωνίσματος για να συνθλίβουν όλα.                
 




Στο Βαλτετσίνικο στις 16 Αυγούστου, κάθε χρόνο γίνεται αναπαράσταση τού παραδοσιακού αλωνίσματος. Σε παλιό πέτρινο αλώνι, οι αγρότες μαζεύουν δεμάτια και με 6-7 άλογα αρχίζουν από το πρωί το αλώνισμα, όπου έχει κανείς την ευκαιρία να γνωρίσει το παραδοσιακό αλώνισμα.


Το λίχνισμα.        
  
Τα αλώνια τα έφτιαχναν σε ανοιχτά μέρη για να  τα πιάνουν  οι  καλοκαιρινοί αέρηδες. Για να ξεχωρίζει το σιτάρι από τα στάχια έπρεπε να το λιχνίσουν. Με ξύλινα δικριάνια που είχαν τέσσερις διχάλες ανέμιζαν το αλωνισμένο σιτάρι. Το άχυρο έπεφτε έξω, ενώ ο σπόρος έμενε. Σε άλλα μέρη, γέμιζαν κουβάδες με σιτάρι και άχυρα και τους άδειαζαν από ψηλά πάνω σε ένα πανί. Το σιτάρι έπεφτε  βαρύ πάνω στο πανί, ενώ ο αέρας απομάκρυνε το άχυρο. Όταν τελείωνε το λίχνισμα έβαζαν το σιτάρι σε τρίχινα τσουβάλια , τα φόρτωναν στα ζώα και τα πήγαιναν στο κοντινότερο ανεμόμυλο και έφτιαχναν το αλεύρι. Τα άχυρα τα μετέφεραν στις αποθήκες των σπιτιών.            
 

Παροιμίες για το μήνα Ιούνιο.
Από την αρχή του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή.

Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.

Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξίδι.

Θέρος , τρύγος , πόλεμος ....και στο αλώνισμα χαρές!

Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε.

Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν' καλοκαιράκι.

Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη (Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα.

Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή.



Γιορτές του Ιουλίου
17 Ιουλίου : της Αγίας Μαρίνας.  Αυτή την ημέρα δεν επιτρεπόταν να αλωνίσουν, διότι κατά την παράδοση η Αγία Μαρίνα τιμωρούσε όσους δεν τηρούσαν την αργία.

20 Ιουλίου : του Προφήτη Ηλία. Οι αγρότες πήγαιναν στα αμπέλια τους με ένα καθαρό μαντήλι, έκοβαν μερικά ώριμα τσαμπιά και έλεγαν το δίστιχο «τ’ αϊ Λιά με το μαντήλι του Σωτήρος με το κοφίνι». Κατά την παράδοση ο προφήτης Ηλίας ήταν ο « έφορος της βροχής, των ανέμων, των αστραπών και βροντών». Σε πολλές ελληνικές κορυφές υπάρχουν εξωκλήσια όπου γιορτάζεται η μνήμη του. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, την παραμονή της γιορτής ανάβουν μεγάλες φωτιές στις κορυφές των βουνών για να τιμήσουν την μνήμη του. Στις πόλεις που είχε ανομβρία έκαναν λιτανείες, για να στείλει ο Άγιος βροχή.

26 Ιουλίου : της Αγίας Παρασκευής. Την επικαλούνται οι πιστοί για να προστατεύει τα μάτια τους από ασθένειες.

27 Ιουλίου : του Αγίου Παντελεήμονα. Θεωρείται ο προστάτης άγιος των αναπήρων. Όπως λέει και η παροιμία : «Κουτσοί, στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα.»

Παροιμίες για το μήνα Ιούλιο

Από τ' Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς.

Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει.

Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ' αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη.

Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.

Μικρό- μικρό τ' αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου.

Ο άη- Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα.

Ο Θεριστής θερίζει , ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει. .

Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει. Την ημέρα τ' άη -Λιός παίρνει ο καιρός αλλιώς.

Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα και του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το κοφίνι.

Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις.

Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη.

 
 
 
Η Κατερίνα Κανελλοπούλου-Τσουχτίδη σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Διοίκηση επιχειρήσεων, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στις Δημόσιες σχέσεις και το Μάρκετινγκ. Είναι Σύμβουλος εκπαίδευσης και εκδότρια γαλλικών βιβλίων. Έχει λάβει μέρος σε πολλά συνέδρια μεταξύ των οποίων σ’αυτά της επιμόρφωσης στις ξένες γλώσσες και τη διοργάνωση εκθέσεων ξενόγλωσσου εκπαιδευτικού βιβλίου. Έχει γράψει 42 εκπαιδευτικά βιβλία στη Γαλλική γλώσσα, κά.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου