Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (21 ΙΟΥΛΙΟΥ)

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

Αυτοί που επιδιώκουν να διδάσκουν τους άλλους, οφείλουν να επιτελούν το έργο αυτό με βάση τη δική τους πνευματική εμπειρία και να αποτελούν οι ίδιοι παράδειγμα αρετής και ένθεης ζωής, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: «Έτσι πρέπει να λάμψει το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς» (Ματθ. 5, 16). Είναι πιθανόν, ενώ προσπαθούν να νουθετούν και να καταρτίζουν και να καθοδηγούν τους άλλους, προτού διδάξουν τον εαυτό τους και τον καθαρίσουν με την εργασία των θείων εντολών, να λησμονήσουν να κλάψουν το δικό τους νεκρό, καθώς ασχολούνται με τους άλλους. Θα εκπληρωθούν έτσι τα αψευδή λόγια της Γραφής, που ταιριάζουν στην περίπτωσή τους: «Όποιος διδάξει χωρίς να εφαρμόσει τα διδασκόμενα, αυτός θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 19), και ακόμη: «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το δικό σου μάτι και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Ματθ. 7, 5). Γι' αυτό ακριβώς και ο σοφός συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων λέει τα εξής για τον μεγάλο και αληθινό Θεό μας και διδάσκαλο: «Όσα άρχισε ο Ιησούς να πράττει και να διδάσκει» (Πράξ. 1, 1). Για το ίδιο θέμα και ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής, έγραφε στους Ρωμαίους, επιπλήττοντάς τους, μέσα στα άλλα και τα εξής: «Και συ που διδάσκεις τον άλλο, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;» (Ρωμ. 2, 21).
Επειδή λοιπόν αδυνατούμε να διδάξουμε και να παρουσιάσουμε τον τρόπο της εργασίας των αρετών με βάση τα προσωπικά μας βιώματα, γιατί κουβαλάμε μέσα μας τα πάθη της αμαρτίας, θα σας προσφέρουμε τροφή από την εργασία και τους ιδρώτες άλλων, τροφή που δεν χάνεται, αλλά οδηγεί τις ψυχές μας στην αιώνια ζωή. Γιατί, ενώ ο άρτος στηρίζει το σώμα, ο λόγος του Θεού ωθεί την ψυχή στην αρετή και κυρίως αυτών που είναι πιο ράθυμοι και δείχνουν αμέλεια στην τήρηση των θείων εντολών. Αυτούς βέβαια που είναι ενάρετοι και έχουν το νου τους στραμμένο στο Θεό, η συνείδησή τους είναι ικανή να τους διδάξει συμβουλεύοντάς τους τα αγαθά και αποτρέποντάς τους από τα πονηρά. Εκείνοι όμως που δεν είναι στα μέτρα αυτών, έχουν ανάγκη από τις εντολές και την καθοδήγηση του γραπτού νόμου. Αν κάποιος δεν πορεύεται την οδό της αρετής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ανάγκη είτε βλέποντας είτε ακούγοντας το ζήλο και την επιμέλεια των άλλων να ανάψει το θείο πόθο μέσα του, να διώξει τον ύπνο της ψυχής και να αρχίσει να οδεύει το στενό και δυσκολοβάδιστο δρόμο και να βιώνει την αιώνια ζωή. Εξάλλου από εμάς εξαρτάται το να καταφρονήσουμε τα παρόντα ως παροδικά, επιθυμώντας τα μέλλοντα, ή πάλι το να χάσουμε τα μέλλοντα αγαθά ποθώντας τα παρόντα.
Την αλήθεια των λεγομένων την επιβεβαιώνουν όλοι όσοι μέχρι τώρα ευαρέστησαν το Θεό, αν και είχαν την ίδια μ' εμάς φύση, και κυρίως τα μεγάλα αναστήματα της γενιάς μας. Ένας από αυτούς, ο πάνσοφος και σεβάσμιος Συμεών, έφτασε σε τόσο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε ο καθαρότατος δια μέσου αυτών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις θεωρούνται μολυσμός και βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Εννοώ δηλαδή τη ζωή μέσα στην πόλη, την συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Έδειξε έτσι στους πιο ράθυμους και σ' αυτούς που προφασίζονται αδυναμία στο να ζουν ενάρετη ζωή, τη δύναμη που παρέχει ο Θεός σ' αυτούς που αγωνίζονται με όλη τους την ψυχή εναντίον των πονηρών πνευμάτων.
Ζητώ όμως από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη διήγηση αυτής της αγγελικής πολιτείας, να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς χριστιανούς. Γνωρίζω βέβαια ότι οι ανόητοι και οι καταφρονητές θα θεωρήσουν τα γραφόμενα απίστευτα και γελοία. Γιατί, αν γνώριζαν ότι αυτός που θέλει να είναι σοφός σ' αυτόν τον κόσμο, πρέπει να γίνει μωρός για να γίνει σοφός (Α΄ Κορ. 3, 18), και ότι εμείς θεωρούμαστε μωροί για χάρη του Χριστού (Α΄ Κορ. 4, 10), και ότι η μωρία του Θεού είναι σοφότερη των ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 25), δε θα θεωρούσαν γελοία τα έργα αυτού του γνήσιου αθλητή, αλλά θα τον θαύμαζαν πολύ περισσότερο απ’ αυτούς που αγωνίστηκαν σε άλλα είδη αρετής. Γιατί αυτός δεν επέστρεψε στον κόσμο απροετοίμαστος και έχοντας ακόμη ανάγκη από πνευματικό οδηγό, αλλά συνέβη στην περίπτωσή του κάτι ανάλογο μ' αυτό που βλέπουμε στις πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί. Εκεί όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του Θεού και στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια πολεμική εμπειρία τους, μόνοι αυτοί βγαίνουν έξω από το πλήθος για να μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο έκανε και αυτός. Όταν αγωνίστηκε σωστά και νόμιμα τον καλό αγώνα, όταν είδε τον εαυτό του θωρακισμένο με τη δύναμη του Πνεύματος, όταν απόκτησε τη δύναμη να πατά επάνω σε φίδια και σκορπιούς (Λουκ. 10, 19),, όταν έσβησε τελείως το πύρωμα της σάρκας με τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος, όταν βδελύχθηκε την τρυφή και τη δόξα του βίου σαν ιστό αράχνης — και τι άλλο να πω; — όταν με την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε την απάθεια εσωτερικά και εξωτερικά, και αξιώθηκε την υιοθεσία σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού προς την καθαρή και απαθή ψυχή στο Άσμα των Ασμάτων: «Όλη καλή η πλησίον μου, και μώμος εν σοι ουκ έστιν» (Άσμα 4,7), τότε και αυτός βγήκε από την έρημο στον κόσμο, ύστερα από θεία κλήση, για να μονομαχήσει με το διάβολο. Πίστευε ότι δεν είναι δίκαιο αυτός που τιμήθηκε και υψώθηκε τόσο από το Θεό, να περιφρονήσει την σωτηρία των συνανθρώπων του. Έχοντας λοιπόν ως πρότυπο Αυτόν που είπε: «Να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λουκ. 10, 27), ο Οποίος και μορφή δούλου καταδέχθηκε να ντυθεί για τη σωτηρία του δούλου, χωρίς να υποστεί καμιά αλλοίωση, μιμείται και αυτός τον Κύριό του, προσφέροντας την ψυχή και το σώμα του, για να προσφέρει τη σωτηρία.
Θα διηγηθώ πρώτα τον τρόπο με τον οποίο ήρθε από την έρημο στον κόσμο, και έπειτα τις παράδοξες και αξιοθαύμαστες πράξεις του. 

Φυγή του κόσμου

Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, τη γιορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, συγκεντρώθηκαν οι ευσεβείς χριστιανοί, όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους του Χριστού, για να προσκυνήσουν. Γνωρίζουν όλοι όσοι συνηθίζουν να συγκεντρώνονται εκεί κατά την άγια αυτή γιορτή, ότι σχεδόν από όλα τα μέρη συγκεντρώνεται πλήθος πιστών, που ευλαβείται ιδιαίτερα το σταυρό του Κυρίου.
Σ' αυτή λοιπόν τη μεγάλη γιορτή συνέβη, κατ' οικονομία Θεού, να συναντηθούν δύο νέοι από τη Συρία. Ο ένας ονομαζόταν Ιωάννης και ο άλλος Συμεών. Έμειναν εκεί μερικές μέρες και όταν τελείωσε η άγια γιορτή, αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Από τότε που συναντήθηκαν οι δύο αυτοί νέοι και συνδέθηκαν με αγάπη αναμεταξύ τους, δεν χωρίστηκαν ποτέ. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους πορεύτηκαν μαζί, έχοντας και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα, μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευθεί. Ο Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών, και κανέναν άλλο συγγενή.
Πήγαιναν λοιπόν όλοι μαζί και αφού κατέβηκαν τον κατήφορο της Ιεριχώ και πέρασαν την πόλη, ο Ιωάννης βλέποντας τα μοναστήρια τα γύρω από τον Ιορδάνη είπε στο Συμεών: «Ξέρεις ποιοι μένουν στα σπίτια αυτά απέναντί μας;» Εκείνος του απάντησε: «Ποιοί;» Ο Ιωάννης είπε: «Άγγελοι του Θεού». Τον ρωτάει τότε ο Συμεών με απορία: «Μπορούμε άραγε να τους δούμε;». Του λέει εκείνος: «Ναι, αν γίνουμε σαν κι αυτούς». Και οι δύο κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Κατέβηκαν λοιπόν αμέσως από τα άλογα και τα έδωσαν στους δούλους τους λέγοντάς τους να προχωρήσουν, προσποιούμενοι ότι θα καθήσουν για λίγο σ' εκείνο το μέρος. Κατά συγκυρία βρέθηκαν επάνω στο δρόμο που οδηγούσε στον Ιορδάνη. Στάθηκαν λοιπόν και οι δύο και λέει ο Ιωάννης στο Συμεών, δείχνοντας με το δάκτυλό του το δρόμο του Ιορδάνη: «Να ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή». Κατόπιν δείχνοντας το δημόσιο, στον οποίο προπορεύονταν οι γονείς τους, είπε: «Και να ο δρόμος που οδηγεί στο θάνατο. Έλα λοιπόν ας προσευχηθούμε και ας σταθούμε ο καθένας μας σ' έναν από αυτούς τους δρόμους΄ και αφού ρίξουμε κλήρο, θα ακολουθήσουμε το δρόμο εκείνου που θα κερδίσει». Γονάτισαν λοιπόν και είπαν αναστενάζοντας: «Θεέ μας, Θεέ μας, Θεέ μας, εσύ που θέλεις να σώσεις όλο τον κόσμο, φανέρωσε το θέλημά Σου στους δούλους Σου». Έριξαν κατόπιν κλήρο και έτυχε στο Συμεών δέκα παραπάνω από τον Ιωάννη. Ο Συμεών στεκόταν στο δρόμο που οδηγούσε στον Ιορδάνη. Τότε χαρούμενοι, ξεχνώντας όλα τα υπάρχοντα και τους γονείς τους, καταφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Γνώριζαν ακόμα τέλεια τα ελληνικά και ήταν στολισμένοι με πολλή φρόνηση.
Όλα αυτά τα διηγήθηκε ο ενάρετος Συμεών σε κάποιον αξιόλογο και ενάρετο άνδρα, διάκονο της εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε τον σαλό΄ αυτός επειδή ήταν χαριτωμένος άνθρωπος κατανόησε την εργασία του γέροντα. Σ' αυτόν έκανε και θαύμα φοβερό ο μακάριος Συμεών, που θα το διηγηθούμε παρακάτω. Ο ενάρετος λοιπόν αυτός διάκονος, που ονομαζόταν Ιωάννης, μας διηγήθηκε σχεδόν ολόκληρο τον βίο του αγίου, προβάλλοντας τον Κύριο ως μάρτυρα για το ότι όχι μόνο δεν πρόσθεσε τίποτα, αλλά μάλλον τα περισσότερα τα ξέχασε με το πέρασμα των χρόνων.
Καθώς λοιπόν κατέβαιναν το δρόμο που τους οδήγησε στην πραγματική ζωή, έτρεχαν χαρούμενοι, όπως ο Πέτρος και ο Ιωάννης προς το ζωοποιό τάφο του Κυρίου (Ιω. 20, 4), και προσπαθούσαν να διεγείρουν ο ένας την προθυμία του άλλου. Γιατί ο Ιωάννης φοβόταν μήπως η αγάπη προς τη μητέρα σταματήσει το Συμεών, ενώ ο Συμεών μήπως η έλξη της νεαρής συζύγου τραβήξει πίσω σαν μαγνήτης τον Ιωάννη. Γι' αυτό το λόγο έλεγαν ο ένας προς τον άλλο συμβουλευτικά και ενθαρρυντικά λόγια. Κι έλεγε ο ένας: «Καθόλου να μη ραθυμήσεις αδελφέ Συμεών. Γιατί ελπίζουμε στο Θεό ότι σήμερα αναγεννηθήκαμε. Τί άλλο παρά να μας βλάψουν θα μπορούσαν ο πλούτος και τα μάταια πράγματα του βίου κατά την ημέρα της Κρίσεως; Ούτε πάλι η νεότητα και η ομορφιά του σώματος παραμένουν αμάραντα μέχρι το τέλος, αλλά ή από τα γηρατειά ή με τον πρόσκαιρο θάνατο χάνονται και σβήνουν». Τέτοια και άλλα πολλά έλεγε προς το Συμεών ο Ιωάννης και εκείνος απαντούσε με τον ίδιο τρόπο λέγοντας: «Εγώ αδελφέ Ιωάννη, εκτός από την ταπεινή εκείνη γερόντισσα που με γέννησε, δεν έχω ούτε πατέρα ούτε αδελφούς ούτε αδελφές. Και δε φοβάμαι τόσο για μένα, όσο για σένα μήπως η επιθυμία της νεαρής συζύγου σε αποσπάσει από αυτόν τον καλό δρόμο».
Ενώ έλεγαν αυτά και άλλα πολλά, φτάνουν στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου. Είχαν ζητήσει πρωτύτερα από το Θεό να βρουν ανοιχτή την πόρτα του μοναστηριού, στο οποίο Αυτός θα ήθελε να παραμείνουν. Έτσι και έγινε. Υπήρχε σ' αυτό το μοναστήρι ένας θαυμάσιος άνθρωπος που λεγόταν Νίκων και που η ζωή του ήταν σύμφωνη με το όνομά του΄ γιατί νικούσε τους δαίμονες, έκανε θαύματα και σημεία και είχε τιμηθεί με το προφητικό αξίωμα από το Θεό. Αυτός λοιπόν προγνώρισε τον ερχομό τους. Είδε στον ύπνο του, την ημέρα που ήρθαν, κάποιον να του λέει: «Σήκω και άνοιξε την πόρτα από το μαντρί, για να μπουν τα πρόβατά μου». Έτσι και έκανε. Μόλις λοιπόν έφτασαν και βρήκαν την πόρτα ανοιγμένη και τον αββά να κάθεται και να τους περιμένει, είπε ο Ιωάννης στο Συμεών: «Καλό σημάδι, αδελφέ΄ η πόρτα είναι ανοιχτή και ο πορτάρης στη θέση του». Όταν πλησίασαν, τους λέει ο ηγούμενος: «Καλώς ήρθαν τα πρόβατα του Χριστού». Και αμέσως στο Συμεών: «Καλώς ήρθες, Σαλέ. Αλήθεια, δέκα περισσότερα τα δικά σου από του αββά Ιωάννη και σε περιμένουν», και εννοούσε την τελειότητα της ενάρετης ζωής. Τους δέχτηκε λοιπόν ως θεόσταλτους και τους έβαλε να αναπαυθούν. 

Στη Μονή του αββά Γερασίμου

Την άλλη ημέρα, πριν του πουν τίποτε, άρχισε να τους λέει με το φωτισμό του Κυρίου: «Πολύ καλή και άξια η αγάπη σας προς το Θεό, μόνο προσέξτε μήπως δείξετε νωθρότητα και τη σβήσει ο αντίδικος της σωτηρίας μας. Καλός ο αγώνας σας, αλλά να μη σταματήσετε μέχρις ότου στεφανωθείτε. Καλή η προαίρεσή σας, μόνο να μη δείξετε αμέλεια, για να μη σβήσει η φωτιά που καίει σήμερα τις καρδιές σας. Καλά κάνατε και προτιμήσατε τα αιώνια από τα προσωρινά. Καλοί οι κατά σάρκα γονείς σας και καλό να τους υπηρετείτε, ασύγκριτα καλύτερο όμως είναι να ευαρεστείτε το Θεό. Καλοί είναι οι κατά σάρκα αδελφοί, συμφερότεροι όμως οι πνευματικοί. Καλοί οι φίλοι για το Χριστό που έχετε στον κόσμο, αλλά καλύτερο το να έχετε φίλους τους αγίους, που θα μεσιτεύουν στον Κύριο. Καλοί είναι αυτοί που σας προστατεύουν από τους άρχοντες, αλλά δεν είναι το ίδιο με το να έχουμε τους αγίους αγγέλους να ικετεύουν για μας. Καλή και επαινετή η αγαθοεργία και η προς τους φτωχούς ελεημοσύνη, αλλά τίποτε δεν ζητά ο Θεός τόσο πολύ από εμάς, όσο το να του προσφέρουμε τις ψυχές μας. Γλυκεία η απόλαυση των αγαθών της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με την τρυφή του Παραδείσου. Γλυκός ο πλούτος και πολλοί τον επιθυμούν, αλλά δεν μπορεί να εξισωθεί με εκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν διανοήθηκε (Α΄ Κορ. 2, 9). Καλή η ομορφιά της νεανικής ηλικίας, αλλά δεν είναι τίποτε μπροστά στο κάλλος του επουράνιου νυμφίου Χριστού, όπως λέει ο Δαυίδ: "Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων" (Ψαλμ. 44, 3),. Σπουδαίο και σημαντικό να στρατεύεσαι για τον επίγειο βασιλιά, αλλά είναι πρόσκαιρη και επικίνδυνη αυτή η στράτευση».
Με αυτά και άλλα παρόμοια τους συμβούλευε ο όσιος και δεν ήθελε να σταματήσει βλέποντας να τρέχουν από τα μάτια τους ποταμοί δακρύων. Πρόσεχαν τα λόγια του σαν να μην είχαν ακούσει ποτέ θείο λόγο. Στράφηκε τότε στο Συμεών και του λέει: «Μη θλίβεσαι και μην κλαις για τη γερόντισσα μητέρα σου, γιατί ο Θεός βλέποντας τους αγώνες σου μπορεί να την παρηγορήσει πολύ περισσότερο απ' ό,τι η δική σου παρουσία. Γιατί, αν περιμένεις να γίνεις μοναχός μετά το θάνατό της, υπάρχει περίπτωση να πεθάνεις εσύ πριν από αυτήν στερημένος από αρετές και να φύγεις έτσι, χωρίς να έχεις κανένα που να μπορεί να σε σώσει από τα μέλλοντα κακά. Γιατί ούτε η αγάπη του πατέρα και της μητέρας, ούτε τα αδέλφια ούτε ο πλούτος ούτε η δόξα ούτε η γυναίκα ούτε το ενδιαφέρον των παιδιών μπορούν να εξιλεώσουν το Θεό, παρά μόνο η ενάρετη ζωή και οι κόποι και οι αγώνες, που γίνονται γι' Αυτόν». Στον Ιωάννη είπε: «Μήτε σ' εσένα, παιδί μου, ο εχθρός των ψυχών μας να βάλει τη σκέψη: "Ποιός άραγε θα γηροκομήσει τους γονείς μου; Ποιός θα παρηγορήσει τη σύζυγό μου; Ποιός θα σταματήσει τα δάκρυά τους;» Γιατί αν τους εγκαταλείπατε για να αφιερώσετε τη ζωή σας σε κάποιον άλλο θεό, με το δίκιο σας θα αγωνιούσατε και θα αναρωτιόσασταν αν τους φροντίζει και τους παρηγορεί ή όχι. Τώρα όμως που τρέξατε και αφιερώσατε τους εαυτούς σας σ' Αυτόν, στον Οποίο εκείνους εγκαταλείψατε, πρέπει να έχετε θάρρος και να σκέφτεστε ότι όταν ακόμη παραμένατε στον κόσμο απορροφημένοι στα βιοτικά, για όλα φρόντιζε η πρόνοια του Θεού΄ πόσο περισσότερο όμως δε θα φροντίσει τους δικούς σας τώρα που Τον υπηρετείτε και προσπαθείτε να Τον ευαρεστείτε με όλη σας τη ψυχή; Γι' αυτό, παιδιά μου, έχοντας στο νου σας τα λόγια του Κυρίου: "Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς" προς αυτόν που του είπε: "Επίτρεψέ μου πρώτα να επιστρέψω για να θάψω τον πατέρα μου" (Ματθ. 8, 21-22), ακολουθείστε Τον με σταθερή και αμετάβλητη απόφαση. Για σκεφτείτε΄ αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα αφανιστεί σαν σκιά και όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα τρέχατε αμέσως σ' αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του;» Και αφού αυτοί συμφώνησαν, ο μέγας Νίκων συνέχισε: «Επομένως, με ασυγκρίτως μεγαλύτερη ζέση και κατάνυξη, παιδιά μου, οφείλουμε εμείς ως ευγνώμονες δούλοι να ακολουθούμε τον αιώνιο Βασιλιά, ενθυμούμενοι την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός, ο Οποίος δε λυπήθηκε τον Υιό του τον μονογενή, αλλά τον πρόσφερε για την σωτηρία μας (Ιω. 3, 16). Γι' αυτό το λόγο, κι αν ακόμη χύσουμε το αίμα μας, εμείς που λυτρωθήκαμε από τη φθορά και το θάνατο με το τίμιό Του αίμα και από δούλοι γίναμε γιοί, τίποτε που να είναι αντάξιο της θυσίας Του δεν Του προσφέρουμε. Γιατί, αδελφοί μου, δεν είναι το ίδιο πράγμα να χυθεί βασιλικό αίμα και αίμα δούλου».
Αυτά και πολλά άλλα τους έλεγε ο θεοφόρος, καθώς προγνώριζε και είχε πληροφορηθεί από τον Θεό τον αγώνα και το δρόμο που θα έκαναν, και εννοώ βέβαια την ερημική και τελείως άστεγη και αναχωρητική ζωή. Και δεν το θεωρούσε αυτό ασήμαντο, ούτε ότι μπορούν οι πολλοί να το κατορθώσουν και να το επιτελέσουν άμεμπτα, τη στιγμή που έβλεπε ότι οι δύο νέοι είχαν σώματα απαλά, ντυμένα με μαλακά ρούχα, και ότι είχαν μεγαλώσει με καλοπέραση και είχαν συνηθίσει στις ανέσεις και τις απατηλές απολαύσεις της ζωής.
Τότε ο σοφός γιατρός και δάσκαλος, με τη θεία γνώση και πείρα που διέθετε, αφού τους προετοίμασε και τους όπλισε με τέτοιες συμβουλές και νουθεσίες, λέει και στους δυό: «Θέλετε να καρείτε μοναχοί ή να παραμείνετε για ένα μικρό ακόμη χρονικό διάστημα λαϊκοί;» Αμέσως και οι δύο, σαν να κινούνταν από την ίδια σκέψη ή μάλλον από το ίδιο Άγιο Πνεύμα, έπεσαν στα πόδια του ηγουμένου ζητώντας να τους κουρέψει οπωσδήποτε εκείνη τη στιγμή. Και έλεγε ο Συμεών ότι, αν δεν το κάνει αυτό γρήγορα, θα πήγαιναν σ' άλλο μοναστήρι. Ο Συμεών ήταν άκακος και απονήρευτος, ενώ ο Ιωάννης είχε περισσότερη πείρα και γνώση.
Πήρε τότε τον καθένα χωριστά ο όσιος Νίκων, θέλοντας να δοκιμάσει την αφοσίωσή τους στο Θεό, και με λογικά επιχειρήματα προσπαθούσε να τους πείσει να μην καρούν εκείνη την ημέρα. Επειδή δεν πειθόταν κανένας από τους δύο, πήγαινε στον καθένα και του έλεγε: «Έπεισα τον αδελφό σου να μείνει ένα χρόνο λαϊκός». Αμέσως αυτός του απαντούσε: «Αν θέλει να μείνει, ας μείνει. Πάντως εγώ, πάτερ, δεν δέχομαι κάτι τέτοιο». Ο Συμεών μάλιστα, όταν μίλησε ιδιαιτέρως με τον όσιο Νίκωνα, του είπε και αυτό: «Κάνε γρήγορα, πάτερ, για τ' όνομα του Θεού, επειδή τρέμει η καρδιά μου για τον Ιωάννη, που φέτος νυμφεύθηκε με μία πολύ εύπορη και ωραία γυναίκα, μήπως τυχόν τον καταλάβει πάλι ο πόθος γι' αυτήν και του σβήσει τον πόθο του για το Θεό». Αλλά κι ο Ιωάννης με πολλά παρακάλια και δάκρυα (είχε από φυσικού του περισσότερα από ό,τι ο αδελφός Συμεών) είπε ιδιαιτέρως στον όσιο: «Πάτερ, βοήθησέ με να μη χάσω τον αδελφό μου, γιατί έχει μόνο μητέρα και τόσο πολύ δεμένοι ήταν μεταξύ τους, ώστε δεν μπορούσε να μείνει ούτε δύο ώρες μακριά της, αλλά μέχρι σήμερα κοιμόνταν και οι δύο μαζί, μη μπορώντας να χωριστούν ούτε τη νύχτα, πράγμα που πολύ με βασανίζει μέχρις ότου τον δω μοναχό, για να σταματήσω να μεριμνώ γι' αυτόν».
Ο όσιος είδε το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο και επειδή γνώριζε ότι ο Θεός δεν ντροπιάζει ούτε παραβλέπει αυτούς που ολόψυχα και αδίστακτα καταφεύγουν σ' Αυτόν, έφερε το ψαλίδι και αφού το τοποθέτησε κατά την τάξη πάνω στο άγιο θυσιαστήριο, έκανε την κουρά τους. Ύστερα, αφού τους έβγαλε τα ρούχα, τους έντυσε με άλλα που ήταν πολύ φτωχικά, αλλά μαλακά, γιατί τους σπλαχνίστηκε ο σοφός και στοργικός, επειδή τα σώματά τους ήταν απαλά και ασυνήθιστα στην κακοπάθεια. Ενώ γινόταν η κουρά, ο Ιωάννης έκλαιγε συνέχεια και ο Συμεών, επειδή δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο κλαίει, τον σκουντούσε να σταματήσει, γιατί νόμιζε ότι κλαίει από λύπη για τους γονείς του και από αγάπη για τη γυναίκα του. Όταν τελείωσε η κουρά τους και έγινε η αγία σύναξη, ο ηγούμενος συνέχισε να τους συμβουλεύει όλη σχεδόν την υπόλοιπη μέρα, γιατί ήξερε ότι ο Θεός θα τα οικονομούσε έτσι ώστε να μη μείνουν πολύ καιρό κοντά του.
Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, σκόπευε να τους δώσει και το άγιο σχήμα. Γι' αυτό κάποιοι από τους αδελφούς τους είπαν: «Είστε μακάριοι, γιατί αύριο θα αναγεννηθείτε και θα καθαριστείτε από κάθε αμαρτία, σαν να έχετε ξαναβαπτιστεί». Παραξενεύτηκαν αυτοί και έτρεξαν και οι δύο στο θείο Νίκωνα, το βράδυ του Σαββάτου, και πέφτοντας στα πόδια του του είπαν: «Πάτερ, σε παρακαλούμε μη μας βαπτίσεις. Είμαστε χριστιανοί από χριστιανούς γονείς». Αυτός, επειδή δεν κατάλαβε τι είχαν ακούσει από τους πατέρες του κοινοβίου, τους ρώτησε: «Ποιός, παιδιά μου, θέλει να σας βαπτίσει;» Εκείνοι απάντησαν: «Οι κύριοι και δεσπότες μας, οι πατέρες του μοναστηρίου, μας είπαν ότι αύριο θα ξαναβαπτιστούμε». Τότε ο ηγούμενος, επειδή κατάλαβε ότι τους είχαν μιλήσει για το άγιο σχήμα, τους είπε: «Καλά σας είπαν, παιδιά μου. Γιατί, αν θέλει ο Θεός, αύριο θα σας ντύσουμε με το άγιο και αγγελικό σχήμα». Όταν είδαν οι απονήρευτοι δούλοι του Χριστού ότι τίποτα δεν τους λείπει από τη μοναχική ενδυμασία, του λένε: «Πες μας, πάτερ, χρειαζόμαστε τίποτε άλλο για να ντυθούμε εκείνο το αγγελικό σχήμα που λες;».
Την προηγούμενη εβδομάδα, που ήταν και η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, είχε δώσει ο όσιος σε κάποιο νέο αδελφό το άγιο σχήμα και, επειδή δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί εφτά ημέρες, το φορούσε ακόμα, όπως συνηθιζόταν. Σ' αυτόν παράγγειλε να έρθει αμέσως και να σταθεί μπροστά τους. Όταν λοιπόν ήρθε και τον είδαν και οι δύο, έπεσαν αμέσως στα πόδια του αββά και του είπαν: «Σε παρακαλούμε, αν πρόκειται έτσι κι εμάς να ντύσεις και να μας δώσεις τέτοια τιμή και δόξα, κάν' το τώρα, μήπως συμβεί, καθώς είμαστε άνθρωποι, να πεθάνουμε αυτή τη νύχτα κι έτσι να χάσουμε τόση δόξα και χαρά και μια τέτοια συνοδεία κι ένα τέτοιο στεφάνι». Όταν άκουσε ο ηγούμενος να λένε ότι θα χάσουν τέτοια συνοδεία και στεφάνι, κατάλαβε ότι είδαν κάποια οπτασία γύρω από αυτόν που φορούσε το άγιο σχήμα. Απευθύνθηκε τότε σ' αυτόν και του είπε να επιστρέψει στο μέρος που ήταν αφότου είχε ντυθεί το άγιο σχήμα.
Όταν έφυγε, λυπήθηκαν πολύ οι δύο δούλοι του Χριστού και λένε στον ηγούμενο: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, κάνε μας κι εμάς όπως εκείνον, γιατί σ' όλο σου το μοναστήρι δεν υπάρχει άνθρωπος με τόση τιμή όση εκείνος». Ρώτησε ο αββάς: «Ποιά τιμή;» Αυτοί του απάντησαν: «Ο Θεός είναι μάρτυράς μας, που μας αξιώνει να φορέσουμε αυτό το σχήμα και μας κάνει μια τέτοια τιμή, ότι θα είμαστε μακάριοι αν θα συνοδευόμαστε κι εμείς από τόσο πλήθος μοναχών με κεριά στα χέρια και αν θα φορέσουμε τέτοιο λαμπρό στεφάνι στο κεφάλι μας». Νόμιζαν ότι και ο ηγούμενος έβλεπε τα όσα οι ίδιοι έβλεπαν. Εκείνος όμως, επειδή το κατάλαβε, δεν τους είπε ότι τίποτα δεν έβλεπε, αλλά σώπασε κατάπληκτος από την πολλή τους αγνότητα και καθαρότητα και ιδίως του Συμεών. Μόνο αυτό τους έλεγε χαριτωμένα ο μεγάλος αυτός άνθρωπος: «Αύριο θα ντύσουμε και σας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος». Όπως διαβεβαίωνε ο οσιότατος διάκονος, ο αψευδής Συμεών ισχυριζόταν ότι, όταν έλαβαν το σχήμα, έβλεπε ο ένας το πρόσωπο του άλλου την νύχτα, όπως και την ημέρα, και ακόμη έβλεπε ο ένας στο κεφάλι του άλλου στεφάνι, όπως εκείνο που φορούσε ο μοναχός που είδαν προηγουμένως. «Σε τόσο μεγάλη χαρά, έλεγε, βρισκόταν η ψυχή μας, που δεν θέλαμε εύκολα ούτε να φάμε ούτε να πιούμε».

Αναχώρηση από τη Μονή

Μετά δυο μέρες αφότου πήραν το άγιο σχήμα, βλέπουν αυτόν που το είχε πάρει πριν από εφτά ημέρες και που είχε το στεφάνι και τη συνοδεία, να φοράει ένα φθαρμένο ράσο και να κάνει το διακόνημά του, χωρίς να έχει πια ούτε το στεφάνι ούτε τους μοναχούς με τα κεριά που τον συνόδευαν, και απόρησαν. Λέει τότε ο Συμεών στον Ιωάννη: «Πίστεψέ με, αδελφέ μου, κι εμείς, όταν περάσουν εφτά μέρες, δεν θα έχουμε αυτήν την ευπρέπεια και τη χάρη». Λέει ο Ιωάννης: «Και τί θέλεις να γίνει, αδελφέ μου;» Του λέει πάλι ο Συμεών: «Άκουσέ με. Όπως εγκαταλείψαμε και απομακρυνθήκαμε από τα κοσμικά, έτσι να απομακρυνθούμε από οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη. Γιατί άλλη ζωή και παράξενα πράγματα αντιλαμβάνομαι και βλέπω σ' αυτό το σχήμα. Από τη στιγμή που ο δούλος του Θεού μας έντυσε μ' αυτό, καίγονται τα σωθικά μου, χωρίς να ξέρω από τι, και η ψυχή μου ποθεί να μη δει κανένα, ούτε να μιλήσει ή να ακούσει κανένα». Του αποκρίνεται ο Ιωάννης: «Και τί θα τρώμε αδελφέ μου;» Του λέει ο Συμεών: «Ό,τι τρώνε οι λεγόμενοι βοσκοί*, για τους οποίους μας μίλησε χθες ο Νίκων. Ίσως επειδή ήθελε να κάνουμε κι εμείς την ίδια ζωή, μας διηγήθηκε πως ζουν, πως κοιμούνται και όλα τα σχετικά μ' αυτούς». «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού ούτε να ψάλλουμε ούτε τη μοναχική τάξη γνωρίζουμε;» ρώτησε ο Ιωάννης. Τότε ο Θεός πλημμύρισε με τη χάρη Του την καρδιά του αββά Συμεών, που είπε: «Αυτός που έσωσε αυτούς που έζησαν σύμφωνα με το θέλημά Του, πριν από τον Δαυίδ, Αυτός θα σώσει κι εμάς. Κι αν φανούμε άξιοι, θα διδάξει κι εμάς, όπως δίδαξε και το Δαυίδ τότε, που ήταν με τα πρόβατα στην έρημο. Μη θελήσεις λοιπόν, αδελφέ, να μου ανακόψεις την προθυμία. Αφού πήραμε την απόφαση να ζήσουμε σύμφωνα μ' αυτόν τον τρόπο, ας μη δείξουμε αμέλεια». Είπε τότε ο Ιωάννης: «Ας κάνουμε όπως θέλεις. Πώς όμως θα μπορέσουμε να βγούμε, αφού η πύλη κλείνει τη νύχτα;» Του απαντάει ο Συμεών: «Αυτός που μας άνοιξε τη μέρα, Αυτός θα μας ανοίξει και τη νύχτα».
Όταν πήραν την απόφαση, μόλις έπεσε η νύχτα, ο ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του κάποιον να ανοίγει την πύλη του μοναστηριού και να λέει: «Βγήτε έξω να βοσκήσετε, πρόβατα που έχετε τη σφραγίδα του Χριστού». Αμέσως ξύπνησε, κατεβαίνει στην πύλη, την βρίσκει ανοιχτή, και επειδή νόμισε ότι βγήκαν από εκεί, κάθησε στεναχωρημένος, αναστενάζοντας και λέγοντας: «Δεν αξιώθηκα εγώ ο αμαρτωλός να πάρω την ευχή των πατέρων μου. Πραγματικά, αυτοί ήταν πατέρες μου και δεσπότες και δάσκαλοι και γι' αυτό έχασα τις συμβουλές τους. Αλλοίμονο, πόσοι πολύτιμοι λίθοι, όπως λέει η Γραφή (Ζαχ. 9, 16), κυλάνε στη γη χωρίς να το καταλαβαίνουμε, και πολλοί τους βλέπουν, λίγοι όμως τους αντιλαμβάνονται». Καθώς σκεφτόταν αυτά στεναχωρημένος, εμφανίζονται οι νυμφίοι οι καθαροί του Χριστού, που ετοιμάζονταν να βγουν. Μπροστά απ' αυτούς έβλεπε ο καθαρότατος ηγούμενος Νίκων μερικούς ευνούχους να κρατούν λαμπάδες και άλλους να κρατούν σκήπτρα στο ένα χέρι. Μόλις τους είδε, γέμισε χαρά, επειδή θα εκπληρωνόταν η επιθυμία του. Οι μακάριοι τον είδαν και έκαναν να γυρίσουν πίσω, επειδή δεν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος. Έτρεξε όμως ο όσιος Νίκων και τους κάλεσε κοντά του. Όταν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος, χάρηκαν κι αυτοί πολύ, και μάλιστα όταν είδαν ότι η πύλη ήταν ανοιχτή. Κατάλαβαν ότι ο Θεός του το αποκάλυψε κι αυτό. Θέλησαν τότε να του βάλουν μετάνοια. Αυτός όμως τους εμπόδισε λέγοντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, εξαιτίας του αγγελικού σχήματος που φορούσαν.
Του είπαν λοιπόν αμέσως: «Σ' ευχαριστούμε, πάτερ, και δεν ξέρουμε τι να προσφέρουμε στο Θεό και σε σένα. Ποιός περίμενε ότι εμείς θα αξιωθούμε τέτοιων δωρεών; Ποιός βασιλιάς θα μπορούσε να μας τιμήσει με τέτοιο αξίωμα; Ποιοί επίγειοι θησαυροί τόσο ξαφνικά θα μπορούσαν να μας κάνουν πλούσιους; Ποιά λουτρά θα μπορούσαν να καθαρίσουν έτσι την ψυχή μας; Ποιοί γονείς θα μπορούσαν έτσι να μας αγαπήσουν και να μας σώσουν; Ποιά δώρα θα μπορούσαν να μας δώσουν την άφεση των αμαρτιών μας τόσο σύντομα, όπως το έκανες εσύ, τίμιε πάτερ, που αντί όλων των προγόνων μας και των γονέων μας, εσύ είσαι μετά το Χριστό πατέρας μας και μητέρα μας; Εσύ είσαι ο κύριός μας, εσύ είσαι που μας κατάρτισες, εσύ μας πήρες από το χέρι, εσύ μας καθοδήγησες, εσύ είσαι όσα η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει. Χάρη σε σένα βρήκαμε τον ασφαλή αυτό θησαυρό, χάρη σε σένα αποκτήσαμε το πολύτιμο μαργαριτάρι, μάθαμε με ακρίβεια τη δύναμη του βαπτίσματος για το οποίο μας μιλούσαν οι όσιοι πατέρες, γνωρίσαμε πραγματικά την πλήρη καταστροφή των αμαρτιών μας από τη φωτιά που πυρπολεί τις καρδιές μας, μολονότι δεν την αντέχουμε έτσι που κατακαίει το είναι μας. Ζητάμε από σένα, μακάριε πάτερ, να κάνεις μια εκτεταμένη ευχή και να απολύσεις τους δούλους σου για να υπηρετήσουμε ολόψυχα και αληθινά το Θεό, στον Οποίο αφιερώσαμε τους εαυτούς μας! Σε ικετεύουμε, ποτέ να μη λησμονήσεις τα άθλια παιδιά σου, όταν σηκώνεις τα τίμια χέρια σου για προσευχή. Ναι, ναι, σε παρακαλούν οι ξένοι, όσιε, να θυμάσαι την ορφάνια τους». Έχοντας αγκαλιάσει τα γόνατα του οσίου, έλεγαν πάλι: «Θυμήσου, πάτερ, τα ταπεινά σου πρόβατα, που τα θυσίασες στο Θεό. Θυμήσου τα ξένα φυτά, που έτρεξες να τα φυτέψεις στον όμορφο κήπο του Παραδείσου. Μη λησμονείς τους οκνηρούς εργάτες, που μίσθωσες την ενδέκατη ώρα στον αμπελώνα του Χριστού (Ματθ. 20, 6-7)». Απορούσε και θαύμαζε ο ποιμένας βλέποντας αυτούς που πριν δύο μέρες ήταν κοσμικοί να έχουν αποκτήσει έτσι ξαφνικά τόση σοφία με το να περιβληθούν το άγιο σχήμα.
Αφού έκλαψαν για αρκετή ώρα και οι δυό, γονάτισε ο όσιος Νίκων και αφού τοποθέτησε το Συμεών στα δεξιά του και τον Ιωάννη στα αριστερά του, σηκώθηκε και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό είπε: «Θεέ δίκαιε και πανύμνητε, Θεέ μεγάλε και παντοδύναμε, Θεέ προαιώνιε, άκουσε αυτήν την ώρα έναν αμαρτωλό. Εισάκουσέ με, Θεέ μου, εισάκουσέ με δείχνοντας τη δύναμή Σου χωρίς να λάβεις υπόψη Σου, κατά τη διάρκεια αυτής της προσευχής, τις συνεχείς παρακοές της δικής μου αδυναμίας. Άκουσέ με, άκουσέ με, Κύριε, κάνοντας πύρινη την προσευχή μου όπως και τότε την προσευχή του προφήτη Σου (Γ΄ Βασ. 18, 36-37). Ναι, Θεέ των αγίων δυνάμεων, ναι Δημιουργέ των ασωμάτων, ναι, Εσύ που είπες: "Ζητάτε και θα λάβετε" (Ιω. 16, 24), μη με αποστραφείς επειδή έχω ακάθαρτα χείλη και είμαι δεμένος με αμαρτίες. Άκουσέ με, Εσύ που υποσχέθηκες να ακούς αυτούς που σε παρακαλούν ειλικρινά΄ και οδήγησε τα βήματα και τα πόδια των δούλων Σου σε ειρηνικό δρόμο. Δείξε συμπάθεια για τα άκακα παιδιά Σου που βρίσκονται στα ξένα, Εσύ που είπες: "Να γίνετε άκακοι όπως τα περιστέρια" (Ματθ. 10, 16). Φώναξα προς Εσένα μ' όλη μου την καρδιά΄ Θεέ μου, Θεέ μου, άκουσέ με, η ελπίδα όλης της γης και αυτών που βρίσκονται στα μακρινά ξένα (Ψαλμ. 64, 6). Διώξε τα ακάθαρτα πνεύματα μακριά από τα παιδιά Σου. Πάρε όπλο και ασπίδα και σήκω να τους βοηθήσεις. Βγάλε το σπαθί Σου και απομάκρυνε αυτούς που τους καταδιώκουν. Πες, Κύριε, Κύριε, στην ψυχή τους: "Εγώ είμαι η σωτηρία σου" (Ψαλμ. 34, 2-3). Ας απομακρυνθεί από τη διάνοιά τους κάθε πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφάνειας και οποιασδήποτε κακίας και ας σβηστεί από αυτούς κάθε πύρωση και κάθε παρόρμηση, που προέρχεται από διαβολική ενέργεια. Ας φωτιστεί το σώμα τους και η ψυχή τους και το πνεύμα τους με το φως της γνώσεώς Σου, ώστε, αφού φτάσουν στην ενότητα της πίστεως και στην επίγνωση της Αγίας και Προσκυνητής Τριάδας και γίνουν άνδρες τέλειοι σε πνευματική ωριμότητα (Εφεσ. 4, 13), να δοξάζουν μαζί με τους αγγέλους και με όλους αυτούς που σε ευαρέστησαν, Θεέ μου, το πάντιμο και αγαθό όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Χάρισέ τους ακόμη μαζί με όλα τα αγαθά, Κύριε, να έχουν πάντα στην καρδιά τους τα λόγια αυτής της οικτρής και ανάξιας ικεσίας μου, για να δοξολογούν και να υμνολογούν την αγαθότητά Σου».
Τους έλεγε ακόμη με πολλά δάκρυα: «Ο Θεός, που Τον διαλέξατε, καλά μου παιδιά, και στον Οποίο προστρέξατε, Αυτός θα στείλει τον άγγελό Του μπροστά σας και θα προετοιμάσει τον δρόμο για να βαδίσουν τα πόδια σας (Μάρκ. 1, 2),. Ο άγγελος, όπως λέει ο μεγάλος Ιακώβ, που με σώζει από όλες τις εχθρικές δυνάμεις (Γεν. 48, 16), αυτός θα προηγείται στο δρόμο σας. Αυτός που φύλαξε τον προφήτη Του από το στόμα των λιονταριών (Δαν. 6, 2), Αυτός θα σας προστατέψει από τα χέρια του λιονταριού διαβόλου. Ο Θεός που σας διάλεξε, Αυτός θα φυλάξει αμώμητη τη θυσία μου». Αφού αυτά κι ακόμα περισσότερα τους ευχήθηκε ο θεοφόρος, έπεσε στο λαιμό τους και έλεγε: «Σώσε, Θεέ μου, σώσε αυτούς που αγάπησαν μ' όλη τους την καρδιά το όνομά Σου. Δεν είσαι άδικος, Κύριε, για να αδιαφορήσεις και να εγκαταλείψεις αυτούς που εγκατέλειψαν τα μάταια πράγματα της ζωής». Ύστερα συνέχισε προς αυτούς: «Προσέχετε, παιδιά μου. Ξεκινήσατε πόλεμο φοβερό και αόρατο. Αλλά μη φοβάστε, γιατί έχει τη δύναμη ο Θεός να μην επιτρέψει να υποστείτε πειρασμό μεγαλύτερο απ' αυτόν που μπορείτε να σηκώσετε (Α΄ Κορ. 10, 13). Αγωνιστείτε, παιδιά μου, να μη νικηθείτε απ' αυτόν, αλλά δειχθείτε γενναίοι έχοντας σαν όπλο εναντίον του το άγιο σχήμα. Να θυμάστε Αυτόν που είπε: "Κανείς που αρχίζει να οργώνει και κοιτάζει προς τα πίσω δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών" (Λουκ. 9, 62),  και ακόμα είπε για την οικοδόμηση του πύργου (Λουκ. 14, 28-30)΄ προσέξτε τώρα που αρχίσατε αυτήν την τέλεια και υψηλή οικοδομή και πολιτεία μήπως δείξετε αμέλεια και πραγματοποιηθεί σε σας το: "άρχισαν να οικοδομούν και δεν είχαν δύναμη και προθυμία για να τελειώσουν αυτό που θεμελίωσαν". Πάρτε τα μέτρα σας, παιδιά μου, ο πόλεμος είναι μικρός, αλλά μεγάλο το στεφάνι, ο κόπος είναι πρόσκαιρος, αλλά η ανάπαυση αιώνια».
Πέρασε όμως η ώρα και άρχισε να χτυπάει το σήμαντρο. Καθώς ετοιμάζονταν να περάσουν την πύλη, πήρε ο Συμεών τον ηγούμενο ιδιαιτέρως και του είπε: «Προσευχήσου, πάτερ στο Θεό για να βγάλει από το μυαλό του αδελφού μου Ιωάννη τη θύμηση της γυναίκας του, μήπως παρασυρθεί από τον πονηρό και μ' αφήσει και έτσι χαθώ από τη λύπη μου γι' αυτόν, που θα τον χάσω και θα τον αποχωριστώ. Προσευχήσου, σε παρακαλώ για το Θεό, να παρηγορήσει ο Θεός και τους γονείς του, για να μην αγωνιούν γι' αυτόν». Επειδή ο γέροντας απόρησε για τη στοργή που έχει για τον αδελφό του, δεν απάντησε τίποτα. Όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, τον πήρε ιδιαιτέρως ο αββάς Ιωάννης και τον παρακαλούσε: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, μη ξεχνάς στις προσευχές σου τον αδελφό μου, για να μη με εγκαταλείψει από αγάπη για τη μητέρα του, και μου συμβεί να ναυαγήσω, ενώ βρίσκομαι μέσα στο λιμάνι». Όπως είπαμε, έμεινε έκπληκτος κι από τους δύο για την αγάπη που είχαν μεταξύ τους και τους λέει: «Πηγαίνετε, παιδιά μου, και σας αναγγέλλω ότι Αυτός που σας άνοιξε εδώ, Αυτός ήδη σας έχει ανοίξει και τα εκεί». Αφού τους σταύρωσε τα μέτωπα και τα στήθη και ολόκληρο το σώμα, τους άφησε να φύγουν με ειρήνη.
 Στην έρημο

Όταν λοιπόν βγήκαν έξω από το μοναστήρι, έλεγαν: «Θεέ του μεγάλου Σου δούλου, οδήγησέ μας που είμαστε ξένοι και αβοήθητοι, γιατί δεν γνωρίζουμε ούτε τον τόπο ούτε την περιοχή, αλλά καθώς ερχόμαστε κοντά Σου παραδώσαμε τους εαυτούς μας για να πεθάνουμε στο πέλαγος αυτής της ερήμου». Λέει ο Ιωάννης στον Συμεών: «Τί γίνεται τώρα; Πού θα πάμε;». Του απάντησε εκείνος: «Ας πάμε προς τα δεξιά, γιατί όλα όσα βρίσκονται προς τα δεξιά είναι καλά». Προχωρώντας έφτασαν στη Νεκρά θάλασσα, στον τόπο που ονομάζεται Αρνωνάς. Έτσι οικονόμησε τα πράγματα ο Θεός, που ποτέ δεν εγκαταλείπει αυτούς που πιστεύουν ολόψυχα σ' Αυτόν, ώστε βρήκαν ένα μέρος, όπου κατοικούσε κάποιος γέροντας που είχε κοιμηθεί πριν από λίγες μέρες. Σ' αυτό το μέρος υπήρχαν μερικά μικρά σκεύη και τρυφερά χόρτα, ώστε να μπορούν να τραφούν΄ από αυτά έτρωγε και ο γέροντας που ήταν θαμμένος εκεί. Μόλις είδαν τον τόπο οι αοίδιμοι, ευχαριστήθηκαν τόσο πολύ, σαν να βρήκαν θησαυρό. Κατάλαβαν ότι ετοιμάστηκε και στάλθηκε γι' αυτούς από τον Θεό. Έτσι άρχισαν να Τον ευχαριστούν, όπως επίσης και τον μεγάλο γέροντα Νίκωνα. Έλεγαν: «Πίστεψέ με, μας ήρθαν όλα καλά με τη βοήθεια των ευχών εκείνου».
Όταν πέρασαν λίγες μέρες, μη μπορώντας να υποφέρει την αρετή των δούλων του Χριστού ο εχθρός των ψυχών μας, ο διάβολος, άρχισε να τους πολεμάει, τον Ιωάννη με την θύμηση της γυναίκας του και το Συμεών με την μεγάλη του αγάπη για τη μητέρα του. Μόλις καταλάβαινε ο ένας από τους δύο ότι στενοχωριόταν, αμέσως έλεγε στον άλλο: «Αδελφέ, σήκω να προσευχηθούμε». Έλεγαν την προσευχή του μεγάλου γέροντα, που έμαθαν αμέσως απέξω και οι δυό με τη χάρη του Θεού, γιατί ο γέροντας προσευχήθηκε λέγοντας: «Τύπωσε, Κύριε, στην καρδιά τους τα λόγια αυτής της προσευχής». Αυτή την προσευχή έλεγαν πάντοτε σε περίπτωση πειρασμού και κάθε φορά που ζητούσαν κάτι από το Θεό. Μερικές φορές, όπως μας έλεγε ο θεοφόρος Σαλός, ο διάβολος τους πύρωνε, σαν να έτρωγαν κρέας και να έπιναν κρασί. Άλλοτε πάλι προσπαθούσε να τους προκαλέσει δειλία και ακηδία για την άσκηση, ώστε μερικές φορές να θέλουν να επιστρέψουν από την έρημο στο μοναστήρι. Επίσης άλλες φορές στον ύπνο, άλλες φορές με τη φαντασία, τους έκανε ο διάβολος να βλέπουν τους δικούς τους, άλλους να κλαίνε και άλλους να έχουν τρελαθεί΄ και άλλα πολλά έβλεπαν που είναι αδύνατο να τα διηγηθεί κανένας, αν δεν έχει πείρα από αυτού του είδους τους πειρασμούς. Όσες φορές όμως έφερναν στο μυαλό τους το στεφάνι, που είδε ο ένας να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, όπως και τη διδασκαλία και τα δάκρυα του γέροντα, σαν από λάδι αγιασμένο καταπραΰνονταν και παρηγοριόταν η καρδιά τους.
Μερικές φορές εμφανιζόταν στ' όνειρό τους και ο όσιος Νίκων, άλλοτε νουθετώντας τους, άλλοτε προσευχόμενος γι' αυτούς, μερικές φορές μάλιστα διδάσκοντας τους ψαλμούς΄ και τότε ξυπνούσαν προσπαθώντας να μάθουν απέξω όσα διδάσκονταν στον ύπνο τους και χαίρονταν πάρα πολύ γι' αυτό. Ήξεραν ότι ενδιαφέρεται πολύ γι' αυτούς, και το αντιλαμβάνονταν από αυτά τα γεγονότα. Πριν λοιπόν να ζητήσουν ο,τιδήποτε από το Θεό, προσευχήθηκαν και οι δυό για το εξής πράγμα: ο Συμεών, να παρηγορηθεί και να σιγουρευτεί η καρδιά της μητέρας του΄ ο Ιωάννης, να πάρει ο Θεός κοντά Του τη γυναίκα του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται. Ο Θεός που είπε ότι θα πραγματοποιήσει το θέλημα αυτών που Τον φοβούνται (Ψαλμ. 144, 19), τους άκουσε΄ και αφού πέρασαν δυό χρόνια, ο όσιος Συμεών πληροφορήθηκε απ' το Θεό ότι η μητέρα του δεν λυπάται πια γι' αυτόν και ότι τη νύχτα παρουσιάζεται σ' αυτήν, την παρηγορεί και της λέει στη Συριακή διάλεκτο: "λα δέχρε λιχ έμ", που σημαίνει: «"Μη λυπάσαι μητέρα", γιατί κι εγώ και ο Ιωάννης είμαστε καλά και υπηρετούμε στο παλάτι του βασιλιά και φοράμε στεφάνια, που μας έδωσε ο βασιλιάς, και πολύ όμορφες στολές. Παρηγόρησε όμως και τους γονείς του αδελφού Ιωάννη, γιατί υπηρετεί κι αυτός μαζί μου. Λοιπόν, μη λυπάστε καθόλου». Όμως και ο αββάς Ιωάννης είδε κάποιον λευκοντυμένο να του λέει: «Οικονόμησα, ώστε ο πατέρας σου να μη λυπάται΄ και τη γυναίκα σου σε λίγο θα την πάρω μαζί μου».
Διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον αυτά που είδαν και χάρηκαν και ευφράνθηκε η καρδιά τους. Αφού ο Θεός τους απάλλαξε από τον λογισμό των γονέων τους, αμέσως άρχισαν να ζουν χωρίς φροντίδα, χωρίς να λυπούνται καθόλου γι' αυτούς και χωρίς να αισθάνονται κόπο ή οκνηρία συνέχισαν τον δρόμο της ασκήσεως νύχτα και μέρα, μην έχοντας άλλη ασχολία παρά μόνο τον "απερίσπαστο περισπασμό" και την "αμέριμνη μέριμνα", εννοώ βέβαια την αδιάλειπτη προσευχή. Σ' αυτή σύντομα προόδευσαν οι άοκνοι εργάτες, ώστε σε λίγα χρόνια αξιώθηκαν θείων δράσεων, πληροφοριών και θαυμάτων.
Πέρασε πάλι λίγος καιρός και ο ένας ησύχαζε σε απόσταση "λίθου βολής" από τον άλλο. Είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους το έξης: να αναχωρούν και να ζουν χωριστά όποτε ήθελε ο καθένας να προσεύχεται μόνος του΄ όταν όμως συμβεί να παρουσιαστούν λογισμοί ή ακηδία, να έρχεται ο ένας προς τον άλλον και από κοινού να προσεύχονται στον Θεό για να απαλλαγούν απ’ τον πειρασμό. Μια μέρα λοιπόν, ενώ καθόταν ο Συμεών στο μέρος που συνήθιζε, έρχεται σε έκσταση και βλέπει τον εαυτό του σαν να βρισκόταν στην Έδεσα (από εκεί ήταν η καταγωγή του) κοντά στην άρρωστη μητέρα του και να της λέει στα Συριακά: «Πώς είσαι μητέρα;» Εκείνη απάντησε: «Καλά, παιδί μου». Της λέει πάλι: «Πήγαινε κοντά στο Βασιλιά. Μη φοβάσαι, γιατί Τον παρακάλεσα και σου ετοίμασε καλό μέρος, και όταν θέλει, θα έρθω κι εγώ κοντά σου».
Αφού συνήλθε, κατάλαβε ότι εκείνη την ώρα κοιμήθηκε η μητέρα του. Τρέχει γρήγορα στον αδελφό του Ιωάννη και του λέει: «Σήκω, αδελφέ, να προσευχηθούμε». Επειδή εκείνος ταράχτηκε (νόμισε ότι είχε κάποιο πειρασμό), του λέει ο Συμεών: «Μη ταράζεσαι, αδελφέ, δεν έχω τίποτα κακό με τη χάρη του Θεού». Του λέει πάλι ο Ιωάννης: «Τότε για ποιό λόγο έκανες τόσο δρόμο, πάτερ Συμεών;» Τον αποκάλεσε έτσι γιατί τον τιμούσε και τον σεβόταν πάρα πολύ, όπως κι εκείνος σεβόταν τον Ιωάννη. Τότε τα μάτια του γέμισαν δάκρυα που έτρεχαν σαν μαργαριτάρια πάνω στο στήθος του, και λέει στον Ιωάννη: «Αυτήν την ώρα ο Κύριος παίρνει κοντά Του την καλή μου και ευλογημένη μητέρα». Και του διηγήθηκε το δράμα.
Γονάτισαν και άρχισαν να προσεύχονται. Τότε μπορούσε να ακούσει κανείς το Συμεών να λέει προς τον Θεό λόγια συγκινητικά και ικετευτικά. Τα σπλάχνα του πονούσαν και ταράζονταν από τη φυσική αγάπη του γιου προς τη μητέρα. Έλεγε: «Θεέ μου, Εσύ που δέχτηκες την θυσία του Αβραάμ (Γεν. 22, 1-12), Εσύ που πρόσεξες το ολοκαύτωμα του Ιεφθάε (Κριτ. 11, 30-39), Εσύ που δεν γύρισες το πρόσωπό Σου απ' τα δώρα του Άβελ (Γεν. 4, 4), Εσύ που ανάδειξες προφήτιδα την Άννα για χάρη του δούλου Σου Σαμουήλ (Α΄ Βασ. 2, 1-10), Εσύ, Κύριέ μου, Κύριε, για χάρη του δούλου Σου, δέξε την ψυχή της μητέρας μου. Θυμήσου, Θεέ μου, τους κόπους και τους μόχθους της, που έκανε για μένα. Θυμήσου, Κύριε, τους στεναγμούς και τα δάκρυα που έχυσε, όταν για χάρη Σου έφυγα μακριά της. Θυμήσου, Κύριε, τα στήθη με τα οποία θήλασε εμένα τον ταπεινό, για να χαρεί την νεότητά μου, που όμως δεν χάρηκε. Μη ξεχνάς, Κύριε, ότι δεν μπορούσε να κάνει μακριά μου ούτε ώρα, κι όμως χωρίστηκε από μένα τόσα χρόνια. Θυμήσου, Κύριε που γνωρίζεις τα πάντα, ότι όταν ήθελε να χαρεί για μένα, τότε για το δικό Σου όνομα με στερήθηκε. Μη ξεχνάς, δίκαιε, το σπαραγμό που ένιωσε τη μέρα που ήρθα κοντά Σου. Γνωρίζεις, Κύριε, πόσο αγρύπνησε κάθε νύχτα για να θυμάται τη νεότητά μου, από τότε που την εγκατέλειψα. Εσύ γνωρίζεις, Κύριε, πόσες νύχτες έχασε τον ύπνο της ζητώντας το πρόβατο που κοιμόταν μαζί της. Μην ξεχνάς, φιλάνθρωπε, πόσος πόνος γέμιζε την καρδιά της, όταν βλέποντας τα ρούχα μου, έλιωνε για το μαργαριτάρι της που τα φορούσε. Θυμήσου ακόμη, Κύριε, ότι της στέρησα την παρηγοριά και τη χαρά και την αγαλλίαση, για να υπηρετήσω Εσένα τον δικό μου και δικό της Θεό, και Κύριο των όλων. Δώσε της για συνοδεία αγγέλους, που θα προστατεύουν την ψυχή της από τα πονηρά και άσπλαχνα πνεύματα και θηρία του αέρα, που προσπαθούν να αποσπάσουν και να καταπιούν αυτούς που περνούν ανάμεσα από αυτά. Κύριε, Κύριε, στείλε της δυνατούς φύλακες, για να επιτιμούν κάθε ακάθαρτη δύναμη που θα συναντάει. Πρόσταξε ακόμη, Θεέ μου, να χωριστεί η ψυχή από το σώμα της χωρίς λύπη και βάσανα. Και αν, σαν γυναίκα, σ’ αυτή τη ζωή αμάρτησε είτε με λόγια είτε με έργα, συγχώρεσε την ψυχή της, χάρη της θυσίας που γέννησε και που σου πρόσφερε, δηλαδή εμένα τον ανάξιό Σου δούλο. Ναι, Κύριε, Κύριε, Θεέ μου, Εσύ που είσαι δίκαιος κριτής και φιλάνθρωπος, μη την οδηγήσεις από θλίψη σε θλίψη, από οδύνη σε οδύνη, από στεναγμό σε στεναγμό, αλλά για τη λύπη που ένιωσε για το μοναδικό της παιδί, οδήγησέ την στη χαρά, αντί για δάκρυα δώσ' της αγαλλίαση, αυτή την αγαλλίαση που έχεις προετοιμάσει για τους αγίους Σου, Θεέ μου, Θεέ μου, στους αιώνες. Αμήν».
Όταν σταμάτησαν να προσεύχονται και σηκώθηκαν, άρχισε ο αδελφός Ιωάννης να τον παρηγορεί και να του λέει: «Να, λοιπόν, αδελφέ Συμεών, ο Θεός σε παρηγόρησε, άκουσε την προσευχή σου και πήρε τη μητέρα σου κοντά Του. Τώρα όμως κοπίασε μαζί μου και ας προσευχηθούμε μαζί στον Κύριο, για να ελεήσει αυτήν που επέτρεψε να ονομαστεί σύζυγός μου, και ή να την οδηγήσει να πάρει την απόφαση να γίνει κι αυτή μοναχή ή να την ελεήσει παίρνοντάς την κοντά Του». Προσευχήθηκαν λοιπόν για λίγο καιρό και κάποια νύχτα βλέπει ο αββάς Ιωάννης τη μητέρα του Συμεών να έρχεται, να πιάνει το χέρι της συζύγου του και να της λέει: «Σήκω, αδελφή μου, έλα κοντά μου, γιατί ο Βασιλιάς, στου Οποίου την υπηρεσία στρατεύτηκε ο γιος μου, μου χάρισε μια όμορφη κατοικία. Άλλαξε όμως τα ρούχα σου και φόρεσε καθαρά». Όπως έλεγε ο Ιωάννης, εκείνη αμέσως σηκώθηκε και την ακολούθησε. Έτσι κατάλαβε ότι κοιμήθηκε κι αυτή και ότι και οι δύο ήταν σε καλό μέρος, και χάρηκε πάρα πολύ.
Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα είκοσι εννιά χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ' αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη, αλλά σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση. Λέει λοιπόν στον Ιωάννη: «Σε τί μας ωφελεί, αδελφέ μου, να συνεχίσουμε να μένουμε σ' αυτή την έρημο; Αν όμως θέλεις να μ' ακούσεις, σήκω να φύγουμε, για να σώσουμε κι άλλους, γιατί εδώ δεν ωφελούμε παρά μόνο τους εαυτούς μας και δεν έχουμε μισθό από κανέναν άλλο». Και άρχισε να του λέει από την Αγία Γραφή τα εξής: «Κανείς να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά του άλλου» (Α΄ Κορ. 10, 24), και «Σε όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω μερικούς» (Α΄ Κορ. 9, 22). Επίσης από το Ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας στον ουρανό» (Ματθ. 5, 16) και άλλα παρόμοια. Αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντάς του: «Νομίζω, αδελφέ μου, ότι ο Σατανάς μίσησε την ησυχία μας και σου δημιούργησε αυτό το λογισμό. Κάθησε καλύτερα να τελειώσουμε στην έρημο αυτό το δρόμο που αρχίσαμε και στον οποίο μας κάλεσε ο Θεός».
Του λέει ο Συμεών: «Πίστεψέ με, εγώ δεν πρόκειται να μείνω, αλλά με τη δύναμη του Θεού θα πάω να εμπαίξω τον κόσμο». Του λέει πάλι ο αδελφός του: «Μη, καλέ μου αδελφέ, μη σε παρακαλώ, για τ' όνομα του Κυρίου μας, μη με αφήσεις μόνο μου, τον ταπεινό. Εγώ δεν έφτασα ακόμα σ' αυτά τα μέτρα, για να εμπαίξω τον κόσμο. Όμως, για το όνομα Αυτού που μας συνέδεσε, μη θελήσεις να χωριστείς απ’ τον αδελφό σου. Γνωρίζεις καλά ότι μετά από το Θεό δεν έχω παρά μόνο εσένα, αδελφέ μου. Τους αρνήθηκα όλους, προσκολήθηκα σε σένα, και τώρα θέλεις να με αφήσεις, σαν σε πέλαγος, μέσα σ' αυτήν την έρημο. Θυμήσου εκείνη την μέρα που ρίξαμε κλήρο και πηγαίναμε προς τον όσιο Νίκωνα, ότι υποσχεθήκαμε να μη χωρίζεται ο ένας από τον άλλον. Θυμήσου εκείνη την φοβερή ώρα, τότε που φορέσαμε το άγιο σχήμα και ήμαστε οι δύο σαν μια ψυχή, ώστε όλοι να παραξενεύονται για την αγάπη μας. Μην ξεχνάς τα λόγια του μεγάλου γέροντα που μ' αυτά μας συμβούλεψε την νύχτα που φύγαμε, μη, σε παρακαλώ, μήπως χαθώ και ζητήσει την ψυχή μου από σένα ο Θεός». Του λέει πάλι ο Συμεών: «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινα΄ δεν θα έπρεπε να φροντίζεις εσύ τον εαυτό σου, καθώς θα έμενες μόνος; Πίστεψε με, αν έρθεις, έχει καλώς, αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να μείνω».
Μόλις είδε ο αδελφός Ιωάννης ότι επέμενε, κατάλαβε ότι είχε πληροφορία από τον Θεό να το κάνει΄ επειδή δεν μπορούσε τίποτε να τους χωρίσει, παρά μόνο ο θάνατος, ίσως ούτε κι αυτός. Μάλιστα πολλές φορές παρακάλεσαν τον Θεό, να τους πάρει κοντά Του μαζί και τους δύο, και πίστευαν ότι ο Κύριος θα κάνει δεκτή αυτή τους την αίτηση, όπως έκανε κι όλες τις άλλες. Λέει λοιπόν ο Ιωάννης: «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως ο διάβολος θέλει να σε περιπαίξει». Αυτός όμως του είπε: «Εσύ μόνο να μη με ξεχάσεις στην προσευχή σου, όπως ούτε εγώ εσένα, και ο Θεός και οι προσευχές σου θα με σώσουν». Άρχισε πάλι ο αδελφός να τον συμβουλεύει και να του λέει: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος΄ και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή΄ και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ' αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ' αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε ο,τιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου, μόνο παρακάλεσε το Θεό να μη μας χωρίσει εκεί τον ένα από τον άλλο». Του λέει τότε ο αββάς Συμεών: «Μη φοβάσαι, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αυτό που κάνω δεν το κάνω από μόνος μου, αλλά επειδή μου το προστάζει ο Θεός. Και από αυτό θα καταλάβεις ότι με την βοήθεια του Θεού, το έργο μου Τον ευαρέστησε, όταν, πριν πεθάνω, θα έρθω και θα σε προσκαλέσω και θα σε ασπαστώ και ύστερα από λίγες μέρες θα έρθεις και θα με συναντήσεις. Σήκω όμως για να προσευχηθούμε».
Αφού προσευχήθηκαν για πολλή ώρα και αλληλοασπάστηκαν έχοντας μουσκέψει τα στήθη τους με τα δάκρυά τους, τον άφησε να φύγει συνοδεύοντάς τον για αρκετή απόσταση. Δεν του έκανε καρδιά να χωριστούν, αλλά όταν του έλεγε ο αββάς Συμεών: «Γύρνα πίσω, αδελφέ», αισθανόταν σαν να τον χώριζε μαχαίρι από το σώμα του και τον παρακαλούσε πάλι να τον συνοδέψει ακόμη λίγο. Επειδή όμως τον πίεσε πολύ ο αββάς Συμεών, γύρισε πίσω βρέχοντας την γη με δάκρυα.
Ο Συμεών εμπαίζει τον κόσμο

Αμέσως ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού και Θεού μας. Όπως έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους του Χριστού. Επισκέφθηκε λοιπόν τον Άγιο και ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και το Γολγοθά, τον πρόξενο της σωτηρίας μας και το νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν. Η προσευχή του ήταν να μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει απ’ τη ζωή, για να αποφύγει την δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι από την οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την προσευχή του Αυτός που είπε: «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα και ο Κύριος τους άκουσε» (Ψαλμ. 33, 18), γιατί, ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα και τόσα παράδοξα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από τα παρακάτω, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους. Το αίτημά του έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε, μέχρις ότου κοιμήθηκε. Πώς ήταν δυνατόν, αν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή να αποκρύπτει ο Θεός από τους ανθρώπους την αρετή του μακαρίου Συμεών για να τον προφυλάξει από τον έπαινό τους, να μη γίνεται φανερός σ' όλους, τη στιγμή που άλλοτε θεράπευε δαιμονισμένους, άλλοτε κρατούσε στα χέρια του αναμμένα κάρβουνα, σ' άλλους πολλές φορές πρόλεγε αυτά που θα συνέβαιναν και σ' άλλους φανέρωνε αυτά που έλεγαν γι' αυτόν μακριά του΄ άλλοτε, με αστείο τρόπο, πρόσφερε μέσα στην έρημο πλούσια γεύματα, μερικές φορές μετάστρεφε στην ευσέβεια Εβραίους και κακόπιστους, θεράπευε αρρώστους, και άλλους έσωζε από διάφορους κινδύνους; Πολλές φορές και γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, άλλες οδηγούσε με παιγνιώδεις ενέργειες σε νόμιμο γάμο, άλλες προσελκύοντάς τις με χρήματα τις σωφρόνιζε και άλλες, με την καθαρότητα που τον διέκρινε, τις έφερνε σε κατάνυξη ώστε να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Δεν απορώ, φιλόχριστοι, που έμεινε άγνωστος, έχοντας κάνει με τη χάρη του Θεού τέτοια πράγματα. Γιατί Αυτός που πολλές φορές φανερώνει σ' όλους τις κρυμμένες αρετές των δούλων Του, ο ίδιος οικονόμησε, ώστε να γίνουν φανερές σ' όλους και οι πριν άγνωστες αρετές αυτού του οσίου.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους, πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ο αοίδιμος ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον. Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Ε, ένας τρελός αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της θείας Λειτουργίας και άρχισε να τα πετάει και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω, αλλά καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του: «Φτωχέ Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν μπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια αυτών των ανθρώπων».
Κατ' οικονομία Θεού τον είδε κάποιος φουσκάριος* και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του λέει: «Θέλεις, κύριε αββά, αντί να γυροφέρνεις, να στέκεσαι και να πουλάς λούπινα;» Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε αυτός να τα μοιράζει στον κόσμο και να τρώει και ο ίδιος άπληστα. (Είχε όμως να φάει μία εβδομάδα). Είπε τότε στον φουσκάριο η γυναίκα του: «Πού τον βρήκες και μας τόν έφερες αυτόν τον αββά; Αν τρώει έτσι, δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε τίποτε. Έφαγε ένα δοχείο λούπινα από αυτά που έχω για να μετράω τις ποσότητες». Δεν ήξεραν βέβαια πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβύθια και όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ' όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ' άλλους ανθρώπους, αλλά νόμιζαν ότι τα πούλησε. Όταν όμως άνοιξαν το ταμείο και δεν βρήκαν χρήματα, τον χτύπησαν και τον έδιωξαν, αφού του μάδησαν και τα γένια.
Όταν έγινε απόγευμα θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει όμως από αυτούς, αλλά κοιμήθηκε έξω από την πόρτα τους. Και επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί ο φουσκάριος (ανήκε στην αίρεση των "ακεφάλων" Σευηριτών*) είδε η γυναίκα του τον Συμεών να θυμιατίζει με το χέρι του και έκπληκτη του λέει: «Για τ' όνομα του Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δε θέλεις με το χέρι μου, να, με το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο (Έξοδ. 3, 2),  και τους τρεις νέους (Δαν. 3, 23), έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο του καίγονταν από τα κάρβουνα. Με ποιο τρόπο σώθηκαν ο φουσκάριος και η γυναίκα του, θα αναφερθεί σε άλλο σημείο.
Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό, έφευγε από το μέρος εκείνο, μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του. Και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για να καλύψει το κατόρθωμά του.
Κάποτε πρόσφερε θερμά ποτά σ' ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπηλος και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του. Γιατί οι άνθρωποι αστειευόμενοι έλεγαν μεταξύ τους: «Ας πάμε να πιούμε εκεί που είναι ο Σαλός». Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μία στάμνα και αφού έβγαλε το δηλητήριό του μέσα σ' αυτήν έφυγε. Ο αββάς Συμεών δεν ήταν μέσα, αλλά έπαιζε έξω με τον κόσμο. Όταν μπήκε μέσα είδε γραμμένη επάνω στη στάμνα αόρατα τη λέξη "θάνατος". Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και με ένα ξύλο την έσπασε, όπως ήταν γεμάτη. Ο κάπηλος τότε του πήρε από τα χέρια το ξύλο, τον χτύπησε μέχρι που κουράστηκε και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα ο αββάς Συμεών πήγε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Σε λίγο ήλθε πάλι το φίδι να πιει και, όταν το είδε ο κάπηλος, πήρε το ξύλο για να το σκοτώσει. Μη μπορώντας όμως να το χτυπήσει, έσπασε όλες τις στάμνες και τα ποτήρια. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του ο Σαλός και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Όπως βλέπεις, δεν κάνω μόνο εγώ άσκοπα πράγματα». Τότε αντιλήφθηκε για ποιο λόγο έσπασε ο αββάς Συμεών τη στάμνα και οικοδομήθηκε και τον θεωρούσε άγιο.
Θέλοντας ο όσιος να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, για να μη τον φανερώσει, μια μέρα, που ο κάπηλος έδινε κρασί και η γυναίκα του κοιμόταν μόνη της, πήγε κοντά της και έκανε πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη έβαλε τις φωνές και μόλις ήρθε ο άντρας της του λέει: «Πέταξε έξω αυτόν τον τρισκατάρατο, γιατί ήθελε να με βιάσει». Τον έβγαλε έξω στην παγωνιά —έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε— χτυπώντας τον με γροθιές. Και από τότε ο κάπηλος όχι μόνο τον θεωρούσε τρελό, αλλά και αν έβλεπε κανένα να προβληματίζεται σχετικά με το αν προσποιείται ο αββάς ή όχι, του έλεγε αμέσως: «Πίστεψέ με, είναι αληθινά δαιμονισμένος. Τον είδα με τα μάτια μου, και κανείς δεν μπορεί να με μεταπείσει ότι ήθελε να βιάσει τη γυναίκα μου και ότι τρώει κρέας ο αθεόφοβος». Πράγματι έτρωγε πολλές φορές και κρέας ο δίκαιος, χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα. Και κανείς δεν γνώριζε τη νηστεία που έκανε΄ έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σ' όλους, για να καλύψει την αρετή του.
Ήταν σαν να μην είχε σώμα και ακόμη δεν έδινε σημασία στην ασχημοσύνη των ανθρώπων και των φυσικών αναγκών. Γιατί πολλές φορές θέλοντας να ικανοποιήσει τη σωματική ανάγκη, αμέσως, χωρίς να ντρέπεται κανένα, καθόταν σε κάποιο σημείο της αγοράς μπροστά σε όλους΄ κι αυτό γιατί ήθελε να τους πείσει ότι ενεργεί έτσι, επειδή δεν είναι στα λογικά του. Όπως έχουμε πει πολλές φορές, ξεπερνούσε τη σαρκική πύρωση, με την οποία ήθελε να τον προσβάλλει ο διάβολος, και δεν βλαπτόταν καθόλου από αυτήν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μια μέρα ο ενάρετος και θεοφιλής διάκονος Ιωάννης, που μας διηγήθηκε το βίο του, τον είδε εξαντλημένο και λιωμένο από την άσκηση (ήταν απόπασχα και είχε μείνει άσιτος όλη την Αγία Τεσσαρακοστή). Τον λυπήθηκε και θαύμασε την ανεκδιήγητή του σκληραγωγία, μολονότι ζούσε μέσα σε πόλη και συναναστρεφόταν με γυναίκες και άλλους ανθρώπους. Θέλησε λοιπόν να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και δήθεν πειράζοντας τον, του είπε: «Έρχεσαι να λουστείς Σαλέ;» Εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ναι, πάμε πάμε» και, ενώ έλεγε αυτά, έβγαλε το ένδυμά του και το έδεσε επάνω στο κεφάλι του σαν μαντήλα. Του λέει τότε ο Ιωάννης: «Φόρεσέ το αδελφέ, γιατί, αν περπατάς έτσι γυμνός, εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». Του απαντάει ο αββάς Συμεών: «Πήγαινε, τρελέ, εγώ ετοιμάστηκα, κι αν δεν έρθεις, θα πάω πιο μπροστά από σένα». Τον άφησε και προχώρησε λίγο πιο μπροστά. Υπήρχαν δύο λουτρά το ένα κοντά στο άλλο, το ένα ανδρικό και το άλλο γυναικείο. Άφησε το λουτρό των ανδρών ο Σαλός και όρμησε θεληματικά στο γυναικείο. Ο Ιωάννης τον φώναζε: «Ε, Σαλέ, πού πάς; Σταμάτα, εκείνο είναι των γυναικών». Γύρισε τότε ο θαυμάσιος και του είπε: «Φύγε από δω, τρελέ. Κι εκεί ζέστη και νερό κι εδώ ζέστη και νερό. Τίποτε περισσότερο δεν υπάρχει ούτε εκεί ούτε εδώ», και μπήκε τρέχοντας ανάμεσα στις γυναίκες σαν να βρισκόταν μπροστά στη δόξα του Θεού. Όρμησαν αμέσως όλες καταπάνω του και τον έβγαλαν έξω χτυπώντας τον. Όταν διηγήθηκε όλη τη ζωή του στον θεοφιλή διάκονο Ιωάννη, τον ρώτησε εκείνος: «Για το Θεό, πάτερ, πως αισθανόσουν, όταν μπήκες στο λουτρό των γυναικών;» «Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε, «ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα. Δεν αισθανόμουν ότι είχα σώμα ούτε ότι ήμουν ανάμεσα σε σώματα, αλλά όλος μου ο νους ήταν στο έργο του Θεού και δεν απομακρύνθηκα καθόλου απ’ αυτό». Γιατί άλλα από τα έργα του έκανε ο δίκαιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του.
Μια άλλη φορά πάλι έπαιζαν μερικοί λυσόπορτα* τρέχοντας έξω από την πόλη. Ένας από αυτούς, που ήταν γιος του διακόνου Ιωάννη, του φίλου του, είχε πορνεύσει πριν από λίγες μέρες με μία γυναίκα, που ήταν παντρεμένη. Αυτός δαιμονίστηκε τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι της, χωρίς να τον δει κανείς. Επειδή θέλησε ο όσιος να τον γιατρέψει, αλλά και να τον σωφρονίσει, λέει σ' αυτούς που έτρεχαν: «Αν δεν με παίξετε κι εμένα, δεν θα σας αφήσω να τρέξετε», και άρχισε να τους πετροβολεί. Θέλησαν τότε αυτοί να τον πάρουν στο παιχνίδι και να τον βάλουν στο μέρος που έτρεχε αυτός που ήθελε να γιατρέψει. Όταν το είδε αυτό ο αββάς Συμεών, πήγε στο άλλο μέρος, γιατί ήξερε τι έμελε να κάνει. Όταν άρχισαν να τρέχουν, ορμάει ο όσιος προς το δαιμονισμένο νέο, τον φτάνει και, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτε, τον χτυπάει στο σαγόνι και του λέει: «Να μη μοιχεύσεις άλλη φορά, ταλαίπωρε, και δεν θα σε πειράξει ο δαίμονας». Μόλις είπε αυτά, τον σπάραξε το δαιμόνιο, και μαζεύτηκαν όλοι από πάνω του. Έτσι που ήταν πεσμένος κάτω και άφριζε, βλέπει το Σαλό να διώχνει από μέσα του ένα σκύλο μαύρο χτυπώντας τον με ένα ξύλινο σταυρό. Όταν μετά από πολλές ώρες συνήλθε και τον ρωτούσαν τι είχε πάθει, δεν μπορούσε να τους πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μου είπε, να μη πορνεύσω άλλη φορά». Μόνο μετά το θάνατο του αββά, σαν να είχε καθαρίσει ο νους του, διηγόταν σ' όλους το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια.
Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα. Παρουσιάστηκε κατόπιν τη νύχτα στον ύπνο του ο όσιος και του λέει: «Πραγματικά σε πέτυχα΄ κι αν δεν ορκιστείς ότι δεν θα κάνεις άλλη φορά τέτοια πράγματα, δεν πρόκειται να γιατρευτείς». Ορκίστηκε αυτός στη Θεοτόκο και όταν σηκώθηκε είδε ότι το χέρι του είχε θεραπευτεί. Και διηγόταν όλα όσα είδε στον ύπνο του, μόνο που δεν μπορούσε να πει ότι ο Σαλός ήταν αυτός που του τα είπε. Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια μου τα είπε».
Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το λουρί από το σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ' όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά όλοι πίστευαν, ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους. Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά Του, αφού όσες ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, μ' αυτές φανέρωνε τα παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ' όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα σαν γι' αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό σου, τρελέ, μη δείρεις τα παιδιά που φιλώ, γιατί έχουν να βαδίσουν πολύ δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε. Όταν έπεσε το θανατικό δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό απ' όσα φίλησε ο αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα.
Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, είπε: «Ο Σαλός Συμεών με βίασε». Όταν ήρθε ο άγιος, όπως το συνήθιζε, στο σπίτι αυτό, του είπε η κυρία της κοπέλας: «Μπράβο, αββά Συμεών, διέφθειρες και άφησες έγκυο τη δούλη μου». Αμέσως γέλασε εκείνος, έσκυψε το κεφάλι του και χειρονομώντας με το δεξί του χέρι της έλεγε, έχοντας ενωμένα τα πέντε δάχτυλά του: «Έλα, έλα, καημένη, θα σου γεννήσει και θα έχεις ένα μικρό Συμεώνη». Όσο χρόνο ήταν αυτή έγκυος, της κουβαλούσε ο αββάς Συμεών ψωμιά, κρέατα και ψάρια λέγοντας: «Φάε, γυναίκα μου». Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, κοιλοπόνησε τρεις μέρες κινδυνεύοντας να πεθάνει. Είπε τότε η κυρία της στο Σαλό: «Προσευχήσου, αββά Συμεών, γιατί η γυναίκα σου δεν μπορεί να γεννήσει». Εκείνος της απάντησε χορεύοντας και χτυπώντας τα χέρια του: «Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, ταπεινή, δεν θα μπορέσει να γεννήσει το παιδί, αν δεν πει ποιος είναι ο πατέρας του». Όταν άκουσε αυτό η δούλη που κινδύνευε, ομολόγησε ότι συκοφάντησε τον αββά και φανέρωσε τον αληθινό πατέρα. Αμέσως τότε γέννησε. Θαύμασαν όλοι και, ενώ οι άνθρωποι του σπιτιού αυτού τον είχαν για άγιο, οι άλλοι έλεγαν: «Με τη βοήθεια του Σατανά μαντεύει, αφού είναι τελείως τρελός».
Δύο πατέρες σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Έμεσα συζητούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί έπεσε ο Ωριγένης, ο αιρετικός, τη στιγμή που είχε τιμηθεί με τέτοια γνώση και σοφία από το Θεό. Ο ένας έλεγε: «Η γνώση που είχε δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν φυσικό πλεονέκτημα. Επειδή λοιπόν είχε φυσικά προσόντα, κυρίως όμως με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και τη μελέτη των αγίων πατέρων όξυνε το νου του και έτσι μπόρεσε να γράψει τα βιβλία που έγραψε». Ο άλλος απαντούσε: «Δεν μπορεί κανείς μόνο με το φυσικό πλεονέκτημα του μυαλού να πει αυτά που εξέθεσε ο Ωριγένης, και μάλιστα στα εξαπλά* του». (Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα τα δέχεται αυτά ως αναγκαία η καθολική εκκλησία). Ο άλλος αποκρινόταν πάλι: «Πίστεψέ με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τί λες; Πρέπει κι αυτούς να επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους;» Επειδή δεν κατάφεραν τελικά να συμφωνήσουν, είπαν: «Ακούμε από αυτούς που έρχονται από τους Αγίους Τόπους ότι η έρημος του Ιορδάνη έχει μεγάλους μοναχούς- ας πάμε σ’ αυτούς, για να μας διαφωτίσουν». Πήγαν λοιπόν στους Αγίους Τόπους και, αφού προσευχήθηκαν, προχώρησαν προς την έρημο της Νεκράς Θάλασσας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι αείμνηστοι Ιωάννης και Συμεών. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους, γιατί με τη βοήθεια του Θεού βρήκαν τον αββά Ιωάννη που είχε ήδη φτάσει σε μέτρα τελειότητας. Μόλις τους είδε, είπε: «Καλώς όρισαν αυτοί που άφησαν τη θάλασσα και ήρθαν στη λίμνη την ξερή, για να πάρουν νερό». Συζήτησαν αρκετή ώρα διάφορα πνευματικά θέματα και υστέρα του είπαν το λόγο που έκαναν μια τόσο μεγάλη πορεία. Τους είπε τότε: «Πατέρες, δεν απόκτησα ακόμη το χάρισμα να εξιχνιάζω τις βουλές του Θεού. Πηγαίνετε στο σαλό Συμεών, στη χώρα σας, και αυτός θα σας εξηγήσει κι αυτό και ό,τι άλλο θέλετε. Ακόμη να του πείτε να προσευχηθεί για τον Ιωάννη, για να τύχει κι αυτός δέκα». Όταν πήγαν στην Έμεσα και ρώτησαν που βρίσκεται εκεί κάποιος σαλός Συμεών, όλοι τους κορόιδευαν και έλεγαν: «Τί θέλετε από αυτόν πατέρες; Είναι άνθρωπος παράξενος κι όλους τους κάνει κακό και τους κοροϊδεύει, και προπαντός τους μοναχούς». Εκείνοι τον αναζήτησαν και τον βρήκαν στο μαγαζί ενός φουσκαρίου* να τρώει λούπινα σαν αρκούδα. Αμέσως ο ένας σκανδαλίστηκε και είπε μέσα του: «Αλήθεια, μεγάλο σοφό ήρθαμε να δούμε΄ πολλά έχει να μας πει». Όταν τον πλησίασαν και του είπαν «Ευλογείτε», τους λέει: «Κακώς ήρθατε, και αυτός που σας έστειλε είναι τρελός». Έπιασε τότε το αυτί αυτού που σκανδαλίστηκε και του έδωσε ένα τέτοιο μπάτσο, που φαινόταν για τρεις μέρες, και είπε: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν. Ο Ωριγένης δεν τρώει από αυτά, γιατί μπήκε πολύ μέσα στη θάλασσα και δεν μπόρεσε να βγει και πνίγηκε στο βυθό». Έμειναν έκπληκτοι, γιατί τους τα προείπε όλα, και μάλιστα συμπλήρωσε: «Τα δέκα θέλει ο σαλός; Τρελός είναι κι αυτός σαν κι εσάς. Θα πάρεις, πέστε του, κλωτσιά στό καλάμι; Άντε, άντε, πηγαίνετε». Και αμέσως σήκωσε τη χύτρα με τη ζεστή φούσκα* καί τους έκαψε τα χείλη τους, για να μην μπορούν να πουν τα όσα τους είπε.
Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μία μέρα ένα πανδούρι* και άρχισε να παίζει σ’ ένα στενοσόκακο, όπου υπήρχε πνεύμα ακάθαρτο. Έπαιζε και έλεγε την ευχή του μεγάλου Νίκωνα, για να διώξει από τον τόπο εκείνο το πνεύμα, επειδή σε πολλούς είχε κάνει κακό. Όταν έφυγε το δαιμόνιο, πέρασε με τη μορφή Αιθίοπα από το μαγαζί και έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα. Επέστρεψε ο θαυμάσιος και λέει στη γυναίκα του αφεντικού του: «Ποιός τα έσπασε αυτά;» Εκείνη του απάντησε: «Ένας μαύρος καταραμένος ήρθε και τα έσπασε όλα». Της λέει γελώντας: «Κοντός κοντός;» Εκείνη του απαντάει: «Ναι, πράγματι, Σαλέ». Της λέει τότε: «Αλήθεια, εγώ τον έστειλα, για να τα σπάσει όλα». Όταν το άκουσε αυτό εκείνη, προσπάθησε να τον χτυπήσει. Αυτός όμως έσκυψε, πήρε χώματα, τα έριξε στα μάτια της και της είπε: «Δεν μπορείς να με πιάσεις΄ ή θα κοινωνείτε στην εκκλησία μου ή ο μαύρος θα τα σπάνει όλα κάθε μέρα». (Ήταν αιρετικοί "ακέφαλοι"*). Έφυγε ο άγιος και την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μαύρος την ίδια ώρα και τα έσπασε όλα. Κάτω από αυτήν την πίεση έγιναν ορθόδοξοι, έχοντας το Συμεών για φάρμακο. Δεν τολμούσαν να μιλήσουν σε κανέναν γι' αυτόν, μολονότι ο Σαλός περνούσε κάθε μέρα από εκεί και τους κορόιδευε. Κάποιος από τους τεχνίτες στην πόλη, κατάλαβε την αρετή του —τον είχε δει μια φορά να λούζεται και να συνομιλεί με δυο αγγέλους— και θέλησε να το κάνει γνωστό σ’ όλους. Ο τεχνίτης αυτός ήταν Εβραίος και βλασφημούσε πολύ το Χριστό. Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο όσιος λέγοντάς του να μην πει σε κανέναν αυτό που είδε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Εβραίος θέλησε να πραγματοποιήσει την απόφασή του, αλλά παρουσιάστηκε μπροστά του ο όσιος, του ακούμπησε τα χείλη του και έχασε τη φωνή του, μη μπορώντας να πει τίποτε σε κανένα. Άρχισε να ακολουθεί τον αββά Συμεών κάνοντάς του νοήματα με το χέρι, για να τον κάνει να μιλήσει. Παρίστανε το σαλό ο αββάς και του απαντούσε κι αυτός με νοήματα σαν τρελός. Του έκανε νοήματα για να κλείσει το στόμα του. Ήταν φοβερό να τους βλέπει κανείς να κάνουν νοήματα ο ένας στον άλλο. Παρουσιάστηκε πάλι στο όνειρό του ο γέροντας και του λέει: «Ή θα βαπτιστείς ή θα μείνεις έτσι». Ο Εβραίος δεν θέλησε να υπακούσει΄ όταν όμως πέθανε ο αββάς Συμεών και είδε πόσο τον είχε τιμήσει ο Θεός και ότι μετατέθηκε το λείψανό του, τότε βαπτίστηκε ο ίδιος κι όλη η οικογένειά του. Και όταν βγήκε από την κολυμβήθρα, βρήκε αμέσως τη μιλιά του. Τελούσε και τη μνήμη του Σαλού κάθε χρόνο και προσκαλούσε και τους φτωχούς.
Σε τέτοια μέτρα καθαρότητας και απάθειας έφτασε ο μακάριος, ώστε πολλές φορές χόρευε κρατώντας θεατρίνες με το ένα και το άλλο χέρι. Ακόμη πολλές φορές βρισκόταν μέσα στο πλήθος και έπαιζε, και μερικές φορές οι άσεμνες γυναίκες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Ο γέροντας, σαν καθαρός χρυσός, καθόλου δεν μολύνονταν από αυτές. Όπως έλεγε, όταν στην έρημο είχε το σαρκικό πόλεμο, παρακάλεσε το Θεό και τον όσιο Νίκωνα, να τον ανακουφίσει από τον πόλεμο της πορνείας. Είδε τότε όραμα, ότι ήρθε ο αοίδιμος και του είπε: «Πώς είσαι αδελφέ;» Εκείνος του απάντησε: «Άσχημα, αν δεν προφτάσεις, γιατί η σάρκα με ενοχλεί, και δεν ξέρω γιατί». Χαμογέλασε τότε ο θαυμάσιος Νίκων, πήρε νερό από τον άγιο Ιορδάνη, το σταύρωσε, τον ράντισε κάτω από τον αφαλό και του είπε: «Να, έγινες υγιής». Από τότε, όπως διαβεβαίωνε, δεν αισθανόταν πύρωση ή κίνηση σωματική ούτε στον ύπνο του ούτε στο ξύπνο. Έχοντας θάρρος από αυτό κατέβηκε στον κόσμο ο γενναίος, για να συμπαρασταθεί και να σώσει τους πολεμουμένους. Μερικές φορές έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» Πολλές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις έδειχνε και τα χρήματα. Είχε ο όσιος όσα ήθελε, γιατί του χορηγούσε αοράτως ο Θεός για τον άγιο σκοπό του. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές.
Όλα όσα έκανε τα κάλυπτε με τρελή και παράξενη συμπεριφορά, αλλά δεν είναι δυνατόν τα λόγια να αποδώσουν την πραγματικότητα. Πότε λόγου χάρη έκανε τον κουτσό, πότε χοροπηδούσε, πότε σερνόταν σαν ανάπηρος και πότε έβαζε τρικλοποδιά σε κάποιο που έτρεχε και τον έριχνε κάτω. Όταν έβγαινε το καινούργιο φεγγάρι έκανε πως κοιτούσε στον ουρανό και έπεφτε κάτω και κλωτσούσε. Μερικές φορές κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, γιατί υποστήριζε ότι από όλα τα φερσίματα αυτό ήταν το πιο κατάλληλο και ταιριαστό για κείνους πού προσποιούνται μωρία για το Χριστό. Πολλές φορές μ' αυτόν τον τρόπο έλεγχε, σταματούσε αμαρτίες, έστελνε δοκιμασίες σε ορισμένους για να τους διορθώσει, όπως επίσης προέλεγε ορισμένα πράγματα και έκανε όσα ήθελε, με μόνη την αλλαγή της φωνής και των κινήσεών του.
Αν καμιά φορά παρέβαινε τη συμφωνία τους κάποια από τις «φίλες» του, αμέσως το καταλάβαινε με το πνεύμα του ότι πόρνευσε, και έλεγε φωνάζοντας δυνατά: «Παράβηκες, παράβηκες. Αγία, αγία δώσ' της», και ή προσευχόταν να της έρθει κάποια βαριά ασθένεια ή πολλές φορές, αν εξακολουθούσε να πορνεύει, της έστελνε και δαίμονα ακόμη. Έτσι ανάγκαζε όλες να σωφρονούν και να μην παραβαίνουν τη συμφωνία τους.
Έμεινε κοντά στην Έμεσα κάποιος άρχοντας, κι όταν άκουσε για τον άγιο, είπε: «Πιστέψτε με, αν τον δω, θα καταλάβω αν προσποιείται ή αν είναι πράγματι τρελός». Πήγε λοιπόν στην πόλη και κατά σύμπτωση τον βρήκε την ώρα που μια γυναίκα τον κρατούσε και μια άλλη τον χτυπούσε με λουρί. Αμέσως σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε στα Συριακά: «Άραγε ο ίδιος ο Σατανάς δεν το πιστεύει ότι αυτός ο ψευτοαββάς πορνεύει με αυτές τις γυναίκες;» Αμέσως ο όσιος τις άφησε και πλησίασε τον άρχοντα που βρισκόταν σε απόσταση όσο ρίχνει κανείς μια πέτρα και του έδωσε ένα χαστούκι. Γύμνωσε ύστερα τα ρούχα του και του είπε χορεύοντας και σφυρίζοντας: «Έλα παίξε, ταλαίπωρε΄ εδώ δεν υπάρχει δόλος». Κατάλαβε τότε εκείνος ότι ο όσιος αντιλήφθηκε τις σκέψεις του και θαύμασε. Και όταν πήγαινε να το πει σε κανέναν, δενόταν η γλώσσα του και δεν μπορούσε να μιλήσει.
Είχε και το χάρισμα της εγκράτειας, όσο λίγοι άγιοι. Όταν ερχόταν η Μεγάλη Σαρακοστή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Από το πρωί όμως της Μεγάλης Πέμπτης καθόταν στο ζαχαροπλαστείο κι έτρωγε, με αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται όσοι τον έβλεπαν, επειδή δεν νήστευε ούτε την Μεγάλη Πέμπτη. Ο διάκονος Ιωάννης όμως ήξερε ότι ο Θεός τον φώτιζε για να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο. Μια φορά που τον είδε να τρώει από το πρωί της Μ. Πέμπτης στο ζαχαροπλαστείο, του λέει: «Πόσο θα σου κοστίσει αυτό, Σαλέ;» Εκείνος πήρε τότε στο χέρι του σαράντα νομίσματα και του λέει: «Είναι γεμάτο το πουγγί μου, ταλαίπωρε», εννοώντας ότι έχει να φάει σαράντα μέρες.
Ήταν σε κάποιο δρόμο της πόλεως ένας δαίμονας. Μια μέρα που περνούσε από εκεί ο όσιος τον είδε που ήθελε να χτυπήσει κάποιον από τους περαστικούς. Πήρε τότε στην αγκαλιά του πέτρες και άρχισε να τις πετάει εδώ κι εκεί στην αγορά, εμποδίζοντας έτσι όσους ήθελαν να περάσουν. Πέρασε όμως ένα σκυλί, το χτύπησε ο δαίμονας και άρχισε να αφρίζει. Τότε είπε σ' όλους ο όσιος: «Περάστε τώρα, ανόητοι». Ήξερε ο πάνσοφος ότι, αν περνούσε άνθρωπος, αυτόν θα χτυπούσε ο δαίμονας αντί του σκύλου, και γι' αυτό τους εμπόδισε να περάσουν.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο σκοπός του πάνσοφου Συμεών ήταν πρώτα να σώσει ψυχές, είτε με τιμωρίες, που προκαλούσε με κωμικό τρόπο ή με μέθοδο, είτε με θαύματα, που έκανε παριστάνοντας τον ανόητο, είτε με νουθεσίες, που τις έλεγε κάνοντας τον τρελό΄ και έπειτα να μη γίνει γνωστή η αρετή του και αποκτήσει έπαινο και τιμές από τους ανθρώπους.
Μια μέρα χόρευαν και γελούσαν σε ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από εκεί. Όταν τον είδαν άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Ο δίκαιος για να τις σωφρονίσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός τις τύφλωσε όλες. Άρχισαν τότε να λένε τι τις συνέβη και κατάλαβαν ότι αυτός τις τύφλωσε και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας και φωνάζοντας: «Λύσε τα μάγια, Σαλέ, λύσε τα μάγια», γιατί νόμιζαν ότι τις τύφλωσε με μάγια. Τον έφτασαν, τον κράτησαν με τη βία και τον εξόρκιζαν να λύσει αυτό που έδεσε. Τις λέει λοιπόν παίζοντας: «Όποια από σας θέλει να γίνει καλά, ας έρθει να φιλήσω το μάτι της που τυφλώθηκε και θα γίνει καλά». Όσες θέλησε ο Θεός να γίνουν καλά, έλεγε ο όσιος, δέχτηκαν. Οι υπόλοιπες που δεν δέχτηκαν να τις φιλήσει, έμειναν έτσι κλαίοντας. Έφυγε τότε ο όσιος από κοντά τους, αλλά μετά από λίγο άρχισαν και οι υπόλοιπες να τρέχουν από πίσω του φωνάζοντας: «Σταμάτα, Σαλέ, σταμάτα, για το όνομα του Θεού σταμάτα και φίλησε και μας». Και έβλεπε κανείς να τρέχει μπροστά ο γέροντας και τα κορίτσια από πίσω του. Άλλοι έλεγαν ότι παίζουν μαζί του, άλλοι σκέφτονταν ότι τρελάθηκαν και τα κορίτσια. Έμειναν λοιπόν έτσι αθεράπευτα για πάντα. Έλεγε ο όσιος γι' αυτό: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες τις Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλυτώνουν από τα πολλά τους κακά».
Μια φορά τον κάλεσε σε γεύμα ο φίλος του ο διάκονος Ιωάννης και κρέμονταν εκεί λαρδιά. Άρχισε τότε ο αββάς Συμεών να κόβει και να τρώει ωμό λαρδί. Ο πάνσοφος Ιωάννης, επειδή δεν ήθελε να μιλήσει δυνατά, πήγε κοντά στο αυτί του και του λέει: «Δεν με σκανδαλίζεις, κι αν ακόμη φας ωμό κρέας καμήλας. Κάνε ό,τι θέλεις λοιπόν». Γνώριζε βέβαια την αρετή του Σαλού, γιατί ήταν κι αυτός πνευματικός άνθρωπος.
Πήγαν κάποτε μερικοί Εμεσηνοί στους Αγίους Τόπους για να γιορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Ο ένας από αυτούς, που ήταν έμπορος, κατέβηκε στον άγιο Ιορδάνη για να προσευχηθεί. Καθώς περνούσε από τις σπηλιές των ασκητών, έδινε στους πατέρες ευλογίες*. Συνέβη να συναντήσει κατ' οικονομία Θεού τον αββά Ιωάννη, τον αδελφό του αββά Συμεών, στην έρημο. Μόλις τον είδε ο έμπορος, έπεσε στο έδαφος ζητώντας να πάρει την ευχή του. Τον ρωτάει ο αββάς Ιωάννης: «Από που είσαι;» Του απαντάει εκείνος: «Από την Έμεσα, πάτερ». Του λέει τότε: «Τί ζητάς από εμένα τον φτωχό, αφού έχεις εκεί τον αββά Συμεών το λεγόμενο Σαλό; Κι εγώ και όλος ο κόσμος έχουμε ανάγκη από τις ευχές του». Πήρε τον έμπορο μέσα στη σπηλιά του ο αββάς Ιωάννης και του έκανε πλούσιο τραπέζι. Από το Θεό ήταν όλα όσα είχε. Πώς αλλιώς να βρεθούν στην ξερή εκείνη έρημο καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανιτά ψάρια, καλό κρασί και καλοδουλεμένη στάμνα; Αφού έφαγαν και χόρτασαν, του έδωσε τρία ψωμιά ζεστά, που κι αυτά ήταν από το Θεό, και του λέει: «Δώσ' τα στο Σαλό και πες του από μένα΄ "Για τήν αγάπη του Κυρίου, να εύχεσαι για τον αδελφό σου Ιωάννη"». Κατ' οικονομία Θεού, όταν πήγε ο έμπορος στην Έμεσα, τον συνάντησε στην πύλη της πόλεως ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται τρελέ; Πώς είναι ο σαλός, ο όμοιός σου, ο αββάς Ιωάννης; Μήπως έφαγες τα ψωμιά πού σου έδωσε; Πράγματι, αν τα έφαγες και τα τρία, δύσκολα θα τα χωνέψεις». Εκείνος θαύμασε, όταν άκουσε όλα όσα ο ίδιος ήθελε να του πει. Τον πήρε μέσα στο καλύβι του ο Σαλός και, όπως έλεγε αργότερα ο έμπορος, του πρόσφερε τα ίδια ακριβώς που του είχε προσφέρει κι ο αββάς Ιωάννης. Ακόμη και το μέγεθος της στάμνας ήταν το ίδιο. Έλεγε ακόμη: «Όταν φάγαμε, του έδωσα τα τρία ψωμιά και έφυγα για το σπίτι μου. Ντρεπόμουν να πω τίποτα σε κανένα γι' αυτόν, γιατί όλοι, τον είχαν σίγουρα για τρελό».
Είπαμε πιο πάνω, ότι έκανε κάποιο θαύμα στον θεοφιλή εκείνον άνθρωπο, που μας διηγήθηκε και το βίο του. Το θαύμα αυτό έχει ως εξής. Κάποιοι κακούργοι, έκαναν ένα φόνο και παίρνοντας το πτώμα το έριξαν από μια μικρή πόρτα μέσα στο σπίτι του θεοφιλέστατου Ιωάννη. Επειδή έγινε μεγάλη αναταραχή, έφτασε η είδηση στον άρχοντα και αυτός αποφάσισε να απαγχονιστεί ο Ιωάννης. Καθώς τον πήγαιναν για να τον θανατώσουν, τίποτε άλλο δεν έλεγε μέσα του παρά μόνο: «Θεέ του Σαλού, βοήθησέ με. Θεέ του Σαλού, στάσου κοντά μου την ώρα αυτή». Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί από αυτή την συκοφαντία, πήγε κάποιος στον αββά Συμεών και του λέει: «Φτωχέ, το φίλο σου εκείνον τον Ιωάννη, πάνε να τον κρεμάσουν κι αν πεθάνει, θα πεθάνεις και συ από την πείνα, γιατί κανείς δεν σε φροντίζει όπως εκείνος». Του διηγήθηκε ακόμη και τα σχετικά με το φόνο. Αφού προσποιήθηκε πάλι, όπως συνήθιζε, τον τρελό, τον άφησε και πήγε σ' ένα κρυφό μέρος, που πάντοτε προσευχόταν, και που κανείς δεν το ήξερε παρά μόνο ο φίλος του, ο ευσεβής Ιωάννης. Εκεί γονάτισε και παρακαλούσε το Θεό να γλυτώσει το δούλο Του από ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο. Όταν έφτασαν αυτοί που θα τον κρεμούσαν στον τόπο που θα έστηναν την κρεμάλα, ήρθαν τρέχοντας καβαλάρηδες και είπαν να τον αφήσουν ελεύθερο, γιατί είχαν βρεθεί οι πραγματικοί δολοφόνοι. Όταν τον άφησαν ελεύθερο, πήγε αμέσως στο μέρος που ήξερε ότι προσεύχεται πάντοτε ο αββάς Συμεών. Τον είδε από μακριά με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και φοβήθηκε. Ορκιζόταν ότι έβλεπε πύρινες σφαίρες να ανεβαίνουν από αυτόν στον ουρανό και αυτόν στο μέσο ενός καμινιού που έκαιγε γύρω του ώστε δεν τολμούσε να πλησιάσει, μέχρι που τελείωσε την προσευχή του. Γύρισε τότε το κεφάλι του ο όσιος, τον είδε και αμέσως του λέει: «Τί γίνεται, διάκονε; Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, παρά λίγο θα το έπινες κι αυτό. Πήγαινε τώρα να προσευχηθείς. Σου έγινε αυτός ο πειρασμός, γιατί ήρθαν χθες σ' εσένα οι δύο εκείνοι φτωχοί και, ενώ ήσουν σε θέση να τους βοηθήσεις, δεν το έκανες. Μήπως είναι δικά σου τα όσα δίνεις, αδελφέ; Ή δεν πιστεύεις σ' Αυτόν που είπε ότι εκατονταπλάσια θα πάρετε σ' αυτήν τη ζωή και στην άλλη θα κληρονομήσετε την αιωνιότητα (Ματθ. 19, 29); Αν τον πιστεύεις, δίνε. Αν δεν δίνεις, είναι ολοφάνερο ότι δεν πιστεύεις στον Κύριο». Να λόγια σαλού, μάλλον σοφού αγίου. Μπροστά στο διάκονο Ιωάννη, όταν ήταν μόνοι τους, δεν προσποιόταν τον σαλό, αλλά του μιλούσε με τόσο ωραίο τρόπο και τόση κατάνυξη, που πολλές φορές, όπως διαβεβαίωνε ο ίδιος ο διάκονος, «έβγαινε ευωδία από το στόμα του, και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είναι ο πριν από λίγο Σαλός».
Μπροστά στους άλλους συμπεριφερόταν διαφορετικά. Μερικές φορές την Κυριακή έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ' αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του κάποιος χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυό του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι στα μάτια και του είπε, καθώς αυτός ένιωθε αφόρητους πόνους: «Πήγαινε να πλυθείς, τρελέ, με ξύδι και σκόρδα και θα γίνεις αμέσως καλά». Εκείνος πήγε στους γιατρούς, πιστεύοντας ότι κάτι θα πετύχει, αλλά τυφλώθηκε περισσότερο. Τελικά, από την μανία του, ορκίστηκε στα Συριακά: «Μα το Θεό τ' ουρανού, θα κάνω ό,τι μου είπε ο Σαλός κι ας πεταχτούν έξω τα μάτια μου»΄ και αφού πλύθηκε όπως του είχε πει, θεραπεύτηκαν τελείως τα μάτια του και έγιναν καθαρά, όπως ήταν όταν γεννήθηκε, και δόξαζε το Θεό. Όταν τον συνάντησε ο Σαλός του λέει: «Είδες, έγινες καλά, τρελέ΄ να μη κλέβεις άλλη φορά τα γίδια του γείτονά σου».
Είχαν κλέψει από κάποιον στην Έμεσα πεντακόσια νομίσματα και, ενώ τα αναζητούσε, συνάντησε τον αββά Συμεών. Θέλοντας να αλλάξει διάθεση, του λέει: «Μπορείς να κάνεις τίποτα, τρελέ, για να βρεθούν τα χρήματά μου;» Του απαντάει εκείνος: «Αν θέλεις, ναί». Λέει πάλι ο άλλος: «Κάνε, κι αν βρεθούν, θα σου δώσω δέκα». Του λέει ο Σαλός: «Αν κάνεις ό,τι σου πω, θα τα βρεις στο ντουλάπι σου αυτήν την νύχτα». Διαβεβαίωσε με όρκους ότι θα κάνει ό,τι του πει, αρκεί μόνο να μη του πει τίποτε το παράλογο. Του λέει τότε ο όσιος: «Πήγαινε, τα χρήματά σου τα πήρε ο δούλος σου, που σε υπηρετεί στο τραπέζι. Να μου ορκιστείς όμως, ότι δεν θα δέρνεις ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο μέσα στο σπίτι σου». Το είπε αυτό ο άγιος, γιατί έδερνε πολύ. Εκείνος νόμισε ότι του είπε να μη δείρει κανένα για τα νομίσματα. Ο αββάς όμως του είπε να μη δείρει ποτέ κανέναν. Έδωσε λοιπόν το λόγο του και έκανε φρικτούς όρκους, ότι δεν θα δέρνει κανέναν. Πήγε ύστερα και βρήκε το δούλο του και με το καλό του πήρε τα χρήματά του. Από τότε, όσες φορές πήγαινε να δείρει κάποιον, δεν μπορούσε και αμέσως πιανόταν το χέρι του. Καταλάβαινε τότε κι έλεγε: «Αυτό το παθαίνω από το Σαλό». Πήγαινε λοιπόν και του έλεγε: «Λύσε, Σαλέ, τον όρκο». Εκείνος παρίστανε τον τρελό και έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επειδή επέμενε να τον ενοχλεί, παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του λέει: «Αν λύσω τον όρκο, θα λύσω και το πορτοφόλι σου και θα σκορπίσω όλα τα χρήματά σου. Δεν συμπεριφέρεσαι άσχημα με το να θέλεις να δέρνεις τους συνδούλους σου, οι οποίοι πηγαίνουν πριν από σένα στη μέλλουσα ζωή;». Όταν λοιπόν είδε αυτά, έπαψε να τον ενοχλεί.
Συμπονούσε τους δαιμονισμένους περισσότερο από κάθε άλλον, ώστε πήγαινε μερικές φορές και εξομοιωνόταν με αυτούς και ζώντας μαζί τους θεράπευε με την προσευχή του πολλούς από αυτούς΄ και γι' αυτό μερικοί δαιμονισμένοι κραύγαζαν και έλεγαν: «Κακό που μας βρήκε, Σαλέ! Όλο τον κόσμο περιπαίζεις και ήρθες και σ' εμάς να μας παιδεύεις; Φύγε από δω, δεν είσαι σαν κι εμάς. Γιατί μας βασανίζεις και μας καις όλη την νύχτα;». Όταν ήταν μαζί τους ο όσιος, κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, ελέγχοντας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, άλλους ότι είχαν κλέψει, άλλους ότι είχαν πορνεύσει΄ άλλους τους κατηγορούσε φωνάζοντας ότι δεν κοινωνούσαν συχνά, άλλους τους έλεγχε γιατί ήταν επίορκοι, και έτσι μ' αυτόν τον τρόπο εμπόδιζε όλη την πόλη να κάνει αμαρτίες.
Ήταν εκείνο τον καιρό μια γυναίκα μάντισσα που έκανε φυλαχτά και ξόρκια. Ο δίκαιος σχεδίαζε να αποκτήσει φιλία μαζί της δίνοντάς της είτε χρήματα είτε ψωμιά είτε ρούχα, όσα συγκέντρωνε από αυτούς που του έδιναν. Μια μέρα της λέει: «Θέλεις να σου κάνω εγώ ένα φυλαχτό, για να μη σε πιάνει ποτέ το μάτι;» Δέχτηκε εκείνη με τη σκέψη ότι, κι αν ακόμη είναι σαλός, ίσως μπορεί να το κάνει. Πήγε λοιπόν κι έγραψε σε μια μικρή πινακίδα στα Συριακά: «Να καταργήσει ο Θεός τη δύναμή σου και να σε σταματήσει να οδηγείς σ' εσένα τους ανθρώπους, αποστρέφοντάς τους από Αυτόν». Της το έδωσε και το φόρεσε και από τότε δεν μπόρεσε να κάνει σε κανένα ούτε μαντεία ούτε φυλαχτό.
Μια φορά πάλι καθόταν μαζί με άλλους και ζεσταινόταν κοντά στο καμίνι ενός υαλουργού, που ήταν εβραίος. Σε μια στιγμή λέει στους φτωχούς παίζοντας: «Θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Να, για κάθε ποτήρι που κάνει ο τεχνίτης, θα κάνω το σημείο του σταυρού και θα σπάνε». Όταν έσπασε το ένα μετά το άλλο εφτά ποτήρια, άρχισαν οι φτωχοί να γελάνε. Το είπαν όμως στον υαλουργό κι εκείνος τον έκαψε και τον έδιωξε. Καθώς έφευγε, του φώναξε: «Αλήθεια, νόθε, μέχρι να κάνεις σταυρό στο μέτωπο σου, όλα θα σπάζουν». Έσπασε πάλι άλλα δεκατρία το ένα μετά το άλλο- συγκλονίστηκε τότε ο Εβραίος, έκανε σταυρό στο μέτωπό του, και δεν έσπασε πια τίποτε. Ύστερα απ' αυτό πήγε κι έγινε χριστιανός.
Κάποτε δέκα δημότες έπλεναν τα ρούχα τους έξω από την πόλη. Περνώντας από εκεί ο μακάριος τους λέει: «Ελάτε, τρελοί, και θα σας προσφέρω πλουσιοπάροχο γεύμα». Οι πέντε από αυτούς είπαν: «Ξέρει ο Θεός, ας πάμε». Οι υπόλοιποι τους εμπόδιζαν λέγοντας: «Ναι, από το τίποτα θα μας κάνει το τραπέζι. Από που έχει αυτός; Αυτός ζητιανεύει από πόρτα σε πόρτα. Μόνο να μας καθυστερήσει θέλει». Οι πέντε τέλος τον πίστεψαν και πήγαν μαζί του. Τους λέει: «Μείνετε εδώ», και αφού τους άφησε, πήγε πιο μακριά και προσευχήθηκε χωρίς να τον βλέπουν. Τότε είπαν εκείνοι: «Πράγματι μας κορόιδεψε. Μάλλον χορτάρι θέλει να μας φέρει ο αββάς Συμεών, για να βοσκήσουμε». Ενώ έλεγαν αυτά, τον βλέπουν να τους κάνει νόημα για να πάνε κοντά του. Είχε προσευχηθεί, όπως είπαμε, και τους είχε ετοιμάσει τα πάντα, με τη δύναμη του Θεού. Όταν πήγαν κοντά του βρήκαν να έχει μπροστά του, με τη δύναμη του Κυρίου, ψωμιά, πίτα, κεφτέδες, ψάρια, εξαιρετικό κρασί, γλυκά και ό,τι άλλο επιθυμητό υπάρχει. Όταν έφαγαν, τους είπε: «Πάρτε, κακόμοιροι, και για τις γυναίκες σας και, αν στο εξής γίνεται φρόνιμοι πολίτες, δεν θα λείψουν αυτά από τα σπίτια σας μέχρι να πεθάνω». Όταν έφυγαν, είπαν συζητώντας αναμεταξύ τους: «Ας δοκιμάσουμε μια εβδομάδα και αν δεν μας λείψουν, δεν θα δημιουργήσουμε με τους συντρόφους μας προβλήματα στους συμπολίτες μας. Όταν είδαν ότι δεν τελείωναν τα τρόφιμα, μολονότι καθημερινά ξόδευαν από αυτά, δεν έκαναν πια τίποτε το κακό. Οι τρεις μάλιστα από αυτούς έγιναν μοναχοί, επειδή είχαν κατανυγεί από τη ζωή του Σαλού. Όσο όμως ήταν ζωντανός ο Σαλός, δεν μπορούσαν να πουν σε κανέναν τίποτε.
Αξίζει ακόμη να προσθέσουμε στη διήγηση, τι έκανε ο όσιος σε κάποιον φτωχό, αλλά αγαθό μουλαρά. Έκανε ελεημοσύνες ο μουλαράς, αλλά εξαιτίας διαφόρων γεγονότων φτώχαινε. Μια μέρα που πήγαινε να φέρει κρασί, για το σπίτι του και για πούλημα, τον συναντάει ο μακάριος και του λέει: «Πού πάς τρελέ;» Είχε πάντα αυτή τη λέξη στο στόμα του, σε ανάλογες περιπτώσεις. Του απαντάει εκείνος: «Για κρασί, Σαλέ». Του αποκρίθηκε ο αββάς Συμεών: «Φέρε και γλιχώνι* όταν θα έρθεις». Ο μουλαράς το θεώρησε αυτό κακό σημάδι και έλεγε από μέσα του, καθώς πήγαινε: «Άραγε ποιος σατανάς μού 'στειλε πρωί - πρωί τον αββά αυτόν να μου ζητήσει να του φέρω γλιχώνι; Πράγματι, θα γίνει γρουσουζιά στο κρασί και ή ξυνίζει ή δεν ξέρω κι εγώ τι». Όταν γύρισε φέρνοντας πολύ καλό κρασί, από τη χαρά του ξέχασε να φέρει γλιχώνι. Τον συνάντησε ο αββάς Συμεών στην πόρτα και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Έφερες το γλιχώνι;» Του λέει εκείνος: «Αλήθεια, καημένε, το ξέχασα». Του λέει ο αββάς χαμογελώντας: «Πήγαινε, η υπόθεσή σου τακτοποιήθηκε». Όταν λοιπόν πήγε να τακτοποιήσει τα ασκιά, βρήκε μέσα σ' αυτά ξύδι που και να το μύριζε ακόμα άνθρωπος, θα πέθαινε. Τότε κατάλαβε ότι ο Σαλός αββάς το έκανε και άρχισε να λέει: «Αλήθεια, τώρα κιόλας θα πάω για γλιχώνι». Πήγε τρέχοντας στο Σαλό και τον παρακαλούσε: «Λύσε, Σαλέ, αυτό που έκανες». Πίστευε ότι, όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός κάνει οφθαλμαπάτη, το ίδιο έκανε κι αυτός. Τον ρωτάει εκείνος: «Τί έκανα;» Του απαντάει ο μουλαράς: «Αγόρασα καλό κρασί και έγινε ξύδι σε δυο ώρες». Του λέει τότε ο όσιος: «Μη σε νοιάζει. Πήγαινε, πήγαινε κι άνοιξε φέτος μαγαζί να πουλάς φούσκα* και σε συμφέρει». Ο σκοπός και η ευχή του γέροντα ήταν να ευλογηθεί ο κόπος του μουλαρά, γιατί έκανε ελεημοσύνες. Από την άλλη πάλι δεν ήθελε να κάνει τίποτε φανερά, αλλά όλα τα έκανε παίζοντας. Κατανύχθηκε τότε ο μουλαράς και είπε: «Και ευλογητός ο Θεός, θα το κάνω». Άνοιξε μαγαζί και τον ευλόγησε ο Θεός. Αντί όμως να ευγνωμονεί το Σαλό, του κρατούσε κακία, γιατί δεν καταλάβαινε τι του έκανε. Σε τελευταία ανάλυση όμως ήταν ο Θεός που κάλυπτε το σκοπό του αββά Συμεών.
Κάποτε αρρώστησε ένας από τους μεγιστάνες της πόλεως. Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει και να παίζει στο σπίτι του. Όταν η κατάστασή του χειροτέρεψε και κόντευε να πεθάνει, έβλεπε στον ύπνο του πως παίζει τάβλι με ένα μαύρο. Αυτός ήταν ο θάνατος. Ήταν η σειρά του αρρώστου να ρίξει, κι αν δεν έριχνε τρεις φορές έξι, θα έχανε. Του παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Αλήθεια, θα σε νικήσει τώρα αυτός ο μαύρος. Δώσε μου το λόγο σου ότι δεν θα απατήσεις άλλη φορά τη γυναίκα σου, κι εγώ θα ρίξω για σένα και δεν θα σε νικήσει». Ορκίστηκε τότε αυτός, και ο όσιος πήρε τα ζάρια, έριξε κι έπεσαν τρεις φορές έξι. Όταν ξύπνησε ο άρρωστος, πήγε ο Σαλός στο σπίτι του και του λέει: «Καλή ζαριά έριξες, ανόητε. Πίστεψέ με όμως, αν παραβείς τον όρκο σου, θα σε πνίξει εκείνος ο μαύρος». Και αφού έβρισε αυτόν κι όσους ήταν στο σπίτι, έφυγε τρέχοντας.
Στο καλύβι του (είχε καλύβι για να κοιμάται η μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες) δεν είχε απολύτως τίποτα ο σοφός παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε το πρωί, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την "πόλη" εννοούσε την ψυχή, ενώ με το "βασιλιά" εννοούσε το νου.
Είχε ακόμη ζητήσει από το Θεό ο άγιος να μη μεγαλώσουν τα μαλλιά του ούτε τα γένια του, μήπως κόβοντάς τα φανεί ότι προσποιείται το Σαλό. Γι' αυτό, όσο χρόνο παρέμεινε σ' αυτήν την πόλη, κανείς δεν είδε να μεγαλώνουν τα μαλλιά του ή να τα κόψει.
Πολλές φορές είχε κάνει εκτεταμένες και ωφέλιμες συζητήσεις μόνο με τον Ιωάννη το διάκονο και απειλούσε ότι, αν τον φανερώσει, θα βασανιστεί πάρα πολύ στην άλλη ζωή. Όταν του διηγήθηκε όλη τη ζωή του, δυο μέρες πριν φύγει από αυτήν τη ζωή, του έλεγε: «Σήμερα πήγα στον αδελφό Ιωάννη και τον βρήκα να έχει προκόψει πολύ, με τη βοήθεια του Θεού, και χάρηκα. Τον είδα να φοράει στεφάνι με την επιγραφή "στεφάνι υπομονής της ερήμου". Και μου λέει εκείνος ο ευλογημένος: «Είδα, καθώς ήρθες, κάποιον να σου λέει: "Έλα, έλα, Σαλέ, για να πάρεις όχι ένα στεφάνι, αλλά τα στεφάνια των ψυχών που μου πρόσφερες"». Ξέρω, αρχιδιάκονε ότι δεν είδε τίποτα τέτοιο για μένα, αλλά μου έκανε φιλοφρόνηση. Τρελός και παλαβός άνθρωπος τί μισθό μπορεί να έχει;».
Του έλεγε ακόμη: «Σε ικετεύω να μην περιφρονήσεις ποτέ κανέναν και μάλιστα μοναχό ή φτωχό σ' οποιαδήποτε κατάσταση κι αν τον δεις. Γνωρίζει η αγάπη ότι υπάρχουν φτωχοί και κυρίως τυφλοί, που έχουν καθαριστεί και λάμπουν σαν τον ήλιο με την υπομονή τους και τα βάσανά τους. Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Μη με κατηγορήσεις κύριέ μου, γι' αυτά που σου λέω. Γιατί η αγάπη μου για σένα με ώθησε να σου διηγηθώ όλη την αμέλεια της αξιοθρήνητής μου ζωής. Να ξέρεις ότι και σένα ο Κύριος θα σε πάρει γρήγορα κοντά Του. Φρόντισε την ψυχή σου μ' όλη σου τη δύναμη, για να μπορέσεις να περάσεις ανεμπόδιστα ανάμεσα από τους σκοτεινούς κοσμοκράτορες στον αέρα (Εφεσ. 6, 12). Γνωρίζει ο Κύριος πόση μέριμνα και φόβο έχω, μέχρις ότου απαλλαγώ από αυτούς. Αυτή είναι η "ημέρα η πονηρά" για την οποία μίλησαν ο Απόστολος (Εφεσ. 6, 13) και ο Δαυίδ (Ψαλμ. 40, 2). Γι' αυτό σε παρακαλώ, παιδί μου και αδελφέ μου Ιωάννη, αγάπησε με όλη σου τη δύναμη, αν είναι δυνατόν πάνω από τη δύναμή σου, τον πλησίον σου με την ελεημοσύνη, γιατί αυτή η αρετή περισσότερο απ' όλες θα μας βοηθήσει τότε. Γιατί λέει η Γραφή: "Είναι μακάριος ο άνθρωπος που φροντίζει το φτωχό και στερημένο΄ κατά την ημέρα την πονηρή θα τον σώσει ο Κύριος" (Ψαλμ. 40, 2). Ακόμη σε παρακαλώ να μη σταθείς ποτέ μπροστά στο άγιο θυσιαστήριο έχοντας μέσα σου τίποτε εναντίον κανενός, μήπως η αμαρτία σου κάνει και άλλους ανάξιους της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος».
Αυτά και άλλα πολλά του είπε, μερικά από τα οποία τον παρακάλεσε να μην τα πει ποτέ σε κανένα, επειδή δεν μπορούν να τα δεχτούν όλοι με πίστη. «Παρηγορήσου, γιατί μέσα σε τρεις μέρες θα πάρει κοντά Του ο Κύριος το Σαλό τον ελάχιστο και τον Ιωάννη τον αδελφό του. Μάλιστα εγώ ο ίδιος πήγα και του είπα: "Έλα, αδελφέ, ας πηγαίνουμε, είναι καιρός πια". Μετά δυο μέρες να έρθεις στο καλύβι μου, να δεις τι θα βρεις, γιατί θέλω να μνημονεύεις τον τιποτένιο και αμαρτωλό Σαλό». Και αφού του είπε αυτά και πολλά άλλα, πήγε και περιορίστηκε στο καλύβι του.
Το τέλος του Σαλού

Ήρθε η ώρα, αγαπητοί, να σας διηγηθώ τον αξιοθαύμαστό του θάνατο ή μάλλον ύπνο, γιατί κι αυτός προσφέρει όχι ασήμαντη ωφέλεια, αλλά είναι και πιο σπουδαίος απ' όσα είπαμε μέχρι τώρα. Είναι ακόμη σφραγίδα και επιβεβαίωση των κατορθωμάτων του και πιστοποίηση της αμόλυντης ζωής του. Όταν κατάλαβε ο μέγας ότι έφτασε το τέλος της εδώ ζωής του, θέλοντας ούτε μετά το θάνατό του να τιμηθεί από τους ανθρώπους, τι κάνει; Μπήκε κάτω από τις κληματσίδες στο ιερό του καλύβι και εκεί κοιμήθηκε και παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο. Οι γνωστοί του, επειδή δεν τον είδαν τις δυο μέρες, λένε: «Πάμε να δούμε, μήπως είναι άρρωστος ο Σαλός». Όταν πήγαν, τον βρήκαν νεκρό κάτω από τις κληματσίδες. Λένε τότε: «Άραγε δεν θα πιστέψουν τώρα όλοι, ότι ήταν τρελός; Να, ακόμη και ο θάνατός του το δείχνει». Τον πήραν τότε δύο και, χωρίς να τον πλύνουν, χωρίς ψαλμωδίες, χωρίς κεριά και θυμιάματα, πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους.
Καθώς περνούσαν αυτοί που πήγαιναν να τον θάψουν από το σπίτι του Εβραίου του υαλουργού, που ο όσιος τον είχε κάνει Χριστιανό, όπως διηγήθηκα πιο πάνω, ακούει ο Εβραίος ψαλμωδίες που χείλη ανθρώπων δεν μπορούσαν να ψάλλουν και πλήθος όσο δεν μπορούσε να συγκεντρώσει όλη η ανθρωπότητα. Έκπληκτος από τις ψαλμωδίες και το πλήθος σκύβει έξω και βλέπει τον όσιο να μεταφέρεται από δύο μόνο άτομα, που κουβαλούσαν το τίμιό του σώμα. Λέγει τότε: «Μακάριος είσαι, Σαλέ, γιατί, καθώς δεν έχεις ανθρώπους να σου ψάλλουν, έχεις ουράνιες δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους»΄ και αμέσως κατέβηκε και τον έθαψε ο ίδιος. Ακόμη διηγήθηκε σε όλους τις ψαλμωδίες των αγγέλων που άκουσε. Το άκουσε αυτό και ο Ιωάννης ο διάκονος και ήρθε τρέχοντας με πολλούς άλλους στον τόπο που τον έθαψαν, θέλοντας να πάρει το τίμιό του λείψανο για να το κηδεύσει με τιμές. Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο, δεν τον βρήκαν μέσα. Τον μετέθεσε ο Κύριος δοξάζοντάς τον. Τότε όλοι, σαν να ξύπνησαν από ύπνο, έλεγαν ο ένας στον άλλο όσα θαυμαστά έκανε στον καθένα και ότι για το Θεό προσποιόταν τό σαλό.
Αυτός, φιλόχριστοι, είναι ο βίος και η πολιτεία του θαυμαστού Συμεών. Αυτές είναι οι λίγες αρετές που συγκεντρώσαμε από τις πολλές που είχε. Αυτός είναι ο κρυφός του και πραγματικά ουράνιος δρόμος, που, ενώ κανένας δεν τον έβλεπε, φανερώθηκε ξαφνικά σ' όλους. Αυτός είναι ο νέος Λωτ΄ όπως εκείνος στα Σόδομα (Γεν. 19), έτσι κι αυτός πέρασε από τον κόσμο χωρίς να γίνει αντιληπτός. Προσπαθήσαμε να γράψουμε τα θαύματά του και τα πανύμνητα κατορθώματά του, όσο ήταν δυνατό σε μας τους μηδαμινούς. Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή πώς σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα; Με ποιόν τρόπο η σοφία της γλώσσας μπορεί να τιμήσει αυτόν που με την κατά Θεόν μωρία του εξαφάνισε κάθε σοφία και φρόνηση; Πραγματικά ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδιά΄ πραγματικά δεν βλέπει ο Θεός όπως βλέπει ο άνθρωπος (Α΄ Βασ. 16, 7). Είναι σίγουρο πως κανείς δεν γνωρίζει τα του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου (Α΄ Κορ. 2, 11). Πραγματικά ας μη κρίνουμε κανένα, φιλόχριστοι, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος, που θα φωτίσει όλους (Α΄ Κορ. 4, 5). Ποιός γνώριζε, φιλόχριστοι, ότι ο Ιούδας που σωματικά βρισκόταν μαζί με τους μαθητές, ήταν με την καρδιά του στους Ιουδαίους; Ποιός φανταζόταν ότι η Ραχάβ, που σωματικά βρισκόταν στο πορνείο στην Ιεριχώ, ήταν με το πνεύμα της στον Κύριο (Ι. Ναυή 2); Ποιός περίμενε ότι εκείνος ο φτωχός Λάζαρος, που ζούσε σε μια τόσο μεγάλη ταλαιπωρία από τις πληγές του, θα απολάμβανε τέτοια ευημερία μέσα στους κόλπους του Αβραάμ (Λουκ. 16, 20-22); Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ' αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας (Δευτ. 15, 9)΄  ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο (Γαλ. 6, 5) και θα πάρει το δικό του μισθό (Α΄ Κορ. 3, 8) από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αναπαύθηκε ο Συμεών που ονομάστηκε για το Χριστό Σαλός, και έζησε στη γη μια ζωή αγγελική και υπερθαύμαστη, στις 21 του μηνός Ιουλίου, αφού λαμπρύνθηκε με τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κατορθώματά του και κατέπληξε και αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις των ασωμάτων με τις αρετές του. Στέκεται τώρα δίπλα στον απρόσιτο θρόνο του Θεού και Πατέρα των φώτων και έχοντας παρρησία Τον δοξάζει με ακατάπαυστους ύμνους μαζί με όλες τις επουράνιες δυνάμεις. Είθε ο Κύριος να μας καταστήσει συμμέτοχους και συγκληρονόμους στην αιώνια βασιλεία Του μαζί με τον άγιο Συμεών και όλους τους αγίους, γιατί δική Του είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν


(*) Σημειώσεις

Ακέφαλοι: Έτσι ονομάστηκαν αρχικά οι Αιγύπτιοι Μονοφυσίτες (5ος αι.) οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (χωρίς «κεφαλή»). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ' όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Βοσκοί: Αναχωρητές που ζούσαν στο ύπαιθρο, χωρίς στέγη, τρεφόμενοι με χόρτα.

Γλιχώνι: Κρασί αρωματισμένο με γλιχώνι (παραφθορά της λέξεως «βλήχων» = φλησκούνι).

Εξαπλά: Μνημειώδης εργασία του Ωριγένη (185-254) με σκοπό την αποκατάσταση του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Είχε γραμμένα, σε εξ παράλληλες στήλες, τα εξής κείμενα της Π.Δ.: το Εβραϊκό, τη μετάφραση του Ακύλα, του Συμμάχου, των Εβδομήκοντα και του Θεοδοτίωνος.

Ευλογίες: Δώρα, κυρίως τρόφιμα ή ψωμιά.

Λυσόπορτα: Ομαδικό παιγνίδι της εποχής.

Πανδούρι: Τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου.

Σευηρίτης: Μονοφυσίτης οπαδός του Σευήρου (βλ. λέξη).

Σευήρος: Πατριάρχης Αντιοχείας, ηγέτης της Μονοφυσιτικής κινήσεως του ΣΤ' αιώνα.

Φούσκα: Λαϊκό ρόφημα των Βυζαντινών. Κατά το λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο».

Φουσκάριος: Πωλητής φούσκας (βλ. λέξη), αλλά και άλλων ειδών (φακές, ρεβύθια, κουκιά).

Πηγή:alopsis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου