Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΦΡΩΝ ΠΛΟΥΣΙΟΣ - Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ (Μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης κκ Αυγουστίνου Καντιώτη)




Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Θ' Λουκά (Λουκ: ιβ΄16–21)

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; Καὶ εἶπε· Τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τους είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή· ενός ανθρώπου πλούσιου έφεραν τα χωράφια του μεγάλη σοδειά· και σκεφτόταν μέσα του λέγοντας· Τι πρέπει να κάνω, γιατί δεν έχω πού να μαζέψω τους καρπούς μου; Και είπε· αυτό θα κάνω· θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και στη θέση τους θα χτίσω μεγαλύτερες και εκεί θα μαζέψω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου και θα πω στην ψυχή μου· Ψυχή, έχεις μαζέψει πολλά αγαθά, που σου φτάνουν για πολλά χρόνια. Αναπαύου, λοιπόν, τρώγε, πίνε, καλοπερνά. Ο Θεός όμως του είπε· ανόητε, αυτή τη νύχτα σου ζητούν ξαφνικά την ψυχή σου. Όσα λοιπόν ετοίμασες, σε ποιον θα ανήκουν τώρα; Αυτά παθαίνει εκείνος που θησαυρίζει μόνο για τον εαυτό του και δε φροντίζει να πλουτίζει όπως ο Θεός θέλει. Και λέγοντας αυτά τόνιζε· όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.




Κυριακή Θ Λουκᾶ (Λουκ. 12,16-21· 14,35). Η Αφροσύνη του Πλεονέκτου
«Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23,1)

Το Ευαγγέλιο, αγαπητοί μου, είνε ένας καθρέφτης, στον οποίον, εάν κοιτάξουμε με προσοχή, θα δούμε τον άθλιο εαυτό μας, τις κακίες και τα πάθη που έχουμε. Στο σημερινό δε ευαγγέλιο βλέπουμε ένα από τα φοβερώτερα ελαττώματα. Ονομάζεται πλεονεξία. Πλεονεξία είνε το να μη ευχαριστήται κανείς σ’ αυτά που έχει, αλλά να ζητή όλο και περισσότερα και ποτέ να μη λέη «Δόξα σοι, ο Θεός». Είνε μια εκδήλωσις του ατομιστικού και εγωϊστικού πνεύματος. Στη σημερινή παραβολή βλέπουμε την εικόνα του πλεονέκτου.

Τι μας λέει; Ήταν ένας άνθρωπος πλούσιος γεωκτήμων. Είχε πολλά υποστατικά, χωράφια, αμπέλια, ελαιοστάσια, κήπους με οπωροφόρα δέντρα. Κατείχε μεγάλη έκτασι γης. Ήταν άραγε ευτυχισμένος; Όπως δείχνει η συνέχεια, όχι. Μια χρονιά ήρθε μεγάλη ευφορία. Τα χωράφια έδωσαν πολύ καρπό. Τα δέντρα λύγιζαν απ’ το βάρος. Τι έπρεπε κι αυτός να πη;
Να πη «Δόξα σοι, ο Θεός», να πη ένα «ευχαριστώ». Το είπε; Δεν το είπε. Όταν είδε αυτή την έκτακτο εσοδεία μπήκε σε μεγάλη συλλογή. Πήγαινε να κοιμηθή τη νύχτα και δεν τον έπιανε ύπνος. Τον απασχολούσε ένα πρόβλημα, που εύκολα μπορούσε να λυθή, αλλά η πλεονεξία το έκανε δυσεπίλυτο.

Ποιό ήταν το πρόβλημα. «Τι να κάνω», λέει, «που δεν έχω που να συνάξω τα αγαθά μου;» (Λουκ. 12,17). «Τι να κάνω;»! Να το λέη ο φτωχός άνθρωπος που δεν έχει ψωμί να φάη, να το λέη ο πολύτεκνος πατέρας που σκέπτεται πως θ’ αποκαταστήση τα παιδιά του, να το λέη η χήρα που παλεύει με τόσα προβλήματα, να το λέη το ορφανό που έμεινε έρημο; Το λέει αυτός! Επί τέλους, αφού βασάνισε το μυαλό του, βρήκε λύσι. Ποιά λύσι; Να γκρεμίση τις αποθήκες του και να χτίση μεγαλύτερες. Αφού συλλέξω εκεί τους καρπούς, σκεπτόταν, θα πω· «Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου φάγε, πίε, ευφραίνου» (ε.α. 12,19). Αυτά σκεπτόταν, αυτός ήταν.

Ο κόσμος θα τον θεωρούσε έξυπνο. Αλλά άλλη η γλώσσα του κόσμου, άλλη του Ευαγγελίου. Ας φαινόταν προνοητικός και δημιουργικός· ο Κύριος λέει, ότι δεν είχε μυαλό κουκούτσι, τον ονομάζει «άφρονα» (ε.α. 12,20). Γιατί τον ονομάζει άφρονα; Προσέξτε.

Ακούσατε τι λέει· «Τα γενήματά μου», «τα αγαθά μου» (ε.α. 12,18). Πόσο αμαρτωλό εκείνο το «μου»! Αυτό θα μας φάη. Ήταν δικά του; Πρώτα-πρώτα ο σπόρος. Μέσα του κλείνει τεραστία δύναμι αναπαραγωγής. Ποιός του έδωσε τη δύναμι αυτή; Χίλιοι γεωπόνοι και άλλοι επιστήμονες να μαζευτούν, ένα σπόρο δε μπορούν να κάνουν. Ο σπόρος λοιπόν που έσπειρε ο πλούσιος δεν ήταν δικός του. Έπειτα το χώμα. Για να φυτρώση ο σπόρος, θέλει χώμα. Τι είνε το χώμα; Άλλο πάλι μυστήριο. Το χώμα που πατούμε έχει τεραστία δύναμι. Χιλιάδες τώρα χρόνια βλαστάνει, φυτρώνει συνεχώς. Είνε γόνιμο, να η αξία του. Πάρτε δυό γλάστρες, μία γεμάτη χρυσάφι και μία γεμάτη χώμα, και σπείρετε σπόρο· το χρυσάφι δε φυτρώνει, είνε στείρο, ενώ το χώμα είνε ευλογημένο· βγάζει δέντρα, καρπούς, άνθη. Ποιός το έκανε; Ο σπόρος λοιπόν του Θεού, το χώμα του Θεού. Αλλά για να φυτρώση ο σπόρος στο χώμα θέλει και νερό. Αν ο ουρανός δε βρέξη, ξεράθηκαν τα πάντα. Απαραίτητος είνε και ο ήλιος· χωρίς τις ακτίνες του τίποτα δεν ευδοκιμεί. Με λίγα λόγια,
όλα του Θεού είνε. Εν τούτοις ο πλούσιος λέει «τα αγαθά μου». Δεν είνε δικά σου, κύριε. Δεν άκουσες ποτέ το λόγο «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23,1); Του Κυρίου είνε και η γη και όλα τα αγαθά της. Δεν είσαι ιδιοκτήτης, μόνο διαχειριστής.



Είνε όμως ανόητος κι από άλλης πλευράς. «Θα γκρεμίσω», λέει, «τις αποθήκες μου, θα κάνω καινούργιες και θα μαζέψω εκεί τα αγαθά μου». Ζητούσε αποθήκες. Μα υπήρχαν.
Δεν το λέω εγώ, το λέει ο Μέγας Βασίλειος. Ποιές είνε οι αποθήκες; Τα στομάχια των πεινασμένων! Δεν σκέφθηκε ότι δίνοντας στους φτωχούς αποθηκεύει στους ουρανούς. Γι’ αυτό είνε «άφρων».

Είνε ανόητος ακόμα, διότι υπολόγιζε πως θα ζήση «έτη πολλά» (ε.α. 12,19). Έζησε; Ούτε μια νύχτα. Έκανε «λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο». Ποιός είνε ο «ξενοδόχος»; Ο χάρος! Εκεί που έκανε σχέδια, ακούει· Έλα εδώ, κι ούτε δευτερόλεπτο αναβολή!… Τι είνε ο άνθρωπος; Μια σταγόνα αίμα στον εγκέφαλο και γίνεται φυτό. Ανόητε, «άφρον»!…

Ώστε λοιπόν η πλεονεξία εν τη εσχάτη αναλύσει της είνε αφροσύνη. Εν τούτοις ο άνθρωπος δεν συνετίζεται, δεν λέει ποτέ «φτάνει». Η θάλασσα μπορεί να πη στα ποτάμια «Φτάνει πια το νερό σας», ο χάρος μπορεί να πη στους νεκρούς «Φτάνει πια, χόρτασα από πτώματα»· ο πλεονέκτης όμως δεν το λέει. Έκανε ένα εκατομμύριο; ζητάει δύο· έκανε δύο; ζητάει τέσσερα, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια… Φοβερό το πάθος· «ρίζα πάντων των κακών είνε η φιλαργυρία» (Α Τιμ. 6,10). Κάνει δυστυχή τον εαυτό του. Υπενθυμίζει κάποιον από τους αρχαίους, που παρακάλεσε, λένε, τους θεούς, ο,τι αγγίζει να γίνεται χρυσάφι, και τον άκουσαν· άγγιξε πέτρες, δέντρα, λουλούδια…, όλα έγιναν χρυσά. Όταν όμως στο σπίτι κάθησε στο τραπέζι, έγιναν χρυσά και το πιάτο και το φαγητό και το ψωμί· έτσι δεν είχε τι να φάη, και πέθανε από την πείνα. Φάε, λοιπόν, χρυσάφι! Μύθος είνε αυτός, αλλά διδάσκει σε τι παγίδα πέφτει ο πλεονέκτης.

Η πλεονεξία, εκτός από τα άτομα, απειλεί τα έθνη και την κοινωνία σήμερα. Και η μικρή μας πατρίδα κινδυνεύει. Το έθνος μας ήταν πτωχό, δεν είχε επάρκεια. Σιτάρι φέρναμε απ’ έξω, από τη Ρωσία και την Αμερική. Ρύζι -θυμούμαι στα χρόνια τα δικά μας- δεν υπήρχε ούτε μια φούχτα, ούτε για φάρμακο. Τώρα, δόξα τω Θεώ, όχι μόνο γίναμε αυτάρκεις αλλά έχουμε και πλεόνασμα. Ας είνε καλά οι γεωργοί της υπαίθρου μας αλλά και οι αδελφοί μας οι εργατικώτατοι πρόσφυγες, που έδιωξε ο Κεμάλ από τη Μικρά Ασία. Όλοι αυτοί δούλεψαν σαν μια οικογένεια, και οι πέτρες ακόμα καλλιεργήθηκαν και καρποφόρησαν. Τώρα όμως τι κάνουμε οι άφρονες· πετούμε ροδάκινα, μήλα και άλλους καρπούς στις χωματερές. Θεέ μου, τι έγκλημα! Έχουμε τόσο εμπορικό στόλο· μπορούσαμε να φορτώσουμε δέκα καράβια και να τα πάμε στις χώρες που πεινάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι.
Δεν το κάνουμε οι πλεονέκται και άφρονες. Και άφρων πλεονέκτης είνε ολόκληρος η Ευρώπη, αυτή η ΕΟΚ, που επιβάλλει να ξερριζωθούν αμπέλια και ελαιοστάσια στην Ελλάδα, για να μπορούν αυτοί να πωλούν σε μεγάλες τιμές τα προϊόντα τους. Δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού. Περιμένουν πολλά ωρισμένοι από την ΕΟΚ, εγώ δεν περιμένω. Είνε συνασπισμός συμφεροντολόγων, «εταιρεία λεόντων» όπως την ωνόμασε κάποιος πολιτικός. Και αν μπη και η Τουρκία μέσα, ωχ ωχ, γράψε αλλοίμονο!…

Το Ευαγγέλιο είνε αιώνιο, αγαπητοί μου. Ιδού η εικόνα της πλεονεξίας που μας δίδει. Και το φάρμακο που συνιστά ποιό είνε;

Το πνεύμα του Ευαγγελίου είνε· Να είσαι ολιγαρκής, εργατικός, δίκαιος, σπλαχνικός. Αρκέσου στα λίγα, τα απαραίτητα, στον «άρτον ημών τον επιούσιον» (Ματθ. 6,11). 
Οι ανάγκες του ανθρώπου δεν είνε πολλές· πέντε - δέκα το πολύ. Τώρα ο άφρων άνθρωπος της καταναλωτικής κοινωνίας επλήθυνε τις ανάγκες του σε χιλιάδες. Οι περισσότερες είνε περιττά η και επιβλαβή πράγματα, όπως λ.χ. το τσιγάρο. Αν λείψουν τα περιττά, ο μικρός πλανήτης μας είνε εφωδιασμένος από τον Δημιουργό με τόσα πλούτη, που αν καλλιεργηθή σωστά μπορεί να θρέψη πέντε φορές περισσότερο πληθυσμό. Πότε; όταν μαζί με την ολιγάρκεια υπάρχη ανιδιοτέλεια και δικαιοσύνη, όταν πάψη το «σον» και το «εμόν», όταν η γη δεν ανήκη πλέον στον άλφα και στον βήτα αλλά στο Θεό κατά το «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», όταν υπάρχη δικαία κατανομή, όταν το περίσσευμα του ενός πηγαίνη στο υστέρημα του άλλου, όπως λέει ο ποιητής· «αυτό που περισσεύει, είνε της χήρας, του ορφανού, και μην το σπαταλάτε».

Κ’ εμείς να πολεμήσουμε μέσα στην καρδιά μας την πλεονεξία. Ο σατανάς λέει· Όλα για τον εαυτό σου, τίποτα για τον άλλον. Ο Χριστός λέει· Όλα για τον άλλον!

Η λύσις των προβλημάτων που τυραννούν την ανθρωπότητα είνε μέσα στη Γραφή. Τα είπε ο Χριστός. Τα εφαρμόζουμε; παράδεισος θα γίνη η γη! Δεν τα εφαρμόζουμε; κόλασις θα γίνη η γη. Και γίνεται κόλασις, αφού όλοι, μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες και αρχόμενοι, φύγαμε μακριά από το Θεό. Το Ευαγγέλιο είνε το χρυσό κλειδί, με το οποίο λύνονται τα ατομικά, τα οικογενειακά, τα εθνικά, τα παγκόσμια προβλήματα· αμήν.


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου