Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΣΜΙΚΩΝ Ή ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ;



ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΣΜΙΚΩΝ Ή ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ; 

Για άλλη μια φορά ετοιμάζεται πλαγιομετωπική επίθεση κατά τού Χριστιανισμού. Οι σχετικές προτάσεις φαίνεται, τουλάχιστον επίσημα, ότι υποκινούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση χάρη των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Νομίζω ότι απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις, γιατί είτε πρόκειται περί αγνοίας βασικών φιλοσοφικών και κοινωνιολογικών γνώσεων, είτε περί εσκεμμένης εθελοτυφλίας.

Τα (υλικά ή πνευματικά) σύμβολα (< συν-βάλλω) είναι βιο-ψυχικά συνυφασμένα με αυτή την ίδια την «ανθρωπινότητα» του ανθρώπου. Ο ίδιος δηλ. ο Άνθρωπος, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, παι­δα­γω­γό και συγ­γρα­φέ­α Ernst Cassirer, συνιστά ένα «συμβολικό ζώο»[i]. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνει η Ψυχολογία (πρβλ. συμβολοποίηση). Άνευ τής συμβολικής λειτουργίας, ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ά-λογο, ά-γλωσσο και α-πνευμάτιστο ζώο (όπως ο πρωτόγονος, που ταυ­τιζόταν με ό,τι τον περιέβαλε), χωρίς υπαρξιακή ταυτότητα (προσωπικότητα). Καθίσταται ανώνυμος αριθμός, εργατική μονάδα και εν τέλει μάζα. Γι’ αυ­τούς, όμως, που γνωρίζουν ότι εί­ναι και θέλουν να είναι άνθρωποι, δια­κρι­νόμε­νοι από το ζώο ή τον ανώ­νυμο αριθμό, οι όροι primum vivere, deinde philosophare αντιστρέφονται. Συνεπώς, (ανθρώπινος) Πολιτισμός χωρίς σύμβολα δεν νοείται.

Και πράγματι, η εποχή μας βρίθει συμβόλων: επιστημονικών (π.χ. μαθηματικών), ιδεολογικών, πολιτικών, εθνικών, κοινωνικών, θρησκευτικών, μεταφυσικών, οικονομικο-εμπορικών κ.λπ. Εντούτοις, κατά μία προφανή και ακατανόητη μονομέρεια, ζητείται η αποκαθήλωση μόνο των «θρησκευτικών» συμβόλων, επειδή τάχα μόνο αυτά δεικνύουν το διαφορετικό. Η τελευταία αυτή πρόταση δεν μπορεί, βέβαια, να ισχύει απόλυτα και γενικευτικά. Όλα τα σύμβολα (κοσμικά και ιερά) υπάρχουν, ακριβώς για να σημαίνουν κάτι, δηλ. μία ετερότητα (διαφορετικότητα). Αλλιώς, δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης.

Η ίδια η θρησκεία από τη φύση της αποτελεί Σύμβολο. Με άλλα λόγια, συνδέει (βλ. religare) τον άνθρωπο με την (αυθ)υπέρβασή του, δηλ. το Υπερβατικό (μεταφυσική πραγματικότητα).

Αν η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι α­πο­λύ­τως εν­δο­κο­σμι­κή (Imma­nent), θα εί­ναι και α­πόλυ­τα α-νό­η­τη (δηλ. τυχαί­α και χωρίς νό­ημα), α­φού, σύμ­φω­να με τον Witt­genstein, αν υ­πάρ­χει νό­η­μα στον κό­σμο, αυ­τό πρέ­πει να βρί­σκε­ται έ­ξω από αυτόν[ii]. Σύμ­φω­να με τον M. Planck, «δεν υ­πάρ­χει φυ­σι­κή ε­πι­στή­μη χω­ρίς ο­ρι­σμέ­νη δόση με­τα­φυσικής»[iii]. «Η παραδοσιακή άποψη, ότι το αντικείμενο της γνώσης είναι πραγματικότητα κατ’ εξοχήν», παρατηρεί ο Γερμανός φι­λόσοφος και παι­δαγωγός Ernst Cassirer, «οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο της Επιστήμης ήταν το πρώτο στη σειρά μεταφυσικά πραγματικό»[iv]. Και ενώ κάτι τέτοιο μπορεί επι­στημονικά να ακούγεται ως μειονέκτημα, επιστη­μολογικά είναι απαραί­τητο: «Η έλλειψη Μεταφυσικής είναι έλλειψη πραγματισμού» (R. Debray)[v]. Με αυτήν την έννοια, η Μεταφυσική είναι αναπόφευκτη, είτε καλή είναι η ίδια, είτε κακή[vi]. Κατά τον A. Whitehead, «το κοινό μειονέκτημα όλων των επι­στημών είναι η απουσία τού φιλοσοφι­κού στοχασμού από τη θεώρηση της τελι­κής φύσης των πραγμάτων και, συνεπώς, από το είδος τού υπόβαθρου που προ­ϋποτίθεται στους αφηρημέ­νους τύπους των επιστημών…επιστημονική δραστη­ριότητα που δεν ανα­φέ­ρεται σε κάποια Μεταφυσική, είναι ελαττωματική»[vii]: «Αλλάξτε τη μεταφυσική προϋπόθεση…και όλα αυτά τα προβλήματα παύουν να είναι προβλήματα επιστημολογικά· γίνονται προβλήματα επιστημονικά που επιδέχονται εξειδίκευση», γράφει ο Αμερικανός φιλόσοφος, ψυχολόγος και παιδαγωγός John Dewey[viii].

Χωρίς την αναφορά στο Υπερβατικό, ο άνθρωπος όχι μόνο στερείται ελπίδας, αλλά και νοήματος της ζωής του. Αν ο Άνθρωπος διαρκώς δεν προσπαθεί να υπερβεί εαυτόν (δηλ. τη Φύση), ούτε αληθινά δημιουργεί, ούτε αληθινά εξανθρωπίζεται. Αλλ’, αναγκαστικά δημιουργεί (υλικά ή νοητά) «είδωλα» ως αξιακούς στόχους επίτευξης. Η α­να­γκαιό­τη­τα προσ­δί­δει στη ζω­ή το δρα­μα­τι­κό της χαρα­κτή­ρα· ι­κα­νο­ποιούμε­νης μιας ορ­μής, πα­ρα­μέ­νει λο­γι­κά (αντι­φα­τι­κά ή ε­να­ντιω­μα­τι­κά) η α­ντί­θε­τή της α­νικα­νο­ποί­η­τη! Αυ­τό συ­νι­στά ή­δη μί­α αυτο-σύ­γκρου­ση. Ό­ταν, πά­λι, μί­α α­νά­γκη δεν μπορεί να ι­κα­νο­ποι­η­θεί, α­πω­θεί­ται, σύμ­φω­να με την Ψυ­χο­λο­γία τού Βάθους. Αν, λοιπόν, εκδιώξουμε από την πόρτα το (άκτιστο και πνευματικό) «Θείον», τη θέση του μέσα στην ψυχή μας θα καταλάβουν, οπωσδήποτε (συνειδητά ή ασυνείδητα), άλλοι «θεοί»: η δύναμη, η ικανοποίηση του Εγώ, η υγεία, η επιτυχία, το χρήμα, η δόξα κ.ο.κ. Γι' αυ­τό, εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη κά­θε φο­ρά η α­ξιο­λο­γι­κή επιλο­γή. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι «θεοί» σε λίγο θα αποδειχθούν εφήμεροι και φρούδοι. Θα σβήσουν μαζί με τον λάτρη τους. Η αληθινή δύναμη, η αυθε­ντική υγεία και η πραγματική ελευθερία ούτε αγοράζο­νται, ούτε ανθρωπίνως χα­ρίζονται· απλά εκπληρώνονται, όταν ο άνθρωπος υπερβεί τον εαυτό του[ix].

Κατά συνέπεια, εφόσον λογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά δεν είναι δυνατόν να εκριζωθούν όλα τα σύμβολα οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης ή πολιτισμού, θα έπρεπε πολιτικά να εξευρεθεί ένας άλλος τρόπος ενάσκησης της πολυπολιτισμικότητας: η δια των ποικίλων συμβόλων μη πρόκληση και εξερεθισμός, όπως λ.χ. ισχύει με την απαγόρευση του προσηλυτισμού. Η συνύπαρξη των ανθρώπων (που κουβαλούν τα δικά τους πολιτιστικά σύμβολα) μόνο μέσω ενός αυτοθυσιασθέντος Θεού: «Χρεια­ζό­μουν έ­να Δη­μιουρ­γό Πα­τέ­ρα, μού έ­δω­σαν έ­να Μεγά­λο Α­φε­ντι­κό), εί­χε πει ο ά­θε­ος J.-P. Sartre, για να Τον α­πορρί­ψει, δι­καιο­λο­γη­μέ­να, στη συ­νέ­χεια. Ανθρωπιστικά, μόνο μία τέτοια συμπεριφορά καταλλαγής, πιστεύω, μπορεί να δικαιολογηθεί όχι μόνο θρησκευτικά/χριστιανικά αλλά και ανθρωπιστικά.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 


[i] E. Cassirer, An Essay on Man: An Introduction to a Philosophy of Human Culture, Yale University Press, New Haven and London, 1944, p. 50. Βλ. E. Cassirer, Die Philosophie der symbolischen Formen, 3 τό­μοι (Βerlin 1923-1929): Die Sprache (1923), Das mythische Denken (1925) καί Phänomenologie der Erkenntnis (1929), τοῦ ἰδί­ου, Ensaio sobre o Homem, μτφρ. Bueno, Tomás, São Paulo, Martins Fontes, 1994, von S. Trantow, Veranstaltung: Symboltheorie. Die Bedeutung des Symbolbegriffs für eine Theorie der kulturellen Semantik Institution: RWTH Aachen (Institut für Sprach- und Kommuni­ka­tions­wissen­schaften) Jahr: 2006, P. A. Schilpp (Ed.), The Philosophy of Ernst Cassirer , 1949 (repr. 1973), ΠΛΜ 32 (1996) 277.
[ii] L. Wittgenstein, Tractatus 6. 41, Tractatus Logico-philosophicus (1921), London 1961. Πρβλ. R. Niebuhr, The Nature and Destiny of Man, New York: Charles Scribner’s Sons 1964, vol. 2, pp. 46, 312, R. Swinburne, The Existence of God, Oxford – Clarendon Press 1979, p. 122, P. C. W. Davies, God and the New Physics, σ. 92, 202. 
[iii] Δ. Δ. Κω­τσά­κη, Αιτιό­της και ε­λευ­θε­ρί­α βου­λή­σε­ως, Α­θή­ναι 19813. σ. 94. 
[iv] E. Cassirer, An essay on man, pp. 119-120. 
[v] Ch. Makarian, «Ρεζίς Ντεμπρέ: Γιατί επιστρέφει ο Θεός», Η Καθημερινη 2/12/2001. 
[vi] R. Das, The Philosophy of A. N. Whitehead, New York, Russell and Russell, 1964, p. 18. Πρβλ. Λ. Κ. Μπαρτζελιώτη, Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Αθήνα 19892, σ. 47. 
[vii] A. N. Whitehead, Adventures of Ideas, 1933, p. 154. Πρβλ. Λ. Κ. Μπαρτζελιώτη, όπ. π., σ. 46, 183. 
[viii] J. Dewey, Experience and Nature, Chicago: Open Court Publishing Co. 1925, pp. 96, 264 εξ.. 
[ix] Σ. Δ. Κυριαζόπουλου, Η παρουσία τής Φυσικής Επιστήμης, Αθήναι 1963, σ. 337. 



Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος, MA, DD, PhD
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας
Blog : iorthodoxitheologia.blogspot.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου