Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ




ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΟΙΗΣΗΣ
ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


Σε παλαιότερα εκτενέστερα άρθρα μας είχαμε ασχοληθεί αφενός με την ιστορική και σημασιολογική διερεύνηση της έννοιας τού ΠΡΟΣΩΠΟΥ στη νεότερη ελλαδική Θεολογία και αφετέρου με το άτοπο και αντορθόδοξο της ταύτισής του με τον δογματολογικό θεολογικά όρο ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ. Στο παρόν άρθρο εκθέτουμε μερικές θεολογικές και κοσμολογικές συνέπειες, που αβίαστα απορρέουν από μια κατάχρηση και υπεργενίκευση αυτού τού (οπτιμιστικού, θετικιστικού και «χαρούμενου») Προσωπισμού.

Όπως είναι γνωστό, τα τελευταία χρόνια ―υπό την επίδραση του δυτικού φιλοσοφικού ρεύματος του Περσοναλισμού― κυκλοφορήθηκε ευρέως η περί προσώπου αντίληψη και στην Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία, συγχέοντας και εντέλει ταυτίζοντας την έννοια ΠΡΟΣΩΠΟ με τον θεολογικό όρο ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ. Έτσι, όλοι άρχισαν και στην Ελλάδα ―ενώ στο Εξωτερικό είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία τού ’50 τόσο στη Φιλοσοφία, όσο και στην Ψυχολογία― να ομιλούν δογματολογικώς και κηρυκτικώς περί τής αξίας τού (ανθρωπίνου) προσώπου ως δήθεν μιας νέας ανακαλύψεως στον χώρο τής ελληνορθόδοξης Θεολογίας.

Ωστόσο, οι ακρίτως ταυτίζοντες ΥΠΟΣΤΑΣΗ και ΠΡΟΣΩΠΟ καλούνται να απαντήσουν σε ορισμένα καίρια προβλήματα ή και αντιφάσεις, στα οποία τούς οδηγεί η βεβιασμένη, ανερμάτιστη, επιδερμική και αδόκιμη ταύτισή τους αυτή. Διότι ναι μεν οι Καππαδόκες Πατέρες χρησιμοποίησαν τον όρο ΠΡΟΣΩΠΟ, αλλά μόνο για να επεξηγήσουν τη σχέση των Τριών Υποστάσεων της Αγίας Τριάδας, και όχι για να τον υποκαταστήσουν ή να υποστηρίξουν μια «υποστασιοποίηση» του (θεουμένου) ανθρώπου· γιατί, βέβαια, όσοι θεολογικά κάνουν χρήση τής έννοιας τού προσώπου στην Ανθρωπολογία, ταυτίζουν ―και εν μέρει δικαιολογημένα― το ΠΡΟΣΩΠΟ με το «καθ’ ὁμοίωσιν». Όμως, όπως ακόμα και στον πρωτοετή τής Θεολογίας είναι φανερό, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί και για την ΥΠΟΣΤΑΣΗ. Με άλλα λόγια, ορθοδόξως θεολογικά δεν μπορούμε να πούμε ότι η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ταυτίζεται με το «καθ’ ὁμοίωσιν» και άρα ότι, όπως καλούμαστε να γίνουμε ΠΡΟΣΩΠΑ, καλούμαστε να γίνουμε ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ! Διότι, πράγματι, η έννοια τού προσώπου εμπεριέχει τη δυναμική μιας τελολογικής υπαρξιακά κινήσεως της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ η έννοια τής υπόστασης, τουλάχιστον γλωσσικά, όπως και δογματολογικά (σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση), δεν την εμπεριέχει.

Εξάλλου, ο μονισμός και η απολυτοποίηση της ΠΡΟΣΩΠΟΙΗΣΗΣ (και όχι η παγανιστική προσωποίηση) του τριαδικού Θεού, που επιχειρείται για λόγους κυρίως προσαρμογής (και εκμοντερνισμού) τών αποκεκαλυμμένων δογμάτων προς τη σύγχρονη φιλοσοφική και επιστημονική (ψυχολογική και κοινωνιολογική) «γλώσσα», αφυδατώνει, αποψιλώνει, αποδυναμώνει, ισχναίνει και αδρανοποιεί τη λειτουργία και τη δράση τών Άκτιστων Θείων Ενεργειών, δηλ. τής Θείας Χάρης, που δαψιλώς διαχέεται, όπου θέλει (Ιω. 3, 8), προς τον κάθε άνθρωπο και την άλογη Κτίση. Γιατί, συν τοις άλλοις, οι υποστηρικτές τής προσωποποίησης σπεύδουν δογματολογικά να δηλώσουν ότι η Θεία (άκτιστη) ενέργεια δεν απορρέει από την ουσία (φύση) τής θεότητας, αλλ’ από τις ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ, δηλ. τα, κατ’ αυτούς, ΠΡΟΣΩΠΑ, έτσι ώστε να εναρμονίζονται πλήρως με το γνωστό υπαρξιστικό μότο «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας».

Τέλος, ενώ στην Ορθόδοξη Θεολογία γνωρίζουμε και διδάσκουμε ότι όπως δια της αμαρτίας τού μόνου έλλογου και αυτεξούσιου όντος (δηλ. τού ΑΝΘΡΩΠΟΥ) «εξέπεσε» η ΦΥΣΗ, έτσι και δι’ αυτού πάλι είναι δυνατόν αυτή να «ανορθωθεί», δηλ. ότι ―με τη γλώσσα τών Χριστιανών Περσοναλιστών― ο άνθρωπος πρώτα και ιεραρχικά, στη συνέχεια, ολόκληρη η λοιπή Φύση θα πρέπει να γίνει «πρόσωπο», για να «σωθεί» (δηλ. να επιτύχει το «καθ’ ὁμοίωσιν»), από την άλλη μεριά θεολογικά αποδοκιμάζουμε με βδελυγμία κάθε προσπάθεια (ανιμιστικής) «προσωπικής» βούλησης (πρβλ. Πανθεϊσμό) και αυτονόμησης της Φύσης, κάτι που ασφαλώς άγει κατ’ ευθείαν στην πολυαρχία και τον πολυδαιμονισμό, όπως μια Φυσική, δηλ. λογική, «φιλοσοφία», συνεπής στις Αρχές της (πρβλ. Αρχαιοελληνισμό), θα διανοούταν· γιατί κάτι τέτοιο, απλούστατα, θα σήμαινε ότι κάθε επιμέρους άλογο φυσικό στοιχείο διαθέτει (όχι απλώς τον δημιουργικό και προνοητικό λόγο του, αλλά και) το (ουσιοκρατικό) «κατ’ εἰκόνα» τού Θείου δημιουργού του, το οποίο αυτό «κατ’ εἰκόνα» του καλείται, ενεργοποιούμενο (συνεργιστικά), να φέρει προς το «καθ’ ὁμοίωσιν».

Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος, MA, DD, PhD 

Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας
Πηγή : iorthodoxitheologia.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου