Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ - Πρεσβυτέρου Χαραλάμπους Νεοφύτου

Πρεσβυτέρου Χαραλάμπους Νεοφύτου

                             

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ 

προ­λο­γος

O ἄν­θρω­πος πλά­στη­κε ἀ­πό τό Θε­ό γι­ά νά ζή­σει αἰ­ώ­νι­α μέ­σα στή χα­ρά τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Πλα­σμέ­νος κα­τ’ ἀρ­χάς πά­νω στή γῆ θά ἐρ­γα­ζό­ταν «τό κα­τ’ εἰ­κό­να» γι­ά νά φθά­σει στό « κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν» νά γί­νει δη­λα­δή θε­ός κα­τά χά­ρη καί νά εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Ὅ­μως ἀ­στό­χη­σε μέ τά γνω­στά γε­γο­νό­τα τῆς πα­ρα­κο­ῆς τῶν πρω­το­πλά­στων. Δι­ώ­χτη­κε ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο καί ζοῦ­σε μέ τή νο­σταλ­γί­α του, μέ­χρι πού ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ξεῦ­ρε τό μέ­σο γι­ά τήν ἐ­πα­νά­κτη­ση του. Μέ τή σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, τό πά­θος καί τήν Ἀ­νά­στα­σή Του, ἄ­νοι­ξεν ὁ δρό­μος πρός τόν  Πα­ρά­δει­σο. Τώ­ρα ἔ­χει τή δυ­να­τό­τη­τα ὁ ἄν­θρω­πος, ἄν τό θέ­λει φυ­σι­κά, νά  εἰ­σέλ­θει σ’ αὐ­τόν, μέ πά­ντο­τε μέ ὁ­ρι­σμέ­νες προϋ­πο­θέ­σεις. Ἀ­να­γκαί­α προϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι νά ἐ­φαρ­μό­ζει τό θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, νά μι­μη­θεῖ δη­λα­δή τή ζω­ή πού φα­νέ­ρω­σε καί ἔ­ζη­σε στή γῆ μας, ὁ Σω­τή­ρας μας Χρι­στός.
            Ἀ­ναμ­φι­σβή­τι­το γε­γο­νός εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­τά Χρι­στόν ζω­ή πο­λε­μᾶ­ται σφό­δρα ἀ­πό τόν πα­νοῦρ­γο δι­ά­βο­λο, καί τά τέ­κνα του, πού κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­α ἄ­φη­σε ὁ Κύ­ρι­ος νά ὑ­πάρ­χει, γι­ά νά δο­κι­μά­ζο­νται καί νά γί­νο­νται φα­νε­ροί οἱ ἀ­γω­νι­στές καί οἱ ἐ­ρα­στές τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ,γιά νά παίρ­νουν δί­και­α τό βρα­βεῖ­ο τῆς νί­κης.
            Ἔ­τσι λοι­πόν κά­θε ἄν­θρω­πος πού θέ­λει νά εἰ­σέλ­θει στήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, θά πρέ­πει νά ἀ­γωνι­στεῖ, νά πο­λε­μᾶ συ­νε­χῶς μέ­ρα καί νύ­κτα μέ τόν ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, τό δι­ά­βο­λο. Ἡ πά­λη εἶ­ναι ἄ­νι­ση καί δύ­σκο­λη γι­α­τί ὁ ἐ­χθρός εἶ­ναι ἄ­σαρ­κος, ἀ­ό­ρα­τος, ἄ­γρυ­πνος, καί ὁ ἄν­θρω­πος φορ­τω­μέ­νος τίς ἀ­δυ­να­μί­ες τῆς σάρ­κας μέ τίς λο­γῆς λο­γῆς ἐ­πι­θυ­μί­ες πού τόν κά­νουν ἀ­δύ­να­το. Γι­ά τό λό­γο αὐ­τό ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά  κα­τα­φύ­γει στή βο­ή­θει­α τοῦ Κυ­ρί­ου πού  σί­γου­ρα τή δί­νει ἄν τοῦ ζη­τη­θεῖ σω­στά καί μέ θέρ­μη ψυ­χῆς. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται λοι­πόν μι­ά σω­στή συ­νά­ντη­ση μέ τόν Θε­ό Πα­τέρ­α μας, νά τοῦ ζη­τή­σου­με τή βο­ή­θει­ά Του γι­ά τή σω­τη­ρί­α μας.Κι­’ ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι σή­με­ρα, ἐ­νῶ ἐ­πι­δι­ώ­κουν συ­να­ντή­σεις μέ ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους τοῦ κρά­τους, μέ ὑ­πουρ­γούς, βου­λευ­τές ἤ καί μέ τόν πρό­ε­δρο τοῦ κρά­τους, γι­ά τή λύ­ση προ­σκαί­ρων προ­βλη­μά­των, καί εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νοι νά  δυ­α­νύ­σουν ἀ­πο­στά­σεις καί κό­πους καί ἔ­ξο­δα νά ὑ­πο­στοῦν καί με­σῖ­τες νά βά­λουν χω­ρίς νά εἶ­ναι βέ­βαι­οι γι­ά τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δέν ἐ­πι­δι­ώ­κουν κα­μι­ά συ­νά­ντη­ση μέ τό Θε­ό τους πού δέν κο­στί­ζει τί­πο­τε πα­ρά μό­νο θέ­λη­ση καί ἀ­πό­φα­ση.Πό­σο μα­ται­ό­φρο­νας καί ἀ­φε­λής εἶ­ναι ὁ ἄν­θρωπ­ος ! Ἐ­νῶ γι­ά νά πε­τύ­χει κά­τι τό προ­σω­ρι­νό τό ὁ­ποῖ­ο σέ λί­γο θά ἀ­φή­σει ἀ­κτεί­θε­ται σέ κό­πους δα­πᾶ­νες,  γι­ά τήν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή του καί τή σω­τη­ρί­α του ἀ­δι­α­φο­ρεῖ σάν νά εἶ­ναι κά­τι χω­ρίς ἀ­ξί­α καί δέ δί­νει κα­μι­ά ση­μα­σί­α οὔ­τε ἐ­πι­δι­ώ­κει νά συ­ντή­σει τόν Πλά­στη του. Καί τή στι­γμή πού γι­ά νά συ­ντή­σει τό Θε­ό του δέ χρει­ά­ζε­ται νά δι­α­νύ­σει ἀ­πό­στα­ση, οὔ­τε νά κο­ποι­ά­σει. Φθά­νει μό­νο νά τό ἐ­πι­θυ­μή­σει Καί ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι δί­πλα του ἕ­τοι­μος νά τόν δε­χθεῖ σέ ἀ­κρό­α­ση καί νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τά δί­και­α αἰ­τή­μα­τά του.Ἴ­σως ὅ­μως ρω­τή­σει κά­ποι­ος, πῶς θά συ­να­ντή­σω τό Θε­ό;  Σί­γου­ρα μέ τήν προ­σευ­χή, εἶ­ναι ἡ ἀ­πά­ντη­ση. Μέ τή θερ­μή προ­σευ­χή συ­να­ντᾶ κά­ποι­ος τό Θε­ό καί τοῦ φα­νε­ρώ­νει τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του καί ζη­τᾶ τή βο­ή­θει­ά Του, ὅ­που­δή­πο­τε κι­’ ἄν βρι­σκε­ται.Δυ­στυ­χῶς, βλέ­που­με τό με­γά­λο αὐ­τό προ­νό­μι­ο τῆς προ­σευ­χῆς πού ἔ­χει μό­νον ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό τή δη­μι­ουρ­γί­α,  νά λεί­πει σή­με­ρα ἀ­πό τήν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν χρι­στι­α­νῶν. Λεί­πει ἡ προ­σευ­χή καί βα­σι­λεύ­ει ἡ κα­κί­α, ἡ ἁ­μαρ­τί­α, ἡ ἀ­νω­μα­λί­α καί ἡ σύγ­χυ­ση στήν κοι­νω­νί­α μας μέ τά γνω­στά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Εἶ­ναι λυ­πη­ρό γι­α­τί ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ προ­σευ­χή ἀ­πό τή ζω­ή πολ­λῶν χρι­στι­α­νῶν μέ ἀποτέλεσμα νά φτω­χαί­νει πνευ­μα­τι­κά ἡ κοι­νω­νί­α.  καί πολ­λοί νά χά­νουν τό μέ­τρο τῆς ζω­ῆς τους, νά χά­νουν τό δρό­μο τοῦ Θε­οῦ καί νά ἀ­κο­λου­θοῦν τά σκο­τά­δι­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας αἰ­χμά­λω­τοι ἀ­πό τά πά­θη τῆς ἡ­δο­νῆς καί τῆς σαρ­κο­λα­τρεί­ας πού ὁ­δη­γοῦν στήν ὑ­λο­φρο­σύ­νη καί τήν κα­τα­στρο­φή.Ἡ προ­σευ­χή ὅ­πως θά δοῦ­με στίς ἑ­πό­με­νες σε­λί­δες εἶ­ναι ἀ­πό τά ἀ­να­γκαι­ό­τε­ρα πρά­γμα­τα στόν ἄν­θρω­πο, γι­α­τί ἀ­πό τό βα­θμό πού προ­σεύ­χε­ται κά­ποι­ος ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἡ πνευ­μα­τι­κή του πρό­ο­δος καί συ­μπε­ρι­φο­ρά.Εἶ­ναι πο­λύ ἀ­πο­γο­η­τευ­τι­κό τό πρᾶ­γμα νά βλέ­πεις τούς μου­σουλ­μά­νους νά προ­σεύ­χο­νται στό Μω­ά­μεθ, καί οἱ χρι­στι­α­νοί βα­πτι­σμέ­νοι στόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό νά μήν προ­σεύ­χο­νται. Μᾶς προ­βλη­μα­τί­ζει ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς προ­σευ­χῆς καί ἐκ τῶν πρα­γμά­των ὑ­πο­χρε­ω­νό­μα­στε νά κά­νου­με κά­τι. Νά κα­τα­θέ­σου­με καί ἐ­μεῖς σαν ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Ὑ­ψί­στου τό  δί­λε­πτο τῆς χῆ­ρας» γι­ά τό θέ­μα μας. Ὅ­μως τό θέ­μα τῆς προ­σευ­χῆς δέν εἶ­ναι ἀ­πό τά θέ­μα­τα πού  εὔ­κο­λα προ­σεγ­γί­ζο­νται· δέν εἶ­ναι θέ­μα γνώ­σε­ως, ἀλ­λά θέ­μα βί­ω­σης καί ἐ­μπει­ρί­ας. Ἄν δέ βι­ώ­νεις τήν προ­σευ­χή δέ μπο­ρεῖς νά μι­λᾶς γι­’ αὐ­τήν οὔ­τε νά τή δι­δά­ξεις. Ἐ­μεῖς δυ­στυ­χῶς δἐν ἔ­χου­με αὐ­τή τήν ἱ­κα­νό­τη­τα καί γι­’ αὐ­τό θά κα­τα­φύ­γου­με στήν ἐ­μπει­ρί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας καί θά με­τα­φέ­ρου­με στίς σε­λί­δες πού ἀ­κο­λου­θοῦν, τή δι­δα­σκα­λία τους καί τίς συμ­βου­λές τους σέ ἁ­πλῆ ἔκ­φρα­ση, γι­ά νά βο­η­θή­σουν τόν ἀ­να­γνώ­στη τοῦ μι­κροῦ αὐ­τοῦ πο­νή­μα­τος, νά πει­σθεῖ καί νά δο­κι­μά­σει ἐ­φαρ­μό­ζο­ντας στή ζω­ή του κα­θη­με­ρι­νά τήν προ­σευ­χή, γι­ά τό δι­κό του συμ­φέ­ρο.
            Ὑ­πάρ­χουν σί­γου­ρα ἀ­ξι­ό­λο­γα βι­βλί­α γιά τήν προ­σευ­χή, γραμ­μέ­να ἀ­πό ἔμ­πει­ρους συγ­γρα­φεῖς καί ἴ­σως νά μήν χρει­α­ζό­ταν ἡ μι­κρή καί φτω­χή αὐ­τή ἀ­να­φο­ρά στήν προ­σευ­χή. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καί ἐμ­πε­ρί­στα­τοι καί ὁ­λι­γο­γράμ­μα­τοι ἀ­δελ­φοί μας, γι' αὐ­τούς γί­νε­ται αὐ­τή προ­σπά­θεια γιά νά τούς βο­η­θή­σου­με νά κα­τα­λά­βουν τήν ἀ­νάγ­κη τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς συ­νο­μι­λί­ας μέ τό Θε­ό, καί νά βρίσκουν παρηγοριά στίς δύσκολες ὥρες τῆς ζωῆς τους καί νά παίρνουν δύναμη καί θάρρος νά συνεχίζουν τή πορεία τους.
            Τε­λει­ώ­νο­ντας εὐ­χό­μα­στε νά βρεῖ ἀ­ντα­πό­κρι­ση στίς ψυ­χές τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας ἡ μι­κρή αὐ­τή προ­σπά­θει­α  καί νά γί­νει ἔρ­γο συ­νε­χές ἡ προ­σευ­χή, γι­α­τί μό­νον ἄν μά­θου­με νά προ­σευ­χό­μα­στε σω­στά καί κα­θη­με­ρι­νά θά ἀλ­λά­ξου­με τήν κοι­νω­νί­α μας, πά­ντο­τε μέ τή βο­ή­θει­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας, στόν Ὁ­ποῖ­ον ἄς εἶ­ναι κά­θε δό­ξα καί τιμή στού αἰῶνες.
  

Ἡ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

  Τί ἐννοοῦμε  ὅταν ἀναφερόμαστε στήν προσευχή.

            Μέ τή λέξη προ­σευ­χή καί προ­σεύ­χο­μαι, ἐν­νο­οῦ­με τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τή συ­νο­μι­λί­α μέ τό Θε­ό καί Πα­τέ­ρα μας, ἐν­νο­οῦ­με τό δι­ά­λο­γο πού ἀρ­χί­ζει κά­θε πι­στός μέ τό  Θε­ό.  Ὁ ἄν­θρω­πος κα­τα­φεύ­γει στό Θε­ό του, ἐ­πει­δή νοι­ώ­θει τήν ἀ­νά­γκη τῆς θεί­ας βο­ή­θει­ας καί ἐ­νί­σχυ­σής του στίς δύ­σκο­λες ἀλ­λά καί στίς χα­ρού­με­νες στι­γμές τῆς ζω­ῆς του. Δο­ξά­ζει, εὐ­χα­ρι­στεῖ καί πα­ρα­κα­λεῖ,  προ­σεύ­χε­ται δη­λα­δή.
            Ἡ προσευχή εἶναι ἠ συναναστροφή τοῦ νοῦ μέ τό Θεό. Ἡ προσευχή  ἀνεβάζει τό νοῦ ἀνθρώπου  στό Θεό καί γίνεται  ὀ προσευχόμενος συνόμιλος τοῦ Κυρίου.Αὐ­τό τό ἔρ­γο τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι προ­νό­μι­ο μό­νον τῶν ἀν­θρώ­πων. 

Ἡ προσευχή εἶναι ἀναγκαῖο ἔργο τοῦ ἀνθρώπου

             Η προσευχή εἶναι ἀναγκαῖο ἔργο γιά τόν ἄνθρωπο.Ἐ­πει­δή ἡ ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γη­μέ­νη κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἔ­χει φυ­σι­κή σχέ­ση μέ τό Θε­ό, ὅ­πως τό παι­δί μέ τόν πα­τέ­ρα του. Γι­’ αὐ­τό νοι­ώ­θει τήν ἀ­νά­γκη νά ὲ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ τό Δη­μι­ουρ­γό της τόν φυ­σι­κό της πα­τέ­ρα. Μι­ά τέ­τοι­α συ­νά­ντη­ση ἐ­ξα­σφα­λί­ζει σι­γου­ρι­ά, ἀ­σφά­λει­α ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς νοι­ώ­θει τό μι­κρό παι­δί κο­ντά στούς φυ­σι­κούς του γο­νεῖς. Ἄν στε­ρη­θεῖ ἡ ψυ­χή τή συ­νά­ντη­ση αὐ­τή, δέ μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ καί νά φτάσει στόν φυ­σι­κό της προ­ο­ρι­σμό. Ἐ­νῶ ἄν ὑ­πάρ­ξει αὐ­τή ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τόν Κύ­ρι­ό της, δι­ά τῆς προ­σευ­χῆς, τρέ­φε­ται πνευ­μα­τι­κά καί ἀν­απτύσ­σε­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κά καί εἰ­ρη­νεύ­ει καί  πετυχαίνει τόν προορισμό της.
            Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι ἀ­να­γκαί­α, γι­α­τί εἶ­ναι ὁ ὁ­δη­γός τοῦ ἀν­θρώ­που κο­ντά στό Θε­ό. Μέ τήν προ­σευ­χή συ­γκε­ντρώ­νε­ται κο­ντά στό Θε­ό ἡ δι­ά­νοι­α τοῦ ἀν­θρώ­που πού ἔ­χει δι­α­σκορ­πι­στεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α καί κα­θα­ρί­ζε­ται. Εἶ­ναι ἀ­να­γκαῖ­ο τό ἔρ­γο τῆς προ­σευ­χῆς, γι­α­τί κα­θη­με­ρι­νά ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­ντι­μέ­τω­πος μ’ ἕ­να ἀ­κή­ρυ­κτο πό­λε­μο μέ τούς ἄ­σαρ­κους δαί­μο­νες πού τοῦ πα­ρεμ­βά­λουν στή ζω­ή του πει­ρα­σμούς, θλί­ψεις, δο­κι­μα­σί­ες καί στε­νο­χω­ρί­ες. Καί αὐ­τήν ἀ­κό­μα τήν προ­σευ­χή προ­σπα­θοῦν νά τήν  ἐ­μπο­δί­σουν. Ἡ προ­σευ­χή σάν ἄλ­λη βα­κτη­ρί­α, στήριγμα, στη­ρί­ζει τόν ἄν­θρω­πο καί παίρ­νει δυ­νά­μεις καί ὅ­πλα γι­ά νά ἀ­ντα­πε­ξέλ­θει στίς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν δαι­μό­νων. Κυ­ρί­ως φω­τί­ζε­ται μέ τή Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί δι­α­κρί­νει τίς με­θο­δί­ες καί τίς πα­γί­δες τῶν ἀ­ο­ρά­των ἔ­χθρῶν.
             Ἡ προ­σευ­χή τι­μᾶ πο­λύ τόν ἄν­θρω­πο, γι­α­τί μι­μεῖ­ται τούς ἀγ­γέ­λους, οἱ ὁ­ποῖ­οι βρί­σκο­νται συ­νε­χῶς σέ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τό Θε­ό. Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι καί με­γά­λο στή­ρι­γμα στόν δο­κι­μα­ζό­με­νο ἄν­θρω­πο καί τόν προ­φυ­λάσ­σει ἀ­πό τήν ἀ­πό­γνω­ση καί τήν ἀ­πελ­πι­σί­α.Ἡ προ­σευ­χή ἔ­χει ρί­ζα τήν πί­στη καί ἄν­θος τήν ἐλ­πί­δα, γι­’ αὐ­τό ἐ­λευ­θρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό ἄγ­χος καί τήν ἀ­γω­νί­α πού μα­στί­ζει σή­με­ρα τόν κό­σμο.  Μέ τήν προ­σευ­χή ξε­χω­ρί­ζει ὁ πι­στός ἀ­πό τόν ἄ­πι­στο. Γι­α­τί πῶς θά προ­σευ­χη­θεῖ κά­ποι­ος πού δέν πι­στεύ­ει;
            Ἡ προσευχή εἶναι ἡ κορωνίδα ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ὅλα αὐτά  καί πολλά ἄλλα  διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυστόστομος.
            Ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων ἠ προ­σευ­χή εἶ­ναι καί δυ­να­τό ὅ­πλο στά χέ­ρια τοῦ χρι­στια­νοῦ, για­τί κατά τόν Ἰ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, εἷ­ναι: «τῶν πι­στῶν ὀ­χύ­ρω­μα, ὅ­πλο ἀ­κα­τα­μά­χη­το, ὥ­στε νά ἔ­χει δα­μά­σει τή φω­τιά, νά νι­κή­σει τό θυ­μό τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, νά στα­μα­τή­σει πο­λέ­μους καί νά δι­ώ­ξει δαί­μο­νες».
            Ὁ Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κρο­στάν­δης, ἕ­νας εὐ­λα­βής Ρῶσ­σος Κλη­ρι­κός, γρά­φει: «Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά προ­σευ­χό­μα­στε για­τί ἡ καρ­διά μας πε­θαί­νει πνευ­μα­τι­κά μέ τήν ἁ­μαρ­τί­α καί μό­νον ἡ προ­σευ­χή πού συ­νο­δεύ­ε­ται μέ δά­κρυ­α τήν ἀ­να­χω­ο­γο­νεῖ καί τήν κά­νει νά ἀ­να­πνέ­ει πά­λιν. ἄν δέν προ­σευ­χό­μα­στε κά­θε μέ­ρα θερ­μά,  εὔ­κο­λα καί γρή­γο­ρα θά πε­θά­νου­με πνευ­μα­τι­κά».
            Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι ἀ­ναγ­και­ο­τά­τη κα­τά τόν και­ρό τῶν θλί­ψε­ων καί τῶν θλι­βε­ρῶν γε­γο­νό­των πού συμ­βαί­νουν συ­χνά στόν ἀν­θρώ­πι­νο βί­ο. Ποῦ θά κα­τα­φύ­γει γιά πα­ρη­γο­ριά καί στή­ριγ­μα ὁ δο­κι­μα­ζό­με­νος ἄν­θρω­πος; Μή­πως στούς ἀν­θρώ­πους,  ἀλ­λά αὐ­τοί πο­λύ λί­γα μπο­ροῦν νά προ­σφέ­ρουν, Μή­πως στά πλού­τη, καί αὐ­τά δέν μπο­ροῦν νά προ­σφέ­ρουν πα­ρη­γο­ριά. Ἑ­πο­μέ­νως μό­νο μέ τήν προ­σευ­χή μας πρός τόν «δυ­νά­με­νον σώ­ζειν» Αὐτόν πού μπορεῖ νά σώζει, θά βροῦ­με σί­γου­ρα αὐ­τό πού ζη­τοῦ­με . Ἡ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ προ­φή­τη Δαυ­ΐδ μᾶς τό  ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει:« Κα­τά τήν ὧ­ρα τῶν θλί­ψε­ών μου φώ­να­ξα πρός τόν Κύ­ριο καί μέ ἄ­κου­σε» ( Ψαλ.119, 1). Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ά­κω­βος προ­τρέ­πει : «Ὑ­πο­φέ­ρει κά­ποι­ος με­τα­ξύ σας ἄς προ­σεύ­χε­ται» (Ἰ­ακ. 5,13).

  

Ἡ προσευχή πλουτίζει πνευματικά τόν ἄνθρωπο.

            Μέ­σα ἀ­πό τήν προ­σευ­χή του ὁ πι­στός ἀ­πο­κτά ἀ­γα­θά, ὅ­πως τό φω­τι­σμό τῆς ψυ­χῆς,  τή συγχώριση τῶν ἁμαρτιῶν ,τίς δι­ά­φο­ρες ἀ­ρε­τές,  τά χά­ρι­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, καί κάθε χαρά καί εὐλογία. Ἀ­κό­μα καί νά θαυ­μα­τουρ­γίες γίνονται μέ τή σωστή καί θερμή προσευχή, καί ἄλ­λα δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ, πού δέ μπο­ρεῖ νά τά βρεῖ που­θε­νά ἀλ­λοῦ. Καί ἕ­να ἄλ­λο σο­βα­ρό εὐ­ερ­γέ­τη­μα, εἶ­ναι ὅ­τι μέ τήν προ­σευ­χή δί­νου­με στόν α­ει­κί­νη­το νοῦ μας σω­στή ἀ­πα­σχό­λη­ση γιά νά μήν πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α.

Ἡ  ἀπουσία τῆς προσευχῆς ζημιώνει  τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει δυστυχισμένο.


             Ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς προ­σευ­χῆς, προ­κα­λεῖ πνευ­μα­τι­κό θά­να­το καί εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α γιά τόν χρι­στια­νό.Ἡ στέρηση τοῦ φαγητοῦ ἀπό τό σῶμα καί ἡ στέρηση τῆς προσευχῆς ἀπό τήν ψυχή ἔχουν τά ἴδια ἀποτελέσματα, τό θάνατο· στό μέν σῶμα, τό φυσικό θάνατό, στή δέ ψυχή τόν πνευματικό. Μή­πως δέν εἶ­ναι ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς προ­σευ­χῆς πού ἔ­κα­με σή­με­ρα τόν ἄν­θρω­πο, ἀ­το­μι­κι­στή, ἐ­γω­ϊ­στή, σκλη­ρό καί ἄ­πο­νο, σαρ­κο­λά­τρη καί φι­λή­δο­νο καί τήν κοι­νω­νί­α μας ζούγ­κλα καί κάθε ἄλλο παρά ἀνθρώπινη;
            Ἄν­θρω­πος πού δέν προ­σεύ­χε­ται δέν ἔ­χει τί­πο­τε, για­τί δέ ζη­τᾶ καί ἑ­πο­μέ­νως δέ λαμ­βά­νει, ἀλ­λά καί  ἀ­φοῦ δέν πλη­σιά­ζει τό Θε­ό, τόν αἰχ­μα­λω­τί­ζει ὁ δι­ά­βο­λος καί τόν πα­ρα­σύ­ρει στήν κα­κί­α του. Τόν κά­νει ἐ­γω­ϊ­στή, φί­λαυ­το, ὑ­περή­φα­νο, νο­μί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του αὐ­τάρ­κη, ἐ­νῶ εἶ­ναι πάμ­πτω­χος·  νο­μί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του δυ­να­τό, ἐ­νῶ εἶ­ναι χῶ­μα καί στά­χτη. Δέ στηρίζεται στό Θεό ἀλλά στόν ἑαυτό του καί σέ τελευταία ἄνάλυση  ἀ­πο­τυγ­χά­νει, για­τί τό στή­ριγ­μά του ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται τελικά σα­που­νό­φου­σκα.
  

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ προσεύχονταν


            Γιά νά ἀ­πο­φύ­γουν οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ, τόν πιό πά­νω κίν­δυ­νο πάν­το­τε προ­σεύ­χον­ταν καί θε­ω­ροῦ­σαν ἁ­μαρ­τί­αν νά πα­ρα­λεί­ψουν τήν προ­σευ­χή. Γιά πα­ρά­δειγ­μα ὁ προ­φή­της Σα­μου­ήλ, ἔ­λε­γε: « ἐ­μοί δέ μή γέ­νοι­το ἁ­μαρ­τεῖν τοῦ δι­α­λει­πεῖν με προ­σευ­χό­με­νον» (Α΄Βασ. 11, 13). Δη­λα­δή εἴ­θε νά μή μοῦ συμ­βεῖ νά πα­ρα­λεί­ψω τήν προ­σευ­χή μου καί νά ἁ­μαρ­τή­σω. Ἄν αὐ­τά ἔ­λε­γαν οἱ ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ, τί θά ποῦ­με ἔ­μεῖς σή­με­ρα πού ἡ ἁ­μαρ­τί­α δι­α­φη­μί­ζε­ται καί κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ τά πιό σύγ­χρο­να μέ­σα, τή συ­ναν­τοῦ­με σέ κά­θε μας βῆ­μα, σέ κά­θε μας κί­νη­ση καί εἶ­ναι τό­σο προ­κλη­τι­κή καί ἀ­πει­λη­τι­κή νά μᾶς  πα­ρα­σύ­ρει μέ τό μέ­ρος της; Ἄν δέν κα­τα­φεύ­γου­με μέ τήν προ­σευ­χή μας στό Θε­ό, γιά νά μᾶς στη­ρί­ξει, νά μᾶς δώ­σει δυ­νά­μεις νά  νι­κή­σου­με τήν ἁ­μαρ­τί­α καί νά γλυ­τώ­σου­με τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, πού ἀλ­λοῦ καί μέ ποι­ό τρό­πο θά ἀ­πο­φύ­γου­με αὐ­τή τήν αἰ­ώ­νια κα­τα­στρο­φή; Μιά εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­ση· Μό­νο μέ τήν προ­σευ­χή θά βο­η­θη­θοῦ­με καί θά νι­κή­σου­με.
            Ἄς προ­σευ­χό­μα­στε λοι­πόν ὅ­σο πιό συ­χνά μπο­ροῦ­με γιά νά ἔ­χου­με τήν ἀ­σφά­λεια πού ἐπιθυμοῦμε.


    η προσευχη στην αγια γραφη.

           
Ἡ προ­σευ­χή φαί­νε­ται νά εἶ­ναι βα­θιά ρι­ζω­μέ­νη στίς ψυ­χές τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τήν ἀρ­χή, με­τά τήν ἔ­ξω­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο, για­τί ἔ­γι­νε ἀ­νάγ­κη τῆς ἀ­δύ­να­μης καί τα­λαί­πω­ρης φύ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­νοί­γον­τας τήν  Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­πό τό πρῶ­το βι­βλί­ο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, θά συ­ναν­τή­σει τήν προ­σευ­χή σύν­τρο­φο τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ Ἀ­βρα­άμ καί ὅ­λοι οἱ Πα­τριά­ρχες, ὁ Μω­ϋ­σῆς, Ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ Ναυ­ῆ, στη­ρί­ζον­ταν στήν προ­σευ­χή. Εἶ­ναι γνω­στό τό γε­γο­νός ἐ­κεῖ­νο πού μέ τήν προ­σευ­χή του ὁ Μω­ϋ­σῆς στα­μά­τη­σε τόν ἥ­λιο καί δέν προ­χω­ροῦ­σε ἡ ἡ­μέ­ρα μέ­χρι πού  νί­κη­σαν τούς ἐ­χθρούς τους.
           
Θά ἀ­να­φέ­ρου­με μό­νο με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τά  πολ­λά, γιά νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ  ἀ­να­γνώ­στης πό­ση σημ­μα­σί­α ἔ­δι­ναν στή δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ.
           
Κά­ποι­ος πού με­λε­τᾶ τή Γρα­φή, δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή ἦ­ταν τό πλέ­ον πρό­σφο­ρο ὅ­πλο στά χέ­ρια τῶν ἀν­θρώ­πων ἐ­κεί­νων ἀνδ­ρῶν καί γυ­ναι­κῶν, τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ἡ προσευχή ἦταν καταφύγιο σωτηρίας σέ στιμές θλίψεων, ἀλλά καί σέ στιγμές χαρᾶς καί εὐφροσύνης αἰτία δοξολογίας. Καμιά τελετή, κανένα ἔργο δέ γινόταν ἄν δέν προπορευόταν κάποια προσευχή.

Αὐτό βέβαια τό υἱοθέτησε καί ἡ Ἐκκλησία μας καί ὅπως βλέπουμε  στό εὐχολόγιο ὑπάρχουν εὐχές – προσευχές γιά κάθε περίσταση. Κι’ ὅμως  οἰ σημερινοί χριστιανοί, ἄλλοι τίς ἀγνοοῦν καί ἄλλοι δέν τούς δίνουν σημασία, ἀφήνοντας κατά μέρος τίς προσευχές σάν κάτι τό ἀχρείαστο.

           
Ἄς δοῦμε λοιπόν ἔστω καί ἐλάχιστα παραδείγματα πρῶτα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.
           
Μέ τήν­ προ­σευ­χή ὁ Ἰ­σα­άκ ἔ­λυ­σε τήν στεί­ρω­ση τῆς γυ­ναί­κας του Ρεβ­βέκ­κας.( Γέ­νε­ση.25, 21)
Μέ τήν προσευχή του ὁ Μωϋσῆς πόσες φορές  δέν ἔσωσε τό λαό του ἀπό τόσους κινδύνους; Μέχρι καί τόν ἥλιο σταμάτησε καί παρατάθηκε ἡ ἡμέρα γιά νά νικηθοῦν οἱ ἐχθροί τοῦ λαοῦ του.( Ἰησοῦς Ναυῆ, 10. 12,13).
Ὁ βασιλιάς Ἐζεκίας πέφτει ἄρρωστος «ἕως θανάτου» καί τόν πληροφορεῖ ὁ πρ. Ἠσαΐας ὅτι θά ἀ­πο­θά­νει. Ἀ­μέ­σως ἀρ­χί­ζει προ­σευ­χή με­τά δα­κρύ­ων καί ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­κού­ει καί τοῦ ἀ­παν­τᾶ: « Ἤ­κου­σα τῆς προ­σευ­χῆς σου, εἶ­δον τά δά­κρυ­ά σου... ἰ­δού ἱ­ά­σο­μαί σε... καί προ­σθή­σω ἐ­πί τάς ἡ­μέ­ρας σου 15 ἔ­τη».(Δ΄ Βασ. 20. 1-6)
Ἡ Πα­να­γί­α μας δέν εἶ­ναι καρ­πός προ­σευ­χῆς τῶν ἀ­τέ­κνων γο­νέ­ων της τοῦ Ἰ­ω­α­κείμ καί τῆς Ἄν­νας;
Ἡ βα­σί­λισ­σα Ἐ­σθήρ μέ τήν προ­σευ­χή της ἔ­σω­σε τόν Ἰ­ου­δα­ϊ­κό λα­ό ἀ­πό τή σφα­γή. (Ἐ­σθήρ, 5. 1).
Ὁ προ­φή­της Δα­νι­ήλ μέ τήν προ­σευ­χή του  γνώ­ρι­σε μέ ἀ­πο­κά­λυ­ψη Θε­οῦ τόν χρό­νο ἐρ­χο­μοῦ τοῦ Μεσ­σί­α καί τό τέ­λος τοῦ κό­σμου. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στό ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλί­ο.
Ὁ Βα­σι­λιάς Δαυ­ΐδ ἔ­γι­νε συ­νώ­νυ­μος μέ τήν προ­σευ­χή. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με τό «Ψαλ­τή­ρι τοῦ Δαυ­ΐδ».
Δέ θά μᾶς φτάσει ὁ χρόνος  ἀπό τοῦ νά διηγοῦμε παραδείγματα προσευχῆς ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.
Ἄς  πᾶ­με τώ­ρα καί στήν Και­νή Δι­α­θή­κη, τή δι­κή μας ἐ­πο­χή, γιά νά δοῦ­με καί ἐ­δῶ ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι τό Α καί τό Ω τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς. Εἶ­ναι τό θε­μέ­λιο πού στη­ρί­ζει τό πνευ­μα­τι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Να­ζω­ραί­ου. Εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τῆς  πνευ­μα­τι­κῆς προ­ό­δου καί σω­τη­ρί­ας.
Στήν ἐ­πο­χή τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἡ προ­σευ­χή λαμ­βά­νει ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Ἐ­νῶ στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη­ἡ προ­σευ­χή πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν μό­νο στού οἰ­κεί­ους καί ὁ­μο­ε­θνεῖς,  τώ­ρα δι­ευ­ρύ­νε­ται καί συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τούς ἐ­χθρούς ἀ­κό­μα « προ­σεύ­χε­σθε ὑ­πέρ τῶν ἐ­πη­ρει­α­ζόν­των ὑ­μᾶς». Τή δι­ά­στα­ση αὐ­τή ἔ­δω­σε ὁ Ἴ­διος ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς μέ τό λό­γο του καί τό πα­ρά­δειγ­μά του. Μέ τήν προ­τρο­πή «αἰ­τεῖ­τε, ζη­τεῖ­τε καί κρού­ε­τε,» (Λουκ. 11. 9) τήν προ­σευ­χή ἐν­νο­οῦ­σε. Ὁ Ἴ­διος μᾶς πα­ρέ­δω­σε καί ἕ­να δεῖγ­μα προ­σευ­χῆς τό  γνω­στό « Πά­τερ ἡ­μῶν...» πού τό γνω­ρί­ζουν καί τά μι­κρά παι­διά. Στούς μα­θη­τές Του ἔ­λε­γε νά ἀ­γρυ­πνοῦν καί νά προ­σεύ­χον­ται ( Μάρκ.13. 23).
  

Δέν ἀρ­κέ­σθη­κε ὁ Κύ­ριος μό­νο στό νά  συμ­βου­λεύ­ει γιά προ­σευ­χή, ἀλ­λά πρῶ­τος Αὐ­τός προ­σευ­χό­ταν « ἦν δι­α­νυ­χτε­ρεύ­ων ἐν τῇ προ­σευ­χῇ τοῦ Θε­οῦ» (Λουκ. 6. 12). Εἶ­ναι δέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἡ « Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή Του» πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἐὐ­α­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης.  Καί πρέ­πει νά ἐ­πι­με­νου­με λέ­γει στήν­προ­σευ­χή μας καί γιά τοῦ­το εἶ­πε καί τήν πα­ρα­βο­λή τοῦ « ἄ­δι­κου κρι­τή καί τῆς ἀ­δι­κου­μέ­νης χή­ρας»(Λουκ. 18.21)Γιά νά μᾶς ἐν­θαρ­ρύ­νει ἀ­κό­μα μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι «ὅ­σα ζη­τή­σου­με στήν προ­σευ­χή μας καί πι­στεύ­ου­με πώς θά τά λά­βου­με, θά τά λά­βου­με σί­γου­ρα» (Ματθ. 21. 22) Με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψη Του στούς οὐ­ρα­νούς, ἡ προ­σευ­χή ἔ­γι­νε ἀ­χώ­ρι­στος σύν­τρο­φος τῶν  μα­θη­τῶν Του, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Λου­κᾶς, «ἦ­σαν προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες τῇ προ­σευ­χῇ καί τῇ δε­ή­σει» (Πράξ.1. 14)
Ὁ  ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ τή σει­ρά του  ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος συμ­βου­λεύ­ει τούς χρι­στια­νούς τῆς Ρώ­μης: «νά προ­σκαρ­τε­ροῦν στίς προ­σευ­χές» ( Ρωμ. 12,12.) Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος τό ἴ­διο κά­νει (Α΄Πέ­τρου 4.7).
Ὅ ­λα ὅ­σα δί­δα­ξε ὁ Κύ­ριος καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τά πα­ρά­λα­βε καί τά ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας μέ τίς δι­ά­φο­ρες Ἀ­κο­λου­θί­ες καί Λει­τουρ­γεῖ­ες τις.
Με­γά­λη εἶ­ναι καί ἡ συμ­βο­λή ἐ­κεί­νων τῶν πα­λαι­ῶν Ἀ­σκη­τῶν τῆς ἐ­ρή­μου στή δι­ά­δο­ση καί χρή­ση τῆς προ­σευ­χῆς, στόν πι­στό λα­ό τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί οἱ λό­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τίς προ­σευ­χές πού συ­νέ­τα­ξαν βο­ή­θη­σαν τά μέ­γι­στα στό  νά  γί­νει ἀ­νάγ­κη ἡ προ­σευ­χή, ἀλ­λά καί σ’ ὅ,τι τήν ἀ­φο­ρᾶ.
Τό συμ­πέ­ρα­σμα ἀ­π’ ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρα­με πρέ­πει κά­θε χρι­στια­νός ἄν θέ­λει νά­ προ­ο­δεύ­ει πνευ­μα­τι­κά στή ζω­ή του καί νά ἔ­χει τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, θά πρέ­πει νά μά­θει νά προ­σεύ­χε­ται σω­στά καί συ­χνά, πρᾶγ­μα πού θά μᾶς τό δι­δά­ξουν στή συ­νέ­χεια οἱ σο­φοί μας Πα­τέ­ρες.

  

που, ποτε, πως;

           
Ὅ­πως εἴ­δα­με εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α ἡ προ­σευ­χή καί πρέ­πει νά προ­σευ­χό­μα­στε, ἀλ­λά προ­βάλ­λουν καί με­ρι­κά ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά τά ὅ­ποῖ­α θέ­λουν ὑ­πεύ­θυ­νη ἀ­πάν­τι­ση. Τά ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά αὐ­τά εἶ­ναι τά πιό κά­τω:
           
α) Ποῦ, σέ ποι­ό μέ­ρος θά πρέ­πει νά προ­σεύ­χε­ται ὁ ἄν­θρω­πος;
           
Στό ἐρώτημα αὐτό, ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, λέ­γον­τας: «Κά­θε τό­πος, κά­θε και­ρός εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιά τήν προ­σευ­χή, ἄ­κου­σε καί τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο πού λέ­γει « σέ κά­θε τό­πο ση­κώ­νον­τας τά ἅ­για χέ­ρια σας χω­ρίς ὀρ­γή καί ἀμ­φι­βο­λί­ες» ( Α΄Τιμ.2.20).
           
 Ἄν ἔ­χεις κα­θα­ρή τή συ­νεί­δη­σή σου ἀ­πό τά ἄ­γρια πά­θη, εἴ­τε βρί­σκε­σαι στήν ἀ­γο­ρά, εἴ­τε στό  σπί­τι, εἴ­τε στό δρό­μο, εἴ­τε στή θά­λασ­σα, εἴ­τε στό ξε­νο­δο­χεῖ­ο, εἴ­τε βρί­σκε­σαι στό ἐρ­γο­στά­σιο καί ὅ­που δή­πο­τε κι’ ἄν εἶ­σαι, θά μπο­ρέ­σεις νά ἐ­πι­κα­λε­σθεῖς τή δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ». Ὁ τό­πος δέν ἐμ­πο­δί­ζει τήν προ­σευ­χή, φτά­νει νά τό  θέ­λει ὁ ἄν­θρω­πος. Ὁ κά­θε τό­πος προ­σφέ­ρε­ται γιά προ­σευ­χή φτά­νει μό­νο ἡ ψυ­χή νά  νοι­ώ­σει τήν προ­σευ­χή σάν ἀ­νάγ­κη. Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως ὁ ἰ­δα­νι­κός τό­πος γιά προ­σευ­χή εἶ­ναι ἡ ἡ­συ­χί­α καί ἡ γα­λή­νη τῆς νύ­χτα, ὅ­πως προ­τι­μοῦ­σε καί ὁ Κύ­ριος πού ἀ­πο­σύ­ρό­ταν σέ ἔ­ρη­μο τό­πο τά βρά­δυ­α γιά τήν προ­σευ­χή Του. Ἴ­σως πε­ρισ­σό­τε­ρο καρ­πο­φό­ρα νά εἶ­ναι ἡ ὁ­μα­δι­κή προ­σευ­χή κα­τά τή διά­ρκεια τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, ὅ­πως θά δοῦ­με ἀλ­λοῦ.
           
β) Πότε περέπει νά προσευχόμαστε;
           
Εἶ­ναι καί αὐ­τό ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα πού φα­νε­ρώ­νει τήν ἄ­γνοι­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς καί πρέ­πει νά δώ­σου­με σα­φή ἀ­πάν­τη­ση. Γε­νι­κή ἀ­πάν­τη­ση δέ μπο­ρεῖ νά δο­θεῖ, για­τί οἱ κα­τη­γο­ρί­ες προ­σευ­χο­μέ­νων εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρες τῆς μιᾶς. Ἔτσι  μιά κατηγορία χριστιανῶν ἔχουν τήν προσευχή σάν τροφή τῆς ψυχῆς τους καί  γι’ αὐτούς δέν χρειάζεται καμιά ἀπά-ντηση, γιατί προσεύχονται συχνά  καί σχεδόν ἀδιάλειπτα.
           
Αὐ­τοί πού χρει­ά­ζον­ται ἀ­πάν­τη­ση καί ὁ­δη­γί­ες εἶ­ναι οἱ χρι­στια­νοί πού τούς ἀ­πορ­ρο­φοῦν οἱ μέ­ρι­μνες τοῦ πρό­σκαι­ρου τού­του βί­ου, ἀλ­λά ἡ ψυ­χή τους,  ἀ­να­ζη­τᾶ τήν συ­νάν­τη­ση μέ τό Θε­ό της· καί ἡ συ­νεί­δη­ση τους τούς ἐ­λέγ­χει γιά τήν ἔλ­λει­ψη τῆς προ­σευ­χῆς καί γι’ αὐ­τό ἐ­ρω­τοῦν. Μιά πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ προ­φή­τη και βα­σι­λιά Δαυ­ΐδ< ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γει ὅ­τι προ­σευ­χό­ταν « Ἑ­σπέ­ρας καί πρωΐ καί με­σημ­βρί­ας» δη­λα­δή νύ­χτα, πρωΐ καί βρά­δυ τό ἐ­λά­χι­στο πρέ­πει νά προ­σεύ­χε­ται ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­κο­μα ὁ ἴ­διος προ­σθέ­τει :« Καί με­σο­νύ­κτιον ἐ­ξε­γει­ρό­μην ἐ­ξο­μο­λο­γή­σα­σθαι ἐ­πί τά κρί­μα­τα τῆς δι­και­ο­σύ­νης σου»(ψαλμ. 118. 62). Ἐ­κτός τῆς ἑ­πέ­ρι­νῆς, τῆς πρω­ϊ­νῆς προ­σευ­χῆς καί τά με­σά­νυ­κτα δι­έ­κο­πτε τόν ὕ­πνο του  γιά νά δο­ξο­λο­γή­σει τό Θε­ό. Ὁ δέ Μ. Βα­σί­λει­ος, λέ­γει: « Και­ρός προ­σευ­χῆς ἔ­στω ἅ­πας ὁ βί­ος ἡ­μῶν» Δη­λα­δή και­ρός προ­σευ­χῆς ἄς εἶ­ναι ὅ­λος ὁ βί­ος μας.
           
Ἀ­πό τά πιό πά­νω ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει καθο­ρι­σμέ­νος χρό­νος γιά προ­σευ­χή, ἐπειδή  αὐτή εἶναι  ἀνάγκη τῆς ψυχῆς  καί αὐτή ἡ ἀνάγκη πρέπει νά ἱκανοποιεῖται συχνά γιατί κρατεῖ τήν ψυχή ζωντανή, ἑνωμένη μέ τόν Πλάστη της καί ἀκμαία. Χρειάζεται ἔτσι, σέ κάθε στιγμή νά ὑψώνουμε τό νοῦ μας στόν οὐρανό ὅπου δήποτε βρισκόμαστε καί νά λέμε ἕνα «δόξα σοι Κύριε»· εὐκαιρίες  μᾶς δίνονται  πολλές σέ κάθε στιγμή. Ὅπου κι’ ἄν στρέψεις τή ματιά σου  βλέπεις τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. « Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ τό στερέωμα  αὐτοῦ». 
           
Ἡ συνεχής μνήμη τοῦ Θεοῦ στό νοῦ μας  ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο καί τόν  θωρακίζει  στίς προσβολές τοῦ πονηροῦ.
           
Πα­ρ’ ὅ­λα τά πιό πά­νω, με­ρι­κοί πού ἀ­σχο­λοῦν­ται πο­λύ μέ τά πράγ­μα­τα τοῦ  κό­σμου τού­του καί χρη­σι­μο­ποι­οῦν τό χρό­νο τους σχε­δόν ὅ­λον σ’ αὐ­τά, ἴ­σως νά μήν ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν. Θά τούς συμ­βου­λεύ­α­μα αὐ­τούς νά προ­σπα­θή­σουν νά κα­τα­νέ­μουν σω­στά τό χρό­νο τους καί σί­γου­ρα θά βρί­σκουν καί χρό­νο γιά τήν προ­σευ­χή τους φτά­νει νά τό ἀ­πο­φα­σί­σουν. Ὅ­ταν κά­ποι­ος πού ἀ­γα­πᾶ τήν προ­σευ­χή, ση­κω­θεῖ ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι του  10 λε­πτά ἑ­νω­ρί­τε­ρα, σί­γου­ρα αὐ­τός ὁ χρό­νος ἀρ­κεῖ νά δι­α­βά­σει τίς  «Ἑ­ω­θι­νές προ­σευ­χές» τῆς ‘Ἐκ­κλη­σί­ας, τίς ὁ­ποῖ­ες μπο­ρεῖ νά βρεῖ στά προ­σευ­χη­τά­ρια. Τό με­ση­μέ­ρι Νά μήν πα­ρα­λεί­πει τίς προ­σευ­χές πρίν καί με­τά τό φα­γη­τό, καί τό βρά­δυ ὅ­ταν προ­γραμ­μα­τί­σει τίς ἀ­σχο­λί­ες του, σί­γου­ρα θά βρεῖ ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς ὧ­ρας γιά δι­α­βά­σει τό« Μι­κρό Ἀ­πό­δει­πνο» ἤ ἄλ­λες προ­σευ­χές καί μέ δι­κά του λό­για. Καί πρέ­πει νά  προ­σπα­θή­σει κά­ποι­ος, για­τί ἄν γιά τήν πρό­σκαι­ρη αὐ­τή ζω­ή κά­νει τό­σες προ­σπά­θει­ες, για­τί νά μήν καί γιά τήν ψυ­χή του κά­τι πού θά τήν βο­η­θή­σει στόν αἰ­ῶ­να τόν ἅ­παν­τα;
  

πως προσευχομαστε;

           
Ποιό τρόπο δηλαδή καί ποιά στάση ἤ διάθεση πρέπει νά   ἔχουμε κατά τήν προσευχή;
           
α) Ὁ ἄν­θρω­πος κα­τά τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς πρέ­πει νά ἔ­χει τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι βρί­σκε­ται ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τέ­ρα του, τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ καί Προ­στά­τη του. Ἀ­νά­λο­γα μέ τό βαθ­μό πού ζεῖ τό γε­γο­νός αὐ­τό, σί­γου­ρα θά εἶ­ναι ἡ στά­ση του καί ἡ δι­ά­θε­σή του.
           
Ἡ στάση τοῦ προσευχομένου τῆν ὥρα τῆς προσευχῆς  ἐξαρτᾶται ἀπό τή ψυχική διάθεση του καί τήν ὑγεία του.
           
Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά στά­θεῖ βλέ­πον­τας πάν­το­τε κα­τ’ ἀ­να­το­λάς νά ἀρ­χί­σει τήν προ­σευ­χή του, ἄλ­λος μπο­ρεῖ νά γο­να­τί­σει καί νά κά­νει καί με­τά­νοι­ες καί ἄλ­λος πού δέ μπο­ρεῖ νά στα­θεῖ ἄς προ­σευ­χη­θεῖ κα­θή­με­νος, ἀλ­λά καί ξα­πλω­μέ­νος στό κρεβ­βά­τι τοῦ πό­νου μπο­ρεῖ νά προ­σεύ­χε­ται καί νά εἰ­σα­κούν­ται οἱ προ­σευ­χές του, ἀρ­κεῖ νά γί­νον­ται ἐκ βά­θους ψυ­χῆς.
           
Δέ θά πρέπει νά άφήσουμε πίσω καί τήν  σύντομη ἀσκητική νοερή προσευχή « Τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό», πού  γίνεται τεράστια δύναμη γιά τόν πιστό. Εἶναι σύντομη ἀλλά περιεκτική,  καί πολύ εὐεργετική. Μπορεῖς ἀκόμα καί τήν ὥρα τῆς ἐργασίας σου νά τήν ἐφαρμόζεις, φτάνει  νά τή λές  ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς σου. 
           
β) Ἡ προσευχή μπορεῖ νά  γίνει κατά τρεῖς διαφορετικούς τρόπους.
           
α)  Ὁ προσευχόμενος, ὄρθιος ἤ γονατιστός, ὅπως ἀναφέραμε πιό πάνω, κάνει τήν προσευχή του  μέ δικά του λόγια ἤ διαβάζει ἀπό βιβλίο προσευχές τῆς Ἐκκλησίας μπροστά σέ εἰκόνες, ὑπάρχουν καί κάνει καί μετάνοιες .
           
β)  Ἄλ­λος ὄρ­θιος ἤ γο­να­τι­στός ὑ­ψώ­νει τό νοῦ του στό Θε­ό καί  προ­ση­λώ­νε­ται ἐ­κεῖ χω­ρίς νά κι­νεῖ τή γλῶσ­σα του, προ­σεύ­χε­ται μέ τό νοῦ του στό Θε­ό σι­ω­πη­ρῶς. Αὐ­τός ὁ τρό­πος εἶ­ναι καί δύ­σκο­λος, για­τί ὁ πο­νη­ρός δι­α­κό­πτει τήν προ­σευ­χή μέ  λο­γι­σμούς πού εἰ­σά­γει στό νοῦ καί πρέ­πει ὁ προ­σευ­χό­με­νος νά μήν τούς δί­νει προ­σο­χή.
           
γ) Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος πού προ­σεύ­χε­ται ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τή δυ­σκο­λί­α πού ἀ­να­φέ­ρα­με,  τῆς συγ­κέν­τρω­σης ἤ δέ γνω­ρί­ζει πολ­λά πράγ­μα­τα γιά τήν προ­σευ­χή, εἶ­ναι δη­λα­δή ἀρ­χά­ριος, ἤ θέ­λει νά προ­σευ­χη­θεῖ ἐ­κτε­νέ­στε­ρα, μπο­ρεῖ νά πά­ρει ἕ­να προ­σευ­χη­τά­ριον καί νά ἐ­πι­λέ­ξει τίς προ­σευ­χές του ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἀ­νάγ­κες του καί προ­σέ­χει ὥ­στε νά ἐν­νο­εῖ τίς λέ­ξεις πού δι­α­βά­ζει καί τά νο­ή­μα­τά τους, γιά νά μήν τόν πα­ρα­σύ­ρει ὁ πο­νη­ρός μέ τούς λο­γι­σμούς πού ἐ­πι­χει­ρεῖ νά τόν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πό τήν προ­σευ­χή.  Χρει­ά­ζε­ται πολ­λή προ­σο­χή καί ἐ­πι­μο­νή.


στοιχεια θεαρεστης  προσευχης.


           
Γιά νά εἶναι θεάρεστη καί καρποφόρα ἡ προσευχή, εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρχουν μερικές προϋποθέσεις καί ἀναγκαῖα στοιχεῖα, στά ὁποῖα θά ἀναφερθοῦμε στή συνέχεια.
           
Πρώτη καί καλλίτερη προϋπόθεση εἶναι ἡ φλογερή ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ δί­ψα καί ὁ πό­θος τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου νά συ­ναν­τή­σει τό Θε­ό, ὅ­πως τήν πε­ρι­γρά­φει ὁ Δαυ­ΐδ: « Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς πο­θεῖ τό ἐ­λά­φι τίς πη­γές τῶν ὑ­δά­των, ἔ­τσι καί ἡ ψυ­χή μου σέ  ἐ­δί­ψα­σε Θε­έ μου»(Ψαλμ. 41.23).
Αὐ­τή ἡ δί­ψα πρέ­πει νά δι­α­κα­τέ­χει τήν ψυ­χή κά­θε πι­στοῦ·  ἀλ­λά καί πρίν ἀρ­χί­σει ὁ χρι­στια­νός τήν προ­σευ­χή του θά πρέ­πει νά ἀ­φή­σει κα­τά μέ­ρος ὅ­λες τίς ὑ­λι­κές ὐ­πο­θέ­σεις πού τόν ἀ­πα­σχο­λοῦν, γιά νά μήν τοῦ γί­νουν ἐμ­πό­διο κα­τά τή διά­ρκεια τῆς προ­σευ­χῆς·  καί νά προ­σέλ­θει στήν προ­σευ­χή μέ  θι­ά­θε­ση καί φρό­νη­μα ἱ­κέ­τη, ζη­τιά­νου καί νά  πλη­σιά­ζει τό Θε­ό γιά νά τόν ἱ­κε­τεύ­σει, νά τόν πα­ρα­κα­λέ­σει γι’ αὐ­τά πού τόν ἀ­πα­σχο­λοῦν καί κυ­ρί­ως γιά τή σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς του.
Νά εἶ­ναι ὁ­πλι­σμέ­νος μέ τήν ἀ­κλό­νι­τη πί­στη ὅ­τι ὁ Θε­ός τόν ἀ­κού­ει καί θά τοῦ ἀ­παν­τή­σει στήν προ­σευ­χή του καί θά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τά δί­και­α αἰ­τή­μα­τά του ἀλ­λά προ­παν­τός ὅ­σα ὠ­φε­λοῦν τήν ψυ­χή του, ἐ­πει­δή Αὐ­τός μᾶς προ­τρέ­πει:«αἰ­τεῖ­τε καί δο­θή­σε­ται ὑ­μῖν» (Ματθ. 5, 9).
Ὁ  Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κρον­στάν­δης το­νί­ζει τήν βε­βαι­ό­τη­τα στήν προ­σευ­χή, γρά­φον­τας τά ἑ­ξῆς:«Κα­τά τήν προ­σευ­χή, πρέ­πει νά εἴ­μα­στε ἀ­πό­λυ­τα βἐ­βαι­οι ὅ­τι κά­θε τι, πού λέ­με ἤ σκε­πτό­μα­στε θά ἐκ­πλη­ρω­θεῖ. εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λο στόν Κύ­ριον νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τά αἰ­τή­μα­τά μας, νά μει τό κά­θε τι σύμ­φω­να μέ τά λό­για μας. Αὐ­τή ἡ πε­ποί­θη­ση εἶ­ναι κά­τι τό ὁ­μα­λό καί ἀ­βί­α­στο γιά τόν ἀ­λη­θι­νόν πι­στόν, ὅ­πως ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­να­πνο­ή του, ἡ ἴ­δια ἡ ὄ­ρα­ση του, ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­κο­ή του. Ἔ­χει δι­α­πι­στω­θεῖ ὅ­τι συ­χνά, δέ με­σο­λα­βεῖ χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἀ­νά­με­σα στά λό­για τοῦ ψαλ­μι­κοῦ στί­χου:« Φω­νῇ μου πρός Κύ­ριον ἐ­κέ­κρα­ξα καί ἐ­πή­κου­σέ μου»(Ψαλμ.3.5). Δέ­ξου αὐ­τήν τήν βε­βαι­ό­τη­τα μέ τήν εὐ­κο­λί­α πού ἀ­να­πνέ­εις».
Ἀλ­λά καί τό τα­πει­νό φρό­νη­μα, πα­ρά­δειγ­μα ὁ τε­λώ­νης τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, νά συ­νο­δεύ­ει τήν προ­σευ­χή.  Τά λό­για τῆς προ­σευ­χῆς θά πρέ­πει νά βγαί­νουν ἀ­πό τήν καρ­διά τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου μέ θέρ­μη ψυ­χῆς καί τό νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων νά πλη­μυ­ρί­ζει ὅ­λο τό εἶ­ναι του.

Νά μήν ἔ­χει κα­κί­α μέ κα­νέ­να, σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­δη­γί­ες τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ πού πα­ραγ­γέλ­λει: «Καί ὅ­ταν στέ­κε­σθε καί προ­σεύ­χε­σθε, νά συγ­χω­ρῆ­τε ἐ­άν ἔ­χε­τε κά­τι ἐ­ναν­τί­ον κά­ποι­ου, γιά νά σᾶς συγ­χω­ρή­σῃ τίς ἁ­μαρ­τί­ες σας καί ὁ πα­τέ­ρας σας ὁ οὐ­ρά­νιος» (Μάρκ. 11.25). Ὅ­ταν σκο­πεύ­ου­με νά προ­σευ­χη­θοῦ­με, σύμ­φω­να μέ τά λό­για τοῦ Χρι­στοῦ μας, θά πρέ­πει νά ἐ­ξε­τά­σου­με τόν ἑ­αυ­τό μας, μή­πως κά­τι πού μᾶς βα­ρύ­νει, ἐ­ναν­τί­ον κά­ποι­ου. Θά πρέ­πει πρῶ­τα νά κα­θα­ρί­σου­με τήν ψυ­χή μας ἀ­πό κά­θε ἴ­χνος μνη­σι­κα­κί­ας ἤ ἀ­δι­κί­ας, για­τί ἄν ἔ­χου­με κά­τι τέ­τοι­ο δέ θά  μᾶς ἀ­κού­σει ὁ Κύ­ριος μας, για­τί ἡ προ­σευ­χή μέ  ἐ­νο­χές εἶ­ναι ἀ­κά­θαρ­τη προ­σευ­χή καί δέν  εἰ­σα­κού­ε­ται ἀ­πό τόν Κύ­ριο.
Νά προ­σέ­χει ὁ προ­σευ­χό­με­νος ὥ­στε ἡ προ­σευ­χή του νά μήν εἶ­ναι μό­νο γιά τό ἄ­το­μό του καί τούς φί­λους του  ἀλ­λά κυ­ρί­ως γιά τούς ἐ­χθρούς του, για­τί αὐ­τή ἡ προ­σευ­χή κα­τά τούς ἔμ­πει­ρους Πα­τέ­ρες, κτυ­πᾶ μέ ὁρ­μή τούς δαί­μο­νες καί τούς ντρο­πιά­ζει ἀ­φάν­τα­στα.  Χρει­ά­ζε­ται ἀ­κό­μα καί με­γά­λη ἐ­πι­μο­νή, για­τί αὐ­τή κα­τά τόν Μα­κά­ριο τόν Αἰ­γύ­πτιο, « Εἶ­ναι ἡ συγ­κε­φα­λαί­ω­ση κά­θε ἀ­γα­θῆς ἐ­πι­μέ­λειας καί ἡ κο­ρυ­φή τῶν κα­τορ­θω­μά­των».
Καί τέ­λος, ἐ­πει­δή ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι τό πλέ­ον ἐ­πί­πο­νον ἔρ­γο τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς, ἐ­πει­δή πο­λε­μᾶ­ται σφό­δρα ἀ­πό τούς δαί­μο­νες, χρει­ά­ζε­ται νά βιά­ζει κα­νείς τόν ἑ­αυ­τό του γιά τήν προ­σευ­χή. Στήν ἀρ­χή σί­γου­ρα θά συ­ναν­τή­σει πολ­λήν δυ­σκο­λί­α, ὕ­στε­ρα ὅ­μως ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βιά­ζει τόν  ἑ­αυ­τό του, τό­σο πιό εὔ­κο­λα θά προ­σεύ­χε­ται.

  

περιεχομενο της προσευχης.


Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς προ­σευ­χῆς μας, θά  δα­νει­στοῦ­με τά λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου:  «Ὁ Θε­ός δέν πε­ρι­μέ­νει τή δι­κή μας ὑ­πεν­θύ­μι­ση, ἀλ­λά καί ἄν ἀ­κό­μα δέν τά ζη­τᾶ­με (τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά), μᾶς χα­ρί­ζει ἐ­κεῖ­να πού εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα. Δι­ό­τι     « Ἀ­να­τέλ­λει τόν ἥ­λιό Του γιά τούς πο­νη­ρούς καί γιά τούς ἀ­γα­θούς καί βρέ­χει γιά τούς δι­καί­ους καί τούς ἀ­δί­κους»(Ματθ. 5. 45). Ἄς ἔ­χου­με ἐμ­πι­στο­σύ­νη σέ Αὐ­τόν ὁ Ὁ­ποῖ­ος μᾶς συμ­βου­λεύ­ει καί λέ­γει: « Να ζη­τᾶ­τε πρῶ­τα τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καί τή δι­και­ο­σύ­νη του καί ὅ­λα τά ἄλ­λα θά σᾶς χο­ρη­γη­θοῦν» (Ματθ. 6.33).
Δέν πρέ­πει νά ζη­τοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά καί ἐ­πί­μο­να τά ἀ­γα­θά τῆς ζω­ῆς, για­τί ὁ Θε­ός γνω­ρί­ζει τίς ἀ­νάγ­κες μας καί χα­ρί­ζει τά χρει­α­ζό­με­να. Νά προ­σέ­ξου­με νά μήν κά­νου­με τό Θε­ό ὑ­πη­ρέ­τη μας.
Βλέ­πεις ὅ­τι ὁ Θε­ός ἑ­τοί­μα­σε νά μᾶς χα­ρί­σει ἐ­κεῖ­να τά ἀ­πα­ραί­τη­τα καί ὑ­πό­σχε­ται συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά ὅ­τι θά μᾶς δώ­σει καί αὐ­τά;»
Ἄς ἀ­κού­σου­με καί τόν Νεῖ­λο τόν Ἀ­σκη­τή πού συμ­βου­λεύ­ει: «Μήν προ­σεύ­χε­σαι νά γί­νουν τά θε­λή­μα­τά σου, για­τί ὅ­πωσ­δή­πο­τε δέν συμ­φω­νοῦν μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Καλ­λί­τε­ρα κα­θώς ἔ­χεις δι­δα­χθεῖ, λέ­γε στήν προ­σευ­χή σου:«Γε­νη­θή­τω τό θέ­λη­μά Σου ἐν ἐ­μοί». Καί σέ κάθε πρᾶγμα ἔτσι νά ζητᾶς ἐπό Ἐκεῖνον, νά γίνει τό θέλημά Του, γιατί ὁ Θεός θέλει τό ἀγαθόν καί συμφέρον τῆς ψυχῆς σου. Ἐνῶ ἐσύ δέ ζητεῖς πάντοτε τό συμφέρον σου».
Κά­πο­τε ὁ Κύ­ριος εἶ­πε στό βα­σι­λιά Σο­λο­μῶν­τα· ζή­τη­σε μου ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μεῖς καί ἐ­γώ θά σοῦ τό δώ­σω. Ὁ σο­φός ὅ­μως Σο­λο­μών δέ ζη­τη­σε ὑ­λι­κά πράγ­μα­τα, ἀλ­λά ζή­τη­σε ἀ­πό τό Θε­ό σο­φί­α, γιά νά Κυ­βερ­νᾶ σω­στά τούς ὑ­πη­κό­ους του. Αὐ­τό ἄ­ρε­σε στόν Κύ­ριο καί  μά­ζί μέ τή σο­φί­α πού τοῦ ζή­τη­σε τοῦ χά­ρι­σε καί πολ­λά πλού­τη καί δό­ξα. Αὐ­τό τό πα­ρά­δειγ­μα θά πρέ­πει νά δι­δά­ξει καί ἐ­μᾶς νά ζη­τοῦ­με πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα τά πνευ­μα­τι­κά ἀ­γα­θά καί τά ὑ­πό­λοι­πα θά τά ἔ­χου­με σύμ­φω­να μέ τήν πιό πί­σω ὑ­πό­σχε­σή Του.
Ἔ­τσι λοι­πόν, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς προ­σευ­χῆς μας πρέ­πει νά εἶ­ναι προ­πάν­των πνευ­μα­τι­κό, ὅ­πως ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ στόν κό­σμο. Ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ κό­σμου καί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά χα­ρί­ζει με­τά­νοι­α, σέ  μᾶς  καί τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας καί κά­θε ἄλ­λη ψυ­χι­κή καί­σω­μα­τι­κή χρεί­α πού ἔ­χου­με. Ἀ­κό­μα θά πα­ρα­κα­λοῦ­με καί γιά τίς χῆ­ρες καί τά ὀρ­φα­νά,  γιά τή θε­ρα­πεί­α τῶν ἀ­σθε­νῶν πού βρί­σκον­ται κα­θη­λω­μέ­νοι στά κεβ­βά­τια τους.
Ἀ­κό­μα δέν πρέ­πει νά λεί­πει ἀ­πό τήν προ­σευ­χή μας  οὔ­τε ἡ πα­ρά­κλη­ση γιά τούς ἐ­χθρούς μας γιά τήν ὁποία θά ἀναφερθοῦμε στή συνέχεια.

  

προ­σευ­χη για τους ε­χθρους μας

Ἡ προσευχή γιά τούς ἐχθρούς μας εἶναι ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου: «Προ­σεύ­χε­σθαι ὑ­πέρ τῶν ἐ­πη­ρει­α­ζόν­των καί δι­ω­κόν­των ὑ­μᾶς» (Ματθ.5.43). Προ­σεύ­χε­σθαι, μᾶς πα­ραγ­γέλ­λει, γιά ὅ­σους σᾶς ἐ­νο­χλοῦν καί σᾶς δι­ώ­κουν ἀ­κό­μα. Μέ τήν προ­σευ­χή γιά σω­τη­ρί­α τῶν ἐ­χθρῶν μας, ἐκ­φρά­ζου­με ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια πρός αὐ­τούς καί  αὐ­τό εὐ­α­ρε­στεῖ τό Θε­ό, για­τί ἔ­τσι ἐ­νερ­γοῦν­τες μοι­ά­ζου­με μ’ Αὐ­τόν . Δεί­χνου­με ὅ­τι εἴ­μα­στε γνή­σια παι­διά Του. Αὐτή ἡ πράξη εἶναι ἀπαραίτητη νά γίνεται ἀπό κάθε πιστό γιά νά δικαιώνεται  ὁ ἴδιος ἐνώπιον τοῦ δικαίου  Θεοῦ. (Ματθ. 6.14).
Αὐ­τή ἡ πρά­ξη πού ζη­τᾶ ὁ Θε­ός ἀ­πό ἐ­μᾶς νά κά­νου­με γιά τούς ἐ­χθρούς μας  δέ μᾶς στοι­χί­ζει τί­πο­τα, εἶ­ναι εὔ­κο­λη καί ἀ­δά­πα­νη. Τήν κά­νει δύ­σκο­λη καί ὁ­δυ­νη­ρή ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός μας. Τί πιό εὐκολο ἀπό τοῦ νά προσευχόμαστε γιά τούς ἐχθρούς μας, νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά τούς  συγχωρέσει γιά ὅσα μᾶς ἔβλαψαν καί νά τούς ἀποτρέψει ἀπό τήν κακία γιά νά σωθεῖ ἡ ψυχή τους, νά τούς ὁδηγήσει στό δρόμο τῆς καλωσύνης καί νά τούς χαρίσει εἰρήνη μετάνοια καί σωτηρία.
Ἔ­χου­με ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά εὐ­χό­μα­στε γιά τούς ἐ­χθρούς μας, για­τί καί ἐ­μεῖς μέ τίς πρά­ξεις καί ἐ­νέρ­γει­ές μας γι­νό­μα­στε ἐ­χθροί τοῦ Θε­οῦ καί ὅ­μως Αὐ­τός μᾶς συγ­χω­ρεῖ, καί ὄ­χι μό­νο, ἀλ­λά καί θυ­σι­ά­στη­κε γιά τή σω­τη­ρί­α μας, «Χρι­στός ὑ­πέρ ἀ­σε­βῶν ἀ­πέ­θα­νε»  Καί ὅ­ταν ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νος στό σταυ­ρό προ­σευ­χό­ταν γιά τούς σταυ­ρω­τές Του, «Πά­τερ, ἄ­φες αὐ­τοῖς οὐ γάρ οἴ­δα­σι τί ποι­οῦ­σι» (Λουκ. 23.34). Καί τό πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τό τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­φάρ­μο­σαν κα­τό­πιν ὅ­λοι οἱ γή­σιοι ὀ­πα­δοί του. πρῶ­τος καί κα­λύ­τε­ρος ὁ Πρω­το­μάρ­τυ­ρας Στέ­φα­νος. Ἐ­νῶ οἱ πέ­τρες σκέ­πα­ζαν τό  μα­τω­μέ­νο σῶ­μα του  αὐ­τός πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιά τούς φο­νεῖς του, «Κύ­ρι­ε, μή στή­σεις αὐ­τοῖς τήν ἁ­μαρ­τί­αν ταύ­την» (Πράξ. 7. 59).
Ὁ  Ἅ­γιος Χρυ­σό­στο­μος λέ­γει σχε­τι­κά: «Ὅ­ταν προ­σερ­χό­μα­στε στήν προ­σευ­χή καί ἱ­κε­τεύ­ο­μεν τό Θε­ό γιά τούς ἐ­χθρούς μας, Ἄγ­γε­λοι πα­ρί­σταν­ται καί μέ πολ­λήν προ­σο­χή πα­ρα­κο­λου­θοῦν, καί ὅ­ταν τε­λει­ώ­σει ἡ προ­σευ­χή θαυ­μά­ζουν καί χει­ρο­κρο­τοῦν αὐ­τήν. Για­τί τέ­τοι­α προ­σευ­χή κα­ται­σχύ­νει τούς δαί­μο­νες καί τούς τρέ­πει σέ φυ­γή...τέ­τοι­α προ­σευ­χή ἐ­ξο­μοι­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ὄ­χι μέ ἀγ­γέ­λους καί Ἀρ­χαγ­γέ­λους, ἀλ­λά μέ αὐ­τόν τόν  βα­σι­λέ­α τῶν οὐ­ρα­νῶν».
           
Ἀ­πό αὐ­τά τά λί­γα πού λέ­χθη­καν γιά τό θέ­μα φαί­νε­ται ἀ­ναγ­καί­α ἡ εὐ­χή γιά τούς ἐ­χθρούς μας καί δέν πρέ­πει νά τήν πα­ρα­λεί­που­με ἄν θέ­λου­με τή δι­κή μας σω­τη­ρί­α.
  


ενα σχεδιαγραμμα προσευχης

           
Κά­πο­τε οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ρώ­τη­σαν τόν Κύ­ριον «Κύ­ρι­ε, δί­δα­ξον ὑ­μᾶς προ­σεύ­χε­σθαι» (Λουκ.11. 1), καί ὁ Κύ­ριος τούς πα­ρέ­δω­σε τή γνω­στή προ­σευ­χή, τό· «Πά­τερ ἡ­μῶν». Σύμ­φω­να μέ τήν προ­σευ­χήν αὐ­τή πρέ­πει νά προ­σαρ­μό­ζε­ται καί ἡ δι­κή μας προ­σευ­χή. Ἡ προ­σευ­χή αὐ­τή πε­ρι­έ­χει τρί­α βα­σι­κά στοι­χεῖ­α: α.)Δο­ξο­λο­γί­α, β) εὐ­χα­ρι­στί­α καί γ)αἰ­τή­σεις.
           
Στή συ­νέ­χεια θά δώ­σου­με ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα μιᾶς τέ­τοι­ας προ­σευ­χῆς γιά  νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ ἀ­να­γνώ­στης πῶς πρέ­πει νά συν­θέ­τει τίς προ­σευ­χές του. Τό πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι μιά ἕ­τοι­μη πρω­ϊ­νή προ­σευ­χή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας Ἠ ὁ­ποί­α πε­ρι­έ­χει καί τά τρί­α στοι­χεῖ­α.

α). Δοξολογία.
           
Σέ εὐ­λο­γοῦ­μεν, Ὕ­ψι­στε Θε­έ, Κύ­ρι­ε τοῦ ἐ­λέ­ους, τόν ποι­οῦν­τα ἀ­εί με­θ’ ἡ­μῶν με­γά­λα τε καί ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα, ἔν­δο­ξά τε καί ἐ­ξαί­σια, ὧν οὐκ ἔ­στιν ἀ­ριθ­μός, τόν πα­ρα­σχόν­τα ὑ­μῖν τόν ὕ­πνον εἰς ἀ­νά­παυ­σιν τῶν κό­πων τῆς πο­λυ­μό­χθου σαρ­κός...

β) Εὐχαριστία.
.
..Εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν σοι ὅ­τι οὐ συ­να­πώ­λε­σας ἡ­μᾶς ταῖς ἀ­νο­μί­αις ἡ­μῶν, ἀλ­λ’ ἐ­φι­λαν­θρω­πεύ­σω συ­νή­θως καί πρός ἀ­πό­γνω­σιν κει­μέ­νους ἡ­μᾶς ἤ­γει­ρας εἰς τό δο­ξο­λο­γῆ­σαι τό κρά­τος σου...

γ) Αἰτήματα

..Διό δυ­σω­ποῦ­μεν τήν ἀ­νεί­κα­στόν σου ἀ­γα­θό­τη­τα· φώ­τι­σον ἡ­μῶν τούς τῆς δι­α­νοί­ας ο­φθαλ­μούς καί τόν νοῦν ἡμῶν ἐκ τοῦ βαρέως ὕπνου τῆς ραθυμίας ἀνάστησον· ἄνοιξον ὑμῶν τό στόμα καί πλήρωσον αὐτό τῆς σῆς αἰνέσεως, ὅπως ἄν δυνηθῶμεν ἀπερισπάστως ἄδειν τε καί  ψάλλειν καί ἐξομολογῆσθαι σοι τῷ ἐν πᾶσι καί ὑπό πάντων δοξαζομένῳ Θεῷ καί τῷ Μονογενῇ σου Υἱῷ καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Christ           
Ἀ­φοῦ με­λε­τή­σεις κα­λά, ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σευ­χῆς αὐ­τῆς, θά μπο­ρεῖς νά σχε­διά­ζεις καί τίς δι­κές σου προ­σευ­χές μέ τήν ἴ­δια δο­μή, ἔ­στω κι’ ἄν εἶ­ναι μέ λί­γα δι­κά σου λό­για.



                              Η ομαδικη προσευχη Στή θ. Λειτουργία)
Τά ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με μέ­χρι τώ­ρα στό­χευ­αν τήν ἐ­νη­μέ­ρω­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, γιά τήν κα­θη­με­ρι­νή ἀ­το­μι­κή του προ­σευ­χή. Ἄλ­λά καί στήν ὁ­μα­δι­κή προ­σευ­χή κα­τά τήν τέ­λε­ση τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἰ­χύ­ουν οἱ ἴ­δι­ες συμ­βου­λές καί ὑ­πο­δεί­ξεις.

           
Ἡ προσευχή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας,ἡ ὁμαδική προσευχή, ἡ προσευχή τῶν πολλῶν, εἰσακούεται περισσότερο ἀπό τήν ἀτομική. Ὁ Κύριος εἲπε:« οὐ γάρ εἰ­σί δύ­ο ἤ τρεῖς συ­νηγ­μέ­νοι εἰς τό ἐ­μόν ὄ­νο­μα, ἐ­κεῖ εἰ­μί ἐν μέ­σω αὐ­τῶν» (Ματθ. 18. 20). Σί­γου­ρα ἡ προ­σευ­χή τοῦ πλή­θους τῶν πι­στῶν πού προ­σεύ­χον­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη ἀ­πό τήν προ­σευ­χή ἑ­νός ἀν­θρώ­που. Λέ­γει σχε­τι­κά ὁ  Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος:« Ἐ­δῶ στή­νἘκ­κλη­σία ὑ­πάρ­χει καί κά­τι τό ἐ­πί πλέ­ον· (ἀ­πό τήν ἀ­το­μι­κήν προ­σευ­χή) καί αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ὁ­μό­νοι­α, ἡ συμ­φω­νί­α, ὁ σύν­δε­σμος τῆς ἀ­γά­πης καί οἱ προ­σευ­χές τῶν ἱ­ε­ρέ­ων. Γι’ αὐ­τό βέ­βαι­α πα­ρί­σταν­ται καί οἱ ἱ­ε­ρεῖς, ὥ­στε οἱ εὐ­χές τοῦ πλή­θους πού εἶ­ναι καί οἰ ἀ­σθε­νέ­στε­ρες, ἐ­νι­σχυ­ό­με­νες μέ τίς  δυ­να­τό­τε­ρες εὐ­χές τῶν ἱ­ε­ρέ­ων νά ἀ­νέλ­θουν στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ μα­ζί». Καί ἀλ­λοῦ ὁ ἴ­διος Πα­τέ­ρας φέρ­νει πα­ρά­δειγ­μα τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου μέ τή δύ­να­μη καί τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα πού εἶ­χε ἡ προ­σευ­χή τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας,.(Πράξ. 12.5-16).
           
Μέ­σα στό Να­ό, στή διά­ρκεια τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ  συ­νε­χής δι­ά­θε­ση γιά προ­σευ­χή καί ὁ σύν­δε­σμος τῆς ἑ­νό­τη­τας δί­νει με­γά­λη δύ­να­μη στήν προ­σευ­χή. Ὅ­ταν ὅ­λοι οἱ  ἐκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι προ­σέ­χουν καί προ­ση­λώ­νον­ται σ’ αὐ­τά πού λαμ­βά­νουν χώ­ραν μέ­σα στό Να­ό, συμ­πί­πτει ὅ­λοι νά δο­ξο­λο­γοῦν ἤ ὅ­λοι νά εὐ­χα­ρι­στοῦν τόν Κύ­ριο, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ἀ­νε­βαί­νει αὐ­τή ἠ ὁ­μα­δι­κή προ­σευ­χή σάν ἀ­πό ἕ­να στό­μα, στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ καί καρ­πο­φο­ρεῖ.
           
Τή με­γά­λη ὠ­φέ­λεια τῆς προ­σευ­χῆς αὐ­τῆς τή γνω­ρί­ζει ὀ  παγ­κά­κι­στος δι­ά­βο­λος καί προ­σπα­θεῖ νά τήν  μα­ται­ώ­σει. Προ­σπα­θεῖ μέ δι­ά­φο­ρα τε­χνά­σμα­τα νά μᾶς ἐμ­πο­δί­σει νά μήν ἐκ­κλη­σι­α­στοῦ­με, γιά νά μήν συμ­μετ΄σχου­με στήν ὁ­μα­δι­κή προ­σευ­χή. Ἀ­κό­μα καί μέ­σα στό Να­ό προ­α­σπα­θεῖ νά  ἀ­πο­σπά­σει ἤ νά θο­λώ­σει τό νοῦ μας. Ἐ­μεῖς πού τά γνω­ρί­ζου­με αὐ­τά θά πρέ­πει νά τοῦ ἐ­ναν­τι­ω­θοῦ­με δι­ώ­χνον­τας μα­κρυ­ά κά­θε προ­σβο­λή, κά­θε σκέ­ψη πού  θά μᾶς πα­ρα­σύ­ρει στό νά δι­α­κό­ψου­με τήν προ­σο­χή μας στίς προ­σευ­χές.
           
Γιά τό κα­λό μας  δέν πρέ­πει νά ἀ­που­σι­ά­ζου­με ἀ­πό τήν  Θεί­α Λει­τουρ­γί­α μέ κα­νέ­να λό­γο, γιά νά μήν χά­νου­με τό ψυ­χι­κό ὄ­φε­λος πού  θά ἀ­πο­κο­μί­σου­με προπάτων ἀπό τήν Κυριακάτικη Λειτουργία.
           
Μερικές συμβουλές γιά νά ἀντιμετωπίσεις τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ κατά τή διάρκεια τῆς  προσευχῆς στή Θ. Λειτουργία.
α) πρίν  εἰ­σέλ­θεις στό Να­ό θά πρέ­πεις νά  ξεν­τύ­νε­σε τό ἔν­δυ­μα τῶν βι­ο­τι­κῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των, γιά νά  εἶ­σαι ἀ­μέ­ρι­μνος γιά μπο­ρέ­σεις νά προ­σευ­χη­θεῖς ἀ­πρό­σκο­πτα.
β) Εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α ἡ  ἀ­να­ζω­ο­πύ­ρω­ση τῆς καρ­διᾶς γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἐν­θυ­μού­με­νος τίς πολ­λα­πλές εὐ­ερ­γε­σί­ες Του.Καί νά θυ­μᾶ­σαι ὅ­τι βρί­σκε­σαι ἐ­νώ­πιον τοῦ Παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ.
γ) Νά μή σέ ἀ­πα­σχο­λεῖ κα­θό­λου ποι­ός εἶ­ναι δί­πλα σου, ἤ πῶς εἶ­ναι ντυ­μέ­νος κλπ, ἀλ­λά νά σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­δελ­φός σου συμ­μέ­το­χος στή λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ καί οὔ­τε ἕ­να λό­γο νά μήν ἀν­ταλ­λάσ­σεις, ἀλ­λά νά προ­σέ­χεις σ’ αὐ­τά πού  γί­νον­ται καί λέ­γον­ται καί ἀ­νά­λο­γα νά δο­ξο­λο­γεῖς,νά εὔ­χε­σαι, νά εὐ­χα­ρι­στεῖς καί μέ πολ­λήν τα­πεί­νω­ση νά ζη­τᾶς τό ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου.
δ) Νά θυ­μᾶ­σε ὅ­τι οἱ δι­ά­φο­ροι λο­γι­σμοί πού δέν ἔ­χουν σχέ­ση μέ τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη δι­α­τα­ράσ­σουν τήν προ­σευ­χή καί πα­ρα­σύ­ρουν τήν ψυ­χήν ἐ­κεῖ πού δέν πρέ­πει. Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά τούς δι­ώ­χνεις ἀ­μέ­σως καί νά ζη­τᾶς τήν βο­ή­θεια τοῦ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου πού εἶ­ναι ἀ­πέ­ναν­τί σου.
           
Αὐτές τίς συμβουλές προσπάθησε νά τίς ἐφαρμόσεις καί θά ἐνισχυθεῖς στόν ἀγώνα σου.


η αδιαλειπτη προσευχη

 

Ἡ ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή ­εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο ἔρ­γο, ἀλ­λά πο­λύ λί­γος λό­γος γί­νε­ται γι’ αὐ­τήν,για­τί ἴ­σως εἶ­ναι ἔρ­γο πού πο­λύ λί­γοι πι­στοί ἐ­φαρ­μό­ζουν, ἤ ἴ­σως θε­ω­ρεῖ­ται πο­λύ δύ­σκο­λο. Κι’ ὅ­μως ὅ­πως θά δοῦ­με μπο­ρεῖ καί   κά­θε χρι­στια­νός νά τό ἐ­φαρ­μό­σει ὅ­ταν γί­νει ξε­κά­θα­ρο τί ἐν­νο­οῦ­με μέ τήν  ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή.
           
Ἄς δοῦμε ὅμως, τό ἔργο αὐτό εἶναι νέο καί προνόμιο τῶν Ἀσκητῶν;
           
Ἡ ἀδειάλειπτη προσευχή ἔχει τίς ρίζες της    μεταφορικά,  ἀπό τήν  Παλαιά Διαθήκη.
Στό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστή, γράφει: « Τήν πρω­ΐ­αν σπεῖ­ρε τόν σπό­ρον σου καί μέ­χρι τῆς ἑ­σπέ­ρας μή δώ­σεις ἀ­νά­παυ­σιν εἰς τήν χεῖ­ραν σου»( Ἐκκλη. 11.16). Καί οἱ Πατέρες, λένε, πώς ἐδῶ  ἐννοεῖ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Δηλαδή ἀπό τό πρωΐ ἄρχισε τήν προσευχή σου καί μήν σταματήσεις μέχρι τό βράδυ.
           
Καί  στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος συ­στή­νει στούς χρι­στια­νούς νά προ­σεύ­χον­ται χω­ρίς δι­α­κο­πή, ἀ­δι­ά­λει­πτα.«Ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε, ἐν παν­τί εὐ­χα­ρι­στεῖ­τε, τοῦ­το γάρ θέ­λη­μα Θε­οῦ ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς ὑ­μᾶς» (Α΄Θεσ­σαλ.5. 17,18).
           
Τί ἐν­νο­οῦ­με ὅ­μως μέ τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή; «Στίς Πε­ρι­πέ­τει­ες ἑ­νός Προ­σκυ­νη­τοῦ» δι­α­βά­ζου­με ὅ­τι, ὅ­τι« νο­ε­ρή προ­σευ­χή εἶ­ναι ἡ ἀ­δυ­σώ­πη­τη ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που γιά τό Θε­ό. Ὁ Ὅ­σιος Νι­κή­τας ὁ Στη­θᾶ­τος, γρά­φει: « ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή εἶ­ναι ἡ ἀ­ει­κι­νη­σί­α τοῦ νοῦ γύ­ρω ἀ­πό τή μνή­μη τοῦ Θε­οῦ.».
Ὁ  Ὅ­σιος Πέ­τρος ὁ Δα­μα­σκη­νός, ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή« εἶ­ναι τό νά ἔ­χου­με τή μνή­μη τοῦ Θε­οῦ σέ κά­θε και­ρό καί πράγ­μα... Δη­λα­δή σέ ὅ­τι κά­νου­με χρε­ω­στοῦ­με νά θυ­μό­μα­στε τόν ποι­η­τή τοῦ κά­θε πράγ­μα­τος. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, βλέ­πεις τόν ἥ­λιο καί τό φῶς νά θυ­μᾶ­σαι τόν ποι­η­τή τους πού σοῦ τό χά­ρι­σε. Βλέ­πεις τόν οὐ­ρα­νό τῆ γῆ τή θά­λασ­σα κι’ ὅ­λα τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα; Δό­ξα­ζε καί θαύ­μα­ζε τό δη­μι­ουρ­γό τους... καί γε­νι­κά κά­θε σου  κί­νη­ση νά σοῦ γί­νε­ται αἰ­τί­α καί ἀ­φορ­μή νά δο­ξά­ζεις τό δη­μι­ουρ­γό Θε­ό· καί ἰ­δού προ­σεύ­χε­σαι».
           
Ὁ δέ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής ἀ­παν­τᾶ ὡς ἑ­ξῆς: « Ἀ­δι­ά­λει­πτή προ­σευ­χή εἶ­ναι τό νά ἔ­χου­με πάν­το­τε τό νοῦ­μας προ­ση­λω­μέ­νον μέ πολ­λήν εὐ­λά­βεια καί πό­θον κον­τά στό Θε­ό. Νά ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος πάν­το­τε ἀ­πό τήν πρός τό Θε­ό ἐλ­πί­δα καί νά στη­ρί­ζει τό θάρ­ρος του, γιά ὅ­λα του τά ἔρ­γα σ’  Αὐ­τόν τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός πραγ­μα­τι­κά προ­σεύ­χε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως...».
           
Καί ὁ μα­κα­ρι­στός Εὐ­σέ­βιος Ματ­θό­που­λος, στό βι­βλί­ο του ὁ προ­ο­ρι­σμός τοῦ ἀν­θρώ­που, σελ. 92, γρά­φει:« τό ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθαι, ση­μαί­νει χω­ρίς δι­α­κο­πή. Καί θέ­λει νά πεῖ μ’ αὐ­τό ὁ Παῦ­λος, ὅ­που κι’ ἄν βρι­σκό­μα­στε, εἴ­τε περ­πα­τοῦ­με, εἴ­τε ἐρ­γα­ζό­μα­στε, εἴ­τε ἀ­να­παυ­ό­μα­στε, νά­χου­με τό συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι ζοῦ­με κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ Θε­οῦ, καί νά δο­ξο­λο­γοῦ­με τό ὄ­νο­μά Του, νά εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τήν ἀ­γα­θό­τη­τά Του, γιά τίς τό­σες εὐ­ερ­γε­σί­ες πού ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με ἀ­πό Αὐ­τόν. Κι’ ὅ­ταν ἀ­κό­μα κά­νου­με ἀ­γα­θές σκέ­ψεις καί λο­γι­σμούς, ἤ ὅ­ταν δι­α­βά­ζου­με τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἤ ἄλ­λα χρι­στι­α­νι­κά βι­βλί­α, ὅ­λα αὐ­τά πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στό « ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθαι».
           
Ἀκόμα καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρεται στό θέμα αὐτό μέ τά ἑξῆς;  « τό εἶδος αὐτό τῆς προσευχῆς  εἶναι ἀναγκαῖο γιά τόν ἀγωνιστή, γιατί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι ἀσώματος καί ἀεικίνητος εἶναι δυνατό νά τοῦ ἔλθουν προσβολές καί νά αἰχμαλωτισθεῖ  ἀπό τούς δαίμονες. Γιά τοῦτο ἔχει ἀνάγκη σέ κάθε του ἀναπνοή νά κρατᾶ τό ὅπλο τῆς προσευχῆς, γιά νά ἐξουδετερώνει  τίς προσβολές τοῦ σατανᾶ.» Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅπλο ἐναντίον κάθε ἐχθροῦ τῆς ψυχῆς.
           
Τέ­λος μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με ὅ­τι κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νά προ­σεύ­χε­ται ἀ­δι­ά­λει­πτα καί στήν ἐ­πο­χή μας ἀ­κό­μα, φτά­νει νά συν­δέ­ει τόν ἑ­αυ­τό του  καί κά­θε του ἐ­νέρ­γεια μέ τό Θε­ό, ἔ­τσι πού  ὄ­λη του ἡ ζω­ή νά εἶ­ναι μιά ἐν­θύ­μι­ση τοῦ Πλά­στη του, μιά ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή. Ἴ­σως χρεια­στεῖ κά­ποι­ος κό­πος καί ἐ­πί­πο­νη προ­σπά­θεια στήν ἀρ­χή , ἀλ­λά μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ θά τό κα­τορ­θώ­σει ἄν τό ἀ­πο­φα­σί­σει. Καί τό­τε θά νοι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου στή ζω­ή του μέ τά ἀ­νά­λο­γα εὐ­ερ­γε­τι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.
  

Η  προσευχη και οι αλλες αρετες

           
Ἡ προ­σευ­χή, ὅ­πως καί οἱ ἄλ­λες ἀ­ρε­τές, ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ νη­στεί­α κλπ, εἶ­ναι ἐρ­γα­λεῖ­α στά χέ­ρια τοῦ χρι­στια­νοῦ, γιά νά τά  χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καί νά κα­τα­σκευά­σει τό οἰ­κο­δό­μη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας του. Καί ὅ­πως ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με, κα­νέ­νας τε­χνί­της δέν­τε­λει­ώ­νει ἕ­να ἔρ­γο μό­νο μέ ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο, ἀλ­λά πρέ­πει νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καί ἄλ­λα ἐρ­γα­λεῖ­α πού χρει­ά­ζον­ται. Ἔ­τσι καί  ὁ χρι­στια­νός δέ μπο­ρεῖ νά ὀ­λο­κλη­ρώ­σει τό ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας του μό­νο μέ τήν ἐ­φαρ­μο­γή μιᾶς καί μό­νον ἀ­ρε­τῆς. Πρέ­πι νά  ἀ­σκεῖ ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές μέ μέ­θο­δο καί τέ­χνη καί μέ μέθοδο.Δέν εἶναι σωστό, γιά παράδειγμα νά δίνει  περισσότερη σημμασία  καί βάρος σέ  μιά μόνο ἀρετή, τήν προσευχή καί νά ἀμελεῖ τήν ἀγάπη ἤ τήν ἐλεημοσύνη. Στή συνέχεια θά δοῦμε τή σχέση τῶν ἄλλων ἀρετῶν μέ τήν προσευχή.
           
α) Ἡ προσευχή μέ τήν πίστη.
           
Ἡ πί­στη πρέ­πει νά προ­ϋ­πάρ­χει τῆς προ­σευ­χῆς, για­τί ἡ πί­στη εἶ­ναι ἡ ρί­ζα πού στη­ρί­ζει τήν προ­σευ­χή γιά νά καρ­πο­φο­ρί­σει. Για­τί ἄν δέν πι­στεύ­εις ἀ­πό­λυ­τα ὅ­τι ὁ Θε­ός σέ προ­σέ­χει καί ἔ­χει τή δύ­να­μη νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τά αἴ­τή­μα­τά σου, πῶς θά προ­σευ­χη­θεῖς; Ἄν ἀμ­φι­βάλ­λεις τό­τε σί­γου­ρα ἁ­μαρ­τά­νεις στόν Κύ­ριο καί ἡ προ­σευ­χή σου δέ θά εἰ­σα­κου­σθεῖ. Ἡ πί­στη στό Θε­ό ὠ­θεῖ τόν ἄν­θρω­πο νά προ­σευ­χη­θεῖ καί μά­λι­στα μέ θέρ­μη καρ­δί­ας καί νά ἔ­χει καί ὠ­φέ­λη­μα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.
           
Τήν πί­στη τήν ἀ­τα­λάν­τευ­τη τήν ἀ­πο­κτᾶ κά­ποι­ος ἀ­πό τίς ἀ­ψευ­δής ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Κυ­ρί­ου: «Πάν­τα ἄν προ­σευ­χό­με­νοι αἰ­τεῖ­σθε, πι­στεύ­ε­τε ὅτι λαμβάνετε, καί ἔσται ἡμῖν» (Μάρκ.11. 24). Δηλαδή ὅσα ζητεῖτε ἀπό τό Θεό στήν προσευχή σας καί πιστεύετε ὅτι θά τά λάβετε, θά σᾶς δοθοῦν.
           
Αὐ­τή ἠ ζων­τα­νή πί­στη ὅ­ταν συ­νο­δεύ­ει τήν προ­σευ­χή, δέν ἀ­φή­νει τόν προ­σευ­χό­με­νο νά κου­ρα­στεῖ, οὔ­τε καί νά τόν πα­ρα­σύ­ρουν οἱ δι­ά­φο­ροι πει­ρα­σμοί πού σπέρ­νει ὁ δι­ά­βο­λος. Χω­ρίς τήν ἀτ­λάν­τευ­τη πί­στη δέ μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ἀ­γα­θό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἡ προ­σευ­χή. Γι’ αὐ­τό πρίν ἀρ­χί­σει κά­ποι­ος τήν πρό­σευ­χή πρέ­πει νά ἐ­ξε­τά­σει καί νά δι­ορ­θώ­σει τήν πί­στη του.

           
β) Ἡ προσευχή με τήν ἀγάπη.
           
Ἡ ἀγάπη πρέπει νά εἶναι τό βασικό στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ψυχή χωρίς ἀγάπη, μοιάζει σάν τό χέρσο καί ἄνυδρο ἔδαφος, πού τίποτα δέ βλαστάνει οὔτε καρποφορεῖ. Καί προσευχή πού δέν ἔχει θεμέλιο τήν ἀγάπη, εἶναι σάν στή­λη κα­πνοῦ πού δι­α­λύ­ε­ται στόν ἀ­έ­ρα χω­ρίς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα, χω­ρίς κα­μιά ὠ­φέ­λεια.  Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ προ­σευ­χή συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό τήν  ἀ­γά­πη πρός τό Θε­ό καί τόν ἄν­θρω­πο, καί δέν ἔ­χει χῶ­ρο ἡ μνη­σι­κα­κί­α, κά­νει τήν προ­σευ­χή δυ­να­τή καί  ἐ­λα­φριά πού ἀ­νε­βαί­νει κα­τ’ εὐ­θεῖ­αν στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν ὁ προ­σευ­χό­με­νος δέν ἔ­χει σύν­τρο­φο καί συ­νο­δοι­πό­ρο τήν ἀ­γά­πη γί­νε­ται ἀ­το­μι­κι­στής , ἐ­γω­ϊ­στής καί δέν ἔ­χει τή δύ­να­μη νά προ­σευ­χη­θεῖ γιά τούς ἄλ­λους καί εἰ­δι­κά γιά τούς ἐ­χθρούς του ὅ­πως θέ­λει καί ὁ Κύ­ριος.(Ματθ. 5. 43) καί νά ἐ­φαρ­μό­σει τό « προ­σεύ­χε­σθε ὁ ἕ­νας γιά τόν ἄλ­λο;» (Ἰ­ακ. 5.16).
           
Ἔ­τσι ἄν θέ­λεις νά προ­σευ­χη­θεῖς καρ­πο­φό­ρα, θά πρέ­πει καλ­λι­ερ­γή­σεις στήν ψυ­χή σου τήν γνή­σια ἀ­γά­πη, τήν ἀ­γά­πη πρός τό Θε­ό καί τό συ­νάν­θρω­πό σου, για­τί μό­νον ἔ­τσι θά  ὠ­φε­λη­θεῖς ἀ­πό τήν προ­σευ­χή σου. Χω­ρίς γνή­σια ἀ­γά­πη μήν πε­ρι­μέ­νεις ὠ­φέ­λεια.


γ) Ἡ προσευχή μέ τήν νηστεία.
           
Ὅ­ταν ἡ προ­σευ­χή συ­νο­δεύ­ε­ται μέ τήν νη­στεί­α ἔ­χει με­γά­λη δύ­να­μη· γί­νε­ται ὅ­πλο ἰ­σχυ­ρό­τα­το ἐ­ναν­τί­ον τῶν δαι­μό­νων. Ἀ­πό­δει­ξη ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Κυ­ρί­ου: « Αὐ­τό τό εἶ­δος ( τῶν δαι­μό­νων ) δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά βγῇ μέ τί­πο­τε , πα­ρά μέ προ­σευ­χή καί νη­στεί­α». (Μάρκ. 9. 29.) Καί τοῦ­το για­τί ἡ  νη­στεί­α ἡ σω­στή, τα­πει­νώ­νει τόν ἄν­θρω­πο καί ὅ­ταν προ­σεύ­χε­ται ὁ νη­στευ­τής καί τα­πει­νός ἔ­χει πολ­λήν παρ­ρη­σί­αν στόν Κύ­ριο. Ἔ­χου­με πα­ρά­δειγ­μα τό Μω­ϋ­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος Μέ τή νη­στεί­α καί τήν προ­σευ­χή ἔ­λα­βε ἀ­πό τό Θε­ό τίς πλᾶ­κες τοῦ νό­μου, ἔ­γι­νε συ­νό­μι­λος μέ τόν  Κτί­στη κα­τά τόν ὑ­μνω­δό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Δα­νι­ήλ μέ τή νη­στεί­α καί τήν προ­σευ­χή δέ­χθη­κε θεί­ες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις μυ­στη­ρί­ων Θε­οῦ. Ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός μας πρίν ἀρ­χί­σει τό σω­τη­ρι­ῶ­δες ἔρ­γο Του  ἀ­πο­σύρ­θη­κε στήν ἔ­ρη­μο καί μέ νη­στεί­α καί προ­σευ­χή , νίκησε τόν διάβολο κατά κράτος.
           
Οἱ Ἀ­πό­στο­λοι συ­νο­δεύ­ουν τήν προ­σευ­χή τους μέ νη­στεί­α καί πρίν ἀ­πό κά­θε ἔρ­γο τους.  Ἀλ­λά καί ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν πρό­κει­ται νά ζη­τή­σουν κά­τι με­γά­λο καί δύ­σκο­λο, συ­νο­δεύ­ουν τήν προ­σευ­χή τους μέ νη­στεί­α. Καί ὁ Ἅ­γιος Χρυ­σό­στο­μος, λέ­γει: « Πάν­το­τε ἡ δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι με­γά­λη, ὅ­ταν ἀ­κό­μη συ­νο­δεύ­ε­ται μέ τή νη­στεί­α με­τα­δί­δει στήν ψυ­χή με­γά­λη δύ­να­μη καί ἐ­νέρ­γεια καί δρα­στη­ρι­ό­τη­τα πρός ἀ­ρε­τή. Ὁ ἄν­θρω­πος τό­τε ἔ­χει ἁ­γνές σκέ­ψεις σέ με­γά­λο βαθ­μό, νη­φά­λια δι­ά­νοι­α καί ἀ­νά­τα­ση τῆς ψυ­χῆς του. Γιά τοῦ­το στή Γρα­φή συν­δυ­ά­ζε­ται ἡ προ­σευ­χή μέ τή νη­στεί­α. Αὐ­τός πού προ­σεύ­χε­ται μέ νη­στεί­α ἔ­χει δι­πλές φτε­ροῦ­γες καί πιό ἐ­λα­φρές ἀ­πό τόν ἀ­έ­ρα».
           
Εἶναι ὠφέλιμο λοιπόν,  ὅπως φαίνεται νά συνδιάζουμε τήν προσευχή μας μερικές φορές μέ τή νηστεία. Πρέπει νά τό κάνουμε.

           
γ) Ἡ προσευχή μέ τήν ἐλεημοσύνη.
           
Ἡ ἐλεημοσύνη μέ τήν προσευχήν ὅταν συνδυάζεται,  φανερώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει σπλά­χνα οἰ­κτιρ­μῶν καί εἶ­ναι γνή­σιο παι­δί τοῦ Θε­οῦ πα­τέ­ρα.  Γιά τοῦ­το οἱ προ­σευ­χές του εἰ­σα­κού­ον­ται ἀ­πό τό Θε­ό, για­τί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι τό ὄ­χη­μα πού χω­ρίς κα­νέ­να ἐμ­πό­διο με­τα­φέ­ρει τήν προ­σευ­χήν στό θρό­νο τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πό τήν Γρα­φή φα­νε­ρώ­νει τοῦ λό­γου τό ἀ­λη­θές. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς Πρά­ξεις κεφ. 10, 4. Ὁ Κορ­νή­λιος, ἄν­θρω­πος στρα­τι­ω­τι­κός, ἀλ­λά μέ πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες στή ζω­ή του, προ­σευ­χό­ταν συ­χνά στό Θε­ό. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά μά­θει γιά τό κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ.  Καί ὁ Κύ­ριος ἔ­στει­λε τόν ἄγ­γε­λό Του καί φα­νε­ρώ­θη­κε στόν Κορ­νή­λιο τήν ὤ­ρα πού προ­σευ­χό­ταν καί τοῦ λέ­γει: « Κορ­νή­λι­ε,... οἱ προ­σευ­χές σου καί οἱ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες σου ἀ­νέ­βη­καν στόν οὐ­ρα­νό, γιά τίς λά­βει ὑ­π’ ὄ­ψιν ὁ Θε­ός». Καί τοῦ ἔ­δω­σε ὁ­δη­γί­ες τί νά κά­νει.
           
«Αὐ­τό τό ζευ­γά­ρι τῶν ἀ­ρε­τῶν (ἡ προ­σευ­χή καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη) μπο­ρεῖ νά μᾶς χα­ρί­σει τά ἀ­μέ­τρη­τα ἀ­γα­θά τοῦ  οὐ­ρα­νοῦ, νά σβύ­σει τή φω­τιά τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας καί νά μᾶς χα­ρί­σει με­γά­λην παρ­ρη­σί­αν» κα­τά τόν ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο.


ωφελειες απο την προσευχη

           
Στήν  πρόσκαιρη τούτη ζωή μας, ἀπό κάθε ἔργο πού κάνουμε, εἴτε ὑλικό εἶναι αὐτό, εἴτε πνευματικό, περιμένουμε νά προκύψει κάποιο κέρδος γιά τή συντήρηση καί τήν πρόοδό μας. Ἔτσι καί ἀπό τό ἔργο τῆς προσευχῆς προσδοκοῦμε κάποια ὠφέλεια, κάποια ἀμοιβή  τήν ὁποία ζητοῦμε ἀπό τόν δωρεοδότη Θεό.
           
Οἱ ὠφέλειες ἀπό τήν προσευχή εἶναι ἀσυγκρίως ἁνώτερες ἀπό ἐκεῖνες πού  προκύπτουν  ἀπό τά ἄλλα ἔργα τῆς ζωῆς αὐτῆς πού συνήθως ἐργαζόμαστε. Ἀπό τήν προσευχή λαμβάνουμε πλοῦτον ἀδιάφθορο καί σωτηριώδη.
           
Ἄν ἐνοίξουμε τή Γραφή, θά δοῦμε τίς ἀμέτρητες δωρεές, πού χάρίζει ὁ Θεός  στούς ἀνθρώπους διά μέσου τῆς προσευχῆς. Ἔθνη σώθηκαν ἀπό τήν καταστροφή, ὅπως οἱ Νινευΐτες ἤ οἱ Ἰουδαῖοι διά τῶν προσευχῶν τοῦ Μωϋσῆ. Στεῖρες γυναῖκες ἀπέκτησαν παιδιά, μέ τήν προσευχή ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα  ἀπέκτησαν  τήν Θεοτόκον Μαρία. Ἡ ἄλλη Ἄννα τοῦ Ἐλ­κα­νᾶ,τό Σα­μου­ήλ τόν προ­φή­τη, ὁ Δα­νι­ήλ καί  οἱ τρεῖς παί­δες σώ­θη­καν ἀ­πό τήν κά­μι­νον τοῦ πυ­ρός, ὁ βα­σι­λιάς Ἐ­ζε­κί­ας πέ­τυ­χε πα­ρά­τα­ση τῆς ζω­ῆς του γιά 15 χρό­νια. Καί στήν Και­νῆ Δι­α­θή­κη , ἀλ­λά καί στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θά βρεῖ πολ­λά ὠ­φε­λή­μα­τα ὁ ἀ­να­γνώ­στης πού δι­α­βά­ζει. Δέν εἶ­ναι λί­γοι οἱ ἐρ­γά­τες τῆς προ­σευ­χῆς πού προι­κή­σθη­καν μέ  θεῖ­α χα­ρί­σμα­τα, ὅ­πως προ­ό­ρα­ση, προ­φη­τεί­α, θε­ρα­πεῖ­ες ἀ­σθε­νῶν κλπ.  Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα καί καρπός  τῆς θερμῆς προσευχῆς.
           
Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ὁ καθαρισμός τῆς ψυχῆς εἶναι καρπός τῆς προσευχῆς λέγει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης: « Ἐκ τοῦ ἔργου τῆς προσευχῆς καί καθριζόμεθα καί λαμβάνουμεν λύση τῶν ἁμαρτημάτων μας καί λυτρούμεθα ἀπό τοῦ πονηροῦ καί παντός πειρασμοῦ, καί ἀπό ὅλα τά ἐπερχόμενα δεινά καί γινώμεθα ἄξιοι νά παρασταθῶμεν εἰς αὐτόν τόν Θεόν καί νά καταξιωθῶμεν τοῦ φωτισμοῦ  αὐτοῦ καί τῆς βασιλείας του».
           
Ἡ προ­σευ­χή ἑλ­κύ­ει τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ στή γῆ καί φω­τί­ζει τόν προ­σευ­χό­με­νο καί τόν κα­θο­δη­γεῖ στό σω­στό δρό­μο, χα­ρο­ποι­εῖ τήν­προ­σευ­χό­με­νην ψυ­χή, δι­ώ­χνει ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο τό ἄγ­χος καί τήν ἀ­γω­νί­α καί ἐ­πα­να­φέ­ρει τή γα­λή­νη καί τήν ἠ­ρε­μί­α. Ὁ προ­σευ­χό­με­νος ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί ξε­περ­νᾶ τίς δι­ά­φο­ρες δυ­σκο­λί­ες τῆς ζω­ῆς, για­τί πα­τᾶ σέ στέ­ρε­ο ἔ­δα­φος.
           
Ἀ­κό­μα ἡ προ­σευ­χή ὠ­φε­λεῖ καί τήν κοι­νω­νί­α γε­νι­κά, ὅ­ταν ὅ­λοι προ­σεύ­χον­ται· τήν ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πό τά κα­κά πού τή μα­στί­ζουν κα­θη­με­ρι­νά καί τήν κά­νει σω­στή κοι­νω­νί­α ἀν­θρώ­πων. Τό δέ μεγαλύτερο ἐπαθλο τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
  

εμποδια στην προσευχη.

            
Ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­σεις νά προ­σευ­χη­θεῖς πρέ­πει νά   Ἑ­τοι­μα­στεῖς νά ἀν­τι­με­τω­πί­σεις τούς πει­ρα­σμούς καί τά ἐμ­πό­δια πού θά σοῦ προ­βά­λουν οἱ δαί­μο­νες, προ­ει­δο­ποι­οῦν οἱ ἔμ­πει­ροι Πα­τέ­ρες μας. Ἐ­πει­δή γνω­ρί­ζει ὁ δι­ά­βο­λος ὅ­τι μέ τήν προ­σευ­χή μπο­ρεῖ νά σω­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, γι’ αὐ­τό προ­σπα­θεῖ νά μα­ται­ώ­σει τήν προ­σευ­χή μέ δι­ά­φο­ρα τε­χνά­σμα­τα καί νά μήν προ­σευ­χη­θοῦ­με σω­στά καί καρ­πο­φό­ρα. Προ­σπα­θεῖ νά  εἰ­σβά­λει στό νοῦ τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου μέ δι­ά­φο­ρες σκέ­ψεις καί μέ σύν­τρο­φο τήν φαν­τα­σί­α δη­μι­ουρ­γεῖ εἰ­κό­νες καί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πού πα­ρα­σύ­ρουν τό νοῦ  ἀλ­λοῦ ἔ­στω καί ἄν ἡ γλῶσ­σα ψε­λί­ζει τήν προ­σευ­χή ἀ­φη­ρη­μέ­να. Πα­ρου­σιά­ζει στόν προ­σευ­χό­με­νο ὅ­λες τίς  ἀ­σχο­λί­ες τῆς ἡ­μέ­ρας καί τά προ­βλή­μα­τἀ τους μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ νοῦς ἀν­τί νά εἶ­ναι στίς λέ­ξεις τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι στίς δι­ά­φο­ρες ὑ­πο­θέ­σεις. Ὑ­πο­βάλ­λει στόν προ­σευ­χό­με­νο ἀ­φορ­μές κού­ρα­σης,  ἀ­δι­α­θε­σί­ας , τεμ­πε­λιᾶς καί  ἄλ­λες προ­φά­σεις καί τε­λι­κά φεύ­γει ἀ­πό τή νπρο­σευ­χήν ὁ ἄν­θρω­πος χω­ρίς κανένα ὄφελος.
           
Γιά τήν ἀλήθεια τῶν πιό πάνω καί πῶς μᾶς παρακολουθεῖ ὁ πονηρός γιά νά μολύνει τά ἀγαθά μας ἔργα, φαίνεται ἀπό ἕνα χωρίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στό βιβλίο τοῦ  προφήτη Ζαχαρία, ἀναφέρεται τό ἑξῆς περιστατικό : « Καί ἔδειξέ μοι Κύριος τόνἸησοῦν τόν ἱερέα τόν μέ­γα ἐ­στῶ­τα πρό προ­σώ­που Ἀγ­γέ­λου Κυ­ρί­ου, καί ὁ δι­ά­βο­λος εἰ­στή­κει ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ τοῦ ἀν­τι­κεῖ­σθαι» ( Ζα­χαρ. 3. 1) Δη­λα­δή ὁ Θε­ός ἔ­δει­ξε στόν προ­φή­τη μιά ὁ­πτα­σί­α, πού πα­ρου­σί­α­ζε τό ἱ­ε­ρέ­α Ἰ­η­σοῦ νά  ἐρ­γά­ζε­ται τό ἔρ­γο Κυ­ρί­ου συ­νο­δεί­α Ἀγ­γέ­λου, ἀλ­λά καί ὁ δι­ά­βο­λος στε­κό­ταν στά δε­ξιά τοῦ ἱ­ε­ρέ­α καί ἐ­ναν­τι­ο­νό­ταν γιά τοῦ  μο­λύ­νει τό ἔρ­γο καί νά τόν κα­τη­γο­ρή­σει στό Θε­ό. Αὐτή  τή  δουλειά ὁ διάβολος τήν κάνει σ’ ὅλους προσπαθώντας νά καταστρέψει ἤ νά μολύνει τά καλά μας ἔργα καί προπατός τήν προσευχή.
           
Ὁ Ὅσιος Νεῖλος λέγει σχετικά: « ὅταν σέ ἰδοῦν οἱ δαίμονες  ὅτι εἲσαι πρόθυμος νά προσευχηθεῖς ἀληθινά, τότε σοῦ φέρνουν στό νοῦ σκέψεις πραγμάτων δῆθεν ἀναγκαίων καί σέ λίγο σέ κάνουν νά τά λησμονήσεις καί παρακινοῦν τό νοῦ νά τά ἀναζητήσει. Καί ἐπειδή ὁ νοῦς δέν τά βρίσκει, στενοχωριέται καί λυπᾶται. Ὅταν πάιν ξανασταθεῖ στήν προσευχή, τοῦ ὑπενθυμίζουν ἐκεῖνα πού τού εἶχαν βάλει στό νοῦ καί τά ἀναζητοῦσε, γιά στραφεῖ ὁ νοῦς σ’ αὐτά καί νά χάσει τήν καρποφόρα προσευχή». Βλέπετε, σατανικό πραγματικά σχέδιο.
           
Πο­λές φο­ρές χρη­σι­μο­ποι­οῦν καί τή βι­α­σύ­νη οἱ δαί­μο­νες καί ὅ­ταν τό πε­τύ­χουν καί σέ πεί­σουν ὅ­τι βι­ά­ζε­σαι, ἀρ­χί­ζεις βι­α­στι­κά γιά νά τε­λει­ώ­σεις γρή­γο­ρα καί ἡ προ­σευ­χή σου χά­νει τή θέρ­μη της  γί­νε­ται χλια­ρή καί σί­γου­ρα ὄ­χι θε­ά­ρε­στη. Ἔ­τσι πε­τυ­χαί­νει τό σκό­πο του ὁ πο­νη­ρός καί τρί­βει τά χέ­ρια­του ἀ­πό τή χα­ρά του.
           
Ἄλ­λες φο­ρές πα­ρου­σιά­ζει στόν προ­σευ­χό­με­νο πρό­σω­πα, εἰ­κό­νες καί ἁρ­πά­ζει τό νοῦν καί τόν πα­ρα­σύ­ρει μα­κριά.
           
Στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές, ὁ Ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος, δί­νει αὐ­τές τίς συμ­βου­λές: «Ὅ­ταν δεῖς νά σέ κυ­ρι­εύ­ει ἡ χαύ­νω­ση τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς, τό­τε νά με­τα­χει­ρί­ζε­σαι βι­βλί­ο καί  δι­α­βά­ζον­τας προ­σε­κτι­κά νά δέ­χε­σαι μέ­σα σου τή γνώ­ση.  Μήν προ­σπερ­νᾶς βι­α­στι­κά τά λό­για, ἀλ­λά νά τά στο­χά­ζε­σαι βα­θειά καί νά θη­σαυ­ρί­ζεις τό νό­η­μά τους... καί τίς γο­νυ­κλι­σί­ες νά μήν τίς ἀ­φή­νεις, για­τί μέ τό γο­νά­τι­σμα εἰ­κο­νί­ζε­ται ἡ πτώ­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί γί­νε­ται ἕ­να εἶ­δος ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως...».

            Ἔ­τσι ὁ δι­ά­βο­λος δέ θά στα­μα­τή­σει πο­τέ νά ἐμ­πο­δί­ζει τήν προ­σευ­χή μας καί ἀ­πό ἐ­μᾶς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται νά ἀν­τι­στα­θοῦ­με, νά ἐ­πι­μέ­νου­με νά προ­σευ­χό­μα­στε μέ πό­θο καί προ­σο­χή καί νά δι­ώ­χνου­με τούς ἐ­νε­πι­θύ­μη­τους ἐ­πι­σκέ­πτες τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς.
           
Χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή καί ἐ­πι­μο­νή μέ πολ­λή ἀν­τί­στα­ση, ἀλ­λά καί νά ζη­τοῦ­με καί τήν ἐξ ὕ­ψους βο­ή­θεια καί θά τά κα­τα­φέρ­νου­με νά προ­σευ­χό­μα­στε μέ ὠ­φέ­λεια.
  



γιατι δεν παιρνουμε απαντηση στις προσευχες μας 




Δέν εἶ­ναι λί­γες οἱ πε­ρι­πτώ­σεις πού  τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα μιᾶς προ­σευ­χῆς γί­νον­ται φα­νε­ρά καί εὐ­ερ­γε­τι­κά. Εἶ­ναι ὅ­μως καί με­ρι­κές φο­ρές πού δέν παἰρ­νου­με κα­μιά ἀ­πάν­τη­ση στήν προ­σευ­χή μας ἀ­πό τόν Κύ­ριο, λές καί δέ μᾶς  ἄ­κου­σε. Καί ἐ­μεῖς οἱ μη­δα­μι­νοί ἀ­νη­συ­χοῦ­με καί δι­ε­ρω­τό­μα­στε, για­τί; Γνω­ρι­ζον­τας μά­λι­στα καί τήν ὑ­πό­σχε­ση Του:« αἰ­τεῖ­τε καί δο­θή­σε­ται ὑ­μῖν», γί­νε­ται πιό ἔν­το­νη ἡ ἀ­νη­συ­χί­α μας. Αὐ­τό τό «για­τί» θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στή συ­νέ­χεια.
           
Στά κεί­με­να τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς δι­α­πι­στώ­νου­με, καί Ἁ­γί­ων ἀν­δρῶν οἱ προ­σευ­χές καί τά αἰ­τή­μα­τα, πολ­λές φο­ρές δέν εἶ­χαν ἄ­με­ση ἀ­πάν­τη­ση. Κι’ ὅ­μως κά­πο­τε ἐρ­χό­ταν αὐ­τή ἡ ἀ­πάν­τη­ση καί μά­λι­στα πο­λύ θε­τι­κά.
           
Θά φέ­ρου­με τέσ­σε­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τά πολ­λά, γιά νά ἐ­ξη­γή­σου­με καί τίς αἰ­τί­ες τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης ἀ­πάν­τη­σης ἀ­πό τό Θε­ό.
           
Γιά πα­ρά­δειγ­μα, ὁ Ἰ­σα­άκ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια προ­σευ­χό­ταν στό Θε­ό γιά νά γεν­νή­σει ἡ Ρε­βέκ­κα παι­δί κι’ ὅ­μως με­τά ἀ­πό τά εἴ­κο­σι χρό­νια ἀ­πάν­τη­σε ὁ Θε­ός στό αἰ­τη­μά του καί γέν-νησε ἡ Ρεβέκκα παιδί.
           
Ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ ἱ­ε­ρέ­α Ζα­χα­ρί­α καί τῆς γυ­ναί­κας του Ἐ­λι­σά­βετ. Πα­ρ’ ὅ­λο πού « ἦ­σαν ἀμ­φό­τε­ροι δί­και­οι» ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ, μιά ὁ­λο­κλη­ρη ζω­ή πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τό Θε­ό νά τούς χα­ρί­σει παι­δί, ἀλ­λά κα­μιά ἀ­πάν­τη­ση δέν ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τόν Κύ­ριο, πα­ρά μό­νον, ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στά γε­ρά­μα­τά τους, ὁ Θε­ός ἔ­στει­λε τόν Ἄγ­γε­λό Του καί τούς πλη­ρο­φό­ρη­σε ὅ­τι θά γεν­νή­σουν τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Πρό­δρο­μο.
           
Ἡ Χα­να­ναί­α ἱ­κε­έ­τευ­ε τόν Ἰ­η­σοῦ νά θε­ρα­πεύ­σει τήν κό­ρη της καί νά δι­ώ­ξει τό δαι­μό­νιο πού τή βα­σά­νι­ζε καί ὁ Κύ­ριος οὔ­τε κἄν ἔ­δει­χνε ὅ­τι τήν ἄ­κου­ε. Τή δο­κί­μα­σε ὅ­μως καί ὅ­ταν ἡ ἴ­δια ἐκ­δή­λω­σε πί­στη ἀ­κλό­νι­τη, τό­τε θε­ρά­πευ­σε τήν κό­ρη της.
           
Ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν, ὁ  μέ­γας Παῦ­λος, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Κύ­ριο νά τοῦ ση­κώ­σει ἕ­να πει­ρα­σμό, ἀλ­λά Αὐ­τός τοῦ ἀρ­νή­θη­κε καί τοῦ εἶ­πε,« Σοῦ ἀρ­κεῖ ἡ χά­ρις μου». τί φα­νε­ρώ­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Τἰ μπο­ροῦ­με νά συμ­πε­ρά­νου­με;
           
α) Στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἰ­σα­άκ καί τῆς Χα­να­ναί­ας, ὁ Θε­ός ἤ­θε­λε νά δο­κι­μά­σει τήν πί­στη τους, ἀλ­λά καί γιά νά εἶ­ναι πα­ρά­δειγ­μα πρός μί­μη­ση καί νά μά­θου­με ὅ­τι πρέ­πει ὅ­ταν κα­τα­φεύ­γου­με στόν Κύ­ριο, πρέ­πει νά ἔ­χου­με ἀ­κλό­νι­τη πί­στη,  ὑ­πο­μο­νή καί συ­νέ­πεια στά αἰτήματά μας.
           
β) Στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ζα­χα­ρί­α, τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ζα­χα­ρί­α καί τῆς Ἐ­λι­σά­βετ. Καί ἔ­τσι δο­κι­μά­στη­κε ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ ἐ­πι­μο­νή τους.
           
γ) Στήν πε­ρί­πτω­ση δέ τοῦ Παύ­λου, δέ ἦ­ταν πρός τό κα­λό τοῦ Ἀ­πο­στό­λου ἄν τοῦ σή­κω­νε τόν πει­ρα­σμό, για­τί ὁ πει­ρα­σμός τό βο­η­θοῦ­σε, τόν τα­πεί­νω­νε καί τα­πει­νό­νον­τάς τον προ­φυ­λασ­σό­ταν ἀ­πό χει­ρό­τε­ρα κα­κά,  χει­ρό­τε­ρα τοῦ πει­ρα­σμοῦ.
           
Ἀ­νά­λο­γα λοι­πόν καί σέ μᾶς  μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν οἱ  αἰ­τί­ες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων πού ἀ­να­φέ­ρα­με καί μπο­ρεῖ ὁ Κύ­ριος νά δο­κι­μά­ζει τήν πί­στη μας καί τήν ἐ­πι­μο­νή μας. Ἴ­σως αὐ­τά πού ζη­τοῦ­με νά μήν εἶ­ναι πρός τό συμ­φέ­ρον τῆς  ψυ­χῆς μας. Ἀ­κό­μα ἴ­σως ζη­τοῦ­με κά­τι πού θά τό χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τή φι­λαυ­τί­α μας καί τόν ἐ­γω­ϊ­σμό μας. Αὐ­τό τό τε­λευ­ταῖ­ο το­νί­ζει καί ὁ Ἰ­ά­κω­βος ὁ Ἀ­δελ­φό­θε­ος στήν ἐ­πι­στο­λή του: « Ζη­τεῖ­τε, ἀλ­λά δέν λαμ­βά­νε­τε, δι­ό­τι ζη­τεῖ­τε γιά κα­κό σκο­πό, γιά νά δα­πα­νή­σε­τε γιά τίς ἡ­δο­νι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες σας»(Ἰακ. 4. 3).
           
Ἀκόμα μπορεῖ νά ζητοῦμε πράγματα πού δέ συμφωνοῦν μέ τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς,
           
 Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἔχουμε στό νοῦ μας, εἶναι ὅτι, ἄν προσερχόμαστε στήν προσευχή μέ τίς προϋποθέσεις πού ἀναφἐραμε πρίν, σίγουρα ὁ Θεός μᾶς ἀκούει καί πάντοτε θέλει τό συμφέρον μας , ἀλλά ἡ πανσοφία Του ἐφαρμόζει τρόπους καί μεθόδους γιά τή σωτηρία μας, πού ἐμεῖς ἀγνοοῦμε καί γιά τοῦτο στενοχωρούμαστε.  Ἐκεῖνο πού πρέπει ἐμεῖς νά κάνουμε πρέπει νά ἐπιμένουμε ὅπως μᾶς συμβουλεύει καό ὁ Σοφός Σειράχ.: Μή  ὀλιγοψυχήσεις εἰς τήν προσευχήν σου».  Ὁ δέ Ἰωάννης ὁ  Χρυσόστομος, λέγει: « Ὁ Θεός ἀναβάλλει νά ἐκπληρώσει τά αἰτήματά μας, ὄχι γιά νά ὑποφέρουμε, ἀλλά γιά νά μείνουμε πάντοτε συνδεδεμένοι μαζί Του, μέ τή θερμή καί ἐ­πί­μο­νη προ­σευ­χή μας».
           
Θά ἐ­πα­να­λά­βου­με πά­λιν ὅ­τι στήν προ­σευ­χή μας δέν πρέ­πει νά ἔ­χου­με κα­μιά ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι κα­τήν ἅ­ραν τῆς προ­σευ­χῆς βρι­σκό­μα­στε ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου καί μᾶς προ­σέ­χει καί θέ­λει νά μᾶς βο­η­θή­σει, ἔ­στω κι’ ἄν ἀρ­γεῖ νά ἀ­παν­τή­σει. Ἐ­μεῖς δέν πρέ­πει νά  μεμ­ψι­μοι­ροῦ­με καί νά ὁ­λι­γο­πι­στοῦ­με, ἀλ­λά νά  εἴ­μα­στε προ­ε­τοι­μα­σμέ­νοι νά προ­σφέ­ρου­με σω­στή προ­σευ­χή καί νά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με ὅ,τι δή­πο­τε μᾶς  δώ­σει. Αὐ­τή μας ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά σί­γου­ρα θά ὑ­πο­χρε­ώ­σει τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί θά δι­και­ώ­σει τά  δί­και­α αἰ­τή­μα­τά μας, ἄν αὐ­τά εἶ­ναι πρός τό δι­κό μας συμ­φέ­ρον. Γιά τοῦ­το νά μήν ἔ­χου­με κα­μιά ἀμ­φι­βο­λί­α.



αντι επιλογου

            
Τελειώνοντας τή μικρή αὐτή ἐργασία γιά τήν προσευχή, ἀντί γιά ἐπίλογο θά σχολιάσω ἕνα λόγο τοῦ Εὐαγρίου μοναχοῦ πού βρῆκα στή Φιλοκαλία.
           
Γράφει: «Νά προσεύχεσαι μέ φόβο καί τρόμο, μέ πόνο, προσεκτικά καί ἄγρυπνα».
         
Ἄς δοῦμε  τί θέλει νά πεῖ ὁ Ὅσιος αὐτός.

α) Μέ φό­βο καί τρό­μο.  Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι, κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς προ­σευ­χῆς ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά εἶ­ναι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι βρί­σκε­ται ἐ­νώ­πιον τοῦ  Παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ, ὅ­που οἱ κα­θα­ρό­τα­τοι Ἄγ­γε­λοι μέ φό­βο καί τρό­μο καί μέ τό βλέμ­μα πρός τά κά­τω ὑ­μνοῦν τήν ἄ­πει­ρη με­γα­λει­ό­τη­τα καί ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ κοι­νοῦ μας Δη­μι­ουρ­γοῦ.  Ἄν οἱ κα­θα­ρό­τα­τες ἀγ­γε­λι­κές Δυ­νά­μεις στέ­κον­ται μέ φό­βο καί τρό­μο ἐ­νώ­πιον τῆς θεί­ας με­γα­λω­σύ­νης, τί θά πεῖ ὁ ἁ­μαρ­τω­λός καί  λε­ρω­μέ­νος ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νά φο­βᾶ­ται δι­πλά. Νά φο­βᾶ­ται μή­πως δἐν προ­σεύ­χε­ται μέ τήν δέ­ου­σα προ­σο­χή καί δέν  εἰ­σα­κου­σθεῖ ἡ προ­σευ­χή του. Νά φο­βᾶ­ται ἀ­κό­μα μή­πως δέν προ­σέ­ξει καί τόν πα­ρα­σύ­ρει ὁ  πο­νη­ρός πού κα­ρα­δο­κεῖ,  μέ τούς δι­ά­φο­ρους λο­γι­σμούς μα­κριά ἀ­πό τό θέ­μα τῆς προ­σευ­χῆς καί χά­σει τόν καρ­πό της, για­τί δέ θά εἰ­σα­κου­σθεῖ καί γί­νει πε­ρί­γε­λως τῶν δαι­μό­νων.
           
β) Μέ πό­νο ψυ­χῆς.  Πού ση­μαί­νει ὅ­τι, ὁ προ­σευ­χό­με­νος θά πρέ­πει νά συ­ναι­σθά­νε­ται τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά του καί ὅ­τι σέ  κά­θε στιγ­μή πα­ρα­βαί­νει τό νό­μο καί τίς ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου καί νά πο­νεῖ βα­θειά ἡ ψυ­χή του. Αὐ­τός ὁ πό­νος τῆς ψυ­χῆς του θά πρέ­πει νά τόν κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο θερ­μό στήν προ­σευ­χή του. Θά πο­νεῖ ἀ­κό­μα, για­τί πολ­λοί ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μα­κρυ­ά ἀ­πό τό Θε­ό καί νά δέ­ε­ται γι’ αὐ­τούς.
           
γ) Προσεκτικά, στοχαστικά.  Δηλαδή μέ πολλήν προσοχή καί περίσκεψη, χωρίς καμιά βιασύνη, μέ εὐλάβεια, ὑπομονή καί πραότητα νά  προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος. Νά στοχάζεται, νά συλλογίζεται τήν ἁμαρτωλότητά του καί τίς δωρεές  πού ὁ ἀγαθός Θεός δίνει στόν   ἀδύναμο ἄνθρωπο. Νά στοχάζεται τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν αἰώνια ζωή καί μέ πολλή περίσκεψη νά καθαρίζει τόν ἑαυτό του μέ τήν  μετάνοια καί τήν ἀποχή ἀπό κάθε  λογισμό ἀνάρμοστο τῶν περιστάσεων. Καί ἔτσι μέ ψυχή καθαρή  νά προσεύχεται σάν παιδί  πρός τόν πατέρα του.
           
Ἄ­γρυ­πνα. Τό ἄ­γρυ­πνα ἐ­δῶ ση­μαί­νει νά βρί­σκε­ται ὁ ἄν­θρω­πος σέ  με­γά­λο βαθ­μό ἐ­γρή­γορ­σης καί προ­σο­χῆς. Μέ ἄ­γρυ­πνο μά­τι καί μέ πε­ρί­σκε­ψη καί πε­ρι­συλ­λο­γή νά πα­ρα­κο­λου­θεῖ τόν ἑ­αυ­τό του, για­τί γύ­ρω του πε­ρι­μέ­νουν οἱ  μο­χθη­ροί δαί­μο­νες νά τοῦ λε­ρώ­σουν ἤ  ἀ­κό­μα ν­ά τοῦ μα­ται­ώ­σουν τήν προ­σευ­χή. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦν οἱ  μι­σό­κα­λοι, γιά βροῦν τήν εὐ­και­ρί­α νά ἐ­πι­τε­θοῦν στήν ψυ­χή καί νά τήν αἰχ­μα­λω­τί­σουν καί νά τήν ὁ­δη­γή­σουν στό δι­κό τους σκοτεινό  δρόμο τῆς κόλασης.
           
 Ἔ­τσι ἄ­γρυ­πνα, μέ φό­βο καί τρό­μο, προ­σε­κτι­κά καί στο­χα­στι­κά ὅ­ταν συ­νη­θί­σει νά προ­σεύ­χε­ται ὁ ἄν­θρω­πος, θἀ προ­σεύ­χε­ται σω­στά καί καρ­πο­φό­ρα καί  σάν φρό­νι­μος καί πι­στός θά ἔ­χει καρ­πο­φό­ρα προ­σευ­χή καί θά σώ­σει καί τήν ψυ­χή του.


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου