Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ-Δεύτερο Μέρος (Πρεσβυτέρου Χ.Νεοφύτου)



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ
Δεύτερο Μέρος
 (Πρεσβυτέρου Χ.Νεοφύτου)  




                          


Μέρος Β΄ 

8.Τί γίνεται σήμερα 

9. Τά θανάσιμα ἁμαρτήματα 

10. Μποροῦμε σήμερα νά κοινωνοῦμε συχνά; 

11.Γιά νά ἐλέγχεις τόν ἑαυτό σου 
μέ βάση τίς 10 Ἐντολές

12.Χρειάζεται πάντοτε προετοιμασία 

13.Αντί ἐπιλόγου

108


Συχνότητα τῆς Θείας Κοινωνίας 



8.Τί γίνεται σήμερα. 

Σή­με­ρα φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μιά ἀ­πα­ρά­δε­κτη ἐ­κτρο­πή ἀ­πό τή σω­στή πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, για­τί ἀ­γνο­ή­σα­με τή γνή­σια δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων μας καί αὐ­τό δέν εἶ­ναι τοῦ και­ροῦ μας μό­νο, ἀλ­λά ἄρ­χι­σε ἀ­πό πο­λύ πα­λιά καί τό κα­κό γιά μᾶς εἶ­ναι ὅ­τι δέν ἐν­δι­α­φέρ­θη­καν οἱ τα­γοί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νά ἐ­πα­να­φέ­ρουν τά πράγ­μα­τα στό σω­στό δρό­μο, καί δυ­στυ­χῶς συ­νε­χί­ζε­ται τό κα­κό, ἔ­στω καί ἄν βλέ­πουν τή ζη­μιά πού γί­νε­ται στά πρό­βα­τα τοῦ Χρι­στοῦ.

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι χρι­στια­νοί ἀ­γνο­οῦν τό σκο­πό τοῦ ἐκ­κλη­σια­σμοῦ, ἀ­γνο­οῦν ὅ­σα πρέ­πει νά ξέ­ρουν γύ­ρω ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, καί τό χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ἀ­νερ­μά­τι­στοι ὡς πρός τό σκο­πό καί τόν προ­ο­ρι­σμό τους⁺ ἀ­γνο­οῦν τήν ἀ­ξί­α τους καί πολ­λά ἄλ­λα πού θά συμ­βά­λουν νά ἀ­πο­λαύ­σουν τή χα­ρά τοῦ πα­ρα­δεί­σου. Αὐ­τά δι­α­κρί­νον­ται πο­λύ εὔ­κο­λα ὅ­ταν πα­ρα­κο­λου­θή­σει κά­ποι­ος τή ζω­ή τῶν ση­με­ρι­νῶν χρι­στια­νῶν, τό­σο στήν κα­θη­με­ρι­νή τους ζω­ή ὅ­σο καί στή λα­τρεί­α ἀ­κό­μα. Μέ­σα σ’ αὐ­τή τήν πολ­λα­πλή ἄ­γνοι­α χά­νε­ται ἡ σω­στή γνώ­ση καί πρά­ξη. Αὐ­τή ἡ κα­τά­στα­ση δέν πά­ει ἄλ­λο χά­νον­ται ψυ­χές καί ἀλ­λοί­μο­νο ἄν μεί­νει ἔ­τσι.

Βέ­βαι­α δέ μπο­ροῦ­με ἐ­μεῖς νά κά­νου­με καί πολ­λά πράγ­μα­τα ἄν δέν ἐν­δι­α­φερ­θοῦν αὐ­τοί πού δι­οι­κοῦν τήν Ἐκ­κλη­- σί­α.

Ἐ­μεῖς μέ τό πα­ρόν κεί­με­νο προ­σπα­θοῦ­με νά πεί­σου­με γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῆς συ­χνῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, για­τί χω­ρίς αὐ­τή δέ μπο­ροῦ­με νά ζή­σου­με κα­θα­ρή πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, ἐ­πει­δή σάν ἄν­θρω­ποι μέ σάρ­κα εἴ­μα­στε ἀ­δύ­να­τοι.

Προ­σπα­θοῦ­με νά δι­α­φω­τί­σου­με τούς χρι­στια­νούς μας με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­δῶ τά λό­για καί τίς συμ­βου­λές τῶν πα­τέ­ρων μας σέ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση, καί με­ρι­κές λέ­ξεις ἀ­κό­μα προ­σπα­θοῦ­με νά τίς κά­νου­με πιό προ­σι­τές στόν ἀ­να­γνώ­στη, τόν ἁ­πλό χρι­στια­νό, για­τί αὐ­τοί εἶ­ναι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πι­στοί μας.

Ἀρ­κε­τές πα­τε­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες πα­ρου­σι­ά­ζου­με πιό πάνω σχε­τι­κά μέ τό θέ­μα μας. Αὐ­τό πού ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι νά ποῦ­με ποι­ές ἁ­μαρ­τί­ες ἐμ­πο­δί­ζουν τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ἔ­χου­με ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἐμ­πο­δί­ζουν τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α οἱ πρός θά­να­τον ἁ­μαρ­τί­ες, ὅ­πως αὐ­τές πού πα­ρου­σι­ά­ζου­με στό ἑπόμενο κεφάλαιο.

 



9. Τά θανάσιμα ἁμαρτήματα 

Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μοιά­ζουν μέ πλη­γές καί χω­ρί­ζον­ται σέ δυ­ό κα­τη­γο­ρί­ες τίς με­γά­λες πλη­γές πού χρει­ά­ζον­ται πο­λύ κό­πο καί προ­σπά­θεια γιά νά θε­ρα­πευ­τοῦν καί ἄν ἀ­με­λή­σει ὀ πλη­γω­μέ­νος κα­τα­λή­γει καί στό θά­να­το ἀ­κό­μα, καί τίς μι­κρές πού εὔ­κο­λα θε­ρα­πεύ­ον­ται.

Λέ­γον­ται θα­νά­σι­μα με­ρι­κά ἁ­μαρ­τή­μα­τα, για­τί μό­λις τά δι­α­πρά­ξει ὁ ἄν­θρω­πος χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τό Θε­ό, καί ὁ χω­ρι­σμός ἀ­πό τό Θε­ό εἶ­ναι ὁ με­γά­λος θά­να­τος

Στό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό θά ἐ­πι­ση­μά­νου­με τά θα­νά­σι­μα ἁ­μαρ­τή­μα­τα γιά νά τά ἀ­πο­φεύ­γουν οἱ ἀ­να­γνώ­στες μας. Τά θα­νά­σι­μα ἁ­μαρ­τή­μα­τα, εἶ­ναι τά πιό κά­τω:


Ἡ φι­λαυ­τί­α, ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή ἀ­γά­πη τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας,πού πα­ρά­γει τόν ἐ­γω­κεν­τρι­σμό


Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἡ ἑ­ω­σφο­ρι­κή κα­τά­ρα πού με­τά­βα­λε τόν ἄγ­γε­λο σέ σα­τα­νά.


Ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α, πού ἔ­κα­νε τόν Ἰ­ού­δα προ­δό­τη τοῦ Κυ­ρί­ου.


Ἡ πορ­νεί­α, πού με­τα­τρέ­πει τόν ἄν­θρω­πο χει­ρό­τε­ρο καί ἀ­πό τά ζῶ­α.


Ὁ φθό­νος, πού ὁ­δή­γη­σε τούς Γραμ­μα­τεῖς καί Φα­ρισ­σαί­ους νά φο­νεύ­σουν τόν Λυ­τρω­τή τοῦ κό­σμου


Ἡ γα­στρι­μαρ­γί­α, πού κά­νει τόν ἄν­θρω­πο ὑ­λό­φρο­να.


Ἡ μνη­σι­κα­κί­α, ὁ μνη­σί­κα­κος εἶ­ναι καί Δι­ά­βο­λος.


Ἡ ἀ­μέ­λεια, πού ἐμ­πο­δί­ζει τήν πρό­ο­δο τοῦ ἀν­θρώ­που στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Κά­νει τόν ἄν­θρω­πο νά μοιά­ζει σάν σπί­τι χω­ρίς πόρ­τες καί πα­ρά­θυ­ρα.

Αὐ­τές εἶ­ναι οἱ θα­νά­σι­μες ἁ­μαρ­τί­ες, οἱ με­γά­λες πλη­γές πού πο­λύ εὔ­κο­λα ὁ­δη­γοῦν τόν ἄν­θρω­πο στό θά­να­το καί πού χω­ρί­ζουν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α.

Αὐ­τές οἱ ἁ­μαρ­τί­ες εἶ­ναι με­γά­λες μη­τέ­ρες πού γεν­νοῦν κι’ ἄλ­λα παι­διά, ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες πού μοιά­ζουν μέ τίς μη­τέ­ρες τους. Αὐ­τές δι­α­στρέ­φουν τά ἀ­ναγ­καῖ­α πράγ­μα­τα. πού χρει­ά­ζε­ται νά ζή­σει ὁ ἄν­θρω­πος, σέ κα­τα­στρο­φι­κά πά­θη, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δύ­σκο­λα ἀ­παλ­λάσ­σε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.

Κά­θε χρι­στια­νός λοι­πόν, πού θά προ­σέλ­θει νά κοι­νω­νή­σει, ἄν εἶ­ναι ἔ­νο­χος σέ κά­ποι­α ἁ­μαρ­τί­α ἀ­πό αὐ­τές, θά πρέ­πει νά μήν κοι­νω­νή­σει, ἀλ­λά νά τρέ­ξει στόν ἐ­ξο­μο­λό­γο του καί νά πρά­ξει σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­δη­γί­ες του. Για­τί ἄν κοι­νω­νή­σει κά­ποι­ος ἔ­νο­χος σέ θα­νά­σι­μο ἁ­μάρ­τη­μα θά ζη­μι­ω­θεῖ ἀ­φάν­τα­στα ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στούς χρι­στια­νούς τῆς Κο­ρίν­θου⁺ (Α΄.Κορ. κεφ.11) «Ὅ­ποι­ος τρώ­γει αὐ­τό τόν ἄρ­το ἤ πί­νει τό πο­τή­ριο τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­να­ξί­ως, θά εἶ­ναι ἔ­νο­χος γιά ἀ­σέ­βεια πρός τό σῶ­μα καί τό αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό ἄς ἐ­ξε­τά­ζει ὁ ἄν­θρω­πος τόν ἑ­αυ­τό του, καί ἔ­τσι ἄς τρώ­γει ἀ­πό τόν ἄρ­το καί ἄς πί­νει ἀ­πό τό πο­τή­ριο.Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος πού τρώ­γει καί πί­νει ἀ­να­ξί­ως, τρώ­γει καί πί­νει κα­τα­δί­κη γιά τόν ἑ­αυ­τό του, ἐ­πει­δή δέν τι­μᾶ τό σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό με­τα­ξύ σας πολ­λοί εἶ­ναι ἀ­σθε­νεῖς καί ἄρ­ρω­στοι, καί ἀρ­κε­τοί ἔ­χουν πε­θά­νει.»

Βέ­βαι­α τό τε­λευ­ταῖ­ο δέ μπο­ροῦ­με νά τό γε­νι­κεύ­σου­με, σί­γου­ρα ὅ­μως συμ­βαί­νει αὐ­τό, καί ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος λέ­γει σχε­τι­κά. «Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­σθέ­νει­ες ἔ­χουν αἰ­τί­α τά ψυ­χι­κά ἁ­μαρ­τή­μα­τα» Ἔ­τσι λοι­πόν καί ἀ­πό αὐ­τούς πού κοι­νω­νοῦν ἀ­νά­ξια ἀρ­ρω­στοῦν καί πε­θαί­νουν, για­τί δέν προ­σέρ­χον­ται μέ προ­σο­χή καί σε­βα­σμό, για­τί δέν ἐ­ξε­τά­ζουν καί δέν ἐν­νο­οῦν ὅσο πρέ­πει τό μέ­γε­θος καί τόν ὄγ­κο τῶν δώ­ρων πού με­τα­λαμ­βά­νουν, τό σῶ­μα καί τό αἶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἕ­τσι ἡ Θεί­α Κοι­νω­νί­α γί­νε­ται γι’ αὐτούς αἰ­τί­α με­γά­λης κο­λά­σε­ως. Γι’ αὐ­τό οἱ Πα­τέ­ρες μᾶς συμ­βου­λεύ­ουν: «Νά προ­σερ­χό­μα­στε στούς ἱ­ε­ρεῖς γιά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των καί με­τά νά πί­νω­μεν ἀ­πό τά κα­θάρ­σια αἵ­μα­τα.­...».

Ἄν ὑ­πάρ­χουν με­τα­ξύ μας χρι­στια­νοί πού κοι­νω­νοῦν μέ τέ­τοι­α ἁ­μαρ­τή­μα­τα θά πρέ­πει ὅ­σο μπο­ροῦν σύν­το­μα νά τα­κτο­ποι­ή­σουν τόν ἑ­αυ­τό τους μέ τήν με­τά­νοι­α-ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πρίν εἶ­ναι ἀρ­γά.

 
 

Ὅ­μως «οὐ­δείς ἀ­να­μάρ­τη­τος» καί ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νει καί ὁ ἁ­γιος Νι­κό­λα­ος Κα­βά­σι­λας: «Ἔ­στω καί νά λά­βο­μεν πο­λυ­ά­ριθ­μα προ­φυ­λα­κτι­κά μέ­τρα εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά μήν πέ­σο­με σέ πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα πα­ρα­πτώ­μα­τα κα­τά τήν ἡ­μέ­ραν, για­τί ἤ κά­ποι­ο λό­γο ἀ­νάρ­μο­στο θά ποῦ­με, ἤ συ­ζή­τη­ση ἀ­νω­φε­λή θά κά­νο­με,ἤ ἄ­πρε­πες σκέ­ψεις θά δι­α­νο­η­θοῦ­με,ἤ τά μά­τια μας δέ θά τά συγ­κρα­τή­σο­με ἤ ἄ­σκο­πα καί ἀ­νώ­φε­λα θά πε­ρά­σω­μεν τό χρό­νο μας καί δέ θά κά­νο­με τό κα­θῆ­κον μας». Κα­τα­νο­οῦ­με λοι­πόν ὅ­τι κα­νέ­νας πού ἔ­ζη­σε ἤ ζεῖ στόν κό­σμο αὐ­τό δέν εἶ­ναι κα­θα­ρός ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες ὀ­νο­μά­ζει «πα­ρα­πτώ­μα­τα» σφάλ­μα­τα, Ὅ­λα αὐ­τά τά ἔ­χου­με δι­ευ­κρι­νή­σει πιό πάνω καί εἴ­δα­με ὅ­τι αὐ­τά δέν ἐμ­πο­δί­ζουν τόν ἀ­γω­νι­ζό­με­νο χρι­στια­νό ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά προ­σερ­χό­μα­στε ὅ­σο συ­χνά γί­νε­ται πάν­το­τε με­τα­νο­η­μέ­νοι καί ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι.

Ὁ Ἀ­να­στά­σιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας λέ­γει: «Ὅ­σοι, «συ­χνο­τέ­ρως με­τα­λαμ­βά­νον­τες, πα­ρα­φυ­λάτ­του­σιν ἑ­αυ­τούς πολ­λά­κις ἀ­πό πολ­λῶν κα­κῶν, φο­βού­με­νοι τό κρί­μα τῆς με­τα­λή­ψε­ως.»

Πρέ­πει νά γνω­ρί­ζουν οἱ χρι­στια­νοί μας, ὅ­τι αὐ­τοί πού δέν μπό­ρε­σαν ἀ­κό­μα νά κα­θα­ρι­σθοῦν τε­λεί­ως καί πέ­φτουν σέ μι­κρά ἁ­μαρ­τή­μα­τα, κι’ ὅ­μως ἀ­γω­νί­ζον­ται αὐ­τοί δέν ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά εἶ­ναι μέ­λη τραυ­μα­τι­σμέ­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί δέν τούς ἐμ­πο­δί­ζουν αὐ­τά τά μι­κρά τραύ­μα­τα νά προ­σέρ­χον­ται στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ἔρ­χον­ται γι­ά νά θε­ρα­πεύ­σουν τίς πλη­γές τους ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α. Τό αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ θά τούς θε­ρα­πεύ­σει τίς μι­κρο­πλη­γές πού ἔ­χουν. Για­τί «ποι­ός θά ση­κώ­σει τόν πε­σμέ­νον, ποι­ός θά θε­ρα­πεύ­σει τόν πλη­γω­μέ­νον, ποι­ός θά στη­ρί­ξει τόν ἀ­δύ­να­το; Πα­ρά μό­νον Αὐ­τός πού καί τή ζω­ή Του ἀ­κό­μα ἔ­δω­σε γι­ά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου; »

Αὐ­τά τά πα­ρα­πτώ­μα­τά μας τά εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Κύ­ριος καί γι’ αὐ­τό ἵ­δρυ­σε και τό θε­ρα­πευ­τή­ριο, τό ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο στήν Ἐκ­κλη­σί­α γιά νά κα­θα­ρί­ζον­ται τά μέ­λη της ἀ­πό τή λέ­ρα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος το­νί­ζει ὅ­τι δέν φτά­νει μό­νο νά εἶ­σαι χω­ρίς ἁ­μαρ­τί­α γιά νά προ­σέλ­θεις στή θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά καί νά ἔ­χεις βί­ο καί ζω­ή ἀ­κα­τη­γό­ρη­τη. Λέ­γει σέ μιά ὁ­μι­λί­α του: «Τί λοι­πόν; Ποι­ούς θά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με; Αὐ­τούς πού με­τα­λα­βαί­νουν μιά φο­ρά; Αὐ­τούς πού πολ­λές; Αὐ­τούς πού λί­γες; Οὔ­τε αὐ­τούς πού με­τα­λα­βαί­νουν μιά φο­ρά, οὔ­τε αὐ­τούς πού πολ­λές, οὔ­τε αὐ­τούς πού λί­γες, ἀλ­λά ἐ­κεί­νους πού με­τα­λα­βαί­νουν μέ κα­θα­ρή συ­νεί­δη­ση, μέ κα­θα­ρή καρ­διά καί βί­ο ἀ­νε­πί­λη­πτο. Ὅ­σοι εἶ­ναι τέ­τοι­οι ἄς πλη­σιά­ζουν πάν­το­τε».


10. Μποροῦμε σήμερα νά κοινωνοῦμε συχνά; 

Ὅ­ταν γί­νει λό­γος σέ χρι­στια­νούς γιά τήν ἀ­νάγ­κη τῆς συ­χνῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, ἀ­μέ­σως θά ἀ­κού­σεις, εἶ­ναι εὔ­κο­λο σή­με­ρα μέ τή προ­κλη­τι­κή ζω­ή πού ζοῦ­με νά κοι­νω­νεῖ συ­χνά ὁ χρι­στια­νός; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι, ναί μπο­ρεῖ ὅ­ταν τό θέ­λει. Ἡ δι­σχι­λι­ε­τής ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει. Για­τί ὁ Χρι­στός πού εἶ­ναι μα­ζί μας εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος καί δυ­να­τό­τε­ρος ἀ­πό τό δι­ά­βο­λο πού προ­σπα­θεῖ νά ὑ­πο­τά­ξει τόν κό­σμο. Ἀρ­κεῖ νά τό θε­λή­σει ὀ χρι­στια­νός.

Ἄν πραγ­μα­τι­κά ὁ ἄν­θρω­πος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ποι­ός εἶ­ναι, πό­θεν ἔρ­χε­ται καί πού πη­γαί­νει, τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἕ­να τε­λι­κό σκο­πό καί ὁ σκο­πός αὐ­τός εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὁ χα­μέ­νος πα­ρά­δει­σος, ἡ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ἄν πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι ἐ­ρα­στής αὐ­τῆς τῆς χα­ρού­με­νης καί ἀ­τέ­λει­ω­της ζω­ῆς, τό­τε ὅ­λες οἱ ἐ­νέρ­γει­ές του, οἱ πρά­ξεις καί οἱ συμ­πε­ρι­φο­ρές του, θά κι­νοῦν­ται μέ­σα στά πλαί­σια αὐ­τοῦ τοῦ σκο­ποῦ καί θά προ­σέ­χει καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του, τά λό­για του, τά ἔρ­γα του καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες του.

Ἐξ ἄλ­λου ὁ Κύ­ριος μας δέ μας ὑ­πο­σχέ­θη­κε τόν πα­ρά­δει­σο ἐ­δῶ στή γῆ αὐ­τή, ἀλ­λά στήν ἄλ­λη ζω­ή, στή νέ­α γῆ τοῦ πα­ρα­δεί­σου. Δέν μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε στόν κό­σμο αὐ­τό εὐ­τυ­χί­α, ἀλ­λά μᾶς ὐ­πο­σχέ­θη­κε θλί­ψεις καί δο­κι­μα­σί­ες τίς ὁ­ποῖ­ες θά μᾶς προ­κα­λεῖ ὁ ἐ­χθρός μας ὀ δι­ά­βο­λος. Μᾶς προ­τρέ­πε ­ἀ­κό­μα ὅ­τι πρέ­πει νά ἔ­χου­με θάρ­ρος καί θά νι­κή­σο­υμε ὅ­πως νί­κη­σε καί αὐ­τός. Ἑ­πο­μέ­νως ἔ­χου­με δι­α­λέ­ξει ἕ­να δρό­μο στε­νό καί μιά πύ­λη στε­νή καί πρέ­πει νά προ­σέ­ξου­με νά μήν φορ­τω­νό­μα­στε πολ­λά για­τί δέ θά μᾶς χω­ρέ­σει νά πε­ρά­σου­με ἡ στε­νή πύ­λη καί θά μεί­νου­με ἐ­κτός πα­ρα­δεί­σου.

Γιά νά ἀ­πο­φύ­γου­με τήν ἁ­μαρ­τί­α, θά πρέ­πει πάν­το­τε νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με τήν συμ­με­τρί­α γιά νά δι­α­τη­ρή­σου­με καί σῶ­μα καί ψυ­χή σέ ἀ­σφά­λεια καί ἀ­παλ­λα­γή ἀ­πό τά κα­κά. Πρέ­πει νά ἀ­πο­φεύ­γου­με τήν πολ­λή κα­λο­πέ­ρα­ση καί τή φι­λη­δο­νί­α, για­τί δέ γνω­ρί­ζουμε πό­σα κα­κά δη­μι­ουρ­γεῖ. Ἀλλά καί τά ἄ­τα­κτα λό­για, τήν ἀ­νό­η­τη φλυ­α­ρί­α κλπ.

Ἡ ζω­ή καί ἡ γέν­νη­σή μας εἶ­ναι δι­πλή, πνευ­μα­τι­κή καί σαρ­κι­κή, καί τό μέν πνεῦ­μα πο­λε­μᾶ τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες τοῦ σώ­μα­τος, τό δέ σῶ­μα πα­ρα­τάσ­σε­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πνεύ­μα­τος καί εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά συμ­φω­νή­σουν καί νά συ­νερ­γα­σθοῦν τά ἐ­νάν­τια πράγ­μα­τα. Εἶ­ναι ὀ­λο­φά­νε­ρο ὅ­τι μιά ἀ­πό τίς δυ­ό ἐ­πι­θυ­μί­ες θά ἐ­πι­κρα­τή­σει στούς λο­γι­σμούς διά τῆς μνή­μης. Γι’ αὐ­τό ἐ­μεῖς πρέ­πει νά προ­σπα­θή­σου­με νά ἐ­πι­κρα­τή­σει τό πνεῦ­μα πά­νω στό σῶ­μα. Γιά νά γί­νει αὐ­τό, χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια καί ἀ­γώ­νας. Ἐ­κεῖ­νο πού μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά γιά τόν ἀ­γώ­να, σ’ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις, εἶ­ναι ὁ πό­θος γι’ αὐ­τά πού ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε⁺ αὐ­τός κα­θι­στᾶ τούς κό­πους γλυ­κούς, ἀ­κό­μα κι’ ὅ­ταν εἶ­ναι ὀ­δυ­νη­ροί. Ἀ­κό­μα νά ἀ­φι­ε­ρώ­νο­υμε ὄ­λους τούς λο­γι­σμούς μας στό Χρι­στό καί σέ ὅ­σα ἐ­κα­με ἀ­πό φι­λαν­θρω­πί­α σέ μᾶς καί τό­τε θά ἔ­χου­με ἐ­νώ­πιόν μας αὐ­τή τή ζω­ή πού θέ­λου­με καί θά νοι­ώ­θου­με εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Ὅ­λοι ἔ­χου­με χρέ­ος νά ἐ­φαρ­μό­ζου­με τίς ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ καί νά προ­σαρ­μό­ζου­με τό βί­ο μας σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­ρέ­σκειά του, καί νά ἀ­πο­μα­κρύ­νου­με τά μά­τια μας ἀ­πό τά μά­ται­α πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου τού­του.

Κα­λό καί ὠ­φέ­λι­μο καί βο­η­θη­τι­κό θά ἦ­ταν ἄν κά­θε ἀ­γω­νι­ζό­με­νος χρι­στια­νός ἔ­κα­νε τα­κτι­κά ἔ­λεγ­χο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του μέ βά­ση τίς δέ­κα ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως τίς πε­ρι­γρά­φου­με στή συ­νέ­χεια.

 



11.Γιά νά ἐλέγχεις τόν ἑαυτό σου μέ βάση τίς 10 Ἐντολές 


Ἐν­το­λή πρώ­τη: 

Ἐ­γώ εἰ­μι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου, οὐκ ἔ­σον­ται σοι θε­οὶ ἕ­τε­ροι πλὴν ἐ­μοῦ.

Δη­λα­δή ἐ­γώ ὁ Κύ­ριος εἶ­μαι ὁ Θε­ός σου καί δέν θά ἔ­χεις ἄλ­λο Θε­ό ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­μέ­να.

Σέ ἐ­ρω­τῶ λοι­πόν χρι­στια­νέ μου:

Μή­πως δέν πι­στεύ­εις ἀ­πό­λυ­τα ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι Δη­μι­ουρ­γὀς ὅ­λης τῆς κτί­σε­ως, καί σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη μας δι­δα­σκα­λί­α εἶ­ναι Τρι­α­δι­κός, Πα­τέ­ρας, Υἱ­ός καί Ἅ­γιον Πνεῦ­μα;

Μή­πως ἀμ­φι­βάλ­λεις γιά τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ καί ὁ­λι­γο­πι­στεῖς;

Πη­γαί­νεις σέ συγ­κεν­τρώ­σεις Πνευ­μα­τι­στι­κές ἤ καί σέ μά­γους, γιά νά μά­θεις τό μέλ­λον;

Ἔ­χεις πι­στέ­ψει σέ κα­μιά αἵ­ρε­ση:

Ἀ­γα­πᾶς τόν ἑ­αυ­τό σου ἤ πρό­σω­πα τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τός σου σέ βαθ­μό πού νά βά­ζεις σέ δεύ­τε­ρη μοῖ­ρα τή ἀ­γά­πη καί λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ;

Μή­πως δί­νεις πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α σέ ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ἤ στίς δου­λι­ές σου καί ἐγ­κλω­βί­ζε­σαι σ’ αὐ­τά καί πα­ρα­με­λεῖς τά κα­θή­κον­τα σου πρός τό Θε­ό:

Ἀρ­νε­ῑ­σαι μή­πως καί δέν πι­στεύ­εις στή θεί­α Πρό­νοι­α;

Πα­ρα­δέ­χε­σαι τήν τύ­χη καί βα­σί­ζε­σαι σέ ἀν­θρώ­πους:

Πι­στεύ­εις στούς ἀ­στρο­λό­γους καί στά ζώ­δια;

Ἄν οἱ ἀ­παν­τή­σεις σου στίς ἐ­ρω­τή­σεις αὐ­τές εἶ­ναι ΝΑΙ, τό­τε εἶ­σαι ἔ­νο­χος καί πρέ­πει γρή­γο­ρα νά δι­ορ­θω­θεῖς, για­τί κιν­δυ­νεύ­εις νά χά­σεις τόν Πα­ρά­δει­σο.
 

Ἐν­το­λή δεύ­τε­ρη: 

Οὐ ποι­ή­σεις σε­αυ­τῷ εἴ­δω­λον, οὐ­δέ παν­τός ὁ­μοί­ω­μα, ὅ­σα ἐν τῷ οὐ­ρα­νῷ ἄ­νω καί ὅ­σα ἐν τῇ γῇ κά­τω καί ὅ­σα ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν ὑ­πο­κά­τω τῆς γῆς.

Δέ θά κα­τα­σκευά­σεις γιά χά­ρη σου εἴ­δω­λο μέ μορ­φή ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἀν­τι­κει­μέ­νου, πού βρί­σκε­ται στούς οὐ­ρα­νούς ἐ­πά­νω ἤ στή γῆ κά­τω ἤ στά ὕ­δα­τα κά­τω ἀ­πό τή γῆ.

Θά πρέ­πει νά ξε­κα­θα­ρί­σου­με τί εἶ­ναι τό εἴ­δω­λο, για­τί δυ­στυ­χῶς δέν τό ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται οἱ αἱ­ρε­τι­κοί καί μᾶς κα­τη­γο­ροῦν γιά τή προ­σκύ­νη­ση τῶν εἰ­κό­νων. Εἴ­δω­λο λοι­πόν εἶ­ναι τό ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­κεῖ­νο πού ἐ­νῶ εἶ­ναι κτί­σμα, ὑ­λι­κό καί ἐ­φή­με­ρο, τοῦ προ­σφέ­ρουν τι­μή καί λα­τρεί­α πού μό­νο στόν Θε­ό ἀ­νή­κει, ὅ­πως οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες πού λα­τρεύ­ουν δι­ά­φο­ρα ἀ­γάλ­μα­τα σάν θε­ούς ἀ­νύ­παρ­κτους. Οἱ­ μορ­φές τῶν εἰ­κό­νων εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά καί πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα, καί τούς προ­σφέ­ρου­με τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση καί ὄ­χι λα­τρεί­α, πού ἀ­νή­κει μό­νο στό Θε­ό.

Δυ­στυ­χῶς εἴ­δω­λα ὑ­πάρ­χουν πολ­λά σή­με­ρα στή κοι­νω­νί­α μας, ὅ­πως τό χρῆ­μα καί ἄλ­λα ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά.Τό νά εἶ­να κά­ποι­ος φυ­λάρ­γυ­ρος ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι αἰχ­μά­λω­τος τοῦ χρή­μα­τος καί ὅ­λα τά ἐν­δι­α­φέ­ρον­τά του τεί­νουν στό μά­ζε­μα πλού­του. Ἀ­δι­α­φο­ρεῖ καί γιά τό Θε­ό καί γιά τούς ἀν­θρώ­πους καί μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νά ἀ­δι­κή­σει καί νά σκο­τώ­σει γιά τό εἴ­δω­λό του, τό χρῆ­μα. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἄλ­λο θε­ό, τό εἴ­δω­λο τοῦ χρή­μα­τος. Αὐ­τό εἶ­ναι εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α.

Τό νά εἶ­ναι κοι­λι­ό­δου­λος κά­ποι­ος καί ἡ ἔ­γνοι­α του νά εἶ­ναι πό­τε θά κά­τσει στό φα­γη­τό, καί στή δι­α­σκέ­δα­ση, τί ἄλ­λο εἶ­ναι πα­ρά εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α;

Τό νά εἶ­ναι κά­ποι­ος φι­λή­δο­νος εἴ­τε στό πο­τό εἴ­τε στίς γυ­ναί­κες καί νά ἀ­πο­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό αὐ­τές τίς σκέ­ψεις, ἔ­κα­νε σάν θε­ο­εί­δω­λο τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του καί τί­πο­τα ἄλ­λο.

Ὑ­πάρ­χουν πολ­λά ψευ­το­εί­δω­λα στή ζω­ή μας πού ἀ­πό ἄ­γνοι­α ἤ ἀ­φέ­λεια ἀ­πο­σποῦν τό ἐν­δι­α­φέ­ρο τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τό Θε­ό καί τό ἐγ­κλω­βί­ζουν στήν ὕ­λη.

Εἶ­ναι ἄλ­λοι πού ἀ­πό τή φι­λαυ­τί­α τους κά­νουν τό σῶ­μα τους κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τός τους (πε­ρισ­σό­τε­ρον οἱ γυ­ναί­κες) καί ἀ­δι­α­φο­ροῦν γιά τή λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ.

Ἄλ­λοι ἀ­γα­ποῦν τό παι­δί τους πά­νω ἀ­πό τό Θε­ό. Δέν δέ­χον­ται οὔ­τε νά θυ­μώ­σεις τοῦ παι­διοῦ τους γιά τίς ἀ­τα­ξί­ες του, ἐ­νῶ δέ­χον­ται καί γε­λοῦν ἀ­κό­μα ὅ­ταν ὑ­βρί­ζε­ται ὁ Θε­ός. Αὐ­τή δέν εἶ­ναι μορ­φή εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας;

Αὐ­τά τά ψευ­το­εί­δω­λα ἀ­πορ­ρο­φοῦν τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώ­που μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ ἄν­θρω­πος νά πα­ρα­με­λεῖ καί νά ἀ­φή­νει ἀ­κό­μα τή τι­μή καί τήν ἀ­γά­πη προς τό Πλά­στη καί Θε­ό του.

Ἑ­ρεύ­νη­σε λοι­πόν ἀ­δελ­φέ μου τόν ἑ­αυ­τό σου καί ἄν δι­α­πι­στώ­σεις ὅ­τι πα­ρα­σύ­ρε­σαι ἀ­πό τίς πιό πά­νω εἰ­δω­λοα­δυ­να­μί­ες, δι­όρ­θω­σε τή ζω­ή σου καί νά μά­θεις νά ἀ­πο­δί­δεις τό σε­βα­σμό καί τή λα­τρεί­α σου στόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό, γιά νά ἔ­χεις καί τή­ν ἀ­γά­πη καί φρον­τί­δα Του.
 

Ἐν­το­λή Τρί­τη: 

Οὐ λή­ψει τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου τοῦ Θε­οῦ σου ἐ­πί μα­ταί­ῳ.

Μήν ἐ­πι­κα­λεῖ­σαι τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ σου μέ τό τι­πο­τα

Μέ τήν ἐν­το­λή αὐ­τή ὁ Θε­ός ἀ­πα­γο­ρεύ­ει στούς ἀν­θρώ­πους νά ἀ­να­φέ­ρουν τό ὄ­νο­μά Του μέ τό τί­πο­τα.

Εἶ­ναι κά­ποι­οι πού ἐ­πά­νω στήν κου­βέν­τα τους μέ τό πα­ρα­μι­κρό λέ­νε«μά τό Θε­ό».

Εἶ­ναι ἄλ­λοι πού συ­νη­θί­ζουν χω­ρίς σο­βα­ρό λό­γο νά ὁρ­κί­ζον­ται.

Εἶ­ναι ἄλ­λοι πού βρί­ζουν ἀ­κό­μα τό Θε­ό, τό Χρι­στό, τή Πα­να­γί­α κλπ.

Εἶ­ναι ἄλ­λοι πού γιά νά πεί­σουν τόν πε­λά­τη τους ὁρ­κί­ζον­ται στό Θε­ό, γιά νά προ­σκο­μί­σουν κέρ­δος. Αὐ­τό γί­νε­ται στούς πω­λη­τές ἐμ­πο­ρευ­μά­των, αὐ­το­κι­νή­των κλπ.

Ἀ­κό­μα καί στά ἀ­στεί­α με­ρι­κοί ἀ­να­φέ­ρουν «ἐ­πί μα­ταί­ῳ» τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.

Ἐ­ξέ­τα­σε τόν ἑ­αυ­τό σου καί ἄν εἶ­σαι ἔ­νο­χος στίς ἁ­μαρ­τί­ες αὐ­τές φρόν­τι­σε νά δι­ορ­θω­θεῖς μέ τή με­τά­νοι­α καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή σου.
 

Ἐν­το­λή Τε­τάρ­τη: 

Ἕξ ἡ­μέ­ρας ἔρ­γα καί ποι­ή­σεις πάν­τα τά ἔρ­γα σου. Τῇ δέ ἡμέρα τῆ ἑ­βδό­μῃ σάβ­βα­τα Κυ­ρί­ῳ τῷ Θε­ῷ σου.

Ἔ­ξη μέ­ρες νά ἐρ­γά­ζε­σαι καί νά ἐ­κτε­λέ­ῖς κά­θε ἐρ­γα­σί­α σου. Τήν ἑ­βδό­μην ἡ­μέ­ραν νά τήν ἀ­φι­ε­ρώ­νεις στόν Κύ­ριο καί νά μήν ἐ­κτε­λεῖς κα­μιά ἐρ­γα­σί­α.

Ἡ ἐν­το­λή αὐ­τή ἔ­χει δύ­ο σκο­πούς:α) Νά στα­μα­τή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τήν ἐρ­γα­σί­α του, γιά νά ξε­κου­ρα­σθεῖ, αὐ­τός καί τά ζῶ­α του καί οἱ ὑ­πη­ρέ­τες του.β) νά ἁ­γιά­σει τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή (τήν Κυ­ρια­κή) μέ τήν προ­σέ­λευ­σή του στό Να­ό, νά ἐκ­κλη­σια­σθεῖ δη­λα­δή.

Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή, τήν Κυ­ρια­κή ὁ χρι­στια­νός, σύμ­φω­να μέ αὐ­τή τήν ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου θά πρέ­πει νά ἀ­φή­σει τήν ἐρ­γα­σί­α του, νά προ­σέλ­θει στό να­ό νά ἑ­νω­θεῖ μέ τούς ἄλ­λους χρι­στια­νούς νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί νά ἑ­νω­θοῦν με­τα­ξύ τους διά τῆς προ­σευ­χῆς καί τῆς με­τα­λή­ψε­ως τοῦ Σώ­μα­τος καί τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου.

Στή Τε­τάρ­τη αὐ­τή ἐν­το­λή φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἡ ἐν­το­λή τοῦ ἐκ­κλη­σια­σμοῦ καί ἡ με­λέ­τη καί ἡ πνευ­μα­τι­κή πε­ρι­συλ­λο­γή τῶν χρι­στια­νῶν. Δέν ἐ­πι­τρέ­πεται ἀ­κό­μα τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή νά τήν σπα­τα­λοῦ­με σέ θε­ά­μα­τα καί ἄλ­λα ἀ­νώ­φε­λα πράγ­μα­τα ἀλ­λά στή με­λέ­τη τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ καί στή πνευ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση μας.

Ὅ­σοι τήν Κυ­ρια­κή ἡ­μέ­ρα προ­τι­μοῦν τήν ἐρ­γα­σί­α καί ἀ­πο­φεύ­γουν τόν ἐκ­κλη­σια­σμό πα­ρα­βαί­νουν ἐν­το­λή Θε­οῦ καί ἡ πα­ρά­βα­ση εἶ­ναι πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου καί εἶ­ναι με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α.

Ὅ­σοι δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζον­ται καί δέν τι­μοῦν τή ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀλ­λά τρέ­χουν στίς δου­λει­ές του, στά κυ­νή­για καί τίς ἐκ­δρο­μές γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τίς δι­κές τους ἐ­πι­θυ­μί­ες, σί­γου­ρα δέν εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τοί στό Θε­ό.

Ἔ­τσι λοι­πόν ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη ἄν δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­σαι τα­κτι­κά τίς Κυ­ρια­κές, εἶ­σαι ἔ­νο­χος καί πρέ­πει νά δι­ορ­θώ­σεις τή ζω­ή σου. Νά δι­ορ­θώ­σεις σή­με­ρα πού ζεῖς, για­τί αὔ­ριο ἴ­σως νά μή ζεῖς καί τό­τε τί κερ­δί­ζεις; Κερ­δί­ζεις σί­γου­ρα χω­ρι­σμό ἀ­πό τούς δι­καί­ους καί πη­γαί­νεις ἐ­κεῖ πού δέν θέ­λης νά πᾶς.


Ἐν­το­λή Πέμ­πτη: 

Τί­μα τόν πα­τέ­ρα σου καί τήν μη­τέ­ρα σου, ἵ­να εὖ σοι γέ­νη­ται καί ἵ­να μα­κρο­χρό­νιος γέ­νῃ ἐ­πί τῆς γῆς.

Ἡ τι­μή στούς γο­νεῖς ἔ­χει ἀ­γα­θά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ καί τή μα­κρο­ζω­ΐ­α πά­νω στή γῆ.

Ὁ πα­τέ­ρας καί ἡ μη­τέ­ρα σου εἶ­ναι τά ὄρ­γα­να τοῦ Θε­οῦ, πού σέ ἔ­φε­ραν στό κό­σμο, καί πό­νε­σαν καί κου­ρά­στη­καν γιά νά σέ με­γα­λώ­σουν καί νά σέ πα­ρα­δώ­σουν στή κοι­νω­νί­α ὁ­λό­κλη­ρο ἄν­θρω­πο. Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας ἄλ­λος στόν κό­σμο, πού θά νοια­στεῖ γιά σέ­να καί θά πο­νέ­σει στίς δύ­σκο­λες σου ὥ­ρες ἐ­κτός αὐ­τῶν. Ἔ­χεις ὑ­πο­χρέ­ω­ση ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι σέ φρόν­τι­σαν καί ἐ­σύ νά ἀν­τα­πο­δώ­σεις τή φρον­τί­δα τή στιγ­μή πού θά τή χρεια­στοῦν. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι σέ ἀ­γά­πη­σαν νά τούς ἀ­γα­πᾶς. Αὐ­τό θέ­λει ὁ Θε­ός νά κά­νεις γιά νά σέ εὐ­λο­γή­σει καί νά ζή­σεις πολ­λά χρό­νια στή γῆ.

Ἒ­πει­δή δέν εἶ­ναι λί­γοι σή­με­ρα ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­φή­νουν τούς γο­νεῖς τους χω­ρίς φρον­τί­δα καί ἀ­γά­πη, για­τί ἔ­χουν ἄλ­λες ἀ­σχο­λί­ες, καί ἄλ­λοι ἐ­πει­δή πῆ­ρε ὁ ἄλ­λος ἀ­δελ­φός κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο στή μοι­ρα­σιά τῆς πε­ρι­ου­σί­ας, ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἤ καί μι­σοῦν ἀ­κό­μα τούς γο­νεῖς τους.

Αὐ­τοί σί­γου­ρα ἁ­μαρ­τά­νουν ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ καί θά τι­μω­ρη­θοῦν.

Ἄν ά­νή­κεις καί σύ ἀ­να­γνώ­στη μου στήν κα­τη­γο­ρί­α αὐ­τή, φρόν­τι­σε νά δι­ορ­θώ­σεις, για­τί σί­γου­ρα θά πά­θεις τά ἴ­δια ἀ­πό τά παι­διά σου. Θά πλη­ρω­θεῖς μέ τό ἴ­διο νό­μι­σμα πού πλή­ρω­σες τούς γο­νεῖς σου.

Πνευ­μα­τι­κή γο­νεῖς σου εἶ­ναι καί αὐ­τοί πού σέ ἀ­να­δέ­χτη­καν ἀ­πό τή κο­λυμ­βή­θρα καί σέ ἔ­κα­ναν χρι­στια­νό. Ὅ­λους αὐ­τούς ἔ­χεις ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά τούς τι­μᾶς καί νά τούς ἀ­γα­πᾶς. Μό­νο ἔ­τσι θά εἶ­σαι τη­ρη­τής τῆς πέμ­πτης ἐν­το­λῆς καί θά ἔ­χεις τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ.Συμ­μορ­φώ­σου λοι­πόν μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου γιά νά μήν συγ­κα­τα­λε­χθεῖς μέ τούς πα­ρα­βά­τες τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ καί νά χά­σεις τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή.

Ἐ­κτός ὅ­μως τῶν φυ­σι­κῶν γο­νέ­ων, ὑ­πάρ­χουν καί οἱ πνευ­μα­τι­κοί γο­νεῖς. Αὐ­τοί πού σοῦ με­τά­δω­σαν τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοί πού σέ κα­θο­δη­γοῦν στό δρό­μο τοῦ Κυ­ρί­ου, ἤ καί δέ­χον­ται τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή σου καί φρον­τί­ζουν γιά τή σω­τη­ρί­α σου.
 


Ἐν­το­λή Ἕ­κτη: 

Οὐ μοι­χεύ­σεις.

Μοι­χεί­α καί πορ­νεί­α ἔ­χουν τά ἴ­δια ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Τό σῶ­μα τοῦ χρι­στια­νοῦ εἶ­ναι να­ός τοῦ Θε­οῦ καί τά μέ­λη του εἶ­ναι μέ­λη Χρι­στοῦ. Πορ­νεύ­ον­τας ἤ μοι­χεύ­ον­τας ὁ χρι­στια­νός κά­νει τά μέ­λη τοῦ Χρι­στοῦ μέ­λη πόρ­νης, κα­τά τόν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ἀ­τι­μά­ζει καί πε­ρι­φρο­νεῖ τό Χρι­στό, ἀλ­λά καί ἀ­πο­κό­πτε­ται ἀ­πό τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ὡς μο­λυ­σμέ­νο καί σα­πι­μέ­νο σῶ­μα.

Ἄν ἔ­χεις γυ­ναί­κα καί πῆ­γες μέ ἄλ­λη, πε­ρι­φρό­νη­σες τό Θε­ό, ἀ­τί­μα­σες τή γυ­ναί­κα σου, μό­λυ­νες τό σῶ­μα σου, ἄ­φη­σες τό Θε­ό καί ἀ­κο­λού­θη­σες τό Δι­ά­βο­λο, ἔ­γι­νες ὑ­πο­ψή­φιο μέ­λος τῆς κό­λα­σης, ἔ­χα­σες τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἄν δέν με­τα­με­λη­θεῖς καί τρέ­ξεις στήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση κα­τα­δί­κα­σες τόν ἑ­αυ­τό σου γιά πάν­τα στό σκο­τά­δι τῆς κο­λά­σε­ως.

Ἄν εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος καί πόρ­νευ­σες, ἰ­σχύ­ουν αὐ­τά πού εἴ­πα­με γιά τό μοι­χό. Βλέ­πεις ὅ­τι δέν ἐ­γρα­τεύ­ε­σαι, νά παν­τρευ­τεῖς, γιά νά ἔ­χεις τή γυ­ναί­κα σου καί νά σβή­νεις τή πύ­ρω­ση τοῦ σώ­μα­τός σου. Ἄ­κου­σε καί τόν ἀ­πό­στο­λο πού λέ­γει:«Γιά τίς πορ­νεῖ­ες σας, ἄς ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας τή γυ­ναί­κα του» «Πόρ­νοι καί μοι­χοί βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρο-νομήσουσιν»

Ἄν ἔ­πρα­ξες τό ἁ­μαρ­τη­μα αὐ­τό, φρόν­τι­σε μέ τή με­τά­νοι­α καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή σου νά τό κα­θα­ρί­σεις, γιά νά δεῖς πρό­σω­πο Θε­οῦ.

 


Ἐν­το­λή Ἑ­βδό­μη: 

Οὐ κλέ­ψεις.

Ἡ κλο­πή εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α. Γιά νά κλέ­ψει κά­ποι­ος προ­ϋ­πάρ­χουν στήν ψυ­χή του καί ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες. Γιά νά κλε­ψει τό συ­νάν­θρω­πό του, ὁ κλέ­φτης, δέν ἔ­χει ἀ­γά­πη, μι­σεῖ, πε­ρι­φρο­νεῖ, ἔ­χει κα­κί­α, φυ­λαρ­γυ­ρί­α κλπ. Γι­’­αὐ­τό τολ­μᾶ νά κλέ­ψει τή πε­ρι­ου­σί­α τοῦ ἄλ­λου ἀν­θρώ­που καί νά τόν ἀ­δι­κή­σει. Κλο­πές γί­νον­ται τή νύ­χτα στό σκο­τά­δι, ἄλ­λά γί­νον­ται καί κλο­πές στό φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὅ­πως τό ἐλ­λει­πές ζύ­γι­σμα ἤ μέ­τρη­μα ἐμ­πο­ρευ­μά­των. Ἤ ἀ­κό­μα νά ξε­γε­λά­σει τόν ἄλ­λο καί νά τοῦ δώ­σει κα­κῆς ποι­ό­τη­τας ἐμ­πό­ρευ­μα μέ τά ψέ­μα­τα πού θά τοῦ ἀ­ρα­διά­σει.

Ἄν εἶ­σαι ἐμ­πο­ρευ­ό­με­νος νά λές τήν ἀ­λή­θεια τό­σο ὡς πρός τή ποι­ό­τη­τα ὅ­σο καί πρός τή πο­σό­τη­τα. Τά μέ­τρα σου καί οἰ ζυ­γα­ρι­ές σου νά εἶ­ναι σω­στές δι­α­φο­ρε­τι­κά εἶ­σαι κλέ­φτης καί θά σέ τι­μω­ρή­σει ὁ δι­και­ος κρι­τής τήν ἡ­μέ­ρα τῆς με­γά­λης δί­κης.

Ἄν ἔ­κλε­ψες νά ἐ­πι­στρέ­ψεις τά κλο­ποι­μαῖ­α νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σεις τόν ἑ­αυ­τό σου μέ τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή σου, καί σί­γου­ρα ὁ Κύ­ριος θά σέ δεῖ μέ με­γά­λη συμ­πά­θεια καί θά σέ σώ­σει.
 

Ἐν­το­λή Ὀ­γδό­η: 

Οὐ φο­νεύ­σεις.

Νά μή φο­νεύ­σεις, για­τί δέν ἔ­δω­σες ἐ­σύ τή ζω­ή καί ἑ­πο­μέ­νως δέ ἔ­χεις κα­νέ­να δι­καί­ω­μα νά ἀ­φαι­ρέ­σεις τή ζω­ή ἄλ­λου ἀν­θρώ­που. Θά πρέ­πει νά εἶ­σαι πο­λύ προ­σε­κτι­κός, νά μή θυ­μώ­νεις, γιά νά μή βρε­θεῖς στή θέ­ση νά γί­νεις φο­νιάς.

Ὁ φο­νιάς ἀ­φαι­ρεῖ τό δι­καί­ω­μα τοῦ Θε­οῦ, για­τί μό­νο Αὐ­τός ἔ­χει τό δι­καί­ω­μα νά κρί­νει ἤ νά ἀ­φαι­ρεῖ ζω­ές, ἐ­πει­δή αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Ὁ φο­νιάς γί­νε­ται ὄρ­γα­νο τοῦ δι­α­βό­λου καί χά­νει τήν υἱ­ο­θε­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι δέ ἀ­κό­μα καί αὐ­τός ἄ­ξιος θα­νά­του καί αὐ­τό θά­ λά­βει σάν ἀ­μοι­βή τε­λι­κά ἄν­ δέν με­τα­νο­ή­σει.

Στή κα­τη­γο­ρί­α τῶν φο­νιάδων συγ­κα­τα­λέ­γον­ται καί οἱ γυ­ναί­κες πού κά­νουν ἐ­κτρώ­σεις καί σκο­τώ­νουν τά σπλά­χνα τους, οἱ για­τροί πού ἐ­νερ­γοῦν τήν ἔ­κτρω­ση καί αὐ­τοί ἀ­κό­μα πού συμ­βού­λε­ψαν τή γυ­ναί­κα νά κά­νει τήν ἔ­κτρω­ση

Ἐ­κτός τῆς ἀ­φαί­ρε­σης ζω­ῆς πού εἶναι φυσικός φόνος, ἔχουμε καί τόν ἠθικό φόνο.Τέτοιος εἶναι ὅ­ταν συ­κο­φαν­τή­σεις κά­ποι­ο, τόν ἐ­ξευ­τε­λί­σεις καί κα­τα­στρέ­ψεις τήν κοι­νω­νι­κή του ὑ­πό­στα­ση. Εἶ­ναι ἀκόμα ἠθικός φόνος καί εἶ­σαι ἔ­νο­χος, ὅ­ταν κα­κο­λο­γή­σεις καί ἐμ­πο­δί­σεις καί μα­ται­ώ­σεις τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση κά­ποι­ας νέ­ας κο­πέ­λας.

Ἐ­κτός αὐ­τῶν εἶ­ναι καί ὁ πνευ­μα­τι­κός θά­να­τος. Ὅ­ταν μέ τή ζω­ή σου καί τό πα­ρά­δειγ­μά σου γί­νεις αἰ­τί­α νά χά­σει κά­ποι­ος τή πί­στη του καί νά ἀ­κο­λου­θή­σει τήν αἵ­ρε­ση ἤ ὅ­ταν πα­ρα­σύ­ρεις κά­ποι­ο ἄν­θρω­πο στήν ἁ­μαρ­τί­α, τόν φο­νεύ­εις πνευ­μα­τι­κά καί εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρος ὁ πνευ­μα­τι­κός φό­νος, για­τί σκο­τώ­νει σῶ­μα καί ψυ­χή.

Ἓ­ρεύ­νη­σε λοι­πόν τόν ἑ­αυ­τό σου καί δι­όρ­θω­σε τή ζω­ή σου ὅ­πως θέ­λει ὁ Κύ­ριος
 

Ἐν­το­λή Ἐ­ννά­τη: 

Οὐ ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις κα­τά τοῦ πλη­σί­ον σου μαρ­τυ­ρί­α ψευ­δῆ.

Ἄν κλή­θη­κες σέ δί­κη καί μαρ­τύ­ρη­σες ψέ­μα­τα καί κα­τα­δι­κά­στη­κε ὁ ἀ­θῶ­ος εἶ­σαι ἔ­νο­χος πα­ρα­βά­σε­ως, ὅ­πως ἐ­πί­σης ἄν συ­κο­φάν­τη­σες κά­ποι­ο γιά νά τόν ἐκ­δι­κη­θεῖς. Μέ τά ψέ­μα­τά σου χω­ρί­ζε­σαι ἀ­πό τό Θε­ό. Ἀ­κο­λου­θεῖς τό πα­τέ­ρα τοῦ ψεύ­δους, τόν πρῶ­το ψεύ­τη, τό δι­ά­βο­λο πού εἶ­πε ψέ­μα­τα στούς πρω­το­πλά­στους καί τούς χώ­ρι­σε ἀ­πό τόν Κύ­ριο.Νά ἀ­πο­φεύ­γεις τό ψέ­μα, γιά να μήν χω­ρι­στεῖς ἀ­πό τό Θε­ό. Ἐ­ξέ­τα­σε λοι­πόν τή συ­μπε­ρι­φο­ρά σου μέ βά­ση τήν ἐν­το­λή αὐ­τή καί δι­όρ­θω­σε τόν ἑ­αυ­τό σου.
 

Ἐν­το­λή Δε­κά­τη:

Οὐκ ἐ­πι­θυ­μή­σεις πάν­τα ὅ­σα τῷ πλη­σί­ον σου ἐ­στι.

Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γεν­νᾶ­ται ἀ­πό τά δι­ά­φο­ρα πά­θη πού ἀ­φή­νει ὀ ἄν­θρω­πος νά τόν κυ­ρι­εύ­σουν.Ἀ­πό τήν πλε­ο­νε­ξί­α, τή φι­λη­δο­νί­α, τή φυ­λαρ­γυ­ρί­α κλπ. Ἂ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α γί­νε­ται ἡ πρά­ξη, καί ἀ­πό τήν τε­λεί­ω­ση τῆς πρά­ξε­ως ἔρ­χε­ται ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Γιά τοῦ­το καί ὁ Θε­ός δι­α­τάσ­σει: Νά μήν ἐ­πι­θυ­μή­σεις τή γυ­ναί­κα τοῦ πλη­σί­ον σου, τήν οἰ­κί­α, τόν ἀ­γρό, τά παι­διά του, τά βό­δια του, ἤ ὅ,τι ἄλ­λο ἔ­χει στή κα­το­χή του. Καί στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ Κύριος δι­ευ­κρι­νί­ζει ὅ­τι ὁ­ποι­ος βλέ­πει γυ­ναί­κα καί τήν ἐ­πι­θυ­μεῖ, αὐ­τός δι­έ­πρα­ξε στή καρ­διά του τή μοι­χεί­α, τήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ὁ­δη­γεῖ πάν­το­τε στήν ἁ­μαρ­τί­α. Γι’ αὐ­τό πρέ­πει νά φυ­λά­γε­σαι νά μήν ἐ­πι­θυ­μεῖς, ἀλ­λά νά ἀρ­κεῖ­σαι μ’ αὐ­τά πού ἔ­χεις.

Ἄν νο­μί­ζεις ὅ­τι βα­ρύ­νε­σαι μέ κά­ποι­α ἁ­μαρ­τω­λή ἐ­πι­θυ­μί­α, μήν ἀ­με­λή­σεις νά τήν κα­θα­ρί­σεις, γιά νά μήν τή βρεῖς ἐ­νώ­πιόν σου τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως.

Μέ βά­ση λοι­πόν ὅ­σα ἔ­χου­με πεῖ ἀ­νά­κρι­νε, ἐ­ξέ­τα­ζε τόν ἑ­αυ­τό σου κα­νό­νι­ζε τή συμ­πε­ρι­φο­ρά σου γιά νά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖς ἀ­πό τή πα­ρά­βα­ση καί τήν ἐ­νο­χή καί κα­τά τή Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου νά βρε­θεῖς μέ τό χο­ρό τῶν δι­καί­ων. Προ­χώ­ρα ἔ­τσι ἐ­πικα­λού­με­νος καί τή βο­ή­θεια τοῦ Κυ­ρί­ου καί σί­γου­ρα θά βρεῖς τή χα­ρά τῆς δι­καί­ω­σης καί σω­τη­ρί­ας .

Γιά νά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ αὐ­τή ἡ κα­τά Χρι­στόν ζω­ή, θά πρέ­πει ὄ­πωσ­δή­πο­τε νά ἀρ­χί­σει ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή ἡ προ­σπά­θεια καί νά συ­νε­χί­σει καί νά φτά­σει στήν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀ­πό τά κα­κά καί αὐ­τό εἶ­ναι στό χέ­ρι τοῦ ἀν­θρώ­που. Για­τί ὁ μελ­λον­τι­κός βί­ος αὐ­τῶν πού θά πα­ρα­λά­βει χω­ρίς νά ἔ­χουν τίς δυ­νά­μεις πού χρει­ά­ζον­ται γι’ αὐ­τόν, δέν πρό­κει­ται νά τούς βο­η­θή­σει κα­θό­λου γιά τήν κα­λο­πέ­ρα­σή τους ἐ­κεῖ. Αὐ­τοί θά κα­τοι­κή­σουν στόν ἀ­θά­να­το ἐ­κεῖ­νο τό­πο σάν νε­κροί καί ἄ­θλιοι. Γιά πα­ρά­δειγ­μα μπο­ρεῖ νά σκορ­πί­ζε­ται παν­τοῦ πλού­σια εὐ­ω­δί­α, ἀλ­λά ὅ­ταν δέν ἔ­χεις ὄ­σφρη­ση δέ μπο­ρεῖς νά τήν ἀ­πο­λαύ­σεις.

Κά­θε χρι­στια­νός πού πο­θεῖ τή σω­τη­ρί­α του καί τήν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς αἰ­ω­νί­ου ζω­ῆς πρέ­πει νά εἶ­ναι σ’ ἕ­να δια­ρκή ἀ­γώ­να κα­ταρ­τι­σμοῦ καί ἐ­πα­γρύ­πνη­σης, ὅ­πως συ­νή­θως κά­νει καί γιά τή ζω­ή αὐ­τή τήν πρό­σκαι­ρη. Νά προ­φυ­λά­γε­ται ὅ­σο μπο­ρεῖ ἀ­πό τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καί νά μήν ἀ­με­λεῖ νά ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται ὅ­ταν ἡ συ­νή­δει­σή του τόν κα­τα­κρί­νει, ἔ­στω καί κά­θε ἑ­βδο­μά­δα, νά κα­θα­ρί­ζε­ται καί νά κοι­νω­νᾶ, καί σί­γου­ρα, ἑ­βδο­μά­δα μέ ἑ­βδο­μά­δα τἀ ἁ­μαρ­τή­μα­τα θά λι­γο­στεύ­ουν καί θά προ­ο­δεύ­ει πνευ­μα­τι­κά μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Κυ­ρί­ου καί τήν κα­θο­δή­γη­ση τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ του.

Ὁ χρι­στια­νός σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση πού νο­μί­ζει ὅ­τι θά ἁ­μαρ­τή­σει, ἄς θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πεν ὀ Πάγ­καλ­λος Ἰ­ω­σήφ ὁ­ταν τόν προ­κα­λοῦ­σε ἡ ἁ­μαρ­τί­α: «Δέν πρό­κει­ται νά κά­νω τό πο­νη­ρό τοῦ­το πρᾶγ­μα ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου» Ἄς συ­ναι­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι βρι­κό­μα­στε πάν­το­τε κά­τω ἀ­πό τό ἄ­γρυ­πνο μά­τι τοῦ Κυ­ρί­ου, καί μέ τή βο­ή­θειά Του θά μπο­ροῦ­με νά ἀποφεύγουμε τίς κακοτοπιές τῆς ἁμαρτίας.

Σί­γου­ρα κα­νείς δέ θά ἀ­παλ­λα­γεῖ τε­λεί­ως ἀ­πό τίς μι­κρές πτώ­σεις, για­τί ἡ τρε­πτή μας φύ­ση καί ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας κά­που θά μᾶς ρί­χνουν, ἀλ­λά ἐ­μεῖς θά συ­νε­χί­ζου­με τόν ἀ­γώ­να καί με­τά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή μας νά προ­σερ­χό­μα­στε στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, γιά νά λαμ­βά­νο­με δύ­να­μη καί βο­ή­θεια καί ὅ­ταν ἔλ­θει ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­να­χώ­ρι­σής μας, ὁ Θε­ός θά βρεῖ τήν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή νά μᾶς πά­ρει κα­θα­ρι­σμέ­νους, Δέν πρέ­πει ὅ­μως νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι κά­θε ἕ­νας πού πο­θεῖ νά ἀ­να­στη­θεῖ καί νά εἶ­ναι ὅ­μοι­ος τοῦ Κυ­ρί­ου, πρέ­πει νά ἀ­γνί­ζει, νά κα­θα­ρί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του ὅ­πως καί ὀ Κύ­ριος εἶ­ναι ἀ­γνός καί κα­θα­ρός. (Ἰ­ω­άν­νου 3. 3). Σί­γου­ρα χρει­ά­ζε­ται κα­θα­ρό­τη­τα ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος καί συμ­φι­λώ­ση μέ τυ­χών ἐ­χθρούς μας.

Μό­νον ὅ­σοι ἀ­γω­νί­ζον­ται καί ζοῦν χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή δι­και­οῦν­ται νά συμ­με­τέ­χουν στή θεί­α Κοι­νω­νί­α.



12.Χρειάζεται πάντοτε προετοιμασία 

Ἄν εἶ­σαι ἐ­ρα­στής, ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖς πο­λύ τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή, ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖς νά ἔ­χεις μέ­σα σου Αὐ­τόν πού δί­νει ἀ­θα­να­σί­α στόν ἄν­θρω­πο, θά πρέ­πει νά ζεῖς σύμ­φω­να μέ τίς ἐν­το­λές Του καί νά ἔ­χεις ἕ­να συ­νε­χή ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.Νά μήν κυ­ρι­εύ­ε­σαι πο­τέ ἀ­πό τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί οὕ­τε νά χά­νεις τόν χρό­νο σου σέ θε­ά­μα­τα ἤ καί σέ ἀ­νώ­φε­λα πράγ­μα­τα, ἀλ­λά νά τόν χρη­σι­μο­ποι­εῖς γιά ἐρ­γα­σί­α πνευ­μα­τι­κή καί πρός ὤ­φε­λος αἰ­ώ­νιον τῆς ψυ­χῆς σου.Νά προ­σέ­χεις πε­ρισ­σό­τε­ρο τά αἰ­ώ­νια καί λι­γό­τε­ρο τά πρό­σκαι­ρα καί ἐ­φή­με­ρα.

Πρέ­πει νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια γνώ­μη μέ Ἐ­κεῖ­νον πού κοι­νω­νοῦ­με τό σῶ­μα καί τό αἷ­μα Του, καί νά μήν εἴ­μα­στε ἀ­πό τή μιά ἑ­νω­μέ­νοι διά τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, καί ἀ­πό τήν ἄλ­λην δι­η­ρε­μέ­νοι μέ τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας.Ἕ­να χρέ­ος ἔ­χο­μεν ὅ­λοι νά ἐ­φαρ­μό­ζου­με τίς ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ καί νά προ­σαρ­μό­ζου­με τό βί­ο μας σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­ρέ­σκειά Του.

Ἐ­κεῖ­νο πού μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά γιά τούς πνευ­μα­τι­κούς μας ἀ­γῶ­νες σ’ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις, εἶ­ναι ὁ πό­θος γι’ αὐ­τά πού ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε.

Ἐ­πί­σης θά πρέ­πει νά συμ­βου­λεύ­ε­σαι πάν­το­τε τή συ­νεί­δη­σή σου καί ὅ­ταν σέ κα­τη­γο­ρεῖ νά τρέ­χεις νά τήν κα­θα­ρί­ζεις μέ την ε­ξο­μο­λό­γη­σή σου. Για­τί λέ­γει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης «ὅ­ταν σέ κα­τη­γο­ρεῖ ἡ συ­νεί­δη­σή σου δέν ἔ­χεις παρρησία στό Θε­ό.»

Θά θέ­λεις σί­γου­ρα νά μά­θεις πε­ρισ­σό­τε­ρα γιά τό θέ­μα τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας.

Ἄν με­λε­τᾶς τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ θά μά­θεις τί θέ­λει ἀ­πό σέ­να γιά νά τοῦ εἶ­σαι ἀ­ρε­στός. Με­ρι­κά ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τά θά σοῦ εἰ­πῶ κι’ ε­γώ γιά νά σέ βο­η­θή­σω.


1. Χρει­ά­ζε­ται πρῶ­τα μιά αὐ­το­γνω­σί­α καί εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι θά ἀν­τι­λη­φθεῖς τήν κα­τά­στα­ση πού βρί­σκε­σαι, για­τί ἡ συ­νεί­δη­σή σου θά σέ πλη­ρο­φο­ρή­σει.Χρει­ά­ζε­ται αὐ­το­έ­λεγ­χος καί αὐ­το­κα­τη­γο­ρί­α. Αὐ­τός πού κα­τη­γο­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του ὠ­φε­λεῖ­ται δι­πλά. Καί τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά του γνω­ρί­ζει, ἀλ­λά καί στό μέλ­λον γί­νε­ται πιό ἀ­πρό­θυ­μος νά ἁμα­ρτή­σει.



2. Νά πι­στέ­ψεις ἐκ βά­θους ψυ­χῆς ὅ­τι ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας καί Λυ­τρω­τής τοῦ κό­σμου καί τῆς δι­κῆς σου ψυ­χῆς.Καί ὅ­τι μιά μέ­ρα ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα θά ἔλ­θει πά­λιν σάν Βα­σι­λιάς καί φο­βε­ρός Κρι­τής γιά νά πλη­ρώ­σει τον κά­θε ἄν­θρω­πο ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἐρ­γα­σί­α του καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του στόν κό­σμο αὐ­τό.


3. Νά πο­θή­σει ἡ ψυ­χή σου τόν πλά­στη της καί τήν αἰ­ώ­νια βα­σι­λεί­α πού ἐ­τοί­μα­σε γιά σέ­να.Γιά νά ἐ­νι­σχύ­σεις αὐ­τό τόν πό­θο καί νά τόν θερ­μά­νεις θά σέ συμ­βού­λευ­α νά δι­α­βά­ζεις τό βί­ο καί τήν πο­λι­τεί­α τῶν ἁ­γί­ων μας καί νά τούς μι­μεῖ­σαι, για­τί ὁ βί­ος τους εἶ­ναι ἡ ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ πού πα­ρα­τεί­νε­ται στούς αἰ­ῶ­νες.


4. Νά εἶ­σαι βέ­βαι­ος καί πάν­το­τε νά τό θυ­μᾶ­σαι ὅ­τι εἶ­σαι ξέ­νος καί πα­ρε­πί­δη­μος στή γῆ αὐ­τή καί τί­πο­τα δέν εἶ­ναι δι­κό σου.


5. Ἐ­κεῖ­νο πού ἐ­σύ μι­σεῖς μήν τό κά­νεις σέ ἄλ­λους. Καί ὅ­σα θέ­λεις νά κά­νουν οἱ ἄλ­λοι γιά σέ­να, αὐ­τά νά κά­νεις καί ἐ­σύ στούς ἄλ­λους συ­ναν­θρώ­πους σου, ὅ­πως εἶ­πε καί ὁ Κύ­ριος στό Εὐ­αγ­γέ­λιο.


6. Νά βλέ­πεις τόν κά­θε ἄν­θρω­πο σάν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­δελ­φό σου, καί νά ἐκ­δη­λώ­νεις τήν ἀ­γά­πη καί τή συμ­πά­θειά σου μέ ἔρ­γα στό συ­νάν­θρω­πό σου.


7. Νά εἶ­σαι βέ­βαι­ος ὅ­τι τά ἀ­γα­θά τοῦ κό­σμου τού­του ὄ­σο με­γά­λα και θαυ­μα­στά κι’ ἄν εἶ­ναι ἔ­χουν ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Δέν εἶ­ναι δι­κά σου, ἀλ­λά δῶ­ρο τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας καί μᾶς τά πα­ρέ­χει γιά τή σύν­το­μη δι­α­βί­ω­σή μας στόν κό­σμο αὐ­τό. Ἑ­πο­μέ­νως δέ θά πρέ­πει νά μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦν νά μᾶς ἐγ­κλω­βί­ζουν καί νά μᾶς ἀ­πο­μα­κρύ­νουν ἀ­πό τήν προ­σπά­θεια τῆς σω­τη­ρί­ας μας. Εἶ­ναι γιά τοῦ­το πού ὁ Δαυ­ΐδ γρά­φει στούς ψαλ­μούς «πλοῦ­τος ἐ­άν ρέ­ει μή προ­στί­θε­σθε καρ­δί­αν» δη­λα­δή καί νά τρέ­χει ὁ πλοῦ­τος σάν τό πο­τά­μι μήν τοῦ δώ­σει τήν καρ­διά σου, νά μήν σέ κυ­ρι­εύ­σει.


8. Βέ­βαι­α ὅ­ταν πά­ρεις τήν ἀ­πό­φα­ση νά ἐ­φαρ­μό­σεις τά πιό πά­νω νά εἶ­σαι βέ­βαι­ος ὅ­τι θά δε­χθεῖς καί θά δέ­χε­σαι κα­θη­με­ρι­νά με­γά­λους πει­ρα­σμούς καί προ­κλή­σεις,εὐ­χά­ρι­στες καί πα­ρα­πλα­νη­τι­κές ὑ­πο­σχέ­σεις ἀ­πό τό δι­ά­βο­λο. Θά σοῦ ὑ­πο­βάλ­λει λο­γι­σμούς γιά νά σέ πα­ρα­σύ­ρει, ἐ­σύ ὅ­μως μήν τό πι­στεὐ­εις για­τί εἶ­ναι πλά­νος καί συ­κο­φάν­της. Κά­θε σου σκέ­ψη καί κά­θε λο­γι­σμό νά τό περ­νᾶς ἀ­πό τό φίλ­τρο τοῦ θεί­ου θε­λή­μα­τος. Για νά πά­ρεις ἐ­νί­σχυ­ση καί πα­ρη­γο­ρί­α καί φω­τι­σμό, νά μά­θεις νά βά­ζεις κά­τω τά γό­να­τα καί νά ἀ­πευ­θύ­νε­σαι στόν Πλά­στη μας μέ τήν προ­σευ­χή σου καί θά λαμ­βά­νεις ἐ­νί­σχυ­ση και προ­στα­σί­α.


9. Ὁ Κύ­ριος μᾶς προ­τρέ­πει νά μεί­νου­με κον­τά Του καί θα εἶ­ναι κι’ Αὐ­τός κον­τά μας. Καί αὐ­τό θά τό κα­τα­φέ­ρεις, ἐ­άν ἔ­χεις τόν λό­γο Του σάν λυ­χνά­ρι στά πό­δια σου καί σάν φῶς στό δρό­μο σου, ὅ­πως τόν εἶ­χε ὁ Δαυ¾δ καί τό­σοι ἄλ­λοι πού εὐ­α­ρέ­στη­σαν στον Κύ­ριο.


10. Νά θυ­μᾶ­σαι ὁ­τι ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ λέ­γει: «Οἱ μα­κρύ­νον­τες ἑ­αυ­τούς ἀ­πό σοῦ ἀ­πο­λοῦν­ται» Δη­λα­δή Θε­έ μου, αὐ­τοί πού φεύ­γουν μα­κριά σου χά­νον­ται.


11.Πρέ­πει νά ἔ­χεις τα­κτι­κό ἐ­ξο­μο­λό­γο πού θά σέ δι­δά­σκει καί θά σέ κα­θο­δη­γεῖ στό θέ­μα αὐ­τό τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας. Ἄ­κου­σε λοι­πόν: Ὅ­ταν θά πά­εις νά κοι­νω­νή­σεις,πρέ­πει νά εἶ­σαι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νος καί νά ἔ­χεις ἐγ­κρά­τεια καί προ­σευ­χή. Τό Σάβ­βα­το τό με­ση­μέ­ρι θά πά­ρεις λα­δε­ρό φα­γη­τό. Τό βρά­δυ ἐ­λα­φρό δεῖ­πνο χωρίς λάδι, καί πρίν πά­εις γιά ὔ­πνο θά δι­α­βά­σεις τό Μι­κρό Ἀ­πό­δει­πνο. Με­τά τή δο­ξο­λο­γί­α θά δι­α­βά­σεις τήν Ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως, και θά τε­λει­ώ­σεις τό Ἀ­πό­δει­πνο. Δέν θά βγεῖς σέ κα­μιά ἔ­ξο­δο, ἀλ­λά νά κοι­μη­θεῖς νω­ρίς γιά νά ξυ­πνή­σεις τό πρω¾ κε­φά­τος νά πά­εις στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἰ­δι­αί­τε­ρη νη­στεί­α δέν ὑ­πάρ­χει πρίν τή θεί­α Κοι­νω­νί­α. Πρέ­πει ὅ­μως νά ἐ­φαρ­μό­ζει ὁ χρι­στια­νός τίς νη­στεῖ­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς, ὅ­ταν μπο­ρεῖ. Καί ὅ­ταν πρό­κει­ται νά κοι­νω­νή­σει νά κά­νει του­λά­χι­στο καί δυ­ό τρε­ῑς μέ­ρες νη­στεί­α.

Τά ἀ­δρό­γυ­να πρέ­πει νά εἶ­ναι κα­θα­ρά τρεῖς μέ­ρες πρίν τή θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά καί με­τά τή θεί­α Κοι­νω­νί­α νά προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν κά­ποι­α ἐγ­κρά­τεια, για­τί ἐ­πι­βάλ­λε­ται κά­τι τέ­τοι­ο.


12. Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τή στιγ­μή πού ὁ Λει­τουρ­γός ἐκ­φω­νεῖ τό: «Πρό­σχω­μεν, τά Ἅ­για τοῖς ἁ­γί­οις», θά δι­α­βά­σεις τίς εὐ­χές τῆς Θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως «Πί­στεύ­ω Κύ­ρι­ε, καί ὀ­μο­λο­γῶ.­.­.» μέ­χρι πού θά κλη­θεῖς «Με­τά φό­βου Θε­οῦ.­.» νά πά­εις νά κοι­νω­νή­σεις.


13.Στό Μυ­στή­ριο πρέ­πει νά πη­γαί­νεις ντυ­μέ­νος κα­τάλ­λη­λα. Αὐ­τό θά πρέ­πει νά τό προ­σέ­ξουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ γυ­ναῖ­κες, νά ντύ­νον­ται μέ γυ­ναι­κεί­α στο­λή, χω­ρίς βα­ψί­μα­τα, καί μέ κάλ­λυ­μα στήν κε­φα­λή,για­τί ἔ­τσι φα­νε­ρώ­νουν τήν ὑ­πο­τα­γή τους στόν Κύ­ριο, ἀλ­λά καί ν­τρο­πή γιά τούς ἀγ­γέ­λους.Οἱ χρι­στια­νοί πρέ­πει να πη­γαί­νουν στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α μέ τήν ἀ­πό­λυ­τη πί­στη ὅ­τι κοι­νω­νοῦν τό Σῶ­μα ἐ­κεῖ­νο τοῦ Λυ­τρω­τή μας, πού ἐ­πα­θε γιά νά σώ­σει τόν κό­σμο. Χω­ρίς αὐ­τή τή ζων­τα­νή καί βέ­βαι­η πί­στι δέν ὠ­φε­λεῖ­ται κα­νέ­νας.


14. Εἶ­σαι ἤ­δη κον­τά στό ἅ­γιο Πο­τή­ριο, βά­λε τόν σταυ­ρό σου, πά­ρε τό μά­κτρο (τό μαν­τή­λι) βά­λε­το κά­τω ἀ­πό τό μά­γου­λό σου. Ὅ­ταν με­τα­λά­βεις σκού­πι­σε τά χεί­λη σου μέ τό μά­κτρο, καί δῶ­σε το στόν ἑ­πό­με­νο. Πή­γαι­νε στή θέ­ση σου καί ἄν μπο­ρέ­σεις δι­ά­βα­σε τή θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, ἤ θά τήν δι­α­βά­σεις στό σπί­τι σου, δέ θά ἀ­με­λή­σεις για­τί ση­μαί­νει ἀ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­χα­ρι­στί­α.

Τώ­ρα ἑ­νώ­θη­κες μέ τόν Κύ­ριο καί μέ τούς ἄλ­λους πού κοι­νώ­νη­σαν. Ἀ­πο­τε­λεῖς γνή­σιο καί­ ζων­τα­νό μέ­λος τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔ­γι­νες χρι­στο­φό­ρος καί θε­ο­φό­ρος.

Χρι­στια­νέ, θά πρέ­πει νά γνω­ρί­ζεις ὅ­τι με­τά τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α νά εἶ­σαι προ­σε­κτι­κός νά μήν πλη­γω­θεῖς καί τρέ­ξει αἶ­μα, Ἡ Θεί­α Κοι­νω­νί­α δέ πη­γαί­νει στο στο­μά­χι καί στόν ἀ­φε­δρώ­να, ἀλ­λά κα­τευ­θεῖ­αν στό αἷ­μα καί ζω­ο­γο­νεῖ τήν ψυ­χή. καί εὐ­ερ­γε­τεῖ ὅ­λον τόν ἄν­θρω­πο.

M­ε­τά τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α θά πρέ­πει νά εἶ­σαι ἐγ­κρα­τής καί προ­σε­κτι­κός νά μή βε­βη­λώ­σεις τόν ἁ­για­σμό σου μέ κα­μιά ἁ­μαρ­τί­α. Γιά νά δι­α­φυ­λά­ξεις τόν ἑ­αυ­τό σου καί νά εἰ­σέλ­θεις στή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή κό­πος καί ἀ­γώ­νας συ­νε­χής, αὐ­τό μήν τό ξε­χνᾶς. Ὁ Χρι­στός ὑ­πο­σχέ­θη­κε σταυ­ρό καί ὄ­χι κα­λο­πέ­ρα­ση στούς ὁ­πα­δούς Του. Να τό θυ­μᾶ­σαι αὐ­τό γιά νά μήν ὑ­πο­χω­ρεῖς στά ἐμ­πό­δια πού βάλ­λει ὁ ἐ­χθρός.

Νά μή φο­βᾶ­σαι κα­θό­λου, ἀλ­λά νά σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι μα­ζί σου ὁ Κύ­ριος ἕ­τοι­μος σέ κά­θε στιγ­μή νά σέ στη­ρί­ξει. Κι’ ἀ­κό­μα ἄν πέ­σεις σέ ἀ­κού­σια ἀ­μαρ­τή­μα­τα μή τρο­μά­ξεις, ἀλ­λά νά τρέ­χεις στήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Αὐ­τό πρέ­πει νά εἶ­ναι συ­νε­χές, για­τί δέ θά πά­ψεις νά ἁ­μαρ­τά­νεις, ἔ­στω καί σέ κά­τι μι­κρό ἐν ὅ­σω εἶ­ναι τά μά­τια σου ἀ­νοι­χτά. Ἑ­σύ θά ἀ­γω­νί­ζε­σαι, θά πέ­φτεις καί θά ση­κώ­νε­σαι συ­νε­χῶς καί ὁ Κύ­ριος σί­γου­ρα θά ἐ­λε­ή­σει ὅ­σους ἀ­γω­νί­ζον­ται. Θά δι­α­λέ­ξει τήν ὥ­ρα πού θά εἶ­σαι κα­θα­ρός καί θά σέ πά­ρει κον­τά Του νά σοῦ γλυ­κά­νει τίς δύ­σκο­λες στιγ­μές πού πέ­ρα­σες ἀ­γω­νι­ζό­με­νος

Θέ­λω νά σέ προ­ει­δο­ποι­ή­σω,ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας, γιά πά­γί­δα πού ὁ ἐ­χθρός μᾶς βά­ζει καί πρέ­πει νά τήν γνω­ρί­ζεις. Εἶ­ναι πολ­λοί ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­πο­φεύ­γουν τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α μέ τήν πρό­φα­ση «Μα εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός καί ἀ­νά­ξιος, πῶς θά κοι­νω­νή­σω;» Αὐ­τό εἶ­ναι τοῦ πο­νη­ροῦ ἀ­δελ­φέ μου. Σί­γου­ρα εἶ­σαι ἁ­μαρ­τω­λός. Ἀλ­λά ὁ Χρι­στός ἦλ­θε γιά τούς ἁ­μαρ­τω­λούς. Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δέ θά ἀ­παλ­λα­χθεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α ἐν ὅ­σο εἶ­ναι τά μά­τια του ἀ­νοι­χτά. Θά ἔ­χου­με ἔ­στω καί μι­κρά πε­σί­μα­τα στή ζω­ή μας, θά ἔ­χου­με καί πλη­γές για­τί ἔ­χου­με πό­λε­μο συ­νε­χή. Καί αὐ­τοί οἰ ἅ­γιοί μας ἀ­κό­μα δέν ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­πα­λλαγ­μέ­νοι για­τί ἦσαν ἄν­θρω­ποι. Δέν γί­νε­ται νά πο­λε­μᾶς σ’ ό­λη σου τή ζω­ή καί νά μήν δέ­χε­σαι τραύ­μα­τα ἔ­στω καί μι­κρά.

Ὁ Κύ­ριος μᾶς ἔ­στη­σε Θε­ρα­πευ­τή­ριο καί ὅ­ταν πλη­γω­θοῦ­με νά τρέ­χου­με γιά θε­ρα­πεί­α. Ἡ τα­κτι­κή με­τά­νοι­α καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί ἡ συ­χνή Θεί­α Κοι­νω­νί­α θε­ρα­πεύ­ουν τίς πλη­γές καί ἀ­ξι­ώ­νουν τόν ἄ­θρω­πο νά γευ­θεῖ τήν ά­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Προ­σπά­θεια καί θάρ­ρος καί πί­στη στόν ἀ­γώ­να χρει­ά­ζε­ται καί ὁ Κύ­ριος θά τά εὐ­λο­γή­σει καί θά σέ ἀ­μεί­ψει στή βα­σι­λεί­α Του

Στή ζω­ή αὐ­τή πρέ­πει νά ἔχουμε συ­νε­χῶς στήν σκέ­ψη μας, τήν προ­ε­τοι­μα­σία καί τήν προ­σέ­λευ­ση μας στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Τά ἄλ­λα θά τά ἔ­χου­με σέ δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Θά κά­νου­με βέ­βαι­α κά­ποι­α προ­σπά­θεια καί γι’ αὐ­τά χω­ρίς ἆγ­χος καί ἀ­γω­νί­α. Θά προ­σπα­θοῦ­με ὅ­σο χρει­ά­ζε­ται νά ἔ­χου­με τά ἀ­ναγ­καῖ­α στά ὁ­ποῖ­α καί ὁ Κύ­ριος θά εἶ­ναι βο­η­θός καί θά πα­ρέ­χει αὐ­τά πού θα χρεια­σθοῦν. Γι’ αὐ­τό νἆ­σαι βέ­βαι­ος.




13.Αντί ἐπιλόγου 



Ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη

Ἄν θέ­λεις νά ὀ­νο­μά­ζε­σαι καί νά εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κός Χρι­στια­νός καί ἄ­ξιος νά φέ­ρεις τό ὄ­νο­μα αὐ­τό, ἀ­πό­βα­λε σάν ἄλ­λο ἔν­δυ­μα τά δι­ά­φο­ρα κα­κά πά­θη ἤ συ­νή­θει­ες πού ἔ­χεις ἀ­κό­μα, Ἐ­λευ­θε­ρώ­σου ἀ­πό ἐ­κεῖ­να τά ὑ­λι­κά πράγ­μα­τα πού σέ κρα­τοῦν δέ­σμιο, καί προ­σάρ­μο­σε τή ζω­ή σου μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Πλά­στη σου καί νά εἶ­σαι βέ­βαι­ος ὄ­τι θά βγεῖς κερ­δι­σμέ­νος.

Εἶ­ναι με­γά­λο τό ἀ­ξί­ω­μά σου ἄν­θρω­πε καί ξε­περ­νᾶ κά­θε ποι­κι­λί­α τῆς κτί­σε­ως. Πρό­σε­ξε πό­σο πλα­τύς καί λαμ­πε­ρός εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός καί δέν εὐ­α­ρε­στή­θη­κε ὁ Κύ­ριος νά ἀ­να­παυ­θεῖ καί πα­ρα­βλέ­πει τά πάν­τα καί ἀ­να­παύ­ε­ται μό­νο σέ καρ­διά ἀν­θρώ­που μέ ἀ­γα­θούς λο­γι­σμούς. Μό­νο ἐ­σύ δι­α­λέ­χθη­κες νά γί­νεις να­ός τῆς θε­ό­τη­τος γιά νά κα­τα­σκη­νώ­σει ὁ Θε­ός, δι­ό­τι λέ­γει «Σέ ποι­όν θά προ­τι­μή­σω πα­ρά μό­νο τόν πρᾶ­ο καί ἤ­συ­χο ἄν­θρω­πο πού τρέ­μει τούς λό­γους μου». Ἐ­σύ εἶ­σαι κτῆ­μα Θε­οῦ, ἐ­σύ εἶ­σαι κλη­ρο­νο­μιά τοῦ βα­σι­λιά. Μήν τόν κα­τα­φρο­νή­σεις ὠ ἄν­θρω­πε, ἀλ­λά ἄρ­χι­σε τόν ἀ­γώ­να καί ἀ­γω­νί­ζου γιά νά πά­ρεις τό στε­φά­νι τῆς νί­κης καί νά ἀ­να­παυ­θεῖς στή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει ὅ­λη ἡ δό­ξα ἡ τι­μή και προ­σκύ­νη­ση στόν αἰ­ῶ­να τον ἅ­παν­τα. Ἀ­μήν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου