Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

"ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ"-ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ




ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
διδακτικ κα θαυμαστ στορικ ατ γεγονότα το τεύχους ατο προέρχονται π τ ψυχωφελεστατο βιβλίο ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ τν κδόσεων ρθοδόξου Κυψέλης.

Προέλευση ρχικο κειμένου: στοχρος ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ)


Σ κάποια χώρα πλησίον τς Κωνσταντινουπόλεως, νομαζομένην βυδο, κατοικοσε νας ρθόδοξος κα ελαβς χριστιανς μ τν πίσης νάρετη κα θεοφιλ σύζυγό του Σοφιαν κατ τ τος 1607.

Κάποια φορ σθένησε Σοφιαν κα παρέμεινε στ κρεββάτι π εκοσι μέρες χωρς ν μπορε ν σήκωση οτε τ κεφάλι της. Κατ τν δύσι το λίου τς 3ης Αγούστου πλωσε τ χέρια της στν οραν κα φάνηκε σν ν ξέπνευσε. λοι ο συγγενες της τότε τοίμαζαν τ ρμόδια γι τν ταφ χωρς ν μπορον π κανέναν ν παρηγορηθον. Διεπίστωσαν μως τι κάτω π τν ριστερ μαστό της τ μέρος κενο ταν θερμό, πότε κα τν φησαν σαβάνωτη μέχρις του τελείως νεκρωθ.

ν τ μεταξ λθε κα κατ σάρκα δελφή της κα μέσα στν πελπισία κα τν πόνο της πρε κρύο νερ κα ράντισε τν Σοφιαν ποα συνλθε κα επε τ ξς στν δελφή της ννα: «Καλλίτερα ν μν εχες λθει, δελφή μου, δ διότι περισσότερη ζημία κα θάνατο μο προξένησες, παρ ζω πρόσκαιρη, διότι ο φωνές σου μ ξέβαλαν π τν φωτειν κενο Παράδεισο κα τν νέκφραστη δόξα το Θεο πο πελάμβανα. πρεπε, θλια, ταν μ εδες νεκρή, ν χαιρόσουν περισσότερο κα ν εχαριστοσες τν Θεό, παρ τώρα που μ βλέπεις κα νέζησα».

φο επε κα λλα πολλ κα γινε καλλίτερα τς ζήτουν ο παρευρισκόμενοι ν διηγηθ τ μυστήρια το Θεο πο εδε στν λλη ζωή. κείνη ζήτησε Πνευματικ ν τ ξομολογηθ καί, ἐὰν κενος κρίνη τι εναι ελογο, ν τ μάθουν κα λλοι. λθε λοιπν Πνευματικς ερόθεος Κουκοζέλης, Προηγούμενος τς ερς Μονς Σταυροβουνίου Κύπρου, ποος μ πατριαρχικ προσταγ λθε γι ν ξομολόγηση τν Σοφιανή, ποία κα διηγήθηκε τ ξς:

«Καθς σηκώθηκα κα νεκάθισα στ κρεββάτι μου, λιποθύμησα κα βλέπω μπροστά μου να στραπόμορφο νεανία, ποος κρατοσε στ χέρια του να χρυσ δοχεο γεμάτο νερ κα μο επε: Σοφιανή, γνωρίζω τι χεις μεγάλη δίψα κα καρδιά σου φλέγεται π τν σθένεια. ν μως πις ατ τ ζωοπάροχο νερό, θ γιαίνης στν ψυχ κα στ σμα κα θ χης παντοτειν χαρά. γώ, κούοντας ατά, σκίρτησα π χαρά, κα λλο τίποτε δν θελα παρ ν βλέπω τν φαινόμενο κενο νέο. ταν λαβα τ ποτήρι ατ στ χέρια μου γι ν τ πι, δν ξέρω πς, ρπάχθηκα π τν ζω κα π τρία μερονύκτια λειπα π τ σμα, δ ψυχή μου κολούθησε κενο τν νέο κα νεβαίναμε στν ορανό. περάσαμε πτ σφαιροειδες κύκλους το ορανο μέσα σ σκότος βαθ κα κατόπιν φθάσαμε σ᾿ να φωτειν κα πανευώδη τόπο, πρ το ποίου ερίσκοντο δυ ψηλς κα πανθαύμαστες πύλες. δεξι ταν κατασκευασμένη π καθαρ χρυσ κα πολύτιμους λίθους, ν ριστερ π χαλκ κα ναμμένο σίδερο, πο φαινόταν σν φλογερο νθρακες. Γύρω π ατν στέκοντο πλθος π φρικωδέστατους πλισμένους γίγαντες πο φύλαττον τν πύλη κα γ τότε μεινα φωνος π τν φόβο μου.

- Μο λέγει δηγός μου: Βλέπεις, δελφή, ατς τς πύλες; Ατς εναι ο πύλες τς δικαιοσύνης κα μν χρυσ εναι τς Βασιλείας τν Ορανν, δ σιδερένια τς κολάσεως τν μαρτωλν.

φήσαντες ατς τς πύλες νεβήκαμε ψηλότερα σ φωτεινότερο τόπο, που στέκοντο πειρα πλήθη φωτομόρφων νδρν τν ποίων ο θέσεις δν ταν λες σ να τόπο, λλ λλου ταν ψηλότερα κα λλου χαμηλότερα.

Τότε δηγός μου μ τοποθέτησε νάμεσα στος γγέλους κα μο επε: Σοφιανή, δ σκύψε κα προσκύνησε. μέσως τότε γ σκυψα κα προσκύνησα μ πολ φόβο, λλ ποιν προσκύνησα δν εδα. κενος πάλι μ᾿ σήκωσε κα μο επε: Στάσου δ ν γνωρίσης τ τεράστια τς Δευτέρας Παρουσίας το Κυρίου, κα μετ τ λόγια ατ εδα να πύρινο, λαμπρ κα βασιλικ θρόνο, κάτω π τν ποο ταν να νθρώπινο χέρι τ ποο κρατοσε μία ζυγαριά.

Γύρω π ατν τν θρόνο στέκοντο ναρίθμητα πλήθη γγέλων, ο ποοι νέβαιναν π τν δ πο λθα κα γώ, μεταφέροντας ψυχς νθρώπων, νδρν, γυναικν κα παιδιν κα ταν τς νέβαζαν δ, λεγαν: Προσκυντε, κα κενες ο ψυχς προσκυνοσαν, πως δηλαδ κανα κα γώ. πάνω στν φοβερ θρόνο, μέσα σ φωτεινς νεφέλες, καθόταν Δεσπότης Χριστός, νδεδυμένος να γαλαζοπόρφυρο νδυμα. γ π τν δυνατ λάμψι το προσώπου Του, δν μπόρεσα ν Τν τενίσω. Ο παριστάμενοι γγελοι ψαλλαν τό: γιος, γιος, γιος, Κύριος ν κα προν κα φανες ς νθρωπος Θεός, λέησον τ πλάσμα σου. ν λλοι γγελικο χορο ψαλλαν τό: γιος, γιος, γιος Κύριος Σαβαθ πλήρης ορανς κα γ τς δόξης Σου. κενοι πο ταν μαζί μας ψαλλαν τό: Δόξα ν ψίστοις Θε κα π γς ερήνη ν νθρωποις εδοκί, λλοι δ ψαλλαν τό: λληλούϊα ν τρες φορές, ν λλοι τό: μήν, μήν, μν κα οδέποτε παυαν τν δοξολογία τους.

π τ δεξι το Χριστο στεκόταν Θεοτόκος κα ριστερ Τίμιος Πρόδρομος, πως τος εκονίζουν ο γιογράφοι. Ο γγελοι, ταν τελείωναν τν δοξολογία τους, προσκυνοσαν τν Κύριο κλίνοντες τς κεφαλές τους, δ Κύριος ψωνε τ χραντα χέρια Του κα τος ελογοσε. π τ Δεσποτικ δάκτυλα τν χεριν Του πεφταν ποταμηδν πολύτιμοι λίθοι κα μαργαρίτες, πράγμα τ ποο βλέποντας γώ, φριξα κα ρώτησα τν δηγό μου τί εναι ατ τ μυστήρια, κενος μο επε:

- Βλέπεις, Σοφιανή, τος μαργαρίτες κα τος πολύτιμους λίθους πο πέφτουν π τ δεξ χέρι το Δεσπότου κα κατέρχονται στν γ; Ατο εναι τ φατο λεός Του, πειρος γάπη, τν ποία χει πρς τ γένος τν νθρώπων, τν ρθοδόξων χριστιανν κα γι᾿ ατ πέμπει τν ελογία Του στ σπίτια τν γαθν ρθοδόξων χριστιανν, πο φυλάττουν παρασάλευτη τν πίστι σ᾿ Ατν κα σ σους ξομολογονται καθαρ τς μαρτίες τους, φαρμόζουν τς θείες ντολς κα πέχουν π τ θελήματα το διαβόλου, λους ατος τος ελογε κα τος λυτρώνει π κάθε κακό. Ατο πο λεον κα γαπον τν πλησίον τους, πολαμβάνουν ζντες ατς τς ελογίες κα μετ τν θάνατό τους κληρονομον τν δ διαμον κα μακαριότητα.

Ο φλογοειδες πύρινοι κόμποι πο πέφτουν π τ ριστερό Του χέρι σημαίνουν τν θυμό, τν ργ κα τν γανάκτησί Του γι᾿ ατος πο κάνουν μαρτωλ ζω κα δικον τν πλησίον τους. Ατο χι μόνο στερονται τν πρόσκαιρη ζωή, λλ κα παραπέμπονται στ αώνιο πρ γι ν κολάζωνται μ τος κάθαρτους δαίμονες.

ριστερ π τν θρόνο κα τν ζυγαριά, πο επαμε, διακρινόταν μέγα χάσμα, π τ ποο ξερχόταν φόρητη δυσωδία, θειαφώδης αρα καπνο κα ναρίθμητες σπαρακτικς φωνς νθρώπων πο συνεχς φώναζαν τό: «οα κα τ λλοίμονο».

Ο γγελοι φερναν τς ψυχς τν νθρώπων π τν γ καί, φο προσκυνοσαν, τς δηγοσαν σ ξέτασι λων τν ργων τους πο καναν στν γ, κα τ μν καλ τ θεταν στ δεξ μέρος τς ζυγαρις τ δ πονηρ στ ριστερό της. Κατόπιν τς σεσωσμένες κα γιες ψυχς δινε ντολ Χριστς κα τς δηγοσαν ο γγελοι στν τόπο πο ερισκόταν χρυσ πύλη, ν τς μετανόητες κα μαρτωλς ψυχς τς ρριχναν σ κενο τ χάος τς βύσσου. Τότε ο γγελοι χαίροντο κα εφραίνοντο γι τς σεσωσμένες ψυχές, ν λυποντο κα σκυθρώπαζον γι τς κολασμένες.

κείνη τν στιγμ φεραν ο γγελοι μία ψυχή, τς ποίας πλεόναζαν ο μαρτίες της π τ γαθά της ργα κα πρόκειτο Κύριος ν κάνη νεμα στος γγέλους ν τν ρίξουν στ χάος. Τότε μως παρουσιάσθηκε μπροστ Κυρία Θεοτόκος κα Τίμιος Πρόδρομος κα παρακαλοσαν τν Κύριο λέγοντας: «Ο οκτιρμοί Σου, Μακρόθυμε, νικον τν ργή Σου· ν κα εναι μαρτωλ ατ ψυχή, δν παυσε ν φυλάγη τν ληθιν σ Σένα πίστι κα γι᾿ ατ Σ κετεύουμε ν τν συγχώρησης». ν ατο παρακαλοσαν τν Χριστό, λθαν κα ο γγελοι προβάλλοντες τς λεημοσύνες, τς Λειτουργίες, τ κεριά, τ λάδι, τς προσφορς κα τ μνημόσυνα τ ποα κανε. κόμη νέβηκαν κα ο προσευχς τν ερέων, ο ποοι λειτουργοσαν γι᾿ ατ τν ψυχ κα ο γαθοεργίες τν γονέων κα συγγενν της πο προσφέρθησαν στος πτωχος γι τν νάπαυσί της. π πλέον κούσθηκαν ο δεήσεις τν πτωχν, πο λαβαν τς λεημοσύνες π τος συγγενες της, λέγοντες τό: « Θες ν τν συγχώρηση».

Τότε κούσθηκε φων το Δεσπότου ν λέγη: «δο γι τν δέησι τν ερέων μου κα τν δελφν μου τν πτωχν, δίνω συγχώρησι σ᾿ ατ τν ψυχή». ν λοιπν πρόκειτο ν νεύση Κύριος μ τ δεξί Του χέρι ν βάλουν ο γγελοι τν ψυχ ατ μαζ μ τος δικαίους, φθασαν στν Θρόνο Του ο δυρμοί, ο φωνές, τ μοιρολογήματα κα ο γανακτήσεις τν γονέων της κα ο βλασφημίες κατ το Θεο, τς ποες λεγαν πηρεασμένοι π τν θλίψι τους κα τσι ξεδήλωναν τν πιστία τους στ νδέκατο ρθρο το Συμβόλου τς Πίστεως: «Προσδοκ νάστασιν νεκρν». ταν συνέβησαν ατά, ργίσθηκε πολ Κύριος κα επε: «πειδ δν ρκέσθηκαν στς δεήσεις τν ερέων μου, λλ κα ντιμάχονται ναντίον μου, ν σηκώσετε ατ τν ψυχ κα ν τν ρίψετε στ σκότος τ ξώτερο». Ο γγελοι τότε πολ λυπήθηκαν γι᾿ ατ τν ψυχή, λλ κάνοντας πακο στν Χριστό, πραν τν ψυχ κα τν ριξαν στ χανς κενο βάραθρο τς κολάσεως. Τότε τολμησα κα γ ταλαίπωρη ν ρωτήσω τν δηγ γγελό μου: «Γιατί, Κύριέ μου λυπονται τόσο πολ ο γγελοι, ταν ρίχνεται κάποια ψυχ στ βάραθρο τς κολάσεως;»

κενος μο επε: «Ατ τ χάος εναι κενο πο χωρίζει τος δικαίους π τος μαρτωλος κα βυθίζει σους πέσουν στν φώτιστο ατ τόπο το δου, στν ποο κολάζονται αωνίως. Ἐὰν χουμε λοι ο γγελοι χαρ γι τος σεσωσμένους, πολ περισσότερο χουμε λύπη γι᾿ ατος πο κολάζονται».

ν μο λεγε ατ γγελός μου, κούω ξαφνικ μεγάλο θόρυβο, διότι ρχοντο γγελοι φέροντες μία ψυχ μ ψαλμωδίες κα θυμιάματα, λαμπάδες κα φωτοχυσίες. Ατ ψυχ ρχόταν μ πολλ χαρ κα παρρησία, ο δ ψυχς τν δικαίων λθαν γι ν τν προϋπαντήσουν. Εχε μακάρια ατ ψυχ τ νδυμά της λευκ κα καθαρ σν τν λιο κα δν φερε καμμία κηλίδα στίγμα μαρτίας, πως εχαν ο λλες ψυχές. Τ νδυμα ατ νομίζω τι θ ταν στολ το γίου Βαπτίσματος, τ ποο φύλαξε μόλυντο κα γι᾿ ατ λαμπε τόσο πολύ. λθε λοιπν ατ ψυχ κα προσκύνησε, πως λες κατ τν συνήθειαν. Τότε λοι ο γγελοι βόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας: «Σ εχαριστομεν, Παντοκράτωρ Δέσποτα, διότι εδαμε ψυχ δικαίου καθαρ κα μόλυντη π τν μαρτία». Τότε κούσθηκε βροντώδης φων το Δεσπότου λέγουσα: «Πάρετε ατ κα ν τν ναπαύσετε μαζ μ τος γίους». πειτα στρέφοντας τν λόγο του κα τ χέρι Του πρς μένα, επε: «Ν δηγήσετε κα τν Σοφιαν ατ στς κατοικίες κα μονς τν γίων μου, γι ν τς δ· πειδ μως τν ναζητον πολλο στν κόσμο, ν τν πιστρέψετε στ σμα της γι ν σωθον κα λλοι π τν ξιστόρησι ατς τς πτασίας πο ξιώθηκε δ ν δ. ν γωνισθ ν πόκτηση κα λλες ρετς κα εδοκίμηση τελείως, τότε θέλει ν ξιωθ μετ π τρες χρόνους ν᾿ πολαύση μεγαλύτερες τιμές».

Μ ατ τ λόγο το Δεσπότου μ ρπαξε γγελος κα κολουθήσαμε κείνη τν δικαία ψυχή, νωθέντες μ λλες σεσωσμένες ψυχές. Φθάσαμε μπροστ π τν χρυσ κείνη πύλη το Παραδείσου. Ξαφνικ εδα μπροστά μου τν Κυρία Θεοτόκο μ νέκφραστη δόξα κα μαζί της πόστολος Πέτρος, ποος κρατοσε στ χέρια του κλειδιά. νοιξε τν ραία κείνη πύλη κα μπκε πρώτη Θεοτόκος κατόπιν Πέτρος κα μετ ο γγελοι μ τς ψυχς πο μετέφεραν. Μ ατος πήγαινα κα γ βιαζόμενη ν συμπορεύωμαι μ τν Θεοτόκο. τόπος ατς ταν τόσο φωτοστόλιστος κα πανευώδης, στε θαύμαζα κα χαιρόμουν νεκδιήγητα. Τ δαφος κενο δν μοίαζε μ τν στερε γ τν δική μας, ποία χει νηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, ποτάμια κα σα λλα βλέπουμε, λλ ταν λευκ σν τ καθαρ βαμβάκι χρυσ φασμα στολισμένο μ ποικίλους πολύτιμους λίθους κα μαργαριτάρια. Εδα πίσης δένδρα ψηλά, εώδη κα κατάφορτα π νθη κα ραιότατους καρπούς, πο μοίαζαν μ ρόδα κα κρίνα. Κάτω π τ δένδρα φαίνοντο τι ταν χρυσοπόρφυρα στρώματα πάνω στ ποα ναπαύοντο νδρες, γυνακες κα παιδιά, μεταξ τν ποίων γνώρισα πολλος π τν πατρίδα μου τν βυδο κα π τν πόλι ατή, ο ποοι εχαν πεθάνει.

κε εδα τν ερέα πατέρα μου ωάννη κα τν μητέρα μου ναστασία κα μία δελφή μου, πλν μως δν μπόρεσα ν τος πλησιάσω κα ν τος μιλήσω. Ο κατοικίες τους δν ταν μοιες, πως δν ταν μοιες ο ρετς κα τ ργα τους δ στν γ. Βαδίζοντας κόμη πρς τ μπρς εδα κα τος γίους, ο ποοι ταν σ ψηλ κα φωτεινώτερο τόπο κα περιπατοσαν λοι λευκοφορεμένοι κα νδεδυμένοι μ λαμπρότατο φς. ν τότε ναρωτιόμουν μ τν αυτό μου, ποιο ν εναι ραγε ατοί, στράφη Θεοτόκος πρς μένα κα μο επε: «Σοφιανή, βλέπεις τς ναπαύσεις τν γίων; Βάδιζε γρήγορα ν προφθάσης κα προσκύνησης τν δίκαιο βραάμ, διότι δν θ τν δς καθς τ ποθες». Τότε τρεξα γ κα εδα π μακρι τν βραάμ ν κάθεται σ᾿ να ραιότατο θρόνο κα γύρω του ναρίθμητες ψυχς μ πολλ εφροσύνη κα χαρά. γ τρεχα ν τν δ κα ν τν πολαύσω, πότε μ εδε κενος κα μο νευσε ν τν πλησιάσω. Παίρνοντας περισσότερο θάρρος τρεχα γι ν τν φθάσω, λλ κείνη τν στιγμ κουσα τς φωνς τς δελφς μου κα μ τ κρύο νερ πο ράντισε τ πρόσωπό μου, πανλθα στν αυτό μου κα ασθάνθηκα μεγάλο βάρος κα ψυχρότητα στ σμα μου, σν ν μο ταν πάγος. Σιγ-σιγ μψυχώθηκε τ σμα κα συνλθα τελείως».

φο κουσε ατ μ προσοχ Πνευματικός της τν ρώτησε:

- Εδες κανένα λλο μυστήριο, παιδί μου; Εδες δαιμόνια τελωνιακά, κολάσεις μαρτωλν, πως βλέπουν πολλο λλοι;

Σοφιαν ποκρίθηκε:

- Δν εδα τίποτε περισσότερο, πάτερ μου.

- Γνωρίζεις κανένα γαθό, τν ρωτ ερεύς, πο ν πραξες στν ζωή σου;

- Τί καλ ζητες π μένα τν μαρτωλή, πάτερ; λλά, πειδ μ ναγκάζεις, θ σο επ ατ πο γνωρίζω. Πρν τρία χρόνια, κε πο γνεθα στ πατρικό μου σπίτι, μία μεσημβρία κουσα μεγάλη βο κα ταραχή, σν ν συνέβαινε σεισμς κα τότε βλέπω μ τ μάτια μου τρες εροπρεπες νδρες μ ρχιερατικς στολές, ο ποοι, καθς γνωρίζω π τς εκόνες τους, ταν ο Τρες εράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος κα γιος ωάννης Χρυσόστομος. γ παρέλυσα π τν φόβο μου, κανα τν σταυρό μου κα τος προσκύνησα μ μεγάλο φόβο. κενοι τότε μο επαν:

- Μ φοβεσαι, Σοφιανή, μες εμεθα ο Τρες εράρχαι κα θέλουμε ν φιέρωσς στν Θε τ σπίτι σου γι ν γίνη κκλησία στ νομά μας κα μες θ πρεσβεύουμε γι τν σωτηρία σου.

γ τόλμησα κα τος επα:

- γιοι Δεσπόται μου, εναι ατ τ σπίτι κατάλληλο γι δοξολογία Θεο κα κατοικία δική σας, φο μάλιστα κα μες εμεθα πτωχο νθρωποι κα δν χουμε τν τόπο ν κάνουμε κκλησία, πως ρίζετε; κτς π ατ δν γνωρίζω κα τν γνώμη το συζύγου μου, κόμη κα ν θ μπορέσουμε ν πάρουμε βασιλικ δεια γι τν νοικοδόμησι ατς τς κκλησίας.

κενοι μο επαν:

- Μ στενοχωρσαι πο εναι χρος κάθαρτος κα κοπρώδης, οτε ν φοβσαι γι τν βασιλικ δεια, μόνο φρόντισε σ ν μς τν φιερώσς κα μες λα τ λλα θ τ τακτοποιήσουμε. Διότι κατ τν παλαι ποχ χυρώνας ατς ταν νας δικός μας. ν μως μελήσς κα δν κάνς, πως σο λέγομε, θ παρακαλέσουμε τν Θε ν σο φαιρέσ τν ζωή σου ς παρήκοη.

Μόλις επαν ατ ο γιοι, γιναν φαντοι. ταν τ βράδυ λθε νδρας μου το νήγγειλα λα τ γενόμενα. Μετ π τρες μέρες, μετ τ πόδειπνο κα τν μικρ προσευχή μας, φάνηκαν πάλι ο γιοι μ σεισμ κα μο επαν μεγαλόφωνα:

- Σοφιανή, γιατί δν κανες ατ πο σ ρίσαμε κα μέλλεις ν πεθάνς μ αφνίδιο θάνατο;

γ λέγω τότε το νδρός μου:

- κος τί προστάζουν ο γιοι;

Ατς ποκρίθηκε κα τος επε:

- γιοι Δεσπόται μου, μο τ επε λα Σοφιανή, λλ πειδ εμεθα πτωχο κα δν χουμε τ μέσα, φοβούμεθα δ κα τν ξουσία το κράτους, γι᾿ ατ δν κάναμε τίποτε. πειδ μως ρίζετε ν τν φιερώσουμε στν Θε κα τν γιωσύνη σας, π σήμερα ν γίνη δικός σας τόπος ατός.

Ο γιοι το επαν:

- Αριο τ πρω θ σκάψς μέσα στν χυρώνα κα θ ερης μάρμαρα, σταυρούς, κόμη κα τν γία Τράπεζα κα θ πεισθς τσι στ λόγια μας. Πήγαινε κα στν Σουλτάνο κα ζήτησέ του τν δεια κα μες θ τν καταπείσουμε ν σς τν δώσ.

φο επαν ατ ο γιοι, νεχώρησαν. μες λη κείνη τν νύκτα τν περάσαμε μ δοξολογίες στν Θε κα τ πρω νακοινώσαμε τ γεγονς στος συγχωριανούς μας κα λοι τρεξαν μ σκαπτικ ργαλεα ν βοηθήσουν στ σκάψιμο. Πράγματι, ερήκαμε τν γία Τράπεζα π λευκ μάρμαρο κα λλα κκλησιαστικ ντικείμενα πο ταν χωμένα. πήραμε μ εκολία κα τν δεια π τν Σουλτάνο κα ρχισε νοικοδόμησις τς κκλησίας. μες εχαμε μερικ χωράφια, τ πουλήσαμε κα γοράσαμε διάφορα ναγκαα πράγματα γι τν κκλησία κα φο τελείωσαν ο δουλειές, μ πατριαρχικ δεια, λθε γιος μητροπολίτης Κίτρους κα τν γκαινίασε. μες κατόπιν φύγαμε π τ χωριό μας κα γκατασταθήκαμε στν Κωνσταντινούπολι παίρνοντας σπίτι μ νοίκιο. μως σ παρακαλ, γιε Πνευματικέ μου, ν πείσης τν νδρα μου ν μο πιτρέψη ν γίνω μοναχ γι ν κλάψω τς μαρτίες μου ατ τ τρία τη πο μο ποσχέθηκε Κύριος τι θ μείνω κόμη σ᾿ ατ τν ζωή

Πνευματικός της κουοντας ατά, επε στν νδρα της ν μ τν μποδίσ ν πραγματοποιήσ τν διακα της πόθο. κενος το επε τι μετ π δυ χρόνια θ πνε μαζ στος γίους Τόπους ν προσκυνήσουν τ ερ Προσκυνήματα κα ν φιερωθον στν Θεό.


Πράγματι, φο πούλησαν τ πάρχοντά τους, φυγαν γι τ εροσόλυμα κα κε ξωμολογήθηκαν τ πάντα στν Πατριάρχη Σωφρόνιο. Μετ κοινώνησαν τν χράντων Μυστηρίων κα μν Σοφιαν πγε σ μοναστήρι κα γινε μοναχ μ τ νομα Σωφρονία, δ νδρας της πγε σ νδρικ κα π Χρστος πωνομάσθηκε Χαρίτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου