Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

40 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ - Του υποδιακόνου Στήβεν Ρόμπινσον




Τελείωσα με τα πράγματα στο σπίτι του «δύσκολου πελάτη» για να μπορέσει να το κατοικήσει το Σαββατοκύριακο. Είχα αργήσει για να προλάβω την Εσπερινή Λειτουργία, έτσι αντί για εκεί, αποφάσισα να πάω στον προμηθευτικό σταθμό να πάρω πράγματα που χρειαζόμουν για το Σαββατοκύριακο.
Καθώς στάθμευα το φορτηγό μου πρόσεξα – ανάμεσα στα δώδεκα ή περισσότερα άτομα που φόρτωναν τα αυτοκίνητά τους με πράγματα – μια νεαρή κοπέλλα με μωρό στην αγκαλιά της να περιφέρεται εδώ και εκεί ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Την πέρασα για άλλο ένα πελάτη που έψαχνε για το αμάξι της.



Στάθμευσα το δικό μου φορτηγό, και ακούω πίσω μου καθώς έβγαινα μια πνιγμένη φωνή: «Κύριος… Κύριος…..»
Γυρνάω να δω, και είναι η κοπέλλα.
Είναι λεπτή, μικροκαμωμένη, ίσως 1 και 50 σε μπόϊ, και μοιάζει να είναι δεκαπέντε ετών, αλλά το πρόσωπό της έχει όψη ταλαιπωρημένη και στραπατσαρισμένη, μιας μεγαλύτερης ηλικίας. Τα μάτια της είναι ένα ατσάλινο γαλάζιο και γυαλίζουν. Η κακοβαλμένη μάσκαρα έχει γίνει μουντζούρα. Η μύτη, το ένα φρύδι και το πάνω χείλι είναι τρυπημένα, και καθώς σκουπίζει το μάτι της με την ανάποδη του καρπού της, παρατηρώ πως έχει τατουάζ πάνω στο χέρι της, στον καρπό και πιο πάνω προς το μπράτσο.
Κρατάει ένα μωρό, πιθανόν ενός έτους. Η μυτούλα του έχει μια κρούστα από ξεραμένη μύξα. Στα μπρατσάκια του είναι τυπωμένα διάφορα «παιδικά τατουάζ», από εκείνα που δίνουν τα μηχανάκια που πουλάνε τσιχλόφουσκες. Χρειαζόταν ένα μπάνιο το μικρό, αλλά δεν ήταν τόσο βρώμικο ώστε να μοιάζει εγκαταλελειμμένο. Τον σηκώνει και τον εναποθέτει πάνω στον γοφό της με το αριστερό της χέρι, καθώς σκουπίζει με το δεξί το μάτι της.
«Κύριος…», μου λέει με πνιγμένη φωνή. «Σας παρακαλώ….»
Σκύβω προς το μέρος της και βάζω το χέρι μου γύρω από τον ώμο της.
«Ηρέμησε γλυκειά μου» της λέω. «Τι σου συμβαίνει;»
«Μόλις μετακομίσαμε εδώ από την επαρχία. Αν δεν βρω 38 Ευρώ σε δέκα λεπτά, αυτοί θα πετάξουν όλα τα πράγματά μου στο πεζοδρόμιο.»
 

«Ποιοί είναι οι ‘αυτοί’;»
«Το Πανδοχείο Έξι εκεί πέρα…» μου δείχνει με το χέρι, στην απέναντι μεριά της λεωφόρου.
Μίλησα λιγάκι μαζί της. Είναι μόνη, χωρίς φίλο, σύζυγο, ή οικογένεια. Την ρωτάω πώς το ταΐζει το μωρό και μου λέει με τα γραμματόσημα-δώρο των σούπερ-μάρκετ.
«Και τί θα κάνεις αύριο;»
«Δεν ξέρω»
«Πες μου το όνομά σου»
«Σίντυ»
«Σε ποιο δωμάτιο μένεις στο πανδοχείο, ώστε αν βρω κάποιον να σε βοηθήσει, να μπορέσω να σε βρω…»

Με κοιτάζει. Παρατηρώ ένα βλέμμα-αστραπή ενός «περπατημένου» ανθρώπου που υποψιάζεται τα πάντα. Μετά μου λέει
 «238».
 


Της βάζω 40 Ευρώ στο χέρι. Αρχίζει να κλαίει.
«Σας ευχαριστώ κύριε… σας ευχαριστώ… Δεν θέλω να φανώ αγενής, αλλά πρέπει να φύγω τώρα αμέσως, επειδή πετάνε έξω τα πράγματά μου.»
Αρπάζει πάνω της το μωρό και φεύγει τρέχοντας προς το πανδοχείο. Εγώ γύρισα προς την άλλη κατεύθυνση και μπήκα μέσα στον προμηθευτικό σταθμό, χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Δεν θέλω να ξέρω αν όντως πήγε στο Πανδοχείο Έξι ή όχι. Δεν θέλω να ξέρω αν πλήρωσε για μία διανυκτέρευση για τον εαυτό της και το μωρό, ή αν αγόρασε μια δόση φτηνού ναρκωτικού για τον εαυτό της. Δεν θέλω να ξέρω αν έπεσα θύμα μιας ομάδας γύφτων ή αν εξαπατήθηκα από ένα κορίτσι που μάθαινε τις τεχνικές επαιτείας.
Το μόνο που θέλω να μάθω σήμερα, την ημέρα που γεννήθηκε ο Θεός, είναι το τι σημαίνει να αγαπά κανείς χωρίς κυνισμό, το να αγαπά και αυτούς που σε εξαπατούν, σε απορρίπτουν και σε σκοτώνουν… το να δίνεις, χωρίς την προσδοκία της αμοιβής ή ανταπόδοσης… το να βλέπεις την εικόνα του Θεού κάτω από τις ουλές και τα σημάδια της ανθρώπινης αδυναμίας και ματαιότητας…
Θέλω να ξέρω τι σημαίνει να ελπίζεις.
Αν μπορώ να τα αποκτήσω όλα αυτά με σαράντα Ευρώ, τότε εγώ είμαι εκείνος που ευεργετήθηκε…


ΠΗΓΗ

 

40 Bucks for Jesus

I finished up the stuff on "Difficult Client's" house so he could live in it for the weekend. I was running late to make it for Vesperal Liturgy so I decided to go to Home Depot to get stuff for the weekend instead.

As I parked my truck I saw among the dozen or more people loading their cars with stuff, a young girl with a baby weaving her way through the parked cars. I thought she was just another shopper looking for her car.

I parked and got out of my truck and I hear a choked voice behind me, "Sir... sir...".

I turn around and it is the young girl.
 
 
She is slender, small, maybe five six, and looks to be fifteen but her face has a weary, beaten look of more years than that. Her eyes are steel blue and glistening. Her clumsy mascara has smeared. Her nose, eyebrow and upper lip are pierced and as she wipes her eye with the back of her wrist I see tattoos on her hand, wrist and up her arm.

She is holding a baby, probably about a year old. His nose is crusted with dry snot. On his arms are "kiddie tattoos", the kind you buy at the Dollar Store or get from 25 cent gumball machines. He could use a bath, but isn't dirty enough to look neglected. She hoists him on her hip in her left arm as she wipes her eyes with her right hand.

"Sir..." She chokes. "Please...."

I reach over and put my arm around her shoulder. "It's OK, sweetheart. What's wrong?"

"We just moved here from Ohio. If I don't have 38 dollars in ten minutes they'll put all my stuff on the sidewalk."

"Who is they?"

"The Motel Six over there..." she points across the freeway.

I have a short conversation with her. She's alone, no boyfriend, husband or family. I ask how she's feeding the baby and she says she has food stamps.

"What will you do tomorrow?"

"I don't know."

"Tell me your name."

"Cindy."

"What is your room number at the motel so if I can find someone to help you I can find you."

She looks at me. I see a flash of streetwise suspicion in her eyes. Then she says, "238."
 
 

I hand her forty dollars. She starts crying.

"Thank you, sir... thank you. I don't mean to be rude but I have to go right now because they are throwing my stuff out." She hoists the baby up and runs across the parking lot toward the motel. I turn the opposite direction and walk into the Home Depot and don't look back.

I don't want to know if she actually went to the Motel Six or not. I don't want to know if she bought shelter for a night for her baby boy or a hit of crystal meth for herself. I don't want to know if I was scammed by a band of gypsies or a young girl learning the ropes of panhandling.

All I want to know this day, the Day of the Nativity of God, is what it means to love without cynicism, to love the ones who will scam, reject and kill you, to give without expectation of reward or requital, to see the image of God beneath the scars and marks of human fragility and futility.

I want to know what it means to hope.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου