Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 
 

Η Εκκλησία της Ελλάδος προβάλλει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό!..

Παρά τα όσα κατηγορούν την Εκκλησία μας, για …μεσαιωνισμό, σκοταδισμό, αναχρονισμό και τα … τοιαύτα, εντούτοις η ελλαδική Εκκλησία προβάλλει συνεχώς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είτε με κηρύγματα, είτε με Εκθέσεις, είτε με αφιερώματα στο λεγόμενο «Διαδικτυακό Πολιτιστικό Κέντρο»!.. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ζωγραφικά έργα του Νίκου Εγγονόπουλου, όπου παρουσιάζονται μεταξύ άλλων και αρχαίες ελληνικές φυσιογνωμίες ή πολεμιστές!...

 



ΕΠΕΙΔΗ τα τελευταία χρόνια η Εκκλησία μας δέχεται μια ανελέητη επίθεση από διάφορα κέντρα αποφάσεων στον ελλαδικό ή εξωτερικό χώρο, κατηγορούμενη για δήθεν μεσαιωνισμό και σκοταδισμό, όποιος ανοίξει το Διαδικτυακό Πολιτιστικό Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος θα διαπιστώσει το εντελώς αντίθετο.

Η ελλαδική Εκκλησία όχι μόνον δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεσαιωνισμό, σκοταδισμό και αναχρονισμό, αλλά μπορεί να συνηγορήσει πλέον υπέρ της σύγχρονης και προοδευτικής αντίληψης, που έχουν οι Ιερωμένοι μας με όλα όσα δημοσιεύουν, κηρύττουν ή εκθέτουν στον ιστότοπο αυτό.
Το έχουμε πει πολλές φορές και θα το επαναλάβουμε: Η διαχρονική σχέση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, που ξεκίνησε με την εμφάνιση του Χριστιανισμού στις ελληνικές ή εξελληνισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (Γαλιλαία, Δεκάπολις κλπ), όπου κήρυξε ο Χριστός, παραμένει ακόμη και σήμερα –και θα παραμένει ες αεί- πάντα διαχρονική και επίκαιρη!
Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά…
Εάν ο Χριστιανισμός δεν παρουσίαζε καταπληκτικές ομοιότητες με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την φιλοσοφία του, οι αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας δεν υπήρχε καμία –μα καμία- περίπτωση να αποδεχθούν τον χριστιανισμό ως νέα δική τους πίστη!
Είναι σε όλους γνωστό, ότι γι’ αυτά τα θέματα έχουμε αναλώσει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας για να αποδείξουμε τα αυτονόητα πρ΄;αγματα. Και ποια είναι αυτά;
Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι δύο ράγες, οι οποίες κινούνται παράλληλα μέσα στο χρόνο και το χώρο και σε πάρα πολλά σημεία τέμνονται μεταξύ τους, παρουσιάζοντας καταπληκτικές ομοιότητες, αλλά όχι ταυτοσημίες!..
Θεωρώ απαραίτητη την διευκρίνιση των δύο όρων «ομοιότητας» και «ταυτοσημίας» διότι άλλο πράγμα είναι να μοιάζω με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και άλλο πράγμα να είμαι αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος!
Πάντα ταύτα διότι ορισμένοι, διαβάζοντας τα βιβλία μου, ιδίως αυτά που έχουν σχέση με τον Ελληνισμό-Χριστιανισμό, νομίζουν ότι ταυτίζω τα δύο αυτά μεγέθη της παγκοσμίου ιστορίας, όπως είναι ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία, ενώ ο γράφων συχνά κάνει αυτή τη διάκριση και ομιλεί για διαφορές και ομοιότητες, που καθιστούν τον Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό ένα αδιάσπαστο στοιχείο του Ελληνισμού εδώ και 2.000 χρόνια!..
 
 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Είναι σε όλους γνωστό, ότι ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές, εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.
Το 1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής τέχνης και στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε ελεύθερες σπουδές στο Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Σε όλο το διάστημα των σπουδών ζωγραφικής, ο Εγγονόπουλος παρέμεινε στην θέση του στο Υπουργείο και το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία όπου μετά έξι χρόνια μονιμοποιήθηκε με τον βαθμό του Σχεδιαστή Α' Τάξεως.
Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν το 1938 στην Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως και αποτελούσαν έργα που απεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η είσοδος του στα ελληνικά γράμματα, αρχικά με την δημοσίευση μεταφράσεων σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938, την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγό.
Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή του Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη.
Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Στα 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης και Τσαρούχης. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Πικιώνη σχεδιάζει νέα κτίρια.
Τα επόμενα χρόνια, συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις ενώ το 1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του. Την ίδια περίοδο, εκλέχθηκε μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου Α'. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979 καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της Societe Europeennee de Culture κ.ά. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Αναγνωστοπούλου).
Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.
Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας.
Ποιήματά του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο. Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική υπόκρουση στο ποίημα Μπολιβάρ για το δίσκο της εταιρίας Διόνυσος, σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.
Το έτος 2007 είχε ανακηρυχθεί από τον καλλιτεχνικό κόσμο της Χώρας ως "Ετος Ν. Εγγονόπουλου". (Βλέπε και Βικιπαίδεια, ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια διαδικτύου).
Μερικά από τα αρχαιοελληνικά έργα του Νίκου Εγγονόπουλου, που προβάλλει η Εκκλησία της Ελλάδος είναι τα εξής:


Ο Δαίδαλος, 1949, αυγοτέμπερα σε χαρτί 23x37 εκ.
Ο Πυθαγόρας, 1954, αυγοτέμπερα σε ξύλο 10x14 εκ.
Σώστρατος ο Κνίδιος, ο μέγας αρχιτέκτων, αχρονολόγητο αυγοτέμπερα σε ξύλο 63x97 εκ.
Σύνθεση με αρχαίο πολεμιστή 23,5 x 19,5 εκ.
Ο Ποιητής και η μούσα του, Υδατογραφία και μελάνι σε χαρτί 26 x 21 εκ.
και άλλα..

Αυτόν, λοιπόν, τον Νίκο Εγγονόπουλο προβάλλει η Εκκλησία της Ελλάδος στο Διαδικτυακό Πολιτιστικό της Κέντρο – και εύγε Της!..


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου