Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΚΑΙ ΕΥΠΟΙΪΑ (Γ)




Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν χαρακτῆρα της. Μερικὲς πινελλιὲς στὸ πορτραῖτο της ἦταν· ἡ ἱερὰ παράδοσις, τὸ μυστήριο θεί­ας εὐχαριστί­ας, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, καὶ ἡ ἁγιότης. Τί ὑ­πολείπεται τώρα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε;




* * *


5. ΜΑΡΤΥΡΙΟ.


Μία ἀκόμη πινελλιά, ἀλλ᾽ αὐ­τὴ εἶνε κόκκινη· εἶνε τὸ αἷμα! Ποιό αἷμα; Ὄχι τὸ ξένο ἀλλὰ τὸ δικό μας. Ἡ Ἐκκλησία – ἡ Ὀρ­θο­δοξία μας ποτίστηκε καὶ ἔγινε δέντρο μεγάλο μὲ δύο πράγματα· δάκρυ μετανοί­ας καὶ αἷ­μα μαρτυρίου. «Τῶν ἐν ὅ­λῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα ἡ Ἐκ­κλησία σου στολισαμένη δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χρι­στὲ ὁ Θεός…» (ἀπολυτ. Κυρ. ἁγ. Πάντ.)· ἡ Ἐκκλησία, λέει, στολίστη­κε μὲ τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων σὰν μὲ ἁ­λουργίδα βασιλική, καὶ λάμπει καὶ ἀστράφτει.


Καὶ ἐρωτῶ· ποιός ἄλλος ἀπὸ τοὺς χριστι­ανοὺς ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ; οἱ προτεστάντες, οἱ παπικοί, ποιοί; Ξέρετε τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Δὲν ὑποτιμῶ τοὺς κό­πους τῶν παπικῶν ἢ τὰ κηρύγματα τῶν προ­τεσταν­τῶν. Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἕ­να στράτευμα, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ἐμπροσθο­φυλακή. Οἱ ὀρθόδοξοι –δὲν καυχώμεθα, τὸ λέ­με ἀντικει­μενικά–, ἐδῶ στὴ γωνιὰ ποὺ σταθή­καμε, στὴν Ἀνατολὴ ποὺ μᾶς ἐφύτευσε ὁ Θεός, εἴμαστε στὴν πρώτη γραμμή. Ἐὰν σπά­σῃ ἡ Ὀρ­θοδοξία, δὲν θὰ ὑ­πάρχῃ Χριστιανισμός. Ἐμ­πρός, στρατιῶτες, σαλπίζει· προχωρεῖτε προχωρεῖ­τε! Καὶ πέφτουν καὶ συνεχῶς πέφτουν κορμιὰ καὶ ματώνει τὸ χῶμα καὶ γέ­μισε ἡ γῆ μυ­ριάδες μαρτύρων. Ποτάμια αἷμα ἔχυσε αὐ­τὴ ἡ Ὀρθοδοξία. Καὶ ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ γνησιότης.

Θέλετε νὰ καταλάβετε τὸν Χριστιανὸ καὶ τὸν κληρικό; θέλετε νὰ καταλάβετε τοὺς πα­πᾶ­­δες σας, τοὺς δεσποτάδες σας, τοὺς θεολόγους σας; Παρατηρῆστε ποιός εἶνε ἕτοιμος γιὰ θυσία, ποιός διώκεται. «Πάντες οἱ θέλον­τες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσον­­ται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Ὅποιος θέλει νὰ κρατήσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ διωχθῇ στὸν κόσμο αὐτόν. Ὁ κλῆρος τοῦ δικαίου, τοῦ τιμίου ἀνδρός, τοῦ εἰλικρινοῦς κήρυκος τοῦ εὐαγγελίου, εἶνε ὁ διω­γμός. Καὶ διώχθηκε πράγματι ἡ κατὰ ἀνατολὰς ἡ Ἐκ­κλησία. Ἔδωσε ἀγῶνα. Ποῦ; Ἐναντίον τῶν αἱ­ρετι­κῶν, π.χ. τῶν εἰ­κονο­μάχων ἐπὶ ἑκατὸ καὶ πλέον ἔτη. Ἐμπροσθοφυλακὴ δὲν εἴπαμε;
Ξέρεις πόσο αἷμα ἔχυσε ἡ Ἐκκλησία μας ν᾽ ἀναχαιτίσῃ – ποιό; τὸ Ἰσλάμ. Ἄχ! ζωντανεύει πάλι τὸ Ἰσλάμ, θηρίο ποὺ κοιμόταν – δὲν πή­ραμε χαμπάρι. Δὲν θέλω τώρα νὰ μπῶ στὴν πο­λιτική, εἶνε ἔξω ἀπὸ τὸ στόχο μου. Ξύπνησε πάλι τὸ Ἰσλὰμ μὲ κεφαλὲς πολλές… Τί κῦ­μα τῆς ἀβύσσου εἶν᾽ αὐτό! Σὰ ν᾽ ἀκούω Ἀποκάλυψι. Εἶδα νὰ βγαίνῃ θηρίο ἀπὸ τὴν ἔρημο, τὸ θηρίο τοῦ Μωάμεθ· καὶ προχώρησε, καὶ ἔφθα­σε μέχρι ποῦ; μέχρι τὴ Βιέννη. Καὶ ἀπέναντί του στάθηκε – ποιός ἐδῶ στὴν Ἀνατολή; ἡ ἐμ­­προσθοφυλακή, ἡ Ὀρθοδοξία μας.

Σήμερα ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία «Αἰωνία ἡ μνήμη» τῶν πατέρων, ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς παρέδωσαν τὴν Ὀρθοδοξία κ᾽ ἔφθασε μέχρι τὰ χρόνια μας. Δυὸ ἑκατομμύρια σφάχτηκαν σὰν ἀρνιὰ ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο Κεμὰλ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Κ᾽ ἐμεῖς φρουροῦμε γι᾽ αὐτὸν στὴ Θεσσαλονί­κη. Ὅταν περνάω καὶ τὸ βλέπω, ῥαγίζει ἡ καρδιά μου νὰ βλέπω Ἕλληνες φαν­τάρους νὰ φυλᾶνε τό μνῆμα τοῦ θηρίου αὐτοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως. Κι ὅταν ἀκούω τὰ λόγια ἑ­νὸς ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς ὅτι «Ἐγὼ εἶμαι Τοῦρ­κος», τί νὰ πῶ; Ξέρω ὅτι πάνω ἀπὸ τὰ ἔ­θνη εἶ­νε ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ θὰ εἴμαστε ἄδικοι ἂν πέ­σουμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν Τοῦρκο. Ὄχι. Θὰ ἀγαπήσουμε καὶ τὸν δήμιό μας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸν κάνουμε ἀφέντη.


Θέλετε νὰ δῆτε τί εἶνε Ὀρθοδοξία; Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν ἕνας εὐκατάστατος ἰεχω­βίτης παντρεύτηκε ἕνα σεμνὸ κορίτσι βοσκοῦ – θυμᾶμαι ποὺ ὁ μητροπολίτης τὴν κάλεσε καὶ τὴν ἐπῄνεσε, διότι τί ἔ­γινε; Τὴν πρώτη βραδιὰ τοῦ γάμου, πῆγε ἐκείνη ν᾿ ἀνά­ψῃ τὸ καν­τήλι στὸ εἰκονοστάσι τῆς καλύβας· καὶ σηκώνεται αὐτός –τότε φανερώθηκε· σοῦ λέει, τώρα τὴν ἔχω στὸ χέρι–, ἁρπάζει τὶς εἰκόνες καὶ τὶς καίει! Ἂν ἤτανε καμμιὰ ἀπ᾿ τὸ Κολωνάκι, θὰ τὸν ἀνεχόταν· αὐτὴ ἡ ἀγράμματη, μόλις τὸ εἶδε αὐτό, τοῦ λέει «Φύγε, διάβολε!…» καὶ τὸν ἔδιωξε πὺξ-λάξ. Εὐλογημένη νά ᾿νε!
Τὸ 1822 ἔφθασε στὴ Χίο ἡ ἀρμάδα, τὰ πλοῖα τῶν Τούρκων. Ἔπιασαν 30.000 γυναικόπαιδα, ὅ­­πως ἱστορεῖ ὁ Γάλλος Πουκεβίλ, τὰ πῆγαν στὴν παραλία, ἔβαλαν χάμω στὴν ἁμμουδιὰ ἕ­να σταυ­ρό, τὸν πάτησαν, καὶ τοὺς λένε· Ὅ­ποιος ἀπὸ σᾶς θὰ πατήσῃ τὸ σταυρό, θὰ ζή­σῃ· ὅποιος δὲν τὸν πατήσῃ, δὲν θὰ ζήσῃ· σᾶς δίνω προθεσμία. Δὲν κουνήθηκε οὔτε ἕνας, οὔτε παιδὶ οὔτε νέος, κανείς. Σὰν ἀρνιὰ τοὺς ἔ­σφαξαν καὶ κοκκίνισε ἡ θάλασσα.
Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας καὶ αὐτοὶ οἱ ἥρωες ποὺ τὴν κρατᾶνε. «Ὦ Ὀρθοδοξία, ὦ πατροπα­ράδατον σέβας· ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, ἐν σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος).

6. ΕΥΠΟΙΪΑ.


Σᾶς ἔδειξα μὲ λίγες λέξεις τί εἶ­νε Ὀρθοδοξία. Καὶ τώρα ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτὸ καὶ νὰ πέσουμε – ποῦ; Στὴν ἀφεν­τιά μου καὶ στὴν ἀφεντιά σας, καὶ νὰ κάνουμε ἕνα ἐρώτημα· Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιὰ τῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας; Πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπ᾽ αὐτοῦ· θὰ θίξω ἕ­να μόνο σημεῖο.
Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι, ἐνῷ ὑπερτεροῦμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ ἐκθέσαμε, σὲ ἕνα σπουδαῖο τομέα ὑστεροῦμε. Μᾶς νικοῦν ἐκεῖ οἱ ἄλλοι, οἱ προτεστάντες καὶ οἱ παπικοί. Ἐνῷ ἔχουμε ἕ­να μεγαλεῖο ἄφθαστο, θεωρητικὸ μεγαλεῖο, ὑ­στε­ροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας.


Στὴν Ἀθήνα πέθανε ἕνα φτωχαδάκι. Πῆγαν νὰ κανονίσουν τὰ τῆς κηδείας. Τοὺς λένε· –Τό­σο γιὰ τὸν παπᾶ, τόσο γιὰ τὸ διᾶκο, τόσο γιὰ τὸν πολυέλεο, τόσο γιὰ τὸ ἕνα, τόσο γιὰ τὸ ἄλλο… –Μὰ δὲν ἔχουμε, τί θὰ γί­νῃ; –Ἄ, δὲν ξέρω (ἦταν ἕνας παπᾶς φιλάργυρος). Τὸ μαθαίνει ὁ αἱρετικός (παπι­κός) καὶ πάει στὸ σπίτι ἀμέσως. –Τί συμβαίνει; λέει. –Δὲν ἔχουμε νὰ τὸν θάψουμε. –Γι᾽ αὐτὸ στενοχωριέστε; τὸν θάβω ἐγὼ δωρεάν. Τὸν πῆρε, τὸν ἔθαψε, καὶ τὸ βράδυ τοὺς γέ­­μισε τὸ σπίτι ροῦχα καὶ τρόφιμα. Θὰ μοῦ πῆτε, καὶ πρέπει γι᾿ αὐτὰ ν᾽ ἀφήσουν τὴν Ὀρθοδοξία; Ὄχι ὄχι· ἀλλὰ μιὰ Ἐκκλησία ποὺ εἶνε μάνα πρέ­πει νὰ κοιτάξῃ τὰ παιδιά της καὶ στὸν το­μέα τῆς φιλανθρωπίας ὅσο τοὐλάχιστον οἱ αἱ­ρετικοί. Ὑστεροῦμε, ἀδέρφια μου, στὴ φιλανθρωπία.

Θὰ δῇ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα ἀπ᾽ τὸ ἕ­να μέρος πολυτέλεια κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δυστυχία. Κάπου στὶς ὑπώρειες τῆς Πίνδου θὰ δῇ καὶ κάτι σπιτάκια θαῦμα. Τὰ εἶδα κ᾽ ἐγὼ καὶ ρώτησα· Αὐτὰ ποιός τὰ ἔχτισε; τὸ κράτος ἢ κά­ποιος ἐ­φοπλιστής; Τὰ ἔχτισαν, μοῦ εἶπαν, ὄχι Ἕλληνες ἀλλὰ Ἑλβετοί· πάστορες (δηλαδὴ «παπᾶ­δες»), ἔμαθαν ὅτι ἐδῶ ὑποφέρει κόσμος, ὥρισαν σὲ δεκαπέντε καντόνια – διαμερίσματα νὰ νηστέψουν μία μέρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, καὶ μὲ ὅσα θὰ ξώδευαν γιὰ τὸ φαῒ μάζεψαν ἕνα μεγάλο ποσό, μὲ τὸ ὁποῖο χτίστηκαν τὰ σπιτάκια. Αὐτοὶ εἶνε προτεστάντες, νη­στεῖες δὲν ἔχουν· στὸ ζήτημα αὐ­τὸ ὅμως ἐφήρμοσαν τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος· «Νηστεύσωμεν, ἀ­δελφοί, ἵνα ἐλεήσωμεν».
Γιὰ φανταστῆτε νὰ νηστεύαμε ὅλοι μία μέρα! Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε μὲ ὅσα ξοδεύονται τὶς ἀπόκριες στὰ καρναβάλια! Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω ὅτι, ἐνῷ εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ὑστεροῦμε στὰ ἔρ­γα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ μᾶς νικοῦν στὸν τομέα αὐτὸν καὶ οἱ φράγκοι καὶ οἱ προτεστάντες. Γι᾿ αὐτὸ εἶνε ἀνάγκη νὰ τελειώσω καὶ νὰ σᾶς πῶ τὸ δρᾶμα τῆς Ὀρθοδοξίας.




* * *



Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ἀγαπητοί μου, ὅτι φάνη­κε νὰ πετάῃ ἕνα πουλί, ἕνας «ἀετὸς μέγας» (Ἀπ. 12,14). Ἀλλὰ ὁ ἀετός, ὅπως καὶ κάθε πουλί, γιὰ νὰ πετάξῃ χρειάζεται δύο φτερούγες· μὲ μία δὲν πετάει· ἅμα πληγωθῇ ἀπὸ σκάγια στὴ μία φτερούγα, ὁ ἀετὸς βασανίζεται καὶ χτυπιέται κάτω στὴ γῆ. Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας ἔχει δυὸ φτε­ροῦ­γες, πίστι καὶ ἔργα. Ἡ μιὰ φτερούγα κρατιέται ἀλώβητη· εἶνε ἡ πίστις ἡ ἀμώμη­τος. Ἡ ἄλλη φτερούγα ὅμως δέχθηκε σκάγια, εἶνε πληγωμένη, κι ὁ ἀετὸς βασανίζεται. Αὐτὴ ἡ φτερού­γα εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ ὑστεροῦμε στὰ ἔργα.
Ἐάν, ἀδελφοί μου, δώσουμε στὴν Ἐκκλησία μας καὶ ἔργα καλά, τότε ὁ ἀετὸς θὰ γίνῃ «μεγα­λοπτέρυγος» (ἔ.ἀ.. Ἰεζ. 17,3), θὰ πετάξῃ στὰ ὕψη, καὶ τότε, ὤ τότε!… Πολλὰ θὰ γίνουν· τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας πολλὰ θὰ δοῦν. Ἕνα σᾶς λέω καὶ τὸ πιστεύω ἀκραδάντως· ὅταν ἡ Ὀρθοδο­ξία ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἄλλη φτερού­γα, τῆς φιλαν­θρωπίας καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τότε θὰ με­σου­ρανήσῃ. Καὶ τότε θὰ δῆτε· δὲν θὰ νική­σῃ οὔτε ὁ πάπας οὔτε οἱ προτεστάντες. Θὰ νι­κή­σῃ ἡ Ὀρθοδοξία, θὰ γίνῃ ἄστρο φωτεινό. Καὶ τότε θὰ ἔρθουν τὰ παιδιά της ἐκ δυσμῶν καὶ ἑώας, ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Αὐ­στραλίας, ἐκ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ὅλα μαζὶ σὰν μιὰ κιθάρα θὰ ψάλλουν «Ὑμνεῖτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ (Α) ΜΕΡΟΣ

ΠΑΤΗΣΤΕ  ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ (Β) ΜΕΡΟΣ


ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου