Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

ΚΡΙΣΗ - ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ - ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΑΣ





ΚΡΙΣΗ - ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ


ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΑΣ


Είπε ο αββάς Ώρ: « Σε κάθε πειρασμό μην κατηγορείς άνθρωπο αλλά μόνο τον εαυτό σου, λέγοντας ότι για τις αμαρτίες μου, μου συμβαίνουν αυτά».
Ο πνευματικά υγιής άνθρωπος πάντα και για όλα κατηγορεί τον εαυτό του και κανέναν άλλο. Δεν έχει μάτια για να δει το λάθος του άλλου. Δεν έχει εμπιστοσύνη στις αισθήσεις του ούτε και στην κρίση του. Γνωρίζει ότι πολύ συχνά εξαπατάται αν δεν προσέξει, ακόμη και από την όραση του. Αλλά και αν ακόμη δει το σφάλμα ενός αδελφού του πάλι αμφιβάλλει ή και τον δικαιολογεί και τον λυπάται σαν θύμα του διαβόλου. Δεν τον κατακρίνει, ούτε τον θεωρεί τον ίδιο αίτιο του σφάλματος, αλλά τον πονηρό, λέγοντας «Κοίταξε τον καημένο  πως τον παρέσυρε ο πονηρός».


Ο πνευματικός άνθρωπος δεν δέχεται πονηρούς λογισμούς εναντίον των άλλων. Δεν είναι καχύποπτος. Έχει μέσα του όπως έλεγε ο π. Παϊσιος «ένα εργοστάσιο καλών λογισμών». Ότι υλικό έρχεται μέσα του μέσω των αισθήσεων, αυτό το εργοστάσιο το μετατρέπει το όποιο υλικό σε καλό, σε χρυσάφι, σε «άγια δισκοπότηρα»και όχι σε «σφαίρες» που θα χτυπήσουν τους άλλους. Η κατάσταση της ψυχικής υγείας φανερώνεται από την ποιότητα των λογισμών. Αν οι λογισμοί είναι αγαθοί, υπάρχει πνευματική υγεία. Το να εξετάζουμε τους λογισμούς μας, μας βοηθά στο «να βάλουμε διάγνωση», να διαγνώσουμε της ψυχικές μας αδυναμίες και αρρώστιες, τα πάθη μας.


Ο πνευματικά υγιής άνθρωπος έχει καλούς λογισμούς για όλους τους ανθρώπους. Τους βλέπει όλους καλούς,  «καλούς λίαν», αγίους. Τους αντιμετωπίζει σαν εικόνες του Θεού όπως και πράγματι είναι. Βλέπει μέσα τους τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Τους αγαπά σαν παιδιά του Θεού Πατέρα, του κοινού Πατέρα όλων μας. Τους αγαπά σαν αδελφούς του πνευματικούς «εν Χριστώ», όπως και πράγματι είναι.


Ιδιαίτερα μέσα στο χώρο της Εκκλησίας είναι αδιανόητο να μην έχουμε μια τέτοια στάση απέναντι στα άλλα μέλη της Εκκλησίας. Ο καθένας μας έχει μέσα στην καρδιά του όλους τους άλλους. Νιώθει ένα με όλους. Νιώθει ότι ο άλλος δεν είναι κάτι διαφορετικό αλλά ο ίδιος ο εαυτός του και τον αγαπάει σαν τον εαυτό του και ακόμη περισσότερο, διότι βλέπει μέσα του τον Χριστό τον οποίο αγαπάει πάνω από τον εαυτό του. Νιώθει ότι η αγάπη προς τον άλλο είναι η ίδια η αγάπη στον Κύριο. Έτσι νιώθει ενωμένος με όλους και ένα σώμα με αυτούς.  Η χαρά τους χαρά του, η θλίψη τους θλίψη του, η πτώση τους πτώση του, το πανηγύρι τους και δικό του πανηγύρι. Μέσα στην καρδιά του κάθε πιστού βρίσκεται όλη η εκκλησία. Ο άλλος δεν είναι «η κόλαση του» (Ζ. Π. Σαρτρ) αλλά ο αδελφός του. Ο άλλος είναι ο Άλλος με κεφαλαίο, ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός.


Δεν χωράει κρίση αρνητική, κατάκριση , υποτίμηση, κατέβασμα του άλλου στην ψυχή του υγιούς πνευματικά ανθρώπου. «Ο Θεός δεν κρίνει κανένα. Όλη την κρίση την έδωσε στον Υιό», λέγει ο Άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, «Και εμείς αρπάζουμε λόγω της πνευματικής μας αρρώστιας την κρίση από τον Υιό και μπαίνουμε πάνω  και από τον Πατέρα-Θεό κρίνοντας και κατακρίνοντας τον αδελφό μας».
          «Που προστάζεις αββά να βάλω αυτόν τον αδελφό που αμάρτησε;» ρώτησε ένας άγγελος έναν γέροντα που είχε προηγουμένως κατακρίνει τον αδελφό του. «Στην κόλαση ή στον Παράδεισο;». Εκείνος συναισθάνθηκε το λάθος του και μετανόησε. Είναι πράγματι πολύ μεγάλη αμαρτία και μάλιστα όταν γίνεται εναντίον ιερέων. Η λεγομένη ιεροκατηγορία και ιεροκατάκριση, που ο κόσμος, οι εφημερίδες, τα ΜΜΕ την έχουν πολύ εύκολη δυστυχώς.
«Αφήνουμε το νεκρό που έχουμε στο σπίτι μας και πάμε να κλάψουμε το νεκρό που έχει ο γείτονας» όπως λέει το Γεροντικό. Οι άγιοι Πατέρες μας λένε ότι «ακόμη κι αν μαζεύονταν όλοι οι άνθρωποι και έκλαιγαν χύνοντας ποταμούς δάκρυα για όλη τους τη ζωή, για την εξάλειψη των ιδίων προσωπικών αμαρτιών και πάλι δεν θα ήταν αυτό αρκετό για την εξάλειψη των αμαρτιών μας». Έχουμε επομένως πάρα πολύ σοβαρή εργασία να κάνουμε με τον εαυτό μας  και δεν μας φθάνει ο χρόνος (θα λέγαμε) της επίγειας ζωής μας για να την ολοκληρώσουμε. Έχουμε να μετανοήσουμε ειλικρινά για τα δικά μας λάθη. Δεν υπάρχει αληθινά χρόνος για να ασχοληθούμε με τα λάθη των άλλων. Άλλωστε δεν υπάρχει και λόγος. Δεν μας διόρισε κανείς κριτή της συμπεριφοράς τους. Ούτε ο Θεός θα μας ζητήσει λόγο για τα ξένα σφάλματα, αλλά για τα δικά μας. Δύο μόνο περιπτώσεις υπάρχουν όπου δικαιολογείται μια τέτοια περίπτωση ενασχόλησης με τα λάθη των άλλων: α) όταν συζητούμε το λάθος με κάποιον τρίτο με σκοπό τη βοήθεια του αμαρτήσαντος αδελφού     και β) όταν θέλουμε να προφυλάξουμε κάποιον τρίτο από έναν παραστρατημένο αδελφό μας έτσι ώστε το κακό να αναχαιτιστεί και να μην εξαπλωθεί. Τότε επειδή δεν υπάρχει εμπάθεια αλλά το κίνητρο είναι η αγάπη, δεν υπάρχει και κατάκριση αλλά αντίθετα επιβάλλεται να γίνει έτσι.


Η αληθινή αγάπη «πάντα στέγει», σκεπάζει τα πάντα, δεν φανερώνει τα σφάλματα του αδελφού, δεν τον διαπομπεύει. «Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει». Ακόμη και αν ο αδελφός ολοφάνερα αμαρτάνει εμείς οφείλουμε να τον αγαπούμε όπως και πριν την πτώση  του τον αγαπούσαμε, κι ακόμη περισσότερο. Διότι τώρα είναι πληγωμένος από τον κοινό εχθρό, δέχθηκε την προσβολή του πονηρού πνεύματος, είναι πονεμένος, τσακισμένος. Αυτό που έπαθε σήμερα αυτός μπορεί να το πάθουμε αύριο εμείς. «Σήμερα αυτός, αύριο εγώ» έλεγε ένας μοναχός όταν έβλεπε το σφάλμα κάποιου άλλου. Η επιείκια, η άμετρη ανοχή, η συγχωρητικότητα η χωρίς όρια («εβδομηντακοντάκις επτά» είπε ο Κύριος, δηλαδή άπειρες φορές) πρέπει να είναι από τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα μας. «Το επιεικές υμών γνωσθήτω πασιν ανθρώποις» λέγει ο απ. Παύλος και ο Κύριός μας είπε «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε». Δε θέλει ο Κύριος την κατάκριση, δε θέλει την εμπαθή κρίση, Δε θέλει και την σύγκριση. Όπως μας είπε είπε «μη φονεύσεις» μας λέει και «μην κρίνεις». Η κρίση όλη ανήκει στον Υιό. «Την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ ο Πατήρ». Είναι αρπαγή εξουσίας όταν εμείς κρίνουμε και κατακρίνουμε τους ανθρώπους πράγμα που δεν το κάνει ούτε ο Θεός –Πατήρ.


Η ακατακρισία, το να μην κατακρίνουμε κανέναν, και μόνο του είναι αρκετό για να μας σώσει. Θα γνωρίζετε βέβαια από το γεροντικό για εκείνον τον κάπως αμελή μοναχό ο οποίος στα τελευταία του είχε ιλαρή όψη και όταν ρωτήθηκε πως δεν αγωνιά για το αποτέλεσμα της Κρίσης για την απόφαση του Κριτού απήντησε: «Βέβαια και εσείς γνωρίζετε ότι ήμουν αμελής ως προς τα μοναχικά μου καθήκοντα, τις προσευχές κλπ. Όμως ελπίζω ότι θα βρώ έλεος στο Θεό διότι σ’ όλη μου τη ζωή δεν κατέκρινα κανέναν ό,τι κι αν έκανε. Έτσι πιστεύω ότι ο Θεός θα με σώσει χωρίς να με εξετάσει αφού Εκείνος μας υποσχέθηκε : « Μην κρίνετε και δεν θα κριθείτε». Οι Πατέρες θαύμασαν και τον μακάρισαν διότι κατάφερε να σωθεί με αυτόν τον τρόπο. Πέρασε «άνευ εξετάσεων» στον Παράδεισο.


          Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Βεβαίως για την σωτηρία μας. Για τη σωτηρία της ψυχής μας. Για το «ενός δε έστι χρεία» που είπε ο Κύριος στην Μάρθα. Το πρώτο μέλημα, ο πρώτος σκοπός, το Νο ΕΝΑ στη ζωή μας είναι η σωτηρία της ψυχής μας. Και το θέμα της κρίσης και της κατάκρισης είναι βασικότατο. Διότι εύκολα πέφτουμε όλοι μας και ιδιαίτερα εμείς οι λεγόμενοι «λεγόμενοι χριστιανοί». Εύκολα κρίνουμε, σχολιάζουμε, κουτσομπολεύουμε, υποτιμούμε τους άλλους. Ερμηνεύουμε τα ελατήρια των πράξεών τους σαν να είμαστε «καρδιογνώστες». Ουσιαστικά δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να φανερώνουμε έτσι την ψυχική μας νόσο που λέγεται εγωισμός – υπερηφάνεια. Ένας άνθρωπος που παίρνει τη θέση κριτού και μάλιστα επικριτού (δηλαδή ασκεί αρνητική κριτική ) φανερώνει ότι έχει ιδέα για τον εαυτό του ότι είναι ικανός, γνώστης των πραγμάτων, με υγιείς –τάχατες- απόψεις και αντιλήψεις και επομένως με κάθε δικαίωμα να κρίνει τους άλλους. Πάσχει από αυτό που λέμε στην Πατερική ορολογία : «οίηση». Ένα φοβερό παρακλάδι ή εκδήλωση, αν θέλετε του εγωισμού, το οποίο μπορεί να είναι αφανές, κρυμμένο στα βάθη της ψυχής μας σαν ένα φοβερό φαρμακερό φίδι κάτω από έναν βράχο. Αυτή η «οίηση», η ιδεούλα ότι κάτι είμαστε, «ότι είμαστε κάποιον τι» όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος στον Αόρατο Πόλεμο είναι τρομερό εμπόδιο στην πνευματική πρόοδο του ανθρώπου. Όταν καταπολεμηθεί και εξαλειφθεί αυτή, όταν ο άνθρωπος πιστέψει βαθιά ότι δεν είναι τίποτε, μια σκέτη αδυναμία, ένα σύνολο αδυναμιών και ότι, αν πάρει ο Θεός την χάρη Του, θα κάνει τις χειρότερες αμαρτίες, τότε έρχεται η ψυχική λιακάδα, η πνευματική πρόοδος, η αληθινή  μετάνοια. Γιατί αυτό είναι ταπείνωση και ο «Θεός ταπεινοίς δίδωσι χάριν». Έρχεται η θεία Χάρις «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» και σκεπάζει τον άνθρωπο και τον χαριτώνει και τον αγιάζει και τον φωτίζει. Τότε βλέπει  όλους, κατανοεί όλους, καταλαβαίνει τα πάντα. Με αληθινή κρίση κρίνει και ανακρίνει τα πάντα αλλά «ανακρίνεται υπό ουδενός». Οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν. Διότι τον άγιο μόνο ο άγιος τον καταλαβαίνει. Ο άγιος όμως καταλαβαίνει τα πάντα, κατανοεί τους πάντας αλλά εν παροξυσμό αγάπης και καλών έργων έχει πάντα ορθές και σοφές κρίσεις για όλα αλλά ποτέ δεν κατακρίνει, δεν μειώνει, δεν υποτιμά κανένα πρόσωπο, κανένα πλάσμα του Θεού όσο χαμηλά κι αν πέσει. Μέσα στην απέραντη ταπείνωση του πάντα αμφιβάλλει για την ορθότητα των σκέψεων και κρίσεων του, ρωτάει, συμβουλεύεται, συγχωρεί, ανέχεται, περιμένει, υπομένει…προ πάντων πάντα αγαπάει.


Αναφέρεται στο βίο του στάρετς Ζωσιμά πως μια αδελφή επιστρέφοντας από τη Μόσχα παραπονέθηκε στο γέροντα ότι συγχύστηκε πηγαίνοντας σε μια μοσχοβίτικη ενορία, διότι όπως είπε ούτε έψαλλαν καλά ούτε διάβαζαν προσεκτικά…και βιάζονταν πολύ και παρέλειψαν πολλά…Τι να σας πω, ομολογώ ότι τους κατέκρινα με το λογισμό μου.
Ο γέροντας της απάντησε «Αυτοί μεν δεν έψαλλαν καλά…αλλά κι εσύ δεν προσεύχεσαι καλά! Γιατί όποιος προσεύχεται καλά δεν ασχολείται με το πώς ψάλλουν ή διαβάζουν οι άλλοι. Αν ο νους σου και η καρδιά σου ήταν παραδομένα στο Θεό, αν στεκόσουν σε μια γωνιά και σαν τον τελώνη σκεφτόσουν μονάχα τις αμαρτίες σου, λέγοντας με συντριβή, «Θεέ μου, ελέησε με την αμαρτωλή», τότε δεν θα πρόσεχες τι γίνεται γύρω σου και πολύ περισσότερο δεν θα είχες την τόλμη να κατακρίνεις τους άλλους. Να η ορθή στάση. Στάση όχι στιγμής αλλά στάση ζωής. Βαθιά συντριβή και συναίσθηση της αμαρτωλότητος μας. Μας προφυλάσσει από την κατάκριση. Δεν έχουμε μάτια να δούμε τα σφάλματα των άλλων διότι τα δικά μας είναι βουρκωμένα, δακρυσμένα από την συναίσθηση, την συντριβή , την μετάνοια. (Ήταν εξωτερικά.) Πρώτο αποφασιστικό βήμα θα μπορούσε να είναι αυτό που συνιστά ο στάρετς Παρθένιος «φυλάξου να μην κατακρίνεις τον πλησίον σου». Για να μην πέφτεις σ’ αυτόν τον πειρασμό, πάψε να ασχολείσαι με το τι κάνουν, τι λένε, πως φέρονται οι άλλοι. Δεν είμαστε αρμόδιοι εμείς να κρίνουμε τους άλλους. Όταν δεν βλέπεις , δεν ακούς, τότε δεν θα κρίνεις, δεν θα κατακρίνεις. Γλυτώνεις πολύ εύκολα, από πάρα πολλές παγίδες. «Όποιος επιθυμεί τη σωτηρία του πρέπει να προσέχει μόνο τον εαυτό του και να μην κατακρίνει τον αδελφό του. Θα έλεγα (έλεγε ο αββάς Ναζάριος) ότι μερικές φορές ίσως θα ήταν καλύτερα να πέσει κανείς και να σηκωθεί, παρά να κατακρίνει τον αδελφό του. Γιατί ένας που αμάρτησε, παρακινείται στην αυτοκριτική και τη μετάνοια, ενώ εκείνος που κατακρίνει αυτόν που αμάρτησε, γίνεται σκληρός, αυταπατάται και πέφτει στην υπερηφάνεια. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να φυλάγεται όσο μπορεί να μην κατακρίνει». Φοβερός ο λόγος του Γέροντα. Καλύτερα αμαρτωλός  και ταπεινός παρά χωρίς βαριές πτώσεις και με υπερηφάνεια που φέρνει και την κατάκριση. Αυτό βέβαια δεν αμνηστεύει τις πτώσεις μας ούτε τις δικαιολογεί. Ο Φαρισαίος ήταν ενάρετος αλλά τα έχασε όλα, επειδή κατέκρινε τους άλλους και μάλιστα τον τελώνη. Ο τελώνης ήταν αμαρτωλός χωρίς αρετές εκτός από την συντριβή, την ταπείνωση και τα μάτια που δεν τολμούσαν να κοιτάξουν πουθενά και κανέναν παρά μόνο τη γη. Κέρδισε όμως τα πάντα γιατί η γη που κοίταζε είναι η ταπείνωση και όποιος την εγκολπώνεται (την ταπείνωση), ντύνεται τον ίδιο το Θεό.


          Επιπλέον δεν γνωρίζουμε τι κρύβεται πραγματικά  πίσω από τα διάφορα γεγονότα. Όταν κάποτε ρώτησαν το Στάρετς Ιωσήφ για την έννοια του ρητού «ο φρονών την ημέραν Κυρίω φρονεί και ο μη φρονών την ημέρα Κυρίω ου φρονεί» (Ρωμ. ιδ΄ 6) απάντησε: «Οι άγιοι Απόστολοι το είπαν αυτό για να μην κρίνουμε κανένα, γιατί κανένας δεν γνωρίζει τι κρύβεται μέσα στον άνθρωπο. Γι’ αυτό λέγει πάλι ο απόστολος «ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω, και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω»(Ρωμ. ιδ΄ 3). Κάποιος μπορεί να φαίνεται πως τηρεί όλες τις εντολές, ίσως όμως να το κάνει ψυχρά ή να υπερηφανεύεται γι’ αυτό. Κάποιος άλλος δεν τηρεί τίποτα, αλλά κατηγορεί τον εαυτό του, μετανοεί, ταπεινώνεται και δοξολογεί το Θεό για όλα».


          Αληθινά δεν γνωρίζουμε τίποτε, ούτε τον ίδιο τον εαυτό μας, τα μυστικά βάθη του. Πολύ περισσότερο αγνοούμε τους άλλους και τα μυστικά βάθη των καρδιών τους, τα κίνητρά τους, τις περιστάσεις στις οποίες βρέθηκαν για να φερθούν με τον α΄ ή β΄ τρόπο. Ακόμη αγνοούμε και την εξέλιξη που θα έχουν και τον αγώνα που κάνουν. Έλεγε κάποιος Μοναχός: «Αυτόν που τώρα βλέπεις να αμαρτάνει δεν γνωρίζεις πόσα δάκρυα μπορεί να χύσει γι’ αυτό που έκανε το βράδυ στο κελλί του».     


          Κι έτσι αυτός είναι δικαιωμένος λόγω της μετανοίας μπροστά στο Θεό ενώ εσύ μένεις με την κατάκριση όμοιος Φαρισαίος. Ακόμη δεν γνωρίζεις το παρελθόν του ανθρώπου και τον αγώνα του. Μπορεί να δεις π.χ. ένα μοναχό να καπνίζει. Δεν ξέρεις όμως ότι αυτός στον κόσμο ήταν χρήστης ναρκωτικών και έκανε ένα τεράστιο θετικό άλμα για να φτάσει σ’ αυτό που εσύ ο «αμόλυντος» βλέπεις και καταδικάζεις.
      

    Επομένως ας αφήσουμε αδελφοί μου κάθε κρίση, σύγκριση, επίκριση, κατάκριση. Ας μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας όχι λόγους, κουτσομπολιά αλλά ούτε λογισμούς αρνητικούς για κανέναν. Πρώτα-πρώτα βλάπτουμε έτσι τρομερά τον εαυτό μας. Είναι σαν να παίρνουμε ένα μαχαίρι και να χτυπιόμαστε. Διότι όταν πυροβολείς τον άλλο έστω και με λόγια, έστω και με βλέμμα , έστω και με λογισμούς, πυροβολείς ένα κύτταρο του σώματος της Εκκλησίας που είναι και δικό σου σώμα. Εκείνος ή εκείνη που σφάλλει είναι σαν το πονεμένο μέλος σου, το πονεμένο μάτι σου ή χέρι σου. Όταν πονάει το μάτι σου δεν το χτυπάς βέβαια αλλά το περιποιείσαι, του βάζεις κομπρέσες κ.λπ. γιατί είναι κομμάτι του σώματος σου, του είναι σου. Έτσι είναι και ο κάθε άνθρωπος. Κομμάτι του είναι μας, ο άλλος εαυτός μας. Όταν έτσι νιώσεις για τον καθένα, τότε πού χωράει η αρνητική κριτική, η κατάκριση, η αντιπάθεια, το μίσος και η κακία; Πουθενά.
        

  Όλοι μας εξακολουθητικά στη ζωή μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους άλλους. Όταν υπάρχει αυτή η συναίσθηση ότι είμαστε όλοι ΕΝΑ τότε πάντοτε οι όποιες απορίες, αντιθέσεις θα εξομαλύνονται και θα βασιλεύει η ειρήνη και η αγάπη στα ανθρώπινα σύνολα,
         

Και στο δικό μας μικρό σύνολο που λέγεται ομάδες, ΧΜΟ σίγουρα γίνονται λάθη από όλους, μικρούς και μεγάλους. Όταν όμως υπάρχει αυτό το πνεύμα της αγαπητικής διάθεσης, της ανοχής, της ταπείνωσης, της συντριβής, «του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφό μου», τότε όλα  τακτοποιούνται. Κι αν υπάρχει κάποια απορία για ενέργειες λανθασμένες των μεγαλύτερων φαινομενικά ή πραγματικά υπάρχει ο πνευματικός υπεύθυνος των ομάδων, ο γέροντας στον οποίο μπορούμε να την θέτουμε. Για να υπάρχει πάντα η αγάπη και όχι μουρμουρητό που είναι κάτι πολύ ζημιογόνο και αμαρτωλό διότι είναι καταλαλιά και κατάκριση. Ο Θεός να δώσει για όλους μας δι’ ευχών  του Γέροντος να διακονούμε σωστά σ’ αυτό που ο Θεός μας κάλεσε και να οικοδομούμεθα πνευματικά. Να αποφεύγουμε κάθε αμαρτία και μάλιστα αυτήν την φοβερή της καταλαλιάς και κατάκρισης που είναι αποτέλεσμα της οίησης καρπός της υπερηφάνειας και φυγαδευτήριο της αγάπης. Όταν υπάρχει η αγάπη μεταξύ μας τότε και τα παιδιά και όλος ο κόσμος θα πληροφορούνται ότι είμαστε μαθητές του Χριστού και θα ελκύονται και αυτά κοντά Του. Διότι « Τότε γνώσονται ότι εμού μαθηταί εστέ όταν αγάπην έχετε εν αλλήλοις». Γένοιτο.



Τέλος και τω Θεώ δόξα



Άν γνωρίζει κάποιος αδερφός την πηγή,
 ας επικοινωνήσει , ωστε να την σημειώσουμε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου