Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ - Η ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΛΗΣΙΟΝ


 



Ἡ συμπάθεια πρὸς τὸν πλησίον
(Μνήμη Ἁγίου Ἀβραμίου)

Τὸ θέμα τῆς μετανοίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πραγματικὰ μᾶς συγκλονίζει στὸν βίο τοῦ Ἅγ. Ἀβραμίου, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ μεγάλος ἀσκητής. Αὐτὸς εἶχε κληρονομήσει ἀπὸ τὸν ἀδελφό του ἕνα μικρὸ κοριτσάκι δυὸ ἐτῶν. Τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ ἐμεγάλωσε. Τὸ εἶχε σὲ ἕνα κελλάκι, ἔξω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔμενε ὁ ἴδιος καὶ τὸ ὑπηρετοῦσε. Κάποτε αὐτὸ ἔφυγε. Κάποιος ἐπιτήδειος τὸ παρέσυρε καὶ τὸ ἔρριξε στὴν ἁμαρτία. Αὐτὸ ἔχασε τὸ θάρρος του καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ γυρίση πίσω. Καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπληροφορήθηκε στὴν προσευχή του νὰ τὸ ἐπιστρέψη, μετεχειρίσθη ἕνα πολὺ παράδοξο τρόπο.

Αὐτὸς ὁ ἀσκητής, ποὺ τόσα χρόνια δὲν ἐχόρτασε ψωμὶ καὶ νερό, προσεποιήθη τὸν στρατιώτη, ἐφόρεσε στρατιωτικὴ στολή, ἐνοικίασε ἕνα ἄλογο περίφημο καὶ ἔφυγε στὴν πόλι δῆθεν γιὰ νὰ γλεντήση. Ἐκεῖ ἐρευνοῦσε τοὺς οἴκους τῶν ἐλευθέρων ἠθῶν γιὰ νὰ εὕρη τὸ θήραμά του, γιατὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς τόπους εἶχε καταντήσει. Ἀφοῦ τὴν εὑρῆκε κατώρθωσε νὰ τὴν φέρῃ πάλι πίσω καὶ νὰ τὴν κρατήση στὴν μετάνοια, νὰ τῆς ἀναπτερώση τὸ θάρρος, νὰ μὴν χάση τὸ ἠθικό της καὶ νὰ τελειώση ὁσιακά.

Ἐπισημαίνει κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς Θείας φιλανθρωπίας, τῆς Θείας εὐσπλαχνίας, ἀλλὰ καὶ τὴν τέχνη τῶν Πατέρων στὸ πῶς νὰ ἁρπάξουν πίσω μιὰ ψυχὴ πεπλανημένη καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴν σωτηρία. Αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικό. Ὅταν τὸ σχολιάση κανεὶς στὴν ζωή του, βγάζει πολὺ βαθειὰ νοήματα.

Πρῶτο μέν, ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πόσο ἀπέραντη εἶναι κοντὰ στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ δεύτερο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρῇ, οὔτε νὰ ἐνδίδῃ, ἀλλὰ μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ἠμπορεῖ, νὰ ἐξαντλῇ ὅλη τὴν δύναμι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς στοργῆς, στὸ νὰ ἀνακαλέση τὸ θάρρος τοῦ πλανεμένου ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτὸ εἶναι πραγματικὰ καὶ τὸ νόημα τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ γενικὰ ὁλοκλήρου του μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας στὴν ζωὴ αὐτή· στὸ πῶς δηλ. νὰ ἐπιστρέψη κανεὶς τὸ πεπλανημένο, τὸ ἀπολωλός, νὰ βοηθήση τὸν ἄνθρωπο νὰ εὕρη τὴ γνῶσι, νὰ ἐντοπίση τὰ πάθη του καὶ νὰ σωθῆ. Γι᾿ αὐτὸ πόσο χρειάζεται μακροθυμία, πόσο χρειάζεται ἀνοχή, ἰδιαιτέρως στὸ νὰ μὴν κρίνωμε ποτὲ κανένα ἄνθρωπο.

Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξι:

Φεύγει αὐτὸ τὸ κοριτσάκι, ποὺ ἀπὸ δυὸ ἐτῶν ἦταν μοναχή, καὶ ζεῖ τώρα μέσα στὸν κόσμο ἁμαρτάνοντας, πουλώντας τὸ σῶμα της, ὅπως οἱ κοινὲς γυναῖκες. Δυὸ ἐτῶν τὸ ἐπῆραν τὸ παιδάκι, ἐπειδὴ ἦταν ὀρφανὸ καὶ δὲν εἶχε κανένα ἄλλο στὴν ζωή- καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἤξεραν ὅτι ζεῖ ὁ θειός της καὶ ἦταν μοναχός, τοῦ τὸ παρέδωσαν νὰ τὸ ἀναθρέψη. Καὶ σκεφθῆτε ἀπὸ τέτοιο ὕψος ἀρετῆς, ποὺ δὲν ἐγνώρισε ποτὲ κακό, ποῦ κατήντησε. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ κατατρακυλήσῃ κανείς. Καὶ ὅμως κοιτάξετε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν σύνεσι τοῦ γέροντος. Δὲν ἀπελπίστηκε καὶ νὰ πῇ, ὅπως ἐμεῖς καμιὰ φορά: «Ἄφησέ τον ἀφοῦ εἶναι δύσκολος καὶ ἀφοῦ δὲν ἀκούει, ἄσε νὰ φύγη». Ἢ «ἀφοῦ εἶναι σκληρὸς καὶ ἀνυπάκουος, καλλίτερα νὰ φεύγῃ νὰ τελειώνωμε». Καὶ αὐτὰ ἔγιναν πολλὲς φορὲς στοὺς Πατέρες μας καὶ ἡ σκληρὴ αὐτὴ θέσι δυστυχῶς ἐφαρμόστηκε.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι εἶναι ὀδυνηρὰ αὐτά, ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο πραγματικὰ ἐπρόδωσε τὴν φύσι του καὶ ἐξέπεσε καὶ ἐθεωρήθη τὸ ἀπολωλὸς καὶ τὸ πεπλανημένο, κατὰ τὴν παραβολὴ τοῦ Ἰησοῦ μας, εἶναι ὁλόκληρος ἡ ἀνθρώπινη φύσι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς μας δὲν τὴν ἀπέρριψε, ἀλλὰ προτίμησε νὰ συγκαταβῇ, νὰ κενώση τὸν ἑαυτό Του, νὰ «συμμορφωθῆ» Αὐτὸς μὲ τὴν ἰδική μας ἀσθένεια καὶ ταλαιπωρία καὶ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει πίσω, ὅπως καὶ μᾶς ἐπέστρεψε. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ εἰκόνα εἶναι τόσο συγκλονιστική, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιγραφῆ ἀπὸ κτιστὰ ὄντα ἡ ἔντασι τῆς Θείας ἀγαθότητας.

Ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψι αὐτὰ ὅλα, πρέπει νὰ εἴμεθᾳ συμπαθεῖς καὶ ἐπιεικεῖς στὴν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου· καὶ ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ἡ ἀδυναμία τοῦ ἄλλου προδοτική, ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ λυγίζωμε, νὰ ἐξαντλοῦμε τὴν μακροθυμία μας. Ἀλλὰ νὰ ἐπιμένωμε κινούμενοι ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμπαθείας, περιμένοντας τὴν σύμπραξι τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὁ καθένας μας, ὁ κάθε ἁμαρτωλὸς νὰ ἐπανεύρῃ τὸν ἑαυτό του· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κατ᾿ εὐδοκία Θεῖο θέλημα. Καὶ τὶς δυὸ φορὲς ποὺ ἐξέφρασε ὁ Ἰησοῦς μας τὴν εὐαρέσκειά Του πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τελειότερου Του θελήματος, ἰδίως στὸν Ἀπ. Πέτρο, εἶπε: «Σὺ δὲ ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου» (Λούκ, 22,32)· καὶ «Εἰ φιλεῖς με, Πέτρε, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου, βόσκε τὰ ἀρνία μου» (Ἰωάν. 21,16).
 

Καὶ ἔδωσε τὴν ἀπεριόριστη μορφὴ τῆς μετανοίας, οὗτος ὥστε καὶ «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» ἐὰν πταίη ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἀπορρίπτεται ποτὲ ἀπὸ τὴν θύρα τῆς μετανοίας, καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς μετανοίας ποὺ εἴμεθα ἐμεῖς οἱ ρασοφόροι. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐκφράζεται τὸ νόημα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν Θεία ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαχνία, διότι ὅπως λέει καὶ ὁ Ἰησοῦς μας: Δὲν εἶναι εὐδοκία ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου νὰ ἀπολεσθῆ κανεὶς ἀπὸ τοὺς μικροὺς τούτους.

Τὸ κατ᾿ εὐδοκία θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι, κάθε ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς μόνο νὰ σωθῆ, ἀλλὰ νὰ μπῆ μέσα στὴν τελειότητα τῆς γνώσεως, δηλαδὴ τῆς Θεώσεως, ποὺ εἶναι τὸ ἀπόλυτο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο καὶ ἐπεδήμησε ὁ Θεὸς Λόγος. «Πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Τιμ. Α´ 2,4). Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸ εἶναι τὸ Θεῖο θέλημα, σκεφθεῖτε πόση πρέπει νὰ εἶναι ἡ προσπάθειά μας μέσα στοὺς ὅρους τῆς συμπαθείας, καὶ ἡ ἐπιμονή μας στὸ νὰ ἐπιτύχωμε αὐτὸ τὸν σκοπό, χάριτι Θεοῦ, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν μεταδώσωμε καὶ στὸν συνάνθρωπό μας σὲ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες καὶ περιστάσεις καὶ ἂν εὑρίσκεται. Πραγματικὰ ἡ βιογραφία αὐτοῦ τοῦ μεγάλου Πατρὸς εἶναι τόσο συγκλονιστική· καὶ νὰ μὴν πῇ κανεὶς ὅτι ἡ κόρη αὐτή, ἡ Μαρία, ἦταν ἀνεψιά του καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Ἅγιος. Γιατὶ ἂν ἀποδώσωμε τέτοια μομφὴ στοὺς Ἁγίους, ὅτι δηλαδὴ ἔχουν συγγενικὲς διακρίσεις, φυσικὰ μειώνομε τὴν μορφὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, τῆς τελειότητας. Διότι ἡ πραγματικὴ ἀγάπη «πάντα στέγει πάντα ὑπομένει, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Οἱ Ἅγιοι δὲν ἀγαποῦν τοὺς συγγενεῖς τους, διότι δὲν ὑπάρχουν συγγενεῖς γι᾿ αὐτούς· ἀγαποῦν τὸν συνάνθρωπό τους. Ἄρα τὴν Μαρία ὁ Ἀβράμιος δὲν τὴν συμπάθησε γιατὶ ἦταν συγγενής του, ἀλλὰ τὴν συμπάθησε ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὡς λειτουργικὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ διέκρινε ὅτι ἔπρεπε αὐτὴ ἡ ψυχὴ νὰ σωθῆ, καὶ ἡ σωτηρία της δὲν θὰ ἐγίνετο κατὰ ἄλλο τρόπο παρὰ μόνο μὲ τὴν τόσο μεγάλη θυσία τοῦ πατρός. Ἔτσι ἀναγκάστηκε στὰ βαθειά του γηρατειά, αὐτὸς ποὺ δὲν ἐχόρτασε ποτὲ ψωμί, νὰ φάῃ κρέας, νὰ πιῇ κρασί, νὰ προσποιηθῆ τὸν μεθυσμένο, νὰ προσποιηθῆ τὸν ἐρωτύλο, νὰ ταξιδεύῃ μὲ ἄλογα, νὰ εὐπρεπισθῆ, νὰ θεωρηθῆ ὡς νέος, μέχρι τοῦ σημείου ποὺ τὸν ἐβδελύχθησαν στὸ χαμαιτυπεῖο καὶ ἐδέχθηκε τόσες εἰρωνεῖες, γιατὶ ἔπρεπε νὰ σωθῆ μία ψυχή, καὶ ἐσώθη μὲ τὴν θυσία του αὐτή.
 

Αὕτη εἶναι ἡ ἀπόλυτος συμπάθεια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εὑρίσκεται στὴν ψυχή μας, παρ᾿ ὅλο ποὺ πολλὲς φορὲς ἀγανακτοῦμε μὲ τὴν στάσι τῶν συνανθρώπων μας ἀπέναντί μας. Ἐν τούτοις πρέπει τουλάχιστον, ἂν γίνεται αὐτό, νὰ εἶναι παροδικό, στιγμιαῖο, νὰ ἐκφράζεται μόνο μὲ τὰ χείλη, διότι ὁ συνάνθρωπός μας, ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν στάσι, αὐτὴ τὴν στιγμὴ πλανᾶται. Τί περιμένεις δὲ ἀπὸ ἕνα πεπλανημένο ἄνθρωπο; Ὁ σκοπὸς εἶναι πῶς αὐτὸς ὁ πεπλανημένος νὰ ἐπανέλθη στὴν βάσι του καὶ νὰ γίνῃ πάλι πρόβατο Χριστοῦ. Αὐτὸ δὲ θὰ γίνῃ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος βάλῃ σὰν βάσι τὴν συμπάθεια καὶ τὴν αὐτοθυσία ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ του. Τότε ὁ Θεὸς βλέποντας τὴν πρόθεσι αὐτή, συνεργεῖ καὶ στὸν ἀδύνατο.

Μήπως δὲν ἔχωμε τέτοια παραδείγματα ποὺ μὲ τὴν συγκατάβασι καὶ τὴν οἰκονομία τῶν δυνατῶν ἐσώθησαν οἱ ἀδύνατοι; Εὑρίσκομε στὴν διήγησι τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου, ὅτι μία πνευματικὴ μητέρα εἶχε πνευματικὴ θυγατέρα, ποὺ ἐπολεμήθη ἰσχυρὰ καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ νικήση τὸν σαρκικὸ πόλεμο. Ἦτο ἀδύνατη. Δὲν τὴν ἀπώθησε ὅμως ἡ πνευματική της μητέρα, νὰ τῆς πῇ «ὅπου θέλεις πήγαινε, ἄφησέ με ἥσυχη», ἀλλὰ συγκατέβη νὰ πάῃ μαζί της. Τὴν συνώδευσε. Ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι καὶ ἐπήγαινε μαζί της στὸν κόσμο νὰ βρῇ ἕνα ὄργανο νὰ κάνῃ τὴν ἐπιθυμία της. Καὶ γιὰ τὴν συγκατάβασί της αὐτή, χάριν τῆς ἀγάπης ποὺ δὲν τὴν ἐγκατέλειψε καὶ τὴν ἀκολούθησε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου ποὺ ὑπετίθετο ὅτι θὰ ἦτο ἡ πτῶσι, οἰκονόμησε ὁ Θεὸς καὶ ἐθεραπεύθηκε ἡ ἀσθενής. Ἐφωτίσθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωαννίκιος γι᾿ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κατέβηκε στὸν δρόμο, τὴν συνάντησε καὶ ἐθεράπευσε τὴν μικρή.

Ἄλλοτε πάλι εὑρίσκομε σὲ ἀδελφοὺς μοναχοὺς ποὺ κατοικοῦσαν μαζί, ὅτι ὁ ἕνας ὁ νεώτερος, ἐπολεμήθηκε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ νικήση τὸ πάθος. Ἔφυγε λοιπὸν γιὰ νὰ ἱκανοποίηση τὸ πάθος του αὐτό, ὅπως τὸν οἰστρηλατοῦσε ἡ ἐπιθυμία. Καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ πνευματικὸς ποὺ ἦταν μαζί, δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. «Θὰ πάω καὶ ἐγὼ μαζί σου» εἶπε, καὶ πράγματι, τὸν συνόδευσε μέχρι τὴν πόρτα καὶ ὅταν εἰσῆλθε ἐκεῖ, τότε γιὰ τὴν θυσία τοῦ ἀλλοῦ ἀδελφοῦ, ὁ Θεὸς ἐπῆρε τὸν πόλεμο ἀπὸ τὸν πάσχοντα.

Δὲν πρέπει νὰ ζητᾷ κανεὶς πολλὰ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀσθενής, διότι τὴν ὥρα ποὺ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τοῦ πάθους του, δὲν εἶναι ὁλοκληρωμένη προσωπικότης καὶ ἔτσι ὅ,τι κάνει δὲν εἶναι καλά, εἶναι ἐσφαλμένα. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἀλλοιῶς. Ἑπομένως εἶναι ἄξιος συμπαθείας καὶ ἐπιεικίας. Αὐτὴ τὴν ὥρα χρειάζεται ἡ πρακτικὴ ἐπιείκια τοῦ ἄλλου ποὺ εἶναι ὑγιὴς καὶ τότε πραγματικὰ ἐφαρμόζεται τὸ «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2). Καὶ ἔτσι ἀναπληρώνεται ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ τὸν ὅρο τῆς ἐπιεικίας, τῆς συμπαθείας, ἤθελα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω μὲ βάσι τὴν βιογραφία τοῦ μεγάλου πατρὸς Ἀβραμίου καὶ νὰ ἐπικαλεσθοῦμε ὅλοι τὶς εὐχές του, γιὰ νὰ ἔλθη καὶ σὲ μᾶς αὐτὸ τὸ νόημα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἶναι ἡ ὁλοκλήρωσι τοῦ προορισμοῦ μας. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου