Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

ΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ 21




«Ο Μιαούλης ήταν γνωστός για την παλληκαριά του και την αφοβία του εμπρός στον θάνατο. Μια φορά, στα νεανικά του χρόνια, ο Άγγλος ναύαρχος Νέλσων τον έπιασε να προσπαθεί να σπάσει με το καράβι του έναν αποκλεισμό του. Όταν τον έφεραν μπροστά του τον ρώτησε: - Αν ήσουν εσύ στην θέση μου τι θα μ' έκανες; Θα σε κρεμούσα στο πιο ψηλό κατάρτι! του απάντησε ο Μιαούλης. Και ο Νέλσων κατάπληκτος από το θάρρος του τον άφησε ελεύθερο». (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).






Πήγαινε στην κρεμάλα, τον αγωνιστή Θεόδωρο Γρίβα, ο Αλή πασάς. Ο Γρίβας όταν πλησίασε ο δήμιος κάλυψε το κεφάλι του με το ένδυμά του. Τον ρωτά το θηρίο των Ιωαννίνων: «Γιατί σκέπασες το κεφάλι σου; Φοβήθηκες τον θάνατο; Δεν ήξερες ότι αφού ακολούθησες την δουλειά του πατέρα σου αυτή θα ήταν η τύχη σου; Δεν φοβήθηκα τον θάνατο, απεκρίθη ο Θεόδωρος, τον φόβο τον άφησα στην κοιλιά της μάνας μου ούτε θα μείνω χωρίς εκδίκηση. Και πατέρα έχω και τέσσερις αδελφούς, μα ντρέπομαι τον κόσμο που θα ιδή να πεθάνω έτσι και από τα χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (και έδειξε τους Γύφτους οίτινες μετήρχοντο το επάγγελμα του δημίου). Εζήτησα το θάνατο όπου έπρεπε, αλλ' αυτός με αρνήθηκε. Και ο Αλής του χάρισε την ζωή». (Δ. Καμπούρογλου «Θ. Γρίβας», εκδ. «Βεργίνα», σελ. 18).





Στις 14 Φεβρουαρίου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γράφει σε επιστολή του προς τον Αναστάσιο Λόντο τούτα τα αθάνατα λόγια: «Τον περισσότερο καιρό της ζωής μου πού τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά, τα καρτέρια των δρόμων οι λόγγοι και τα άγρια θηρία είναι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγε Τούρκος από τα χέρια μου αν ζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργιές». (Κάρπου Παπαδόπουλου, «Οδυσσεύς Ανδρούτσος και Γ.Βαρνακιώτης», εκδ. «Πρωτοψάλτης», σελ. 65).




Το 1859 μία Σουηδή, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, επισκέπτεται τον Κανάρη στο σπίτι του για να εκφράσει τον θαυμασμό της στον «γηραιό άνδρα της ελευθερίας», όπως τον ονομάζει. Ο Κανάρης απάντησε ότι «ευχαριστεί τον Θεό που επέτρεψε σ' ένα μικρό ναυτικό ενός ελληνικού νησιού, από τα πιό μικρά, να κάμη για την πατρίδα του κάτι που έκαμε τον απελευθερωτικό της αγώνα συμπαθή σε χώρες τόσος μακρινές». Ήταν αληθινά μία ωραία απάντηση, γράφει η Φρεντρίκα. Και όταν τον ρώτησε, αν αισθάνθηκε σε κάποια στιγμή της ζωής του φόβο, ο Κανάρης αποκρίθηκε: «Ένα τέτοιο πράγμα δεν μπαίνει ποτέ στο νου μας. Ο κίνδυνος μας διεγείρει. Το ντουφεκίδι και η μάχη μοιάζουν με μουσική». («Το Εικοσιένα, πανηγυρικοί λόγοι ακαδημαϊκών», λόγος Παν. Κανελλόπουλου, 1963, σελ. 658). 




«Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (Καταγόταν η οικογένειά του από το Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης γι' αυτό τον αποκαλούσαν και Τουρκοπελέκα), το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η αρμόδια αρχή, η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, τον επέτρεπε να επαιτεί, κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη της Γαλλίας, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του, στο σημείο όπου ζητιάνευε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο, μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του. 
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος. 
- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας. 
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; Επέμενε ο ξένος. 
- Η πατρίδα μού έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς. 
- Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά, φεύγοντας ,άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!». Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος ήρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου