Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΌΣΟΙ ΤΑΠΕΙΝΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ.

 

Τού άγίου Γρηγορίου τού Διαλόγου
O ΑΓΙΟΣ Αικύτιος, πού αξιώθηκε να λάβει από το Θεό μεγάλα χαρίσματα και οδήγησε στον Κύριο, με το κήρυγμα και τη διδασκαλία του, πολλές ψυχές, όπως εκείνος του είχε παραγγείλει, φορούσε τόσο φτωχικά ρούχα, ώστε, όταν χαιρετούσε κάποιους πού δεν τον γνώριζαν, απαξιούσαν να του ανταποδώσουν το χαιρετισμό. Και όταν κινούσε για να πάει σε άλλο μέρος, συνήθιζε να παίρνει το χειρότερο απ' όλα τα άλογα του μοναστηριού, και να χρησιμοποιεί καπίστρι αντί για χαλινάρι και ένα δέρμα προβάτου αντί για σέλα. Μαζί του όμως βαστούσε (πάντα) ένα πέτσινο δισάκι με τα ιερά βιβλία, και, οπουδήποτε κι αν πήγαινε, άνοιγε την πηγή της Άγίας Γραφής και πότιζε τη γη του νου του.

Ή φήμη του λοιπόν έφτασε μέχρι κι αυτή τη Ρώμη. Μερικοί τότε, από φθόνο, είπαν πολλά εναντίον του στον πατριάρχη και δεν σταμάτησαν να τον κατηγορούν, ώσπου τον έπιασαν να στείλει τον δεφένσορα 'Ιουλιανό για να φέρει (στη Ρώμη) τον άγιο.
Ό δεφένσωρ πήγε χωρίς χρονοτριβή στο μοναστήρι του Αικύτιου, όπου βρήκε τούς πιο ελλόγιμους αδελφούς να καλλιγραφούν. Τούς ρώτησε που βρίσκεται ο ηγούμενος. Κι εκείνοι αποκρίθηκαν: - Θερίζει χορτάρι στην κοιλάδα, εδώ πιο κάτω. Τότε ο δεφένσωρ στέλνει τον υπηρέτη του, πού ήταν πολύ φαντασμένος και υπερήφανος για να φωνάξει τον άγιο. Ό υπηρέτης πήγε στους θεριστές και τούς ρωτούσε να του πουν ποιος εΙναι ο Αικύτιος. Μόλις όμως, με τη βοήθειά τους, τον βρήκε, άρχισε να τρέμει γεμάτος αγωνία. Με δυσκολία μπορούσε να σταθεί όρθιος. Πλησίασε τον άγιο, έπεσε στα πόδια του και του γνωστοποίησε τον ερχομό του κυρίου του. "Έβαλε τότε ο άνθρωπος του Θεού τα παπούτσια του, τα έδεσε και, με το δρεπάνι στον άμμο, κίνησε (για το μοναστήρι).
 
 

Όταν ο 'Ιουλιανός έμαθε από τον υπηρέτη του ότι αυτός εΙναι ο Αικύτιος, τον αποστράφηκε για τη (φτωχική) εξωτερική του εμφάνιση, και αναρωτιόταν πως θα μιλήσει μαζί του σοβαρά. Μόλις όμως ο άγιος πλησίασε, ένας ακατανίκητος φόβος κυρίεψε τον 'Ιουλιανό, πού, τρέμοντας, με δυσκολία μπόρεσε να εξηγήσει γιατί ήρθε. Ταπεινωμένος έτσι, γονάτισε μπροστά στον άγιο και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι' αυτόν. Κι εκείνος, αφού τον σήκωσε, τον ευλόγησε και τον παρακάλεσε να ξεκινήσουν αμέσως γιατρευτώ τον πατριάρχη.
Γιατί αν δεν πάμε σήμερα, πρόσθεσε, αύριο θα εΙναι αδύνατον να φύγουμε.
'Ο 'Ιουλιανός όμως του είπε: Κουράστηκα από την οδοιπορία, πάτερ, και δεν μπορώ να ταξιδέψω πάλι σήμερα Αναγκασμένος λοιπόν από τον δεφένσορα, έμεινε μαζί του τη νύχτα εκείνη στο μοναστήρι.
Την άλλη μέρα, μόλις άρχισε να χαράζει, ήρθε στον 'Ιουλιανό ένας υπηρέτης από τον πατριάρχη, παραγγέλλοντάς του να μην τολμήσει να μετακινήσει το δούλο του Θεού από το μοναστήρι του. Κι όταν ο Ιουλιανός ρώτησε τον υπηρέτη για την αιτία, εκείνος του είπε ότι την προηγούμενη νύχτα ο πατριάρχης κατατρόμαξε από μία θεϊκή οπτασία, (με την όποία ο Κύριος τον επιτίμησε) επειδή τόλμησε να στείλει (άνθρωπο) στο δούλο του Θεού, για να (τον συλλάβει και νά) τον φέρει μπροστά του.
Την ίδια στιγμή ο 'Ιουλιανός σηκώθηκε και είπε στον Αικύτιο: Ο πατέρας μας, ο πατριάρχης, παρακαλεί να μην μπείτε στον κόπο (του ταξιδιού). Ο άγιος, πολύ λυπημένος, αποκρίθηκε: Δεν σου είπα χθες, ότι, αν δεν ξεκινήσουμε αμέσως, δεν θα μπορέσουμε πια να πάμε;
Φιλοξένησε πάντως λίγο ακόμα, για χάρη της αγάπης, τον 'Ιουλιανό, του πρόσφερε και κάποιο φιλοδώρημα για τον κόπο του μολονότι εκείνος δεν ήθελε να το δεχθεί - και τον κατευόδωσε.
Μάθε λοιπόν, Πέτρο, πόσο δοξάζονται όσοι προτιμούν στην παρούσα ζωή να τούς περιφρονούν οι άλλοι γιατί συναριθμουνται με τούς πολίτες της επουράνιας πατρίδας. Απεναντίας, όσοι από την υψηλοφροσύνη τους εμφανίζονται ως δίκαιοι στους ανθρώπους και από την κενοδοξία τους καμαρώνουν, αυτοί βρίσκονται μακριά από το βλέμμα του Θεού. Γι' αυτό και ο Χριστός, ελέγχοντάς τους, λέει: «Υμείς εστε οι δικαιούντες εαυτούς» και τα υπόλοιπα (Λουκ. 16:15).
 
 

Από το βίο του άγίου Γρηγορίου του θαυματουργού
Κάποτε ήρθαν (στη Νεοκαισάρεια) όλοι οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης Κόμανα, και ζητούσαν από τον θαυμαστό Γρηγόριο να πάει εκεί και να χειροτονήσει Ιερέα για την εκκλησία τους. Ο μέγας υπάκουσε και
πήγε. ('Αμέσως διαπίστωσε ότι) οι προτιμήσεις των αρχόντων στρέφονταν σ' εκείνους πού θεωρούνταν ανώτεροι στη ρητορεία και την καταγωγή και τη λοιπή κοσμική αξία - γι' αυτό και οι προτάσεις μοιράζονταν σε πολλούς, καθώς άλλοι προτιμούσαν τον ένα και άλλοι τον άλλον. Ό μέγας (Γρηγόριος) όμως περίμενε να τού κάνει ο Θεός κάποιον υπόδειξη για το ζήτημα. και παραβλέποντας την υποστήριξη των ισχυρών, πού είχε ο καθένας από τούς υποψήφιους, ένα μόνο πράγμα φρόντιζε να διαπιστώσει - αν κάποιος (απ' αυτούς), και πριν ακόμη από την ανάδειξή του (στο αξίωμα της ιεροσύνης), είχε ιερατικό ήθος, με την προσεκτική ζωή και την αρετή του.

Όταν λοιπόν οι άρχοντες παρουσίαζαν με εγκώμια όσους είχαν επιλέξει, ο άγιος τούς συνιστούσε να μην παραβλέψουν κι αυτούς πού ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσεως, γιατί ήταν δυνατόν να βρεθεί ανάμεσά τους κάποιος, πού να διαθέτει μεγαλύτερο ψυχικό πλούτο από εκείνους τούς επώνυμους.
Ένας από τούς παρόντες θεώρησε σαν περιφρόνηση και σαν χλευασμό της αποφάσεως τους την αποψή τού μεγάλου (Γρηγορίου), να μη γίνει δηλαδή δεκτός στην ιεροσύνη κανένας απ' όσους είχαν προκριθεί για την ευφράδεια και την κοινωνική θέση και τη, φαινομενικά τουλάχιστον, καλή μαρτυρία τού βίου τους, και να θεωρηθούν πιο άξιοι για ένα τέτοιο χάρισμα κάποιοι άλλοι άξεστοι. Λέει λοιπόν στον άγιο με πολλή ειρωνεία:
Αν είναι αυτή ή επιθυμία σου, ν' αποκλείσουμε δηλαδή αυτούς εδώ, πού, έχοντας τόσα προσόντα, ψηφίστηκαν απ' όλη την πόλη, και ν' ανεβάσουμε στο ύψος της ιεροσύνης κάποιον απ' το συρφετό, τότε λοιπόν δεν έχεις παρά να καλέσεις στην ιεροσύνη τον Αλέξανδρο, τον καρβουνιάρη. Και αν σου φαίνεται σωστό, ας αλλάξουμε απόφαση όλοι οι κάτοικοι της πόλης και ας κάνουμε μεταξύ μας (νέα) συμφωνία.
Αυτά έλεγε, χλευάζοντας τη γνώμη τού άγίου με την ειρωνική πρότασή του και κακίζοντάς τον για όσα άκριτα (δήθεν) είχε εισηγηθεί .
Στον άγιο όμως γεννήθηκε, απ' όσα άκουσε, ή σκέψη, μήπως ο 'Αλέξανδρος αναφέρθηκε σαν υποψήφιος με φώτιση Θεού.
Και ποιος ειναι, ρώτησε, αυτός Ο 'Αλέξανδρος, πού τώρα τον θυμηθήκατε;
Σε λίγο, ένας από τούς παρόντες έφερε γελώντας στη μέση εκείνου (τον ' Αλέξανδρο), ντυμένο με βρωμερά κουρέλια, πού κι αυτά δεν σκέπαζαν καν ολόκληρο το σώμα του. Συνάμα ή εμφάνισή του φανέρωνε τη δουλειά (πού έκανε): ταπεινός χέρια, το πρόσωπο και το υπόλοιπο κορμί του ήταν κατάμαυρα από την καρβουνιά.
Καθώς στεκόταν στη μέση ο' Αλέξανδρος σε τέτοια κατάσταση, για τούς άλλους μεν αποτελούσε θέαμα πού προκαλούσε γέλια. Για τα διορατικά όμως εκείνα μάτια (του άγίου Γρηγορίου), συνέβαινε κάτι καταπληκτικό: Ένας άνθρωπος τόσο φτωχός και με τόσο απεριποίητο το σώμα του, ήταν συγκεντρωμένος στον εαυτό του και έδειχνε πώς χαιρόταν γι' αυτά πού τα απαίδευτα (πνευματικά) μάτια(των άλλων) έβλεπαν σαν καταγέλαστα.
Και αυτή ήταν ή αλήθεια. Γιατί δεν είχε φτάσει σ' αυτή την κατάσταση αναγκαστικά, από φτώχεια. 'Ήταν άνθρωπος φιλοσοφημένος, όπως αποδείχθηκε και από την κατοπινή του ζωή, αφού κι ως το μαρτύριο έφτασε, τελειώνοντας την (επίγεια) πορεία του στη φωτιά. Φρόντιζε να ζει χωρίς επίδειξη, επειδή ήταν ανώτερος από την επιτηδευμένη ευμάρεια των άλλων. Και επειδή δεν άλλαζε με τίποτα τον τρόπο της ζωής του, καθώς ποθούσε την ανώτερη και αληθινή ζωή, με κάθε τρόπο προσπαθούσε να ξεφεύγει την προσοχή (των ανθρώπων), για να κατορθώσει το σκοπό της αρετής.
 
 

'Έχοντας (λοιπόν) τέτοιο φρόνημα, κρυβόταν, χρησιμοποιώντας σαν αποκρουστικό προσωπείο την πιο ταπεινή εργασία. " άλλωστε, βρισκόταν στον ανθό της νιότης, και θεωρούσε επικίνδυνο, για το σκοπό της αγνείας, να δείχνει την ωραιότητα του σώματός του. Γιατί γνώριζε, έτι κάτι τέτοιο γίνεται στους περισσότερους αφορμή για σοβαρές αμαρτίες, για να μην πάθει λοιπόν τίποτε ανεπιθύμητο, αλλά και για να μην κάνει άλλα μάτια να τον ποθήσουν, ασκούσε το επάγγελμα του καρβουνιάρη, χρησιμοποιώντας το, (όπως είπα), σαν απωθητική μάσκα. Έτσι, και το σώμα του ασκούσε στην αρετή με τούς κόπους (αυτής της πολύμοχθης εργασίας), άλλά και την ομορφιά του σκέπαζε με τη μαυρίλα από τα κάρβουνα.
'Από την άλλη μεριά, όσα κέρδιζε από τον κόπο του, τα χρησιμοποιούσε για να εκπληρώνει τις εντολές (τού Θεού).
Αφού λοιπόν (ο άγιος) τον πήρε λίγο πιο πέρα από τη σύναξη, ζήτησε να μάθει (από τον ίδιο) κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Ύστερα τον παρέδωσε στους συνοδούς του, με την εντολή να κάνουν ότι έπρεπε. Ό ίδιος ήρθε πάλι στη συνάθροιση (των αρχόντων) και άρχισε αμέσως να τούς διδάσκει, μιλώντας τους για την ιεροσύνη και περιγράφοντας τον ενάρετο βίο. Και συνέχισε να μιλάει γι' αυτά, συγκρατώντας έτσι τούς συγκεντρωμένους για να μη φύγουν, ώσπου οι υπηρέτες έκαναν ότι τούς είπε, και ήρθαν, φέρνοντας μαζί τους τον Αλέξανδρο, πού είχε τώρα πλυθεί, είχε απαλλαγεί από την ασχήμια της καπνιάς και είχε φορέσει τα ενδύματα του άγίου - γιατί αυτό τούς είχε προστάξει να κάνουν.
Ενώ λοιπόν όλοι έστρεψαν τα μάτια τους στον 'Αλέξανδρο και τον θαύμαζαν, έτσι όπως τον έβλεπαν, τούς είπε ο διδάσκαλος:
Δεν πάθατε τίποτα το ασυνήθιστο, με το να ξεγελασθείτε από τα μάτια και να στη ρίξετε την κρίση σας για το καλό μόνο στην αίσθηση. Ή αίσθηση, πάντως, είναι κριτήριο σφαλερό για τη διαπίστωση της πραγματικότητας, γιατί δεν μπορούμε με αυτό (μόνο) να εισχωρήσουμε στο βάθος της αλήθειας. Συνάμα όμως ήταν οπωσδήποτε αρεστό τούτο στον εχθρό της ευσεβείας δαίμονα, το να παραμείνει δηλαδή αχρησιμοποίητο το «σκεύος τής εκλογής» (Πράξ. 9:15), θαμμένο μέσα στην άγνοια, και να μη βγει στο προσκήνιο ένας άνθρωπος, πού θα γινόταν καταλύτης της εξουσίας του.
Μετά απ' αυτά τα λόγια, προσφέρει τον άνδρα στο Θεό μέσω της ιεροσύνης, μεταδίδοντάς του τη θεία χάρη με τον τρόπο πού προβλέπει ή εκκλησιαστική τάξη.
Καθώς τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα στον νέο ιερέα, του ζήτησαν να μιλήσει στο εκκλησίασμα. Και παρευθύς, από την πρώτη κιόλας στιγμή (της ιερατικής του διακονίας), ο Αλέξανδρος έδειξε πόσο αντικειμενική ήταν ή κρίση του άγίου Γρηγορίου γι' αυτόν. Γιατί το κήρυγμά του ξεχείλιζε από υψηλά νοήματα, αν και δεν ήταν στολισμένο με ρητορικά άνθη. Γι' αυτό κάποιος φαντασμένος νέος από την 'Αθήνα, πού έτυχε να βρίσκεται εκεί, περιγέλασε το απερίτεχνο τού λόγου - επειδή, λέει, δεν είχε την ομορφιά της άψογης διατυπώσεως της Αττικής διαλέκτου. Λένε όμως, ότι (ο νέος) αυτός συνετίσθηκε από θεϊκό όραμα, Είδε, δηλαδή, πλήθος περιστέρια, πού έλαμπαν από μίαν εξαίσια ωραιότητα, και άκουσε μία φωνή να τού λέει: "τα περιστέρια τούτα είναι τού 'Αλέξανδρου, πού εσύ περιγέλασες".
 
 

Από το Γεροντικό
Λένε για τον αββά Παμβώ, ότι τρία χρόνια επίμονα παρακαλούσε το Θεό, λέγοντας: "Μη με δοξάσεις πάνω στη γη". και τόσο πολύ τον δόξασε ο Θεός, ώστε να μην μπορεί κανείς να τον κοιτάξει στο πρόσωπο, από τη (θεία) δόξα πού είχε (περιβληθεί), και πού το έκανε να καταλάμπει. Το ίδιο χάρισμα είχαν και ο αββάς Σισώης και ο αββάς Σιλουανός.

Ό αββάς Πέτρος έλεγε, ότι μερικοί, πού έβλεπαν τον αββά Μακάριο να είναι άκακος απέναντι σε όλους τούς αδελφούς και να ταπεινώνεται μπροστά στον καθένα, τον ρωτούσαν: "Γιατί κάνεις έτσι στον εαυτό σου, αββά;". Κι εκείνος απαντούσε: "Δώδεκα χρόνια υπηρέτησα σαν δούλος το Χριστό μου για να μου δώσει αυτό το χάρισμα' και τώρα με συμβ0υλεύετε να το εγκαταλείψω;".

Του άββα 'Ισαάκ
Ταπείνωσε τον εαυτό σου σε όλα μπροστά σε όλους τούς ανθρώπους, και θα δοξαστείς (στην άλλη ζωή) περισσότερο από τους άρχοντες της ζωής αυτής. Εξουθένωσε τον εαυτό σου, και θα δεις τη δόξα τού Θεού (νά υπάρχει) μέσα σου. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί ξεχύνεται και ή δόξα τού Θεού,
Αν φανερά αγωνίζεσαι να ταπεινωθείς, ο Θεός σε κάνει να δοξαστείς απ' όλους τούς ανθρώπους. "Αν πάλι έχεις την ταπείνωση στην καρδιά σου, ο Θεός φανερώνει στην καρδιά σου τη δόξα Του.
Γίνε ευκαταφρόνητος μέσα στον αγώνα σου γιατρευτώ την αρετή. Φρόντισε να καταφρονηθείς (από τούς ανθρώπους), και θ' απολαύσεις την τιμή του Θεού σ' όλη της την πληρότητα.
Μίσησε την τιμή, γιατρευτώ να τιμηθείς. "Αν κανείς τρέχει πίσω απολαύσεις την τιμή, ή τιμή φεύγει απολαύσεις μπροστά του' και αν την αποφεύγει, εκείνη τον καταδιώκει και γίνεται κήρυκας της ταπεινοφροσύνης του σ' όλους τούς ανθρώπους.
Αν προκαλείς την καταφρόνησή σου (υποκριτικά και υστερόβουλα, δηλαδή) για να τιμηθείς, ο Θεός θα σε ξεσκεπάσει αν όμως εξουθενώνεις τον εαυτό σου πραγματικά, ο Θεός επιτρέπει σ' όλα τα κτίσματά του να σ' επαινέσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου