Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



(Ἀληθινὴ ἱστορία)


Τὸ παρακάτω κείμενο εἶναι μία ἀληθινὴ ἱστορία μεταφρασμένη ἀπὸ τὸ παράνομο ρωσικὸ θρησκευτικὸ περιοδικὸ Ἐλπίδα («Ναντιέζντα») ἀρ. 9. Ἀποτελεῖ κεφάλαιο ἑνὸς βιβλίου ποὺ περιγράφει τὴν ζωὴ τοῦ π. Ἀρσενίου, ἑνὸς ἁγίου ἱερέως ποὺ ἔδρασε μέσα στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως.


Ἡ ἐπιθεώρησις τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι ὠδηγήθηκαν μὲ φωνὲς καὶ βία πίσω στοὺς θαλάμους τους, ὁ καθένας σύμφωνα μὲ τὸν ἀριθμό του, καὶ ἡ πόρτα κλειδώθηκε. Ὑπῆρχε ἀκόμη χρόνος πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο γιὰ νὰ κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ἀνταλλάξουν ἐντυπώσεις ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, νὰ ποῦν τὰ νέα τῆς ἡμέρας, νὰ νικήσουν κάποιον στὸ ντόμινο ἢ νὰ ξαπλώσουν στὶς σανίδες τῆς κουκέτας τους καὶ ν’ ἀναπολήσουν τὸ παρελθόν. Δύο ὧρες ἀργότερα ὁ ἦχος τῶν συνομιλιῶν ἀκουγόταν ἀκόμη, ὅμως σιγὰ-σιγὰ ὑποχώρησε καὶ βασίλεψε ἡ σιωπή, καθὼς οἱ κρατούμενοι παραδόθηκαν στὸν ὕπνο.

Ἀρκετὴ ὥρα μετὰ τὸ κλείδωμα τοῦ θαλάμου ὁ π. Ἀρσένιος στάθηκε πλάι στὰ ξύλινα κρεβάτια καὶ προσευχήθηκε· ἔπειτα ξάπλωσε κι αὐτὸς καὶ συνεχίζοντας τὴν προσευχὴ ἀποκοιμήθηκε.

Ὡς συνήθως, ἦταν ἕνας ὕπνος ἀνήσυχος. Γύρω στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἔνιωσε κάποιον νὰ τὸν σκουντάη. Ἀνακάθισε καὶ ἀντίκρυσε τὴν ἀνήσυχη σιλουέτα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ψιθύριζε:
“Πάμε γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καὶ σὲ ζητάει!”.

Βρῆκαν τὸν ἑτοιμοθάνατο στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα· ἡ ἀναπνοὴ του ἦταν βαρειὰ καὶ ἀκανόνιστη, τὰ μάτια του διάπλατα ἀνοιχτὰ κατὰ τρόπο ἀφύσικο.

“Με συγχωρεῖς… Σὲ χρειάζομαι… Πεθαίνω…”. Κοίταξε τὸν π. Ἀρσένιο καὶ πρόσθεσε σταθερά: “Κάθησε”.
 
 

Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τὸ φῶς ἀπὸ τὸν διάδρομο παίρνοντας σχῆμα ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουκέτες φώτιζε ἀδύναμα τὸ πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθανάτου κρατουμένου, ποὺ καλυπτόταν ἀπὸ χονδρὲς σταγόνες ἱδρῶτος. Τὰ μαλλιὰ του ἦταν ἀνακατωμένα, τὰ χείλη του σφιγμένα ἀπὸ τὸν πόνο. Ἦταν ἐξαντλημένος καὶ τὸ πρόσωπό του εἶχε μία νεκρικὴ χλωμάδα. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν διάπλατα ἀνοιχτὰ καὶ κοιτοῦσαν τὸν π. Ἀρσένιο σὰν δύο ἀναμμένοι πυρσοί. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια ἀντικατοπτριζόταν τώρα ὅλη ἡ πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Πέθαινε. Ἄφηνε αὐτὴ τὴ ζωὴ κουρασμένος καὶ γεμάτος πόνο. Ἀλλὰ κρατιόταν ἀκόμα ἀπὸ μία τελευταία ἐπιθυμία: νὰ δώση λόγο γιὰ ὅλα στὸν Θεό.

“Εξομολόγησέ μέ, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μου. Εἶμαι μοναχὸς μὲ μυστικὴ κουρά”.

Οἱ διπλανοί του κρατούμενοι πῆγαν νὰ κοιμηθοῦν ἀλλοῦ. Ὅλοι ἔβλεπαν ὅτι ὁ θάνατος εἶχε φθάσει. Ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων ὑπῆρχε εὐσπλαχνία καὶ συμπάθεια γιὰ τὸν ἑτοιμοθάνατο.

Πλησιάζοντας πιὸ κοντὰ στὸν μοναχὸ καὶ χαϊδεύοντας τὰ κοντά, ἀνακατωμένα μαλλιὰ του ὁ π. Ἀρσένιος ἔσιαξε τὴν τριμμένη κουβέρτα. Μὲ τὸ χέρι του πάνω στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ διάβασε ψιθυριστὰ τὶς εὐχὲς καὶ συγκεντρώνοντας τὴν προσοχὴ του ἑτοιμάστηκε ν’ ἀκούση τὴν ἐξομολόγησι.

“Η καρδιά μου… Δὲν χτυπάει καλά…” ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς καὶ λέγοντας τὸ μοναχικό του ὄνομα, «Μιχαήλ», ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησί του.

Σκύβοντας πάνω ἀπὸ τὴν ξαπλωμένη σιλουέττα ὁ π. Ἀρσένιος παρακολουθοῦσε μὲ προσοχὴ τὴν φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, ἐνῶ ἄθελά του κοίταζε μέσα στὰ μάτια τοῦ Μιχαήλ. Μερικὲς φορὲς ὁ ψίθυρος σταματοῦσε καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀκουγόταν ἦταν τὸ σφύριγμα ἀπὸ τὸ στῆθος του. Ὁ Μιχαὴλ ἔπαιρνε ἀπεγνωσμένα ἀέρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἄλλοτε πάλι σώπαινε ἐντελῶς καὶ φαινόταν σὰν νὰ εἶχε ἔρθει ὁ θάνατος. Τὰ μάτια του ὅμως συνέχιζαν νὰ κινοῦνται καὶ κοιτάζοντας μέσα σ’ αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος διάβαζε ὅλα ὅσα ὁ ψίθυρος προσπαθοῦσε νὰ ἐκφράση.

Ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἐξομολογήσει πολλοὺς στὰ τελευταῖα τους καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐξομολογήσεις ἦταν πάντα κάτι τὸ βαθειὰ συγκινητικό. Τώρα ὅμως, ἀκούγοντας τὴν ἐξομολόγησι τοῦ Μιχαήλ, ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε ξεκάθαρα ὅτι μπροστά του βρισκόταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε φτάσει σὲ σπάνια ἐπίπεδα πνευματικῆς τελειώσεως.

Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ἕνας ἄνθρωπος προσευχῆς, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὸν Θεὸ καὶ στὸν συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοῆς.
 
 

Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ἄρχισε νὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι ὁ ἱερεὺς Ἀρσένιος ἦταν μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστά του, ὅτι δὲν ἦταν κἄν ἄξιος νὰ φιλήση τὴν ἄκρη τῶν ἐνδυμάτων του.

Ὁ ψίθυρος διακοβόταν ὅλο καὶ πιὸ συχνά, ἀλλὰ τὰ μάτια ἔλαμπαν ἀπὸ ζωὴ καὶ μέσα τους, μέσα σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια, ὁ π. Ἀρσένιος, ὅπως καὶ πρίν, τὰ διάβαζε ὅλα. ὅλα ὅσα ὁ ἑτοιμοθάνατος λαχταροῦσε νὰ ἐκφράσει.

Στὴν ἐξομολόγησί του ὁ Μιχαὴλ ἔγινε δικαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ τὸν δίκασε αὐστηρά, χωρὶς ἔλεος. Μερικὲς φορὲς ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀπομακρυνόταν ἀπ’ τὸν ἑαυτό του, σὰν νὰ ‘βλέπε κάποιον ἄλλον νὰ πεθαίνη. Κι ἦταν ἐκεῖνον τὸν ἄλλον ποὺ δίκαζαν τώρα μαζὶ μὲ τὸν π. Ἀρσένιο.

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ σὰν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μὲ βάσανα καὶ θλίψεις —παλιὲς καὶ τωρινές— νὰ ἀπομακρύνεται πιὰ ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴ μακρυνὴ χώρα τῆς λησμοσύνης. Τώρα ἔμενε μόνο νὰ πετάξη ἔξω ὅλα τὰ ἄχρηστα, ὅλα τὰ περιττὰ καὶ ἐπουσιώδη καὶ νὰ παραδώση τὰ χρήσιμα στὰ χέρια τοῦ ἱερέως, ποὺ ἐνδεδυμένος μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ θὰ τοῦ ἔδινε τὴν συγχώρησι καὶ τὴν ἄφεσι ὅλων ὅσων εἶχε διαπράξει.

Στὰ λίγα λεπτὰ ζωῆς ποὺ τοῦ ἔμεναν ὁ μοναχὸς Μιχαὴλ ἔπρεπε νὰ τὰ παραδώση ὅλα στὸν π. Ἀρσένιο, νὰ τὰ ἁπλώση ὅλα ἀνοιχτὰ μπροστὰ στὸν Θεό, νὰ ἀναγνωρίση τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἔχοντας καθαρίσει τὸν ἑαυτό του στὸ δικαστήριο τῆς δικῆς του συνειδήσεως, νὰ σταθῆ κατόπιν μπροστὰ στὸ Κριτήριο τοῦ Θεοῦ.

Ἕνας κρατούμενος πέθαινε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τόσοι ἄλλοι εἶχαν πεθάνει μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ π. Ἀρσενίου. Τοῦτος ὁ θάνατος ὅμως τὸν ἐπηρέασε ὅσο ποτὲ κανένας ἄλλος. Ἔτρεμε καθὼς συνειδητοποιοῦσε ὅτι ὁ Κύριος μὲ τὸ πολὺ ἔλεός Του τὸν εἶχε ἀξιώσει νὰ ἐξομολογήση κάποιον ποὺ ἀνῆκε στὴ χορεία τῶν δικαίων.

Τούτη τὴ φορὰ ὁ Κύριος ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο Του θησαυρό, ποὺ τόσο καιρὸ καὶ μὲ τόση ἀγάπη εἶχε καλλιεργήσει. Ἔδειχνε σὲ ποιὰ ὕψη πνευματικῆς τελειότητος μποροῦν νὰ φθάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ μὲ ἀγάπη ἀνεξάντλητη, ὅσοι σηκώνουν τὸν ζυγὸ καὶ τὸ φορτίο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ βαστάζουν μέχρι τέλους. Ὅλα αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ καταλάβαινε.
 
 
 

Οἱ ἀπίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς μόνο ἐμπόδια καὶ προσκόμματα θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν προσφέρει στὴν κατὰ Θεὸν πορεία κάποιου: ἐπαναστατικὲς ζυμώσεις, προσωπολατρεῖες, πολύπλοκες ἀνθρώπινες σχέσεις, ἐπίσημη ἀθεΐα τοῦ κράτους, ποδοπάτημα τῆς πίστεως, ἠθικὴ κατάπτωσις, διαρκὴς ἀστυνόμευσις καὶ καταδόσεις, ἔλλειψις πνευματικοῦ ὁδηγοῦ. Ἡ ἐξομολόγησις τοῦ ἑτοιμοθανάτου μοναχοῦ ὡστόσο ἔδειχνε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μὲ βαθειὰ πίστι μπορεῖ ὅλα αὐτά, κάθε τι ποὺ θὰ σταθῆ στὸν δρόμο του, νὰ τὰ ὑπερνίκηση καὶ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό.

Δὲν ἦταν οὔτε σκήτη οὔτε ἀπομονωμένο μοναστήρι ὁ χῶρος ὅπου ὁ Μιχαὴλ εἶχε διανύσει τὴν κατὰ Θεὸν πορεία του. Ἀντίθετα, ἦταν ὁ θόρυβος τῆς ζωῆς, ἡ βρωμιά της, ἡ σκληρὴ μάχη μὲ τὶς γύρω δυνάμεις τοῦ κακοῦ, τὴν ἄρνησι καὶ τὴν στρατευμένη ἀθεΐα. Εἶχε δεχθῆ πολὺ λίγη πνευματικὴ καθοδήγησι. Ὑπῆρξαν κατὰ διαστήματα κάποιες συναντήσεις μὲ δύο-τρεῖς ἱερεῖς καὶ ἕνας σχεδὸν ὁλόκληρος χρόνος ποὺ τὸν πέρασε χαρούμενα σὲ στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔκειρε μοναχό. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὰ δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ ἐπισκόπου ἀπέμεινε μόνο ὁ ἀκλόνητος καὶ φλογερὸς πόθος του νὰ προχωρῆ μπροστά, ὅλο μπροστά, στὸν δρόμο πρὸς τὸν Κύριο.

“Ακολούθησα ἄραγε τὸν δρόμο τῆς πίστεως; Πῆρα σωστὰ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ἔχασα τὸν δρόμο; Δὲν ξέρω”, εἶπε ὁ Μιχαήλ. Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὄχι μόνο δὲν εἶχε παρεκκλίνει καθόλου ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλὰ εἶχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολὺ σ’ αὐτόν, ἔχοντας φθάσει καὶ ξεπεράσει τοὺς ὁδηγούς του.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦταν μία μάχη «ἐν πορείᾳ», μία μάχη γιὰ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωσι μέσα στὴ βαναυσότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Καὶ ὁ π. Ἀρσένιος καταλάβαινε ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχε κερδίσει αὐτὴ τὴ μάχη, τὴ μάχη ποὺ ἔδωσε μόνος ἐναντίον τοῦ κακοῦ ποὺ τὸν περικύκλωνε. Καθὼς ἔζησε μέσα στὸν κόσμο, ἀφιερώθηκε στὴν ἐπιτέλεσι ἀγαθοεργιῶν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Κράτησε μέσα στὴν καρδιά του σὰν ἀναμμένο πυρσὸ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ π. Ἀρσένιος συνειδητοποιοῦσε τὸ μεγαλεῖο, τὴν τελειότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Μιχαήλ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναγνώριζε καὶ τὴ δική του ἀθλιότητα καὶ ἱκέτευε θερμὰ τὸν Κύριο νὰ δώση σ’ αὐτόν, τὸν ἱερέα Του Ἀρσένιο, τὴ δύναμι νὰ ἀνακουφίση τὰ βάσανα τοῦ μονάχου σ’ αὐτὲς τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἦταν στιγμὲς ποὺ ὁ π. Ἀρσένιος αἰσθανόταν ἐντελῶς ἀνήμπορος. Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως ἔνιωθε νὰ ἐμψυχώνεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Μιχαήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιθανάτια ἐξομολόγησι ἀπεκάλυπτε μπροστά του τὶς θαυμαστὲς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διδάσκοντας καὶ ὁδηγώντας τον στὸ δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως.
 
 

Ἔφτασε καὶ ἡ ὥρα ποὺ ὁ Μιχαὴλ εἶχε πιὰ παραδώσει στὸν ἱερέα —καὶ διὰ μέσου ἐκείνου στὸν Θεὸ— ὅλα ὅσα βάραιναν τὴν καρδιά του. Τὰ μάτια του κοίταζαν ἐρωτηματικὰ τὸν π. Ἀρσένιο. Ὡς ἱερεύς, παίρνοντας ἀπὸ τὸν ἑτοιμοθάνατο μοναχὸ τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ κρατώντας το στὰ χέρια του, ὁ π. Ἀρσένιος ἔτρεμε· ἔτρεμε πάλι μὲ τὴν ἐπίγνωσι τῆς ἀναξιότητος καὶ ἀνθρώπινης ἀδυναμίας του. Ἀπαγγέλλοντας τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ στὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ Μιχαὴλ μοναχό, ὁ π. Ἀρσένιος ἀπὸ μέσα του ἔκλαιγε. Κατόπιν, μὴ μπορώντας νὰ κρατηθῆ, ξέσπασε σὲ δάκρυα.

Ὁ Μιχαὴλ σήκωσε τὰ μάτια του καὶ κοίταξε πρὸς τὸν π. Ἀρσένιο. “Ευχαριστώ… Εἰρήνευε… Ἦρθε ἡ ὥρα… Προσεύχου γιὰ μένα ὅσο πατᾶς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ· ἔχεις ἀκόμη πολὺ δρόμο μπροστά σου… Σὲ παρακαλῶ, πάρε τὸ κασκέτο μου. Ἐκεῖ μέσα εἶναι ἕνα σημείωμα πρὸς δύο ἀνθρώπους μὲ μεγάλη ψυχὴ καὶ μεγάλη πίστι. Πολὺ μεγάλη. Ὅταν ἀφεθῆς ἐλεύθερος, πήγαινέ τους τὸ σημείωμα αὐτό. Σὲ χρειάζονται καὶ τοὺς χρειάζεσαι… Ράψε πάλι τὸν ἀριθμὸ στὸ κασκέτο. Καὶ προσεύχου στὸν Κύριο γιὰ τὸν μοναχὸ Μιχαήλ”.

Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως ἔμοιαζε σὰν νὰ ἦταν μόνοι τους· σὰν τάχα ὁ θάλαμος καὶ οἱ ἔνοικοί του, ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς φυλακῆς, ὅλα νὰ εἶχαν γίνει πολὺ ἀπόμακρα· ὅλα νὰ εἶχαν περιέλθει σ’ ἕνα εἶδος ἀνυπαρξίας. Παρέμενε μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ τῶν καρδιῶν τους καὶ ἡ σιωπηλὴ πνευματικὴ ἕνωσι ποὺ τοὺς ἔδενε καὶ τοὺς ἔφερνε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Κάθε ἀγωνία καὶ ταραχὴ σταμάτησε· κάθε τι γήινο χάθηκε. Ὑπῆρχε ὁ Θεός. Καὶ τώρα ἡ μία ψυχὴ πήγαινε νὰ Τὸν συναντήση, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀξιωνόταν νὰ παρακολουθήση ἕνα μεγάλο μυστήριο: τὸν θάνατο, τὴν ἀναχώρησι ἀπὸ τὴν ζωή.

Ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς κράτησε σφιχτὰ τὸ χέρι τοῦ π. Ἀρσενίου καὶ προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε μὲ τόση αὐτοσυγκέντρωση ὥστε ἀποξενώθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ἐσωτερικὰ ὁ π. Ἀρσένιος πλησίασε ἀκόμα πιὸ πολὺ κοντά του. Μὲ εὐλάβεια καὶ χωρὶς διαλογισμοὺς πάλευε ν’ ἀκολουθήση τὸν μοναχὸ στὴν προσευχή του.

Ἔπειτα ἦρθε ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου. Τὰ μάτια τοῦ ἑτοιμοθάνατου φωτίσθηκαν ἔντονα μὲ μία ἤρεμη ἔκστασι. Τὰ λόγια του μόλις ἀκούγονταν: “Κύριε, μὴ μὲ ἀπόρριψης!”.
 
 

Ἀνασηκώνοντας τὸ κορμί του ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ὁ Μιχαὴλ ἄνοιξε τὰ χέρια καὶ ἐπανέλαβε δυνατά: “Κύριε! Κύριε!”. Ἄδραξε πάλι μπροστά, ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἔπεσε πίσω ἀνάσκελα καὶ τὸ κορμὶ του ἀμέσως χαλάρωσε.

Συγκλονισμένος ὁ π. Ἀρσένιος ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται· ὄχι γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κοιμηθέντος μοναχοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστήση. Νὰ εὐχαριστήση γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο, νὰ ἀξιωθῆ νὰ δῆ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀθέατο στὰ μάτια καὶ ἀκατανόητο στὸν νοῦ, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ πιὸ κρυφὸ ἀπ’ ὅλα τὰ μυστήρια: τὸν θάνατο τοῦ δικαίου.

Ὅταν σηκώθηκε ὁ π. Ἀρσένιος, ἔσκυψε πάνω στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Μιχαήλ. Τὰ μάτια του ἦταν ἀκόμη ἀνοιχτά, ἀκόμη γεμᾶτα φῶς. Ὅμως τὸ φῶς σιγὰ-σιγὰ χλώμιαζε καὶ τὴν θέσι του ἔπαιρνε μία ἀνεπαίσθητη καταχνιά. Τὰ βλέφαρα ἔκλεισαν ἀργά, μία σκιὰ διέτρεξε τὸ πρόσωπο, καὶ στὸ πέρασμά της ἐκεῖνο ἔγινε ἀμέσως ἐπιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.

Σκυμμένος πάνω στὸ λείψανο ὁ π. Ἀρσένιος προσευχόταν. Ἂν καὶ μόλις εἶχε γίνει μάρτυς τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ νέου μοναχοῦ, δὲν ἔνιωθε λύπη. Ἀντίθετα, ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ ἐσωτερικὴ ἀγαλλίασι. Εἶχε γνωρίσει ἕναν δίκαιο τοῦ Θεοῦ, εἶχε γευθῆ τὸ ἔλεός Του, εἶχε δεῖ τὴν δόξα Του.

Προσεκτικὰ ὁ π. Ἀρσένιος τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ, ἔκανε βαθειὰ ὑπόκλισι μπροστά του καὶ ξαφνικὰ συνειδητοποίησε ὅτι ἦταν ἀκόμη στὸ θάλαμο ἑνὸς στρατοπέδου «μὲ αὐστηρὸ καθεστὼς κρατήσεως». Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἡ σκέψις ἀπὸ τὸ μυαλό του: Αὐτὸ τὸ στρατόπεδο εἶχε μόλις δεχθῆ μίαν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ποὺ εἶχε ἔρθει νὰ παραλάβη τὴν ψυχὴ τοῦ δικαίου Μιχαήλ.

Μόνο λίγη ὥρα ἀπόμενε μέχρι τὸ ἐγερτήριο. Ὁ π. Ἀρσένιος πῆρε τὸ κασκέτο τοῦ Μιχαήλ, τύπωσε στὴ μνήμη τὸν ἀριθμὸ καὶ πῆγε νὰ ἐνημερώση τὸν θαλαμάρχη γιὰ τὸν θάνατο. Ὁ θαλαμάρχης, ὁ ἀρχαιότερος τῶν καταδίκων, ρώτησε τὸν ἀριθμὸ τοῦ νεκροῦ καὶ ἐξέφρασε τὴν συμπάθειά του.

Οἱ θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οἱ κρατούμενοι ἔτρεξαν ἔξω γιὰ τὴν ἐπιθεώρησι καὶ μπῆκαν γρήγορα σὲ σειρές. Ὁ θαλαμάρχης πλησίασε τοὺς ἐπιθεωρητὲς ποὺ στέκονταν στὴν εἴσοδο τοῦ θαλάμου καὶ ἀνέφερε: “Ἔχουμε ἕναν νεκρό, ἀριθμὸς Β 382.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὲς μπῆκε στὸ θάλαμο, κοίταξε τὸν νεκρό, σκούντησε τὸ λείψανο μὲ τὴ μύτη τῆς μπότας του καὶ ἔφυγε. Δύο ὧρες ἀργότερα ἔφθασε ἕνα ἕλκυθρο γιὰ νὰ πάρη τὸ πτῶμα. Ἕνας γιατρὸς τῶν φυλακῶν, ἀπὸ τοὺς καλούμενους «ἐθελοντὲς ἐργασίας», μπῆκε μέσα, διάβηκε μὲ τὸ βλέμμα του ἀπρόσεκτα τὸ νεκρὸ σῶμα, σήκωσε λίγο τὸ ἕνα βλέφαρο μὲ τὸ κλεισμένο σὲ γάντι χέρι του καὶ μ’ ἕνα τόνο ἀπαρέσκειας εἶπε στὴν ὁμάδα ὑπηρεσίας: “Γρήγορα, βάλτε το στὸ κάρρο”.
 
 

Διάφορα πτώματα κοίτονταν ἤδη πάνω στὸ ἕλκυθρο. Τὸ σῶμα τοῦ Μιχαὴλ μεταφέρθηκε ἔξω καὶ τοποθετήθηκε πάνω στὰ ἄλλα. Ὁ ὁδηγὸς πῆρε θέσι ἰσορροπώντας τὰ πόδια του ἐπάνω στὰ πτώματα, ποὺ εἶχαν ἤδη ξυλιάσει ἀπὸ τὸ κρύο.

Ἔπεφτε ψιλὸ χιόνι καὶ καθὼς ἀκουμποῦσε στὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν, ἔλυωνε ἀργά. Ἦταν σὰν νὰ ἔκλαιγαν. Κοντὰ στοὺς θαλάμους στέκονταν ἀκόμα οἱ ἐπιθεωρητές, ποὺ συζητοῦσαν μὲ τὸν γιατρό, οἱ κρατούμενοι ὑπηρεσίας καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ποὺ ἕσφιγγε τὰ χέρια του στὸ στῆθος καὶ προσευχόταν σιωπηλά.

Τὸ ἕλκυθρο ἄρχισε νὰ κινῆται. Κάνοντας μία βαθειὰ ὑπόκλισι ὁ π. Ἀρσένιος εὐλόγησε τὰ ἄψυχα σώματα καὶ γύρισε πίσω στὸν θάλαμο. Ὁ ὁδηγὸς τίναξε τὰ χαλινάρια καὶ ἔκανε τὰ ἄλογα νὰ ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μιὰ βρισιά. Τὸ ἕλκυθρο ἀπομακρύνθηκε ἀργὰ καὶ χάθηκε ἀπὸ τὴ ματιά.



Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ

 
 
 
 

«... Ει μη εν Προσευχή και Νηστεία»

Δεν μπορεί να υπάρξει Σαρακοστή χωρίς νηστεία. Όμως φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα ή δεν παίρνουν τη νηστεία στα σοβαρά ή, αν την παίρνουν, παρεξηγούν τον πραγματικό πνευματικό σκοπό της. Για μερικούς νηστεία σημαίνει ένα συμβολικό «σταμάτημα» σε κάτι· για μερικούς άλλους νηστεία είναι μια προσεκτική τήρηση των νηστευτικών κανόνων. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις σπάνια η νηστεία συνδέεται με την όλη προσπάθεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Εδώ θα πρέπει πρώτα πρώτα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη νηστεία και ύστερα να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Πώς μπορούμε εμείς να εφαρμόσουμε αυτή τη διδασκαλία στη ζωή μας;

Η νηστεία ή η αποχή από τις τροφές δεν είναι αποκλειστικά μια χριστιανική συνήθεια. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα σε άλλες θρησκείες ή και πέρα από τις θρησκείες, όπως λόγου χαρη, σε μερικές ειδικές θεραπείες κλπ. Σήμερα οι άνθρωποι νηστεύουν (απέχουν από το φαγητό) για πάρα πολλές αιτίες ακόμα και για πολιτικούς, μερικές φορές λόγους. Είναι πολύ βασικό λοιπόν να ξεχωρίσουμε το μοναδικό περιεχόμενο στη χριστιανική νηστεία. Αυτό μας αποκαλύπτεται πρώτα απ' όλα στην αλληλοεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα σε δυο γεγονότα που βρίσκονται στην Αγία Γραφή: το ένα στην αρχή της Παλαιάς Διαθήκης και το άλλο στην αρχή της Καινής Διαθήκης. Το πρώτο γεγονός είναι το «σταμάτημα της νηστείας» από τον Αδάμ στον Παράδεισο. Έφαγε, ο Αδάμ, από τον απαγορευμένο καρπό. Έτσι μας παρουσιάζεται η πρώτη αμαρτία του ανθρώπου. Ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ -και αυτό είναι το δεύτερο γεγονός- αρχίζει με νηστεία. Ο Αδάμ πειράσθηκε και υπόκυψε στον πειρασμό. Ο Χριστός πειράσθηκε και νίκησε τον πειρασμό. Η συνέπεια της αποτυχίας του Αδάμ είναι η έξωσή του από τον Παράδεισο και ο θάνατος. Ο καρπός της νίκης του Χριστού είναι η συντριβή του θανάτου και η δική μας επιστροφή στον Παράδεισο. Tα περιορισμένα περιθώρια που διαθέτουμε εδώ δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε λεπτομερείς εξηγήσεις για το νόημα αυτού του παραλληλισμού. Οπωσδήποτε όμως είναι φανερό ότι απ' αυτή την άποψη η νηστεία μας παρουσιάζεται σαν κάτι που έχει αποφασιστική και τελειωτική σημασία. Δεν είναι μια απλή «υποχρέωση», ένα έθιμο· είναι δεμένη μ' αυτό το ίδιο το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, της σωτηρίας και της καταδίκης.
 
 

Στην ορθόδοξη διδασκαλία, αμαρτία δεν είναι μόνο η παράβαση της εντολής που φέρνει σαν συνέπεια την τιμωρία· είναι πάντοτε ένας ακρωτηριασμός της ζωής που μας δόθηκε από το Θεό. Για το λόγο αυτό η ιστορία της προπατορικής αμαρτίας μας παρουσιάζεται σαν μια πράξη τροφής. Η τροφή είναι μέσο ζωής· αυτό μας κρατάει ζωντανούς. Αλλά ακριβώς εδώ είναι η βασική ερώτηση: Tι σημαίνει να είναι κανείς ζωντανός και τι σημαίνει «ζωή»; Για μας σήμερα αυτοί οι όροι έχουν πρωταρχικά μια βιολογική έννοια: ζωή είναι συγκεκριμένα αυτό που τελικά εξαρτιέται από την τροφή και, ακόμα γενικότερα, από τον υλικό κόσμο. Αλλά για την Αγία Γραφή και για την ορθόδοξη παράδοση αυτή η ζωή «...επ' άρτω μόνω», ταυτίζεται με το θάνατο γιατί ακριβώς είναι μια θνητή ζωή, γιατί ο θάνατος κυριαρχεί πάντοτε μέσα της. Ο Θεός, το ξέρουμε αυτό, «δεν δημιούργησε το θάνατο». Αυτός είναι ο Δοτήρας της Ζωής. Πώς λοιπόν η ζωή έγινε θνητή; Γιατί ο θάνατος και πάλι ο θανατος είναι η μόνη απόλυτη βεβαιότητα κάθε ύπαρξης; Η Εκκλησία απαντάει: διότι ο άνθρωπος αρνήθηκε τη ζωή όπως την έκανε ο Θεός και του την πρόσφερε, και προτίμησε μια ζωή πού να εξαρτιέται όχι αποκλειστικά από το Θεό αλλά «επ' άρτω μόνω». Όχι μονάχα παράκουσε το Θεό και αυτοτιμωρήθηκε, αλλά άλλαξε ολόκληρη τη σχέση ανάμεσα στον εαυτό του και σ' όλη την κτίση. Σίγουρα ο κόσμος δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό σαν «τροφή», σαν μέσο ζωής· ακόμα η ζωή ήταν για να γίνει κοινωνία μέ το Θεό· δεν είχε δικό της σκοπό αλλά περιεχόταν ολόκληρη στο Θεό. «Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιωαν. 1,14). Έτσι ο κόσμος και η τροφή δημιουργήθηκαν σαν μέσα επικοινωνίας με το Θεό και μόνον αν ο άνθρωπος δεχόταν ν' ανοιχτεί στο Θεό θα του πρόσφεραν όλα αυτά τη ζωή Η τροφή αυτή μόνη της, μέσα της, δεν έχει ζωή και δεν μπορεί να δώσει ζωή. Μόνο ο Θεός έχει Ζωή και είναι Ζωή. Μέσα στήν τροφή ο ίδιος ο Θεός - και όχι οι θερμίδες - είναι η αρχή της ζωής. ΄Ετσι η τροφή, η ζωή, η γνώση του Θεού και η κοινωνία μαζί Του ήταν ένα και το αυτό πράγμα. Η απύθμενη τραγωδία του Αδάμ είναι ότι έφαγε για δικό του όφελος. Ακόμα δε περισσότερο απ' αυτό είναι γιατί έφαγε «χωρισμένος» από το Θεό για να μπορέσει να γίνει ανεξάρτητος απ' Αυτόν. Και αν το έκανε αυτό ήταν γιατί πίστευε πως η τροφή είχε μέσα της ζωή και έτσι εκείνος γευόμενος αυτή την τροφή θα γινόταν σαν το Θεό, θα είχε δηλαδή μέσα του δική του ζωή! Με άλλα λόγια: πίστευε στήν τροφή, ενώ ο σκοπός πίστης, εμπιστοσύνης και εξάρτησης είναι ο Θεός και μόνο ο Θεός. Ο κόσμος και η τροφή έγιναν ο Θεός του, η πηγή και η αρχή της ζωής του. Έγινε σκλάβος τους.
 
 
 

'Αδάμ - στα Εβραϊκά - σημαίνει «άνθρωπος». Αυτό είναι και το δικό μου όνομα και το κοινό όνομα για όλους μας. Ο άνθρωπος είναι ακόμα Αδάμ, είναι ακόμα ο σκλάβος της «τροφής». Μπορεί να ισχυρίζεται ότι πιστεύει στο Θεό, αλλά ο Θεός, δεν είναι η ζωή του, η τροφή του, το περιεχόμενο που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή του. Μπορεί να λέει ότι παίρνει τη ζωή του από το Θεό, αλλ' όμως δεν ζει «εν τώ Θεώ» και για το Θεό. H επιστήμη του, οι εμπειρίες του, η αυτοσυνειδησία του, όλα κτίζονται πάνω στην ίδια βάση: «επ' άρτω μόνω». Τρώμε για να διατηρούμαστε ζωντανοί, είμαστε ζωντανοί αλλά όχι «εν τω Θεώ». Ακριβώς αυτή είναι η αμαρτία όλων των αμαρτιών. Αυτή είναι η ετυμηγορία του θανάτου που κρέμεται πάνω από τη ζωή μας.

Ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ. Έρχεται να επανορθώσει την καταστροφή που επέβαλε στη ζωή ο Αδάμ, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή ζωή. Και ο Χριστός επίσης αρχίζει με νηστεία: «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε» (Ματθ. 4,2). Η πείνα είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία αναγνωρίζουμε την εξάρτησή μας από κάτι άλλο - τη στιγμή που νιώθουμε κατεπείγουσα και απαραίτητη ανάγκη για τροφή καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουμε τη ζωή μέσα μας. Είναι αυτό το όριο πέρα από το οποίο ή πεθαίνω από ασιτία ή αφού ικανοποιήσω το σώμα μου έχω ξανά το αίσθημα της ζωής μέσα μου. Αυτή ακριβώς, με άλλα λόγια, είναι η στιγμή που αντιμετωπίζουμε την τελική ερώτηση: Από τι λοιπόν εξαρτάται η ζωή μου; Και εφ' όσον η ερώτηση δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή ερώτηση, αλλά την νιώθω μ' ολόκληρο το σώμα μου, είναι επίσης και στιγμή πειρασμού. Ο Διάβολος ήρθε στον Αδαμ μεσα στον Παράδεισο· ήρθε επίσης και στο Χριστό μέσα στην έρημο. Πλησίασε δηλαδή δυο πεινασμένους ανθρώπους και τους είπε: Χορτάστε την πείνα σας, γιατί αυτή είναι η απόδειξη ότι εξαρτάσθε ολοκληρωτικά από την τροφή, ότι η ζωή σας βρίσκεται στην τροφή. Kαι ο μεν Αδάμ πίστεψε και έφαγε, ο Χριστός όμως αρνήθηκε τον πειρασμό και είπε: ο άνθρωπος «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται». Αρνήθηκε να δεχτεί αυτό το ψέμα που ο διάβολος επιβάλλει στον κόσμο· το κάνει δε ολοφάνερη αλήθεια χωρίς καμιά επιπλέον συζήτηση, το κάνει θεμέλιο για όλες τις απόψεις μας, τις επιστήμες, την ιατρική, πιθανόν και για τη θρησκεία. Κάνοντας αυτά ο Χριστός αποκατέστησε τη σχέση ανάμεσα στην τροφή, τη ζωή και το Θεό· σχέση την οποία είχε σπάσει ο Αδάμ και που εμείς εξακολουθούμε να τη σπάζουμε κάθε μέρα.

Τι είναι, λοιπόν, νηστεία για μας τους χριστιανούς; Είναι η είσοδός μας και η συμμετοχή μας σε κείνη την εμπειρία του Χριστού με την οποία μας ελευθερώνει από την ολοκληρωτική εξάρτηση από την τροφή, την ύλη και τον κόσμο. Με κανένα τρόπο η δική μας ελευθερία δεν είναι πλήρης. Με το να ζούμε ακόμα στο μεταπτωτικό κόσμο, στον κόσμο του παλιού Αδάμ, με το να είμαστε μέρος του, εξακολουθούμε να εξαρτώμαστε από την τροφή. Αλλά όπως ακριβώς ο θάνατός μας - από τον οποίο είναι ανάγκη οπωσδήποτε να περάσουμε - έγινε χάρη στο θάνατο του Χριστού μια διάβαση προς τη ζωή, έτσι και η τροφή που τρώμε και η ζωή που μας δίνει μπορεί να γίνει ζωή «εν τω Θεώ» και για το Θεό. Ένα μέρος της τροφής μας έχει ήδη γίνει «τροφή αθανασίας» - το Σώμα και το Αίμα του ίδιου του Χριστού. Αλλά ακόμα και ο «επιούσιος άρτος» που παίρνουμε από το Θεό μπορεί να είναι σ' αυτή τη ζωή μας και σ' αυτόν τον κόσμο, εκείνο που μας δίνει δύναμη, να είναι η επικοινωνία μας με το Θεό μάλλον παρά εκείνο που μας χωρίζει απ' Αυτόν. Παρ' όλα αυτά όμως μόνο η νηστεία είναι εκείνη που μπορεί να πραγματοποιήσει μια τέτοια μεταστροφή, μπορεί να μας δώσει την υπαρξιακή βεβαίωση ότι η εξάρτησή μας από την τροφή και την ύλη δεν είναι ολοκληρωτική και τέλεια· ότι ενωμένη με την προσευχή, τη χάρη και τη λατρεία μπορεί να γίνει πνευματική.
 
 

Όλα αυτά σημαίνουν, αν το νιώσουμε βαθιά, ότι η νηστεία είναι το μόνο μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επανορθώνει την αληθινή πνευματική του φύση. Δεν είναι μια θεωρητική αλλά μια αληθινά πρακτική πρόκληση για τον «πατέρα του ψεύδους» που καταφέρνει να μας πείσει ότι εξαρτιόμαστε μόνο από το ψωμί και να οικοδομήσει όλη την ανθρώπινη γνώση, την επιστήμη και όλη την ύπαρξη πάνω σ' αυτό το ψέμα. Η νηστεία είναι ένα ξεσκέπασμα αυτής της απάτης και ταυτόχρονα μια απόδειξη ότι υπάρχει αυτό το ψέμα. Έχει ύψιστη σημασία το ότι ο Χριστός, ενώ νήστευε συνάντησε το Σατανά και το ότι αργότερα είπε ότι ο Σατανάς δεν αντιμετωπίζεται «ει μη εν νηστεία και προσευχή». Η νηστεία είναι ο πραγματικός αγώνας κατά του Διαβόλου γιατί είναι η πρόκληση στο νόμο που τον κάνει «άρχοντα του κόσμου τούτου». Και όμως αν κάποιος πεινασμένος ανακαλύψει ότι μπορεί πραγματικά να γίνει ανεξάρτητος απ' αυτή την πείνα, ότι δεν θα καταστραφεί απ' αυτή αλλά ακριβώς το αντίθετο ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε πηγή πνευματικής δύναμης καί νίκης, τότε τίποτε δεν απομένει απ' αυτό το μεγάλο ψέμα στο οποίο ζούσαμε μετά από τον Αδάμ.

Πόσο άραγε ξεφύγαμε από την συνηθισμένη αντίληψη της νηστείας - ότι νηστεία δεν είναι παρά η αλλαγή φαγητών, ή το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται -, απ' όλη την επιφανειακή υποκρισία; Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος ν' ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ' όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην πραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό.

Στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, νηστεία πάντοτε σημαίνει τέλεια αποχή από την τροφή, κατάσταση πείνας, ώθηση τού σώματος στα άκρα. Εδώ όμως ανακαλύπτουμε ακόμα ότι η νηστεία σαν μια σωματική προσπάθεια δεν έχει κανένα νόημα χωρίς το πνευματικό συμπλήρωμα της «... εν νηστεία και προσευχή». Αυτό σημαίνει ότι χωρίς την αντίστοιχη πνευματική προσπάθεια, χωρίς να τρεφόμαστε με τη Θεία Πραγματικότητα, χωρίς ν' ανακαλύψουμε τήν ολοκληρωτική μας εξάρτηση από το Θεό και μόνο απ' Αυτόν, η σωματική νηστεία θα καταντήσει μια πραγματική αυτοκτονία. Αν ο ίδιος ο Χριστός πειράστηκε ενώ νήστευε, εμείς δεν έχουμε την παραμικρή πιθανότητα ν' αποφύγουμε έναν τέτοιο πειρασμό. Η σωματική νηστεία είναι απαραίτητη μεν αλλά χάνει κάθε νόημα και γίνεται αληθινά επικίνδυνη αν ξεκοπεί από την πνευματική προσπάθεια - από την προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση. Η νηστεία είναι μια τέχνη που την κατέχουν απόλυτα οι άγιοι. Θα ήταν αλαζονικό και επικίνδυνο για μας αν δοκιμάζαμε αυτή την τέχνη χωρίς διάκριση και προσοχή. Η λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής μας υπενθυμίζει συνέχεια τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τους πειρασμούς που περιμένουν όσους νομίζουν ότι μπορούν να στηριχτούν στη δύναμη της θέλησής τους και όχι στο Θεό.

Για το λόγο αυτό εκείνο που πρώτα απ' όλα χρειαζόμαστε είναι μια πνευματική προετοιμασία για την προσπάθεια της νηστείας. Και αυτή είναι να ζητήσωμε από το Θεό βοήθεια και επίσης να κάνουμε τη νηστεία μας θεο-κεντρική. Να νηστεύουμε εν ονόματι του Θεού. Πρέπει να ξανανιώσουμε ότι το σώμα μας είναι ναός της Παρουσίας του. Είναι ανάγκη να ξαναβρούμε ένα θρησκευτικό σεβασμό για το σώμα, την τροφή, για το σωστό ρυθμό της ζωής. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν πριν αρχίσει η νηστεία, ώστε όταν αρχίσουμε να νηστεύουμε να είμαστε εφοδιασμένοι με πνευματικό οπλισμό, με το δράμα και το πνεύμα της μάχης και της νίκης.
 
 

Κατόπιν έρχεται η ίδια η νηστεία. Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω η νηστεία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο επίπεδα: πρώτα σαν ασκητική νηστεία και δεύτερον σαν γενική νηστεία. Η ασκητική νηστεία περιλαμβάνει μια δραστική μείωση της τροφής έτσι ώστε η συνεχής κατάσταση πείνας να μπορεί να βιωθεί σαν υπενθύμιση του Θεού και σαν διαρκής προσπάθεια συγκέντρωσης του νου μας στο Θεό. Όποιος το έχει δοκιμάσει αυτό - έστω και για λίγο - ξέρει ότι ή ασκητική νηστεία αντί να μας αδυνατίζει, μας ξαλαφρώνει, μας ευκολύνει στην αύτοσυγκέντρωση, μας κάνει νηφάλιους, χαρούμενους και καθαρούς. Αυτός που νηστεύει έτσι, παίρνει την τροφή σαν αληθινό δώρο του Θεού. Είναι συνέχεια στραμμένος προς τον εσωτερικό κόσμο ο οποίος, ανεξήγητα, γίνεται ένα είδος τροφής. Δεν χρειάζεται να πούμε εδώ για την ακριβή ποσότητα της τροφής που πρέπει να τρώει κανείς κατα την ασκητική νηστεία, ούτε για το ρυθμό και την ποιότητα της τροφής· όλα αυτά εξαρτιώνται από τις ατομικές μας δυνατότητες και τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας. Αλλά η βάση είναι ξεκάθαρη: είναι μια κατάσταση ενός μισοπεινασμένου ανθρώπου του οποίου η «αρνητική» φύση συνέχεια μεταμορφώνεται από την προσευχή, τη μνήμη, την προσοχή και την αυτοσυγκέντρωση σε «θετική» δύναμη.

Όσο για την γενική νηστεία είναι ανάγκη αυτή να περιορίζεται σε διάρκεια και να συνδυάζεται με τη Θεία Ευχαριστία. Με τις παρούσες συνθήκες ζωής η καλύτερη μορφή αυτής της νηστείας είναι η μέρα πριν από τη βραδυνή Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Είτε νηστεύουμε αυτή τη μέρα από νωρίς το πρωί είτε αργότερα, το βασικό σημείο είναι να ζούμε όλη τη μέρα σαν μια μέρα προσδοκίας, ελπίδας, μια μέρα πείνας για τον ίδιο το Θεό. Δηλαδή να αυτοσυγκεντρωθούμε και να σκεφτούμε αυτό που πρόκειται να έρθει, το δώρο που θα πάρουμε και που για χάρη του απαρνούμαστε όλα τ' άλλα δώρα.
 
 

Ύστερα απ' όσα είπαμε, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι όσο περιορισμένη και αν είναι η νηστεία μας - εφ' όσον είναι αληθινή νηστεία - θα μας οδηγήσει στον πειρασμό, στην αδυναμία, στην αμφιβολία και στον ερεθισμό. Μ' άλλα λόγια δηλαδή θα είναι μια πραγματική μάχη και πιθανόν ν' αποτύχουμε πολλές φορές. Αλλά αν ανακαλύψουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μάχη και προσπάθεια, τότε βρήκαμε το βασικό στοιχείο της νηστείας. Μια πίστη που δεν έχει ξεπεράσει τις αμφιβολίες και τον πειρασμό σπάνια μπορεί να θεωρηθεί αληθινή πίστη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμιά πρόοδος στη χριστιανική ζωή χωρίς την πικρή εμπειρία της αποτυχίας. Πάρα πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να νηστεύουν με ενθουσιασμό και σταματούν μετά την πρώτη αποτυχία. Θα μπορούσα να πω ότι ακριβώς σ' αυτή την πρώτη αποτυχία έρχεται η πραγματική δοκιμή. Αν μετά την αποτυχία και την συνθηκολόγηση με τις ορέξεις μας και τα πάθη μας ξαναγυρίσουμε όλα απ' την αρχή και δεν υποχωρήσουμε όσες φορές κι αν αποτύχουμε, αργά ή γρήγορα η νηστεία μας θα φέρει τους πνευματικούς καρπούς της. Ανάμεσα στην αγιότητα και τον απαγοητευτικό κυνισμό βρίσκεται η μεγάλη και θεϊκή αρετή της υπομονής - υπομονή πρώτα απ' όλα για τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει σύντομος δρόμος για την αγιότητα· για κάθε σκαλοπάτι πρέπει να πληρώσουμε ολόκληρο το αντίτιμο. Έτσι, το καλύτερο και ασφαλέστερο είναι ν' αρχίσουμε με το ελάχιστο - ακριβώς λίγο πάνω από τις φυσικές μας δυνατότητες - και ν' αυξήσουμε τις προσπάθειές μας λίγο λίγο, παρά να επιχειρήσουμε πηδήματα σε μεγάλα ύψη στην αρχή και να σπάσουμε μερικά κόκκαλα πέφτοντας στή γή!

Σαν συμπέρασμα: από μια συμβατική και τυπική νηστεία - δηλαδή νηστεία από υποχρέωση και συνήθεια - πρέπει να γυρίσουμε στην πραγματική νηστεία. Ας είναι περιορισμένη και ταπεινή αλλά να είναι συνεχής και αποφασιστική. Ας αντιμετωπίσουμε έντιμα τις πνευματικές και φυσικές μας δυνατότητες και ας ενεργήσουμε ανάλογα· ας θυμόμαστε πάντως ότι δεν μπορούμε να νηστέψουμε χωρίς να προκαλέσουμε αυτές τίς δυνατότητες, χωρίς να ενεργοποιήσουμε στή ζωή μας τα θεϊκά λόγια «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ».



ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ

 
 

Ζούμε σε μία εποχή όπου η επιστήμη γνώρισε μίαν εκ­πληκτική πρόοδο. Ανακα­λύψεις και κατακτήσεις που πριν δύο-τρεις αιώνες φαίνονταν αδια­νόητες και κινούνταν στη σφαίρα της φαντασίας, έγιναν πραγματικότητα. Η ζωή των ανθρώπων άλλαξε σε ση­μαντικό βαθμό. Κι ενώ περίμενε κανείς η πρόοδος αυτή να οδηγούσε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις προλήψεις, δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες, πρωτογονισμούς του παρελθόντος, η κατάσταση δεν φαί­νεται να άλλαξε σημαντικά. Ο σύγ­χρονος άνθρωπος, καυχιέται για τις κατακτήσεις του, αλλά και παραμέ­νει δέσμιος των πρωτόγονων καταβο­λών του. Οι πρωτόγονες προλήψεις και δεισιδαιμονίες βασανίζουν και καταταλαιπωρούν τον άνθρωπο. Σε κάθε του βήμα διαβλέπει κινδύνους, ταλαιπωρίες, αποτυχίες, ασθένειες, θανάτους, με αποτέλεσμα να χάνει την ειρήνη του. Και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι νομίζει πως όλα αυτά είναι μέσα στο χώρο της πίστης! Έλε­γε κάποτε ένα σημαίνον πρόσωπο της Ελληνικής κοινωνίας, με διεθνή εμβέλεια: «Εγώ είμαι πολύ θρήσκος άνθρωπος. Να φανταστείτε ότι ποτέ δεν αρχίζω κάποια εργασία, ημέρα Τρίτη!» Η άγνοια και η σύγχυση είναι προφανής.

  
 


ΠΡΩΤΟΓΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Ο πρωτόγονος άνθρωπος απομακρυνόμενος σταδιακά από τον αληθι­νό Θεό, θεοποίησε τα άψυχα και έμ­ψυχα κτίσματα και έγινε δέσμιος των προλήψεων. Ο πρωτόγονος άνθρω­πος ήταν κατεξοχήν προληπτικός. Πηγή των προλήψεων ήταν ο φόβος, που ένιωθε μπροστά στις άγνωστες και ισχυρότερες από αυτόν δυνάμεις της φύσης. Επειδή είχε σχηματίσει την εντύπωση, ότι οι δυνάμεις αυτές ήταν εχθρικές για τη ζωή του, άρχισε να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, για να αποφύγει τις βλαπτικές ενέργειες τους, που αυτές έμελλε να του προ­ξενήσουν.


Με τον τρόπο αυτό, όλες οι εκδηλώ­σεις της ζωής του πρωτόγονου αν­θρώπου συνδυάστηκαν με αναρίθμη­τα είδη προλήψεων: πρόσωπα και πράγματα, φυσικά φαινόμενα και γε­γονότα της ζωής και πουλιά, ζωή και θάνατος, χώρος και χρόνος, στα πά­ντα οι αρχαίοι άνθρωποι έβλεπαν το κακό την καταστροφή, τη «θεομηνία». Έτσι γεγονότα που απλώς συνέβαιναν στη ζωή και δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, τυχαίες συμπτώσεις, θε­ωρούνται πως έχουν άμεσα αποτελέ­σματα στη ζωή, συνήθως δυσάρεστα.

Μια άλλη έκφραση των προλήψεων των πρωτόγονων ήταν και τα τοτέμ, διάφορα δηλαδή αντικείμενα που το­ποθετούσαν στους οικισμούς τους, για προστασία από τις βλαπτικές επι­δράσεις των «πνευμάτων». Τα τοτέμ είχαν συνήθως τις μορφές αγρίων ζώ­ων, αρχικά μάλιστα ήταν πραγματικά θηρία, που είχαν θεοποιηθεί. Γι' αυ­τό και οι μορφές των τοτέμ ήταν άγριες και προκαλούσαν τρόμο.

 
 


Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Εκκλησία μας, κατά την ίδρυση της, ήλθε κατ' αρχήν, σε κατά μέτωπον σύγκρουση με την πρωτόγονη θρησκευτικότητα, την ειδωλολατρεία, τη μαγεία, τις προλήψεις και δεισι­δαιμονίες. Οι αιματηροί διωγμοί των πρώτων αιώνων, που κόστισαν στην Εκκλησία εκατομμύρια Μάρτυρες, δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της φοβε­ρής αυτής αναμέτρησης του χριστια­νισμού με τον πρωτογονισμό και την ειδωλολατρία.

Παρ' όλες όμως τις προσπάθειες της Εκκλησίας, πολλοί άνθρωποι δεν δέ­χτηκαν να εγκαταλείψουν τις μορφές της πρωτόγονης θρησκευτικότητας και να ασπαστούν το χριστιανισμό. Αλλά και απ' αυτούς που τον δέχθη­καν, δεν ήταν λίγοι αυτοί που συνέχι­σαν να έχουν κάποια μικρή ή μεγάλη σχέση με την πρωτόγονη θρησκευτικό­τητα, ιδίως τη μαγεία. Έτσι μέχρι σή­μερα η πρωτόγονη θρησκευτικότητα συνεχίζει να υπάρχει και να επηρεάζει τους ανθρώπους. Η μαγεία, η αστρο­λογία και τα όμοια, παρουσιάζουν σή­μερα μια θεαματική έξαρση, ενώ πολ­λές προλήψεις και δεισιδαιμονίες των πρωτόγονων επιβιώνουν στα ήδη και έθιμα των χριστιανικών λαών.

 


ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΠΡΟΛΗΨΕΩΝ

Ένα πλήθος προλήψεων και δεισι­δαιμονιών ταλαιπωρούν τους; αν­θρώπους. Τους δημιουργούν φόβους ανύπαρκτους, σπέρνουν την ανησυ­χία και κάνουν τη ζωή πολλών τα­ραγμένη, γεμάτη εφιάλτες και τρό­μους. Είναι τόσες πολλές οι προλή­ψεις που αν καταφέρει κανείς να τις συγκεντρώσει, θα γεμίσει πολλές σε­λίδες. Μερικές απ' αυτές θα εκθέ­σουμε στη συνέχεια, για να δούμε πώς βασανίζονται οι άνθρωποι χωρίς λόγο και πόσο μακριά βρίσκονται από την αληθινή πίστη.

Πρώτα να δούμε τις προλήψεις γύ­ρω από το γάμο, το μέγα αυτό μυστή­ριο, όπως το ονομάζει ο Απ. Παύλος. Η εκκλησία ευλογεί την ένωση δύο ανθρώπων και τους καλεί να αγωνι­στούν στο άθλημα της αγάπης, σε μία πορεία σταυρική που θα πρέπει να βαδίσουν με πίστη στο Θεό, με ευθύ­νη και πολλές θυσίες. Οι προληπτικοί όμως θέτουν άλλες προϋποθέσεις για να «πετύχει» ο γάμος. Η επιτυχία και η ευτυχία στο γάμο εξαρτάται όχι από τη χάρη του θεού και τον αγώνα των συζύγων, αλλά από τις προλήψεις, π.χ. Δεν θα πρέπει να παντρεύονται τον ίδιο χρόνο δύο αδέλφια. Όχι γά­μος στο δίσεκτο χρόνο, ή Μάιο μήνα. Όποιοι πάνε να παραλάβουν τον κου­μπάρο, θα γυρίσουν από άλλο δρόμο, γιατί αλλιώς ριψοκινδυνεύουν τη στε­ρεότητα του γάμου. Όταν ο προξενη-τής ή η προξενήτρα πηγαίνουν να συ­ζητήσουν για το συνοικέσιο, θα πρέ­πει να φοράνε μια κάλτσα ανάποδα. Την ώρα που η νεόνυμφη μπαίνει στο νέο σπίτι, αλείφει την πόρτα του σπι­τιού με μέλι ή βούτυρο, για να είναι γλυκιά κι ευτυχισμένη η οικογενεια­κή της ζωή. Την πρώτη εβδομάδα του γάμου της δεν πρέπει να σκουπίσει, γιατί θα συμβεί θάνατος στο σπίτι κ.λπ. κ.λπ.

Καρπός του γάμου είναι η τεκνογο­νία. Οι σύζυγοι αξιώνονται από το Θεό να γίνουν συνδημιουργοί Του, να φέρουν στον κόσμο νέες υπάρξεις. Δυστυχώς και η μεγάλη αυτή δωρεά του Θεού συνυφαίνεται με ένα σωρό γελοίες προλήψεις, π.χ. Αν ακούσει η μητέρα να λαλεί κουκουβάγια, θα γεννήσει κορίτσι. Αν όμως ακούσει μπούφο, θα γεννήσει αγόρι. Όταν γεννηθεί το παιδί, θα πρέπει να του βάλουν μπαμπάκια γύρω από το σα­γόνι του για να ζήσει πολλά χρόνια. Την όγδοη μέρα, όταν κανονικά θα πρέπει να καλείται ιερέας και να δί­νεται το όνομα του παιδιού, οι προ­ληπτικές μητέρες ετοιμάζουν γλυκί­σματα, κοσμήματα, χρήματα. Δεν εί­ναι για τους ανθρώπους που θα το επισκεφθούν, αλλά για της ... μοίρες. Την όγδοη μέρα έρχονται οι μοίρες, για να ορίσουν τη μοίρα του. Για να είναι όμως καλή η μοίρα του παιδι­ού, οι μοίρες πρέπει να γλυκαθούν, να ευχαριστηθούν και να δώσουν κα­λές ευχές. Γιατί, αν δυσαρεστηθούν, τότε το παιδί θα δυστυχήσει! Ακόμη, πάρα πολλοί γονείς κρεμούν στο παι­δί, όχι το σταυρό, αλλά το «χαϊμαλί». Δηλαδή, ένα φυλαχτό, που δεν περιέ­χει βέβαια ιερά αντικείμενα, αλλά ει­δωλολατρικά, μια πράσινη χάντρα ή ένα μάτι, πέταλα, καρδούλες ελεφα­ντόδοντα, για να προφυλάσσεται το παιδί απ' το κακό το μάτι, το μάτιασμα. Έτσι οι γονείς αντί να εφοδιά­ζουν τα παιδιά τους με το πανίσχυρο όπλο του σταυρού, αντί να τα παρα­δίνουν στο φύλακα άγγελο τους, τα εμπιστεύονται στα «χαϊμαλιά», στα ει­δωλολατρικά φυλαχτά και σε τελευ­ταία ανάλυση στον ... διάβολο!

Οι περισσότερες ίσως προλήψεις συνδέονται με το τέλος της επίγειας ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κάποια μέρα, είτε σε βαθύ γήρας, εί­τε σε νεότερη ηλικία θα έλθει αντιμέτωπος με «την φοβεράν ώραν του θα­νάτου». Κανείς όμως δεν γνωρίζει ποια θα είναι αυτή η ώρα, παρά μό­νον ο Θεός, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το μόνον που μας προ­τρέπει είναι να είμαστε άγρυπνοι και έτοιμοι: «Γρηγορείτε!» Την φιλάνθρωπη αυτή προτροπή οι άνθρωποι λη­σμονούν ή αγνοούν και προσπαθούν να καλυφθούν πίσω από μύριες προ­λήψεις, π.χ. Ο ασθενής ξεψύχησε. Σε πολλά χωριά τρέχουν να χύσουν όλα τα νερά από τις στάμνες και άλλα δοχεία, γιατί αυτό το νερό θεωρείται «πεθαμένο», μολυσμένο και πρέπει να αντικατασταθεί με άλλο «ζωντα­νό». Γιατί είναι πεθαμένο; Όμως δεν υπάρχει απάντηση, γιατί όλες οι προλήψεις δεν έχουν λογική. Βγαίνει ο νεκρός από την εξώθυρα και ακού­γονται κρότοι αγγείων που σπάζουν ένα πιάτο, μια στάμνα. Γιατί; Για να μείνει εκεί το κακό. Αλλού τοποθε­τούν πάνω στον τάφο ή μέσα διάφο­ρα τρόφιμα για να φάει ο νεκρός. Και όταν τελειώσει η κηδεία οι συγ­γενείς και φίλοι του νεκρού δεν γυ­ρίζουν απ' τον ίδιο δρόμο για να μην ... δευτερώσει το κακό. Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι οι πενθούντες δεν εκκλησιάζονται γιατί απαγορεύεται! Έτσι υπάρχουν άνθρωποι που για χρόνια ολόκληρα δεν εκκλησιάζο­νται, δεν συμμετέχουν στα μυστήρια και αποκόπτονται από την εκκλησία. Στερούν τον εαυτό τους από την πα­ρηγοριά και την ελπίδα που δίνει η εκκλησία, απομονώνονται, φθείρουν την υγεία τους και παραδίδονται σε σκέψεις απελπισίας. Ζουν όπως οι άθεοι «οι μη έχοντες ελπίδα» και η ζωή τους μεταβάλλεται σε τραγωδία.

Πολλές προλήψεις συνδέονται με τα ζώα. Οι προληπτικοί άνθρωποι τις κινήσεις και εκδηλώσεις των ζώων τις συνδέουν με δυσάρεστα περιστα­τικά της ζωής τους. Έτσι η μαύρη γάτα, η κραυγή της κουκουβάγιας, το κλάμα του σκύλου, ο κόρακας εί­ναι προμηνύματα κακών. Ο βόμβος της μέλισσας προμηνύει την έλευση κάποιου φίλου. Τα μυρμήγκια που εμφανίζονται στο κατάστημα θα φέ­ρουν πολύ πλούτο κ.λπ.

Άλλες προλήψεις συνδέονται με τα μέλη του ανθρώπινου σώματος. Αν π.χ. βουίζει το δεξί αυτί θα ακούσει καλή αγγελία. Αν βουίζει το αριστερό θα ακούσει άσχημη είδηση. Παίζει το μάτι; Είναι προάγγελος δυσμενούς γεγονότος. Ο κνησμός της μύτης θα φέρει στενοχώρια. Ο λόξυγκας είναι ενδεικτικό φαινόμενο ότι κάποιος κακομελετάει κ.λπ.

Τέλος ένα πλήθος προλήψεων σχε­τίζονται με τα διάφορα αντικείμενα που καθημερινά χρησιμοποιούν οι άνθρωποι, π.χ. Το αλάτι αν χυθεί κά­τω, θα φύγει ο ανεπιθύμητος επισκέ­πτης. Αν χυθεί λάδι ή καφές θα 'ρθει κάποιο κακό, ενώ αν χυθεί κρασί θα 'ρθει ευτυχία. Το ψαλίδι αν μείνει ανοικτό, προμηνύει έριδες. Αν τρί­ζουν τα ξύλα στο τζάκι, κάποιος εχθρός μας κακομελετάει. Αν η φλό­γα του καντηλιού παίρνει πολύ κόκ­κινο χρώμα, σημαίνει ότι τα μάτια των μελών της οικογένειας θα κοκκι­νίσουν από δάκρυα κάποιας λύπης ή στενοχώριας που έρχεται. Ο αριθμός 13 και η μέρα Τρίτη είναι ο φόβος των προληπτικών. Το πέταλο ή το κρεμμύδι κρεμασμένο στην πόρτα φέρνει γούρι. Ο καθρέπτης αν σπά­σει θα φέρει μεγάλη δυστυχία κ.λπ.

 


ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Μέσα στον ορθόδοξο λαό μας επι­βιώνουν προλήψεις και δεισιδαιμο­νίες που αναφέρονται σε θέματα της χριστιανικής πίστης και ζωής. Έτσι, ενώ η χριστιανική πίστη ελευθερώνει τον άνθρωπο και του δίνει τη δυνατό­τητα της «καινής εν Χριστώ ζωής», οι προληπτικοί λησμονούν αυτή τη με­γάλη αλήθεια και υποδουλώνονται σε αφελείς και παράλογες προλήψεις.

Η παρουσία π.χ. κάποιου κληρι­κού, ειδικά το πρωί, είναι για αρκε­τούς «κακός οιωνός». Γι' αυτό και όταν συναντούν έναν κληρικό στο δρόμο, στο σπίτι στο νοσοκομείο πα­νικοβάλλονται και αντιδρούν με απρεπείς χειρονομίες και ασεβείς φράσεις. Είναι εξάλλου, πολύ χαρα­κτηριστικό, ότι απαγορεύουν συνή­θως στον ιερέα να επισκεφθεί έναν ασθενή στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, λόγω της πρόληψης που επικρατεί, ότι η παρουσία του κληρικού θα προκαλέσει το θάνατο του! Με άλλα λόγια η παρουσία του κληρικού στη ζωή θεωρείται ως σημείο καταστρο­φής και θανάτου. Ορισμένοι μάλιστα για να αποφύγουν τη δήθεν κακή επίδραση απ' τη συνάντηση του ιερέ­ως την «κομποδένουν». Δηλαδή βγά­ζουν το μαντήλι τους και δένουν στην άκρη κόμπο, λέγοντας: «Δένω τον πα­πά!» Έτσι πιστεύουν ότι όλα θα πάνε καλά. Αυτά όμως αποτελούν πλάνη και εκδήλωση μεγάλης ασέβειας του ανθρώπου προς τον θεό και το λει­τουργό του. Ο κληρικός όχι μόνο δεν μπορεί με την παρουσία του να φέρει κακό, αλλά αντίθετα προσεύχεται υπέρ υγείας, σωτηρίας και προκο­πής των χριστιανών.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι χρι­στιανοί ζητούν παράλογα πράγματα από τους ιερείς, όπως π.χ. τη ζώνη του ιερέως, την αγία «ζέση» (για να «ζεστάνουν» δήθεν, την αγάπη του άνδρα προς την γυναίκα του), τα «απονιψίδια» (δηλ. το νερό με το οποίο ο ιερέας κατά τη λειτουργία ξεπλένει τα χέρια του) ή το άγιο μύ­ρο, για να θεραπευτούν οι άρρωστοι και άλλα πολλά. Το χειρότερο είναι ότι ζητούν όλα αυτά γιατί έτσι τους συμβούλεψε κάποιος μάγος. Έτσι γί­νεται ένα ανακάτωμα μαγικών και χριστιανικών αντιλήψεων και τα ιερά πράγματα χρησιμοποιούνται για ξένο προς τον προορισμό τους σκοπό. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από την ορθόδοξη πίστη και νοθεύει το αληθι­νό νόημα των αγιαστικών και θερα­πευτικών μέσων της εκκλησίας μας.



ΤΟ "ΜΑΤΙΑΣΜΑ"

Το μάτιασμα (η βασκανία) είναι ένα φαινόμενο που η Εκκλησία μας πα­ραδέχεται την ύπαρξη του. Πρόκειται για την περίπτωση που κάποιος με φθόνο, με μίσος, για εκδίκηση, θέλει το κακό ενός προσώπου κι έτσι πα­ρακινεί το διάβολο να βλάψει τούτο το πρόσωπο. Το ίδιο αποτέλεσμα συμβαίνει κι όταν κανείς με λόγια στείλει κάποιον στον διάβολο.

Κι εδώ όμως συμβαίνει κάτι παρό­μοιο με όσους τυραννιούνται από προ­λήψεις και τρέχουν στους διάφορους μάγους και αγύρτες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανεχτεί τον πόνο και θέλει γρήγορα να απαλλαγεί απ' αυ­τόν. Παράλληλα έχει την εντύπωση ότι για ό,τι κακό του συμβαίνει δεν φταίει αυτός αλλά κάποιοι άλλοι. Δεν θέλει δηλαδή να αναλάβει τις ευ­θύνες του για τίποτα, π.χ. Δεν πήγε καλά το συνοικέσιο; Του έκαναν μά­για! Δεν πήγε καλά η δουλειά; Τον γλωσσόφαγαν! Έχει πονοκέφαλο; Τον μάτιασαν κ.ο.κ.

Ποια θέση όμως παίρνει η Εκκλη­σία μας για το ξεμάτιασμα;

Κατ' αρχήν τους πιστούς που ζουν τακτική πνευματική και μυ­στηριακή ζωή και που με πίστη φέρουν τον Τίμιο Σταυρό, δεν τους πιάνει κανένα «μάτι».

Όταν υπάρξει βασκανία, τότε μο­ναδική ισχυρή δύναμη κατά της δαιμονικής ενέργειας είναι οι ει­δικές ευχές του ιερέα, η ειλικρι­νής Εξομολόγηση και η Θεία Με­τάληψη.

Ακόμη βοηθούν μαζί με τη δύνα­μη της προσευχής και τα αγιαστικά μέσα που η ίδια η Εκκλησία μας χορηγεί.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταφεύγουμε στις ξεματιάστρες, οι οποίες με παράξενες και πολ­λές φορές με βλάσφημες ευχές ή «προσευχές», επιχειρούν να υπο­καταστήσουν τον ιερέα.

Κάποια τυχόν βελτίωση από ένα τέτοιο ξεμάτιασμα είναι βέβαιο τέχνα­σμα του διαβόλου, ο οποίος αποσκο­πεί να μας τραβήξει μακριά από τη σωτήρια χάρη της Εκκλησίας μας και να μας δέσει ως δούλους πίσω από μία πλανεμένη ξεματιάστρα.


ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ

Απ' όσα εκτέθηκαν ήδη γίνεται φα­νερό ότι άπειρες προλήψεις βασανί­ζουν και καταταλαιπωρούν τους αν­θρώπους και γίνονται αφορμή να χά­νουν την εσωτερική τους ειρήνη. Βλέπουν παντού κινδύνους, αποτυ­χίες, αρρώστιες, θανάτους εκεί που δεν υπάρχουν. Η πίστη σ' όλες ανε­ξαρτήτως τις προλήψεις και δεισι­δαιμονίες φανερώνουν έλλειψη στοι­χειώδους λογικής. Πράγματι σύμφω­να με ποια λογική ο αριθμός 13 φέρ­νει κακό, ή η μέρα Τρίτη έχει κάποια κακή ώρα, ή το πέταλο φέρνει γούρι; Δεν είναι το 13 ένας αριθμός όπως όλοι οι άλλοι και η Τρίτη ημέρα του Θεού όπως και οι άλλες της εβδομά­δας; Και πού βρήκε το πέταλο την ιδιότητα να απομακρύνει τα κακά; Τα χαϊμαλιά, οι χάντρες, τα μάτια έχουν μεγαλύτερη δύναμη από το σταυρό; Και για να επεκτείνουμε τα ερωτήματα μας:

Είναι ποτέ δυνατόν, τα κατακάθια του καφέ στο φλιτζάνι να απεικονίζουν το μέλλον;

Είναι ποτέ δυνατόν, οι κινήσεις των άστρων να προσδιορίζουν τη ζωή μας;

Είναι ποτέ δυνατόν, η ημέρα γεννήσεως κάθε ανθρώπου να τον κατατάσσει σε ζώδιο-αστερισμό, και να ισχύουν για εκατομμύρια ανθρώπους του ίδιου ζωδίου οι ίδιες οδηγίες που δίνουν οι «ειδι­κοί αστρολόγοι» στα ωροσκόπια; Είναι ποτέ δυνατόν, κάθε τρα­πουλόχαρτο να παίρνει αυθαίρετα νόημα και να ορίζει την ζωή μας; Η βαθύτερη αιτία των προλήψεων είναι η έλλειψη πίστης και εμπιστο­σύνης στον αληθινό Θεό. Κι εδώ συμβαίνει το παράδοξο: Ο άνθρωπος την πίστη στο Θεό τη θεωρεί «οπισθοδρό­μηση». Την εμπιστοσύνη στην πάνσοφη πρόνοια Του την περιφρονεί. Και από την άλλη πλευρά υποδουλώνεται σε πράγματα άλογα και γελοία, σε πέταλα και κρεμμύδια, σε κατακάθια του καφέ και σε τραπουλόχαρτα! Έτσι εκπληρώνεται ο θεόγραφος λό­γος: «Φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» και «εσκοτίσθτι τι ασύνε­τος, αυτών καρδία» και «παρέδωκεν ο θεός αυτούς εις αδόκιμου νουν» (Ρωμ. Α, 20, 21, 28) και «εκεί εφοβήβησαν φόβον, ου ουκ ην φόβος» (Ψαλμ. ΝΒ, 6).



ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Στη ζωή μας βλέπουμε χιλιάδες όνειρα. Μερικοί επιρρεπείς σε προ­λήψεις και δεισιδαιμονίες, δίνουν σ' αυτά μεγάλη σημασία και αναστατώ­νουν τη ζωή τους. Όταν ξυπνήσουν αγωνιούν, τα ανακοινώνουν, τρέχουν σε μάντισσες, συμβουλεύονται ονειροκρίτες, δίνουν διάφορες ερμηνείες.

Ποια είναι η προέλευση των ονείρων; Η ψυχολογία προσπάθησε να δώσει μίαν επιστημονική απάντηση.

Εντελώς επιγραμματικά μπορούμε να πούμε πως τα όνειρα προέρχονται από φυσικές αιτίες, από εξωτερι­κούς ερεθισμούς, καθώς και από τις εικόνες, εντυπώσεις, εμπειρίες, πα­ραστάσεις, μη ικανοποιηθείσες επι­θυμίες του παρελθόντος, που απω­θήθηκαν στο υποσυνείδητο.

Υπάρχουν και τα όνειρα που έχουν μεταφυσική προέλευση και προέρχο­νται είτε από το Θεό, είτε από τον διάβολο. Όμως ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να τονίσουμε ότι αυτά τα όνειρα είναι εξαιρετικά σπάνια. Σε διάστημα 4.000 χρόνων τα όνειρα που μας αναφέρει η Αγ. Γραφή είναι ελάχιστα.

Ο Θεός σε εντελώς εξαιρετικές πε­ριπτώσεις και σε πρόσωπα άγια και πολύ ευσεβή, μπορεί να αποκαλύψει το θέλημα Του μέσω κά­ποιου ονείρου. Παράδειγμα, το όνειρο του δίκαιου Ιωσήφ για τη φυγή της Θεοτόκου και του Ιησού στην Αίγυπτο.

Τα όνειρα μπορούν να προκλη­θούν και από τον διάβολο, ο οποί­ος εκμεταλλεύεται τα πάθη μας και προσπαθεί να μας ξεγελάσει κυρίως με κάποιο τάχα, «καλό-θεϊκό» όνειρο, για να μας παγιδέ­ψει. Να μας παγιδέψει στον εγωι­σμό και να μας σέρνει συνέχεια με τα όνειρα στους δικούς του δρόμους. Δηλαδή, να αμελούμε τον πνευματικό μας αγώνα και να ψάχνουμε σε «ονειροκρίτες» την εξήγηση των ονείρων μας.

Μόνο με την αρετή της διακρίσεως των αγίων και με το φωτισμό του έμπειρου πνευματικού στην Εξομολόγηση μπορεί να ξεχωρισθεί, αν κάποιο όνειρο προέρχε­ται από το Θεό, ή είναι δαιμονική πλάνη, ή είναι από τους λογι­σμούς και τις επιθυμίες μας.

Η Εκκλησία μας συμβουλεύει να απορρίπτουμε εντελώς τα όνειρα, διότι υπάρχει ο δικαιολογημένος φόβος, τον οποίο και οι άγιοι εί­χαν, μήπως πέσουμε σε δαιμονική παγίδα. Τούτον τον φόβο τον δέ­χεται απόλυτα ο Θεός, κι αν θέλει κάτι να μας υποδείξει, γνωρίζει πολλούς άλλους τρόπους, για να μας καθοδηγήσει.

Οι δαίμονες δεν γνωρίζουν το μέλλον. Μπορούν όμως λογικά να υποθέσουν κάτι που είναι πιθανό να συμβεί. Μπορούν ακόμη ως πνεύματα πονηρά να μάθουν κάτι νωρίτερα από μας. Σπεύδουν, λοιπόν, μέσω των ονείρων να εκ­ μεταλλευτούν την ανθρώπινη αφέλεια και να υποδουλώσουν τους πνευματικά ανώριμους και επιπόλαιους.

Συμπέρασμα: Η πίστη στα όνειρα, όχι μόνο δεν ωφελεί καθόλου, αλ­λά είναι πιθανότατη δαιμονική παγίδα και κρύβει άρα τεράστι­ους πνευματικούς κινδύνους.


ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ


Η διαφορά των οραμάτων από τα όνειρα είναι ότι τα οράματα τα βλέ­πει κανείς όχι στον ύπνο του, αλλά ξύπνιος. Λειτουργούν δηλαδή τελείως οι αισθήσεις του ανθρώπου. Όμως κι εδώ ισχύουν τα όσα είπαμε και για τα όνειρα. Υπάρχουν οράμα­τα που προέρχονται από τον Θεό. Παρουσιάζονται σε ενάρετους αν­θρώπους και για σοβαρά ζητήματα που έχουν σχέση με την πίστη και τη σωτηρία ψυχών. Υπάρχουν όμως και οράματα που προέρχονται από ψυχι­κές παθήσεις και χρειάζονται ιατρι­κή παρακολούθηση. Αλλά υπάρχουν και οράματα που προέρχονται από τον σατανά. Ο διάβολος «μετασχημα­τίζεται» και εις «άγγελον φωτός», με τη μορφή της Παναγίας ή των Αγίων και δίνει εντολές φαινομενικά καλές, με απώτερο σκοπό την εξαπάτηση και την παραπλάνηση. Κάθε τόσο ακούμε για κάποιες «φωτισμένες», που δήθεν έχουν το χάρισμα, τη «φώ­τιση» να επικοινωνούν με το Θεό με όνειρα και οράματα και παίρνουν διάφορες εντολές. Έτσι ανάβει μέσα τους το θηρίο του εγωισμού, υποκύ­πτουν στον πειρασμό και ο Σατανάς τις οδηγεί όλο και σε μεγαλύτερο εγωισμό και πιο σκοτεινή πλάνη, με αποτέλεσμα να παρασύρουν ψυχές στην απώλεια. Διαστρεβλώνουν την αλήθεια του Χριστού και τη διδασκα­λία της εκκλησίας. Καταργούν το Ευαγγέλιο και προβάλλουν το δικό τους «ευαγγέλιο». Άλλοτε πάλι συνι­στούν λειτουργίες και παρακλήσεις για να ξεγελάσουν τους πιστούς. Όμως αυτό δεν πειράζει το σατανά. Αυτός αρκείται μόνο με το ότι ο άν­θρωπος παίρνει εντολές απ' αυτόν.

Πίσω από τον οραματιζόμενο τρέ­χουν αγεληδόν ευκολόπιστοι και αφελείς, ενθουσιάζονται, σταυροκοπιούνται, και πιστεύουν πως κοντά τους ξεφύτρωσε απεσταλμένος του Θεού. Και όχι μόνον αυτό. Υψώνουν γύρω από τον εαυτό τους τείχη «αγιότητος και φωτισμού», καλύτερα ας πούμε δαιμονισμού και ανακηρύσ­σονται «άγιοι», ημιάγιοι και ό,τι χει­ρότερο. Δυστυχώς οι περισσότεροι απ' αυτούς πεθαίνουν αμετάπιστοι και αμετανόητοι.

Η πληγή των «φωτισμένων» είναι μεγάλη και επικίνδυνη. Ο σατανάς τραβάει με το πρόσχημα της ευλάβει­ας πολλούς αφελείς χριστιανούς. Οι παγίδες του πολλές. Ο λόγος του Απ. Πέτρου, ας γίνει για όλους μας αφορμή αφύπνισης: «Νίβατε, γρηγο­ρήσατε, ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη. Ω αντίστητε στερεοί τη πίστει (Α' περ. 5, 8).



«ΤΕΚΝΙΑ, ΦΥΛΑΞΑΤΕ ΕΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ»


Ο άνθρωπος προικίστηκε από τον Δημιουργό Θεό με λογική καί ελευθε­ρία. Καί η αλήθεια είναι ότι μόνο μέ­σα στην Εκκλησία καταξιώνεται πραγματικά ως λογικό καί ελεύθερο πρόσωπο, ως «κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωσιν Θεού» δημιούργημα της Αγίας Τριάδος. Αν και πέρασαν 2000 χρόνια από την ενανθρώπιοη του Υι­ού και Λόγου του Θεού, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούν το «φως το αληθινόν», την ελευθερία που χάρισε ο Χριστός και συνεχίζουν να ζουν υποδουλωμένοι στα διάφορα είδωλα που προσφέρει ο κόσμος. Στην εποχή που διακηρύσσεται η ελευθερία, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ο άνθρω­πος παραμένει δέσμιος στις προλή­ψεις και δεισιδαιμονίες, συνεχίζει να προσκυνάει τα είδωλα. Γι' αυτό και κάθε χριστιανός που θέλει να 'ναι συνεπής στην πίστη του χρειάζεται να συντρίψει μέσα του τα κάθε μορ­φής είδωλα, όπως ο Μωυσής στο Σινά, που όχι μόνον τα συνέτριψε, αλ­λά τα έκανε σκόνη και τα έριξε στο ποτάμι για να χαθεί κάθε ίχνος τους. Οι κάθε είδους προλήψεις και δεισι­δαιμονίες, τα οποιαδήποτε είδωλα είναι εντελώς αντίθετα και ασυμβί­βαστα με τη χριστιανική πίστη και συνάμα προσβάλλουν την ελευθερία του ανθρώπου. Όποιος πιστεύει στις προλήψεις και στους κάθε είδους αγύρτες και «φωτισμένους» δεν μπο­ρεί να πάρει υπεύθυνες και σωστές αποφάσεις για τη ζωή του και το μέλλον του. Αντίθετα η πίστη στο Θεό ελευθερώνει τον άνθρωπο και του δί­νει τη δυνατότητα για μία υπεύθυνη και δημιουργική ζωή. Ο λόγος του Αποστόλου Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαι­ρος: «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων» (Α' Ιωάν. 5, 21).

Πηγή: Ιερά Μονή Σαγματά Θηβών

ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΠΟΡΤΕΣ - ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΓΕΙΑ

 


ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ 
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΑ


Τον 3ον αιώνα μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσε ένας Καρχηδόνιος στην καταγωγή, πλούσιος, ευγενής, μορφωμένος και πολύ ικανός στη μαγεία, ο Κυπριανός. Διέθετε τέτοια ικανότητα, ώστε καλούσε τους δαίμονες και τους έστελνε να εξυπηρετήσουν όποια εντολή τους έδινε σε βάρος των θυμάτων του.

Στην ίδια πόλη κατοικούσε μία ευσεβής παρθένος, πιστή χριστιανή, η Ιουστίνα. Τούτη την κόρη ένας νεαρός πλούσιος ειδωλολάτρης με άσωτη ζωή, ο Αγλαίδας, θέλησε να την εμπλέξει στα δίχτυα του. Επειδή όμως όλες του οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, έτρεξε στη μαγική δύναμη του Κυπριανού. Πραγματικά, ο Κυπριανός άρχισε να στέλνει διάφορους δαίμονες, για να ξελογιάσει την Ιουστίνα και να την υποδουλώσει στα αμαρτωλά σχέδια του Αγλαίδα. Οι δαίμονες γύριζαν άπρακτοι στον Κυπριανό χωρίς να καταφέρνουν καν να πλησιάσουν στην κόρη, διότι, όπως έλεγαν, με το σημείο του Σταυρού τους έκαιγε και δεν μπορούσαν να σταθούν κοντά της. Όμοια άπρακτος γύρισε και ο άρχοντας των δαιμόνων, τον οποίο χρησιμοποίησε στο τέλος ο Κυπριανός ως έσχατο όπλο του.

Η πραγματική αυτή ήττα των δαιμονικών δυνάμεων άνοιξε τα μάτια της ψυχής του Κυπριανού. Κατανόησε την πλάνη του και την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού. Έτσι, αληθινά μετανοημένος προσπίπτει στον επίσκοπο Αντιοχείας Άνθιμο, καίει μπροστά του όλα τα μαγικά βιβλία και ζητάει να γίνει χριστιανός.

Μετά την βάπτισή του ο Κυπριανός, ως πρόβατο της ποίμνης του Κυρίου, αξιώνεται σιγά-σιγά να γίνει επίσκοπος. Το έτος 304 μάλιστα στη Νικομήδεια μαζί με την Ιουστίνα υφίστανται μαρτυρικό δι' αποκεφαλισμού θάνατο. Η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού και της αγίας παρθενομάρτυρος Ιουστίνης εορτάζεται στις 2 Οκτωβρίου.
 
 


Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Ο βίος των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης είναι ένα ζωντανό μάθημα για τη δύναμη της μαγείας, που συντρίβεται από την παντοδυναμία του Χριστού. Δυστυχώς όμως και στην εποχή μας η μαγεία, με τις διάφορες μορφές της, έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Τα κρούσματα της λευκής και μαύρης μαγείας αυξάνονται επικίνδυνα. Οι μάγοι, οι πνευματιστές, οι εξορκιστές, οι οραματίστριες, οι μέντιουμ, οι αστρολόγοι κ.λ.π. πληθαίνουν όλο και περισσότερο και κάνουν χρυσές δουλειές. Είναι και αυτό ένδειξη της απομάκρυνσής μας από τον αληθινό Θεό. Η πίστη στο Θεό και η ζωντανή σχέση μαζί Του, έχουν ατονήσει. Ο άνθρωπος αισθάνεται ανασφαλής, νοιώθει το κενό και προσπαθεί να το υποκαταστήσει με τη μαγεία και τον αποκρυφισμό. Είναι παρατηρημένο από την ιστορία ότι όσο η πίστη των ανθρώπων στον ζώντα Θεό ατονεί, τόσο αναβιώνει η μαγεία και αυξάνουν οι μάγοι. Στις μέρες μας πολύ συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας γεγονότα συγκλονιστικά και ιστορίες φρικιαστικές με πρωταγωνιστές μάγους, σατανιστές κι ένα σωρό τσαρλατάνους και αγύρτες. Τα μέσα που χρησιμοποιούν είναι μαγικά ξόρκια και φυλαχτά, δαιμονικές επικλήσεις και μαγγανείες, σατανιστικές τελετουργίες με ζωοθυσίες και ανθρωποθυσίες. Οι συνέπειες στη ζωή εκείνων που καταφεύγουν στη μαγεία, είναι τραγικές. Ξεκινούν με την ελπίδα ότι θα λύσουν τα προβλήματά τους και καταλήγουν σε σύγχυση και αδιέξοδο, σε μαρασμό και κατάθλιψη, σε ψυχοσωματική και οικονομική εξουθένωση.

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, λόγω και της αμάθειας των Χριστιανών η μαγεία ήταν αρκετά διαδεδομένη. Αυτό το βλέπουμε και στη διδασκαλία δύο μεγάλων αγίων, του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, οι οποίοι προσπάθησαν να αφυπνίσουν τους χριστιανούς. Ειδικά ο άγιος Νικόδημος αντιμετωπίζοντας το θλιβερό αυτό φαινόμενο, εκφράζει τη θλίψη του για την τραγική κατάσταση των χριστιανών της εποχής του, οι οποίοι ουσιαστικά έρχονταν αντιμέτωποι με τον Χριστό, γιατί ο μεν Χριστός με το σταυρικό του θάνατο νίκησε όλες τις αρχές κι εξουσίες των δαιμόνων, ενώ οι χριστιανοί τους αναδεικνύουν πάλι νικητές και τροπαιούχους με τις διάφορες μαγείες τους. Ο Χριστός απάλλαξε από τη δουλεία και τυραννία του διαβόλου τον κόσμο και τους Χριστιανούς και αυτοί, με τη μαγεία, τον ξαναφέρνουν στον κόσμο και τον ξανακάνουν τύραννό τους



ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Με τον όρο μαγεία εννοούνται πολλές πράξεις. Δεν εξαντλείται, η μαγεία μόνο σε μία ενέργεια, το να καταφύγει, δηλαδή, κανείς σε μάγους και μάγισσες. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει, την οποία δανειζόμαστε από τον άγιο Νικόδημο, θα δείξει την ευρύτητα της μαγείας και των μάγων.

Κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι η μαγεία δεν είναι ανεξάρτητη από τις σατανικές και διαβολικές ενέργειες. Αφού ο διάβολος χωρίστηκε από τον ένα Θεό, έγινε «νους ποικίλος και πολυμέριστος». Έτσι και τα είδη της κακίας και των μαγικών που επινόησε και έσπειρε στους ταλαίπωρους ανθρώπους, είναι ποικίλα, σχεδόν αναρίθμητα. Ας δούμε τα βασικότερα είδη, όπως τα περιγράφει ο άγιος Νικόδημος.
 


Πρώτο είδος είναι «η κυρίως και καθαυτό λεγόμενη μαγεία», που είναι η μέθοδος εκείνη δια της οποίας οι άνθρωποι έρχονται σε επικοινωνία με τους δαίμονες, για να τους ρωτήσουν διάφορα θέματα που τους απασχολούν. Όσοι ασκούνται σ' αυτή την τέχνη λέγονται μάγοι. Κατά την αντίληψη των μάγων οι δαίμονες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Είναι οι ανώτεροι, που βρίσκονται στους αιθέρες και είναι αγαθοποιοί, είναι οι μέσοι, που βρίσκονται στην γη και χωρίζονται σε καλούς και κακούς, και ακόμη καθολοκληρίαν κακούς. Βέβαια, στην ορθόδοξη διδασκαλία δεν γίνεται αυτή η διάκριση, αφού όλοι οι δαίμονες είναι κακοί και δεν είναι δυνατό να υπάρχουν δαίμονες που να είναι ολιγότερο κακοί η να είναι αγαθοί. Μόνον οι άγγελοι είναι αγαθά πνεύματα, που δοξάζουν τον Θεό και υπηρετούν τον άνθρωπο στη σωτηρία του.

Δεύτερο είδος μαγείας είναι η μαντεία και όσοι ασχολούνται με αυτό το είδος λέγονται μάντεις. Οι άνθρωποι αυτοί συνδέονται με τον διάβολο, παραδίδουν τον εαυτό τους στους δαίμονες «και δια μέσου της παλάμης της χειρός των η της λεκάνης η των θυσιών η απατηλών εμπλάστρων η άλλων τοιούτων σημείων νομίζονται ότι προλέγουν εκείνα όπου μέλλουν να γίνουν».

Τρίτο είδος είναι η γοητεία, και όσοι την ασκούν λέγονται γόητες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν εκείνοι που θρηνούν πάνω στα μνήματα και επικαλούνται τους δαίμονες για να κάνουν κάποιο κακό στους ανθρώπους. Γόητες είναι εκείνοι που βλέπουν φαντασίες στα μνήματα και καίνε τους λεγόμενους βρυκόλακες.

Τέταρτο είδος είναι η λεγόμενοι γητεία, και όσοι ασχολούνται με αυτό το είδος λέγονται γητευτές, οι οποίοι μαζί με την επίκληση των δαιμόνων αναμιγνύουν «και τους ψαλμούς του Δαβίδ και τα ονόματα των αγίων και του Χριστού και της Θεοτόκου».

Πέμπτο είδος είναι η επαοιδία και όσοι εξασκούν αυτό το είδος μαγείας λέγονται επαοιδοί, οι οποίοι ελκύουν τους δαίμονας «με κάποιας επωδάς και καλέσματα «καθώς επίσης και εκείνοι που «με την διαβολική τέχνη και μαγεία δένουσι τα ανδρόγυνα».

Έκτο είδος μαγείας είναι η φαρμακεία, και όσοι την μεταχειρίζονται ονομάζονται φαρμακοί, «οι οποίοι δια της μαγικής τέχνης κατασκευάζουσι κάποια φαρμακερά ποτά, η δια να θανατώσουν τινά, η δια να σκοτίσουν τον εγκέφαλό του, η δια να τον ελκύσουν εις την σαρκική αγάπη αυτών, τα οποία μάλιστα μεταχειρίζονται οι γυναίκες προς τους άνδρας, δια να τραβήξουν αυτούς εις έρωτα».

Έβδομο είδος είναι η οιωνοσκοπία, και όσοι ασχολούνται με αυτήν λέγονται οιωνοσκόποι, οι οποίοι προσέχουν τα ζώα, τα πουλιά, την ατμόσφαιρα, τον ήλιο, την σελήνη και δι' αυτών νομίζουν πως βλέπουν το μέλλον των ανθρώπων. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι άνθρωποι που πιστεύουν σε μοίρες, σε ριζικά, σε στοιχιά, σε ποδαρικά και σε όνειρα, όσοι έχουν προλήψεις για διάφορα πράγματα.

Όγδοο είδος μαγείας είναι η νεφοδιωκτική και όσοι εργάζονται με αυτήν λέγονται νεφοδιώκτες, «οι οποίοι παρατηρούντες τα σχήματα των νεφελών, και μάλιστα όταν βασιλεύει ο ήλιος, προλέγουν τα μέλλοντα».

Ένατο είδος μαγείας είναι η αστρολογία, και όσοι ασχολούνται με αυτή λέγονται αστρολόγοι. Οι αστρολόγοι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι διευθύνονται από την κίνηση του ουρανού και των αστέρων και βέβαια όλα τα πάθη της ψυχής τα αποδίδουν στα αστέρια. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ωροσκόπια, με τα οποία ασχολείται πολύ ο σημερινός άνθρωπος. Το λάθος είναι ότι τα αστέρια θεωρούνται ως θεοί, ενώ στην πραγματικότητα οι αστρολόγοι κάνουν το έργο αυτό με τη συνεργία των δαιμόνων. Και όταν ακόμη η αστρολογία είναι για απάτη, για εκμετάλλευση και τότε αποπροσανατολίζει τον νουν των ανθρώπων από τον Θεό στην δημιουργία και τον γεμίζει με φαντασίες και απάτες. Υπάρχει και κάποια άλλη σημαντική παράμετρος. Αν πράγματι την ζωή μας την κανονίζουν τα αστέρια, σημαίνει ότι α) είμαστε ανελεύθεροι και β) δεν έχουμε ευθύνη για τις πράξεις μας. Έτσι π.χ. ο εγκληματίας μπορεί να ισχυριστεί άνετα ότι δεν φταίει αυτός για το έγκλημα που διέπραξε, αλλά τα άστρα! Και μόνον απ αυτό μπορούμε να καταλάβουμε τι επιπτώσεις έχει η αποδοχή της αστρολογίας στη ζωή των ανθρώπων .

Δέκατο είδος μαγικών είναι τα λεγόμενα φυλακτάρια και όσοι ασχολούνται με το είδος αυτό λέγονται «φυλακτήριοι». Στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι άνθρωποι εκείνοι που κάνουν διάφορα φυλακτά, τα οποία τυλίγουν με μια μεταξωτή κλωστή, και γράφουν επάνω σ αυτά δαιμονικά ονόματα. Φυλακτήριοι λέγονται και εκείνοι που πιστεύουν σε τέτοια δαιμονικά φυλακτά, τα κρεμούν πάνω τους και νομίζουν ότι κατ αυτόν τον τρόπο θα απαλλαγούν από ασθένειες και βασκανίες ανθρώπων. Ενδέκατο είδος μαγείας είναι οι λεγόμενοι κλήδονες, οι οποίοι παρατηρούν τα μέλλοντα με λόγους και κλήσεις. Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται όσοι ανάβουν πυρκαγιές και μ αυτές παρατηρούν το μέλλον των ανθρώπων, οι εγγαστρίμυθοι «οι από κοιλίας φωνούντες και λέγοντες μύθους και μαντείας», καθώς και εκείνοι που παρατηρούν τα σπλάχνα των ζώων και άλλα γεγονότα για να βλέψουν το μέλλον των ανθρώπων.

Δωδέκατο είδος μαγείας είναι κυρίως αυτό που θα μπορούσαμε σήμερα να ονομάσουμε πνευματισμό, κατά το οποίο υψώνονται στον αέρα, «το να παίρνουν μερικοί ιερείς κηρία πίσσινα και να πηγαίνουν μέσα εις βουνά και λαγκάδια και εκεί να τα ανάπτουν και φορένοντες ανάστροφα τα ιερά των να διαβάζουν την Σολομωνικήν η μάλλον ειπείν διαβολικήν και ούτω να κάμνουν να αποθαίνουν οι εχθροί των η να ψοφούν τα ζώα των». Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται και εκείνοι που τρέχουν σε μάγους για να λάβουν την βοήθειά τους για να νικήσουν κάποιον με τον οποίον βρίσκονται σε έχθρα.

Δέκατο τρίτο είδος μαγείας και μαντείας είναι «το να βαστάζουν τινές κόσμιοι Χριστιανοί, τας ιεράς εικόνας του αγίου Γεωργίου, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, και άλλων αγίων εις τους ώμους των, εν τω καιρώ των πανηγύρεων αυτών, και να τρέχουν ωσάν τρελοί και δαιμονισμένοι εδώ και εκεί μέσα εις βουνά και λαγκάδια, και να κτυπούν πότε εις ένα μέρος και πότε εις άλλο με τας αγίας εικόνας, περιρρεόμενοι από τον ιδρώτα τάχα δια το βάρος των αγίων εικόνων, και προμαντεύοντες κάποια τινά, και φανερώνοντες εκείνα, όπου τινές έχασαν και άλλα όμοια».

Παρατηρώντας τα είδη μαγείας, όπως τα παρουσιάζει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, βλέπουμε ότι πολλά από αυτά συνδέονται μεταξύ τους, οπότε δεν πρόκειται για ανεξάρτητα είδη. Ωστόσο όμως μπορούμε και να διακρίνουμε για να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Όλα αυτά ενεργούνται με τη δύναμη των δαιμόνων. Επίσης βλέπουμε και την ελεεινή κατάσταση των ανθρώπων της εποχής εκείνης, που έκαναν πολλά παράδοξα και αντιχριστιανικά πράγματα, έχοντες όμως την εξωτερική πίστη στο Χριστό. Γι' αυτό ο άγιος Νικόδημος θα πει χαρακτηριστικά ότι αν και «εις το φανερόν λατρεύουσι τον αληθινόν Θεόν, εις το κρυφόν όμως αρνούνται τον Θεόν και λατρεύουσι τον διάβολον». Πρόκειται για λατρεία των δαιμόνων. Το φοβερότερο από όλα είναι, όπως είδαμε πιο πάνω, ότι υπήρχαν και μερικοί ιερείς που ασκούσαν την Σολομωνική η πνευματισμό. Υπήρχε πλήρης αμάθεια.
 



Ο ΘΕΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ

Όλα αυτά είναι εντελώς απαράδεκτα να γίνονται από χριστιανούς. Ήδη ο Θεός απαγόρευσε αυστηρά στους Εβραίους να ασχολούνται με τα μαγικά. Και αν αυτά απαγορεύονταν στους Εβραίους που ήσαν πνευματικά νήπια, πόσο μάλλον απαγορεύονται στους χριστιανούς, τα τέκνα της αλήθειας και της χάριτος του Ευαγγελίου;

Στο Δευτερονόμιο ο Θεός προστάζει τους Εβραίους: «Να μη βρεθεί σε σένα (Ισραήλ) κανένας, που να καθαρίζει το γιο του και τη θυγατέρα του με τη φωτιά, κανένας που να μαντεύει μαντείες, που να προβλέπει τα μέλλοντα με φωνές (κλήδονες) και παρατηρήσεις σημείων (οιωνών), μάγος που ν' ασχολείται με επαοιδία, εγγαστρίμυθος και τερατοσκόπος, που να καλεί τους νεκρούς». (Δευτ. 18, 10). Στο Λευιτικό, μάλιστα, προσθέτει να μην πλησιάζει κανένας εκείνους που κάνουν αυτά τα πράγματα για να μην μολυνθεί: «Να μην προσκολληθείτε (σε μάγους) και μολυνθείτε απ' αυτούς, εγώ είμαι ο Κύριος και ο Θεός σας» (Λευιτ. 19, 26).

Ο Θεός απαγορεύει ,τα μαγικά επειδή οδηγούν τόσο εκείνους που τα χρησιμοποιούν, όσο και εκείνους που τα ζητούν, στην προσκύνηση και τη λατρεία των δαιμόνων. Γι' αυτό και αποτελούν θανάσιμη αμαρτία. Από την άλλη, πάλι, τα μαγικά δεν μπορούν να προσφέρουν καμία ωφέλεια. «Οι μαντείες και οι οιωνισμοί και τα όνειρα είναι μάταια», λέει η Γραφή (Σειράχ 34, 5)

Γι' αυτό το λόγο οι άγιοι Απόστολοι δίνουν εντολή στους Χριστιανούς να μη χρησιμοποιούν κανενός είδους μαγικά: «ου μαγεύσεις, ου φαρμακεύσεις» (Διαταγ. 7, 3) «φεύγετε...επαοιδάς, κλήδονας, μαντείας, καθαρισμούς, οιωνισμούς ορνιθοσκοπίας, νεκρομαντείας, επιφωνήσεις».

Η εκκλησία θεωρεί μεγάλο αμάρτημα την ενασχόληση με τη μαγεία και ορίζει μεγάλα επιτίμια. Ο 61ος Κανόνας της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει επιτίμιο έξι χρόνων. Εκείνους δε που επιμένουν σ' αυτά τους αφορίζει. Ο Μ. Βασίλειος τους κατατάσσει με τους φονεύσαντες θεληματικά και τους κανονίζει να μην κοινωνούν για είκοσι χρόνια. Και τούτο γιατί η μαγεία δεν είναι ένα απλό πταίσμα, αλλά άρνηση του Θεού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι βασική προϋπόθεση για να βαπτισθεί κανείς και να γίνει μέλος της εκκλησίας, είναι πριν απ' όλα να αρνηθεί το διάβολο και να δηλώσει ότι θέλει να «συνταχθεί» με το Χριστό. Ο μέλλων να βαπτισθεί ερωτάται από τον ιερέα: «Αποτάσσει τω σατανά και πάσι τοις έργοις αυτού και πάσι τοις αγγέλοις αυτού, και πάσι τη λατρεία αυτού και πάσι τη πομπή αυτού;» Ο κατηχούμενος απαντάει τρεις φορές «αποτάσσομαι». Έπειτα ο ιερέας τον καλεί να «φτύσει» το διάβολο, τα έργα του, τη λατρεία του, την πομπή του, για να δείξει ότι πλέον δεν έχει καμία σχέση μαζί του. Αυτή όμως την τόσο σημαντική πράξη, οι χριστιανοί τη λησμονούν. Επιστρέφουν και πάλι στην προ Χριστού ζωή. Φεύγουν, αρνούνται τον Χριστό και πηγαίνουν πάλι στον διάβολο.
 

  

ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΦΕΥΓΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑ

Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Αναφέρουμε τους κυριότερους.

α) Από περιέργεια:

Ο άνθρωπος είναι πάντα φιλοπερίεργος και τα περίεργα φαινόμενα το προκαλούν το ενδιαφέρον. Στη μαγεία πράγματι ο σατανάς παρουσιάζει περίεργα πράγματα. Είναι το δόλωμα για να τους φέρει κοντά του. Αντίθετα ο Θεός δεν χρησιμοποιεί ποτέ αγυρτείες και τεχνάσματα μαγικά. Τα θαύματά του έχουν σωτηριολογικό περιεχόμενο και δεν γίνονται ποτέ για λόγους εντυπωσιασμού. Υπάρχει επομένως, μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο θαύμα και στην αγυρτία.

β) Για να επικοινωνήσουν δήθεν με τους νεκρούς.:

Ο θάνατος κάποιου προσφιλούς προσώπου είναι αναμφισβήτητα ένα συγκλονιστικό γεγονός, που προκαλεί αναστάτωση και προβληματισμό στα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα. Κάποιοι απ' αυτούς καταφεύγουν στους μάντεις που τους υπόσχονται αυτή την πολυπόθητη επικοινωνία. Όμως όλο αυτό το σκηνικό είναι μία επικίνδυνη απάτη. Ο μάντης μόνο με τα πονηρά πνεύματα επικοινωνεί και αυτά είναι που αποκρίνονται μόνο και μόνο για να παρασύρουν τον άνθρωπο.

γ) Για να γνωρίσουν το μέλλον:

Πόσοι άνθρωποι ανασφαλείς δεν καταφεύγουν σε μάγους, καφετζούδες και χαρτορίχτρες για να μάθουν τι θα τους συμβεί στο μέλλον, για το ποια θα είναι η μοίρα τους, ακόμη και για το πού θα βρουν κάποιο θησαυρό; Είναι να απορεί κανείς με την τόση αφέλεια. Αν οι κάθε είδους τσαρλατάνοι γνώριζαν το μέλλον, θα γνώριζαν πρώτα το δικό τους. Αν είχαν την ικανότητα να βρίσκουν κρυμμένα πράγματα, θα έβρισκαν όλους τους κρυμμένους θησαυρούς, η τον αριθμό του λαχείου που θα κερδίσει. Αν είχαν την ικανότητα να κάνουν ανακαλύψεις, θα έβρισκαν το φάρμακο του καρκίνου, θα πλούτιζαν και δεν θα είχαν ανάγκη να «φορολογούν» τους αφελείς.

δ) Για να βρουν θεραπεία:

Ο πόνος κάνει πολλές φορές τους ανθρώπους να καταφεύγουν στους μάγους για να θεραπευθούν από αρρώστιες. Όμως είναι δυνατό ο διάβολος που είναι «ανθρωποκτόνος» που θανάτωσε με τη σατανική συμβουλή του όλο το ανθρώπινο γένος, να θεραπεύσει τον άνθρωπο; Και αν ακόμη το κάνει, θα είναι προσωρινό ξεγέλασμα για να παρασύρει τον άνθρωπο και να τον κερδίσει ολοκληρωτικά.

ε) Για να εκδικηθούν:

Είναι οι άνθρωποι που άφησαν στην καρδιά τους να φωλιάσει ο διάβολος και συνεργάζονται μαζί του για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους.

στ) Από αφέλεια:

Πολλοί ξεγελιούνται κι παρασύρονται από άλλους. Δεν το θεωρούν κακό, αφού πάνε «για καλό». Βλέπουν μάλιστα στο δωμάτιο του μάγου πολλές φορές ακόμη και εικόνες. Ή τον ακούν να τους συμβουλεύει να κάνουν αγιασμό, λειτουργία κ.λ.π. Αγνοούν ότι όλα αυτά είναι τεχνάσματα του πονηρού που χρησιμοποιεί τα πάντα για να ξεγελάσει τον άνθρωπο.

ζ) Από την μη ανάληψη της ευθύνης:

Τέλος μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που προσφεύγουν στους μάγους, είναι αυτοί που διακρίνονται από μία εσωτερική ανελευθερία, και αποφεύγουν με κάθε τρόπο να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους. Γι' αυτό και ό,τι κακό τους συμβαίνει, ψάχνουν να βρουν εξωτερικές αιτίες, ότι κάποιος άλλος φταίει για την δική τους κακοδαιμονία. Δεν θέλουν να κοιτάξουν την εσωτερική τους κατάντια και να αγωνιστούν για να την διορθώσουν. Δεν θέλουν να αλλάξουν τρόπο ζωής. Γι' αυτό και πρέπει να ρίξουν αλλού τις ευθύνες. π.χ. Έχει κάποιος μια διαπροσωπική δυσκολία, είναι αντικοινωνικός και επομένως δεν μπορεί να παντρευτεί; Αντί να προσπαθήσει να διορθώσει τον εαυτό του βρίσκει την εύκολη λύση: «Μου έκαναν μάγια» και τρέχει στους αγύρτες να του τα λύσουν. Ζητάει, δηλαδή, τη μαγική λύση, που δεν χρειάζεται κόπο και αγώνα. Άλλος πάλι, ζει μ' έναν αρρωστημένο τρόπο ζωής και κάποτε αρρωσταίνει . Δεν προβληματίζεται γι' αυτό, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του για την αρρώστιά του, δεν θέλει να αλλάξει τρόπο ζωής, αλλά ψάχνει να βρει κάποιους εχθρούς που τον επιβουλεύονται και του έχουν κάνει μάγια. Η προσφυγή στο μάγο είναι η πλέον εύκολη και ανώδυνη λύση.
 
  

ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΛΑΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ

Ο άνθρωπος για να γλιτώσει από τη μαγεία και όλα τα σατανικά, θα πρέπει:

α) Να αποφεύγει όλ' αυτά με κάθε τρόπο. Να μην έχει καμία σχέση μαζί τους. Διαφορετικά σίγουρα θα βγει ζημιωμένος. Πρώτα οικονομικά: Πολλοί έχασαν περιουσίες στους μάγους, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Έπειτα σωματικά: Κινδυνεύει κανείς να χάσει την υγεία του. Πολλοί έπαθαν νευρικό κλονισμό και σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Τέλος ψυχικά: Αυτό είναι το κυριότερο. Με την μαγεία κινδυνεύει κανείς να χάσει την ψυχή του, αφού όπως σημειώσαμε, μη την μαγεία, αρνείται κανείς τον ίδιο το Θεό.

β) Να καταφύγει στη εκκλησία. Μόνον ο άνθρωπος που ζει μέσα στην οικογένεια του Θεού, στο χώρο της εκκλησίας είναι ασφαλισμένος. Ο Κύριος μας το βεβαιώνει: «Τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούει, καγώ γιγνώσκω αυτά, και ακολουθούσι μοι, καγώ ζωήν αιώνιον δίδωμι αυτοίς και ου μη απόλωνται εις τον αιώνα, και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου». (Ιωάν. 10, 27-28).

Γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Για να φυλάγεστε από τα μαγικά και την ενέργεια των δαιμόνων, να έχετε όλοι-μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες- κρεμασμένο στο λαιμό σας τον τίμιο Σταυρό. Τρέμουν οι δαίμονες τον τύπο του Σταυρού και φεύγουν μακριά όταν τον βλέπουν. Άλλωστε, όπως ομολόγησαν οι ίδιοι στον άγιο Ιωάννη τον Βοστρινό, που είχε εξουσία κατά των ακαθάρτων πνευμάτων, τρία πράγματα φοβούνται περισσότερο: το Σταυρό, το άγιο Βάπτισμα και τη θεία Κοινωνία. Να έχετε επίσης στο σπίτι σας, αλλά και μαζί σας, το άγιο Ευαγγέλιο. Και φυσικά να το μελετάτε. Σ' όποιο σπίτι υπάρχει Ευαγγέλιο δεν μπαίνει ο διάβολος».

(Ας σημειωθεί ότι το σημείο του Σταυρού, τα μυστήρια και τα υπόλοιπα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας μας, δεν ενεργούν με μαγικό τρόπο, αλλά χρειάζονται την βαθειά μας πίστη και τον πνευματικό μας αγώνα κάτω από την καθοδήγηση ενός Πνευματικού (ιερέως). Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, όλα τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας μένουν ανενέργητα. Όπως επίσης ανενέργητα μένουν και στις περιπτώσεις εκείνες, που τα χρησιμοποιούν οι διάφοροι μάγοι. Αυτοί, προκειμένου να "θολώσουν τα νερά" και να παραπλανήσουν τα αφελή θύματά τους, χρησιμοποιούν σταυρούς, εικόνες, κεριά, λιβάνι, επικαλούνται το όνομα του Χριστού και των αγίων, επαναλαμβάνουν διάφορες προσευχές, συνιστούν την τέλεση ευχελαίου και άλλα).
 
 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ως επίλογο δανειζόμαστε και πάλι τη γραφίδα του αγίου Νικοδήμου. «Οι μάγοι, οι μάγισσες και όσοι καταφεύγουν σ' αυτούς, δεν έχουν θέση στη βασιλεία των ουρανών. Χάνουν τον παράδεισο. Και που στέλνονται ; Αλλοίμονο! Στην αιώνια κόλαση μαζί με τους άπιστους, τους ασεβείς και τους ειδωλολάτρες (Αποκ. 21:8). Να πω και κάτι φοβερότερο; Θα κολάζονται χειρότερα κι από τους ειδωλολάτρες. Γιατί αυτοί, όπως γεννήθηκαν στην ασέβεια, έτσι και πέθαναν. Δεν βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Δεν πίστεψαν στον Χριστό. Οι Χριστιανοί όμως, οι βαπτισμένοι, που έγιναν παιδιά του Θεού "κατά χάριν", που τράφηκαν με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, πως τόλμησαν κατόπιν και τα καταφρόνησαν και τ' αρνήθηκαν και καταπιάστηκαν με τα μαγικά;
 
 

Για την αγάπη του Χριστού, λοιπόν, και για τη σωτηρία της ψυχής σας, φυλαχθείτε, αδελφοί μου, φυλαχθείτε από την μαγεία. Και πάλι σας λέω, φυλαχθείτε! Μην πηγαίνετε σε μάγους και μάγισσες. Σ' όλες τις περιστάσεις και για όλες σας τις ανάγκες να προστρέχετε στην βοήθεια του Θεού, στην προστασία της Θεοτόκου και στις πρεσβείες των αγίων. Έτσι, κι από τις ασθένειες και τις ανάγκες σας θα ελευθερωθείτε, και από την αιώνια κόλαση θα λυτρωθείτε, και την ουράνια βασιλεία θα κληρονομήσετε, «ης γένοιτο αξιωθήναι πάντας ημάς χάριτι του Χριστού. Αμήν.

Ιερά μονή Σαγματά 
Μάγοι και μαγεία


ΠΩΣ ΛΥΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΜΑΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΣ - ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μέγας Λύτης της Μαύρης Μαγείας 
 


Πως όμως λύνονται; Μόνον με την Εκκλησία. Αυτή έχει τη δύναμη του Θεού. Μα θα πεις και οι μάγοι με την Εκκλησία πάνε. Το σπίτι τους είναι γεμάτο εικόνες. Όχι! Αυτοί πάνε με το Σατανά και τις εικόνες τις έχουν για να τραβούν κόσμο, διότι ποιος θα τους είχε εμπιστοσύνη;

Τις έχουν ακόμη τις εικόνες για να τις βεβηλώνουν, να τις βρωμίζουν. Πρέπει για να γίνουν τα μάγια να αποδείξουν στο Σατανά, ότι δεν έχουν καμιά σχέση πια με τον Θεό, αλλά είναι τελείως δοσμένοι σ’ αυτόν. Και απόδειξις είναι το γεγονός ότι τις πατούν και κάθονται τσίτσιδοι επάνω στην εικόνα για να τους δώσει τη δύναμή του ο Σατανάς.
 
 

Είναι μεγάλο αμάρτημα αυτό και για εκείνους που τα κάνουν. Εφ’ όσον αυτοί δόθηκαν στον Σατανά, είναι αντίθετοι με τον Θεό και είναι καταδικασμένοι εις Κόλασιν αιώνιον. Είναι δύσκολο να μετανοήσουν, όπως μετενόησεν ο Άγιος Κυπριανός και έκαψε τα μαγικά του βιβλία δημόσια.

Βαρύ το αμάρτημα και για εκείνους, που καταφεύγουν εκεί, για να κάνουν μάγια σε άλλους. Έχουν μαύρη ψυχή και δεν μπορεί αυτοί να έχουν σχέση με το Θεό. Ο σατανάς κάθεται στην καρδιά τους.

Μεγάλο αμάρτημα έχουν και εκείνοι που πηγαίνουν για να τους λύσουν τα μάγια. Αυτοί ξεβαφτίζονται. Όταν βαφτίζεται ο άνθρωπος και μπαίνει στην οικογένεια του Θεού, αποτάσσεται τον Σατανά και συντάσσεται με τον Χριστόν. Γι’ αυτό τρεις φορές ερωτάται:

«Αποτάσσεσαι τον Σατανάν;» και απαντά: «Αποτάσσομαι».

Τρεις πάλι φορές: «Συντάσσεσαι με τον Χριστόν»; Και απαντά «συντάσσομαι».
  
 

Τώρα όμως που πηγαίνει σ’ αυτά, αρνείται το Χριστό και συντάσσεται με το Σατανά. Γι’ αυτό και, αν πάει κατόπιν στην Εκκλησία να τα λύσει, δεν του τα λύνει εύκολα ο Θεός.

Έχω παρατηρήσει, ότι οι άνθρωποι, που δεν πήγαν σε μάγους και μέντιουμ με δύο το πολύ τρία «διαβάσματα» λύονται και απαλλάσσονται. Ενώ εκείνοι, που έχουν πάει στους μάγους να τα λύσουν χρειάζονται μεγάλη μετάνοια και πολλή επιμονή για να απαλλαγούν.

Έπειτα ούτε κερδίζει κανείς τίποτε από τους μάγους. Και εάν προς στιγμήν φέρει μία ανακούφιση, κατόπιν το κακό φουντώνει χειρότερα.
 
  


Ούτε και να πει κανένας πηγαίνω τώρα στα μέντιουμ και στους μάγους και κατόπιν μετανοώ και με συγχωρεί ο Θεός. Πονηρέ και διεστραμμένε! Πας να γελάσεις το Θεό; Είσαι εξυπνότερος εσύ από το Θεό; Η μετάνοια είναι δώρο του Θεού και δεν σου τη δίδει ο Θεός τότε.

Ένα σου λέγω: Πρόσεξε! Πρόσεξε! Πρόσεξε! Να μη βρεθείς στα νύχια του διαβόλου, διότι δεν θα μπορέσεις να απαλλαγείς, ούτε εδώ, ούτε στην άλλη ζωή.