Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΚΑΡΟΤΟ, ΤΟ ΑΥΓΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΑΙ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 


«Σου έχω πει την ιστορία την παλιά με το τσάι, το καρότο και τ’ αυγό;»
Η Έλλη γνέφει «όχι».

«Άκου, λοιπόν!» αρχίζει ο παππούς. «Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό. Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και ρώτησε τον άνθρωπο τι βλέπει. “Ένα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό”, της είπε κείνος. “Και τι μυρίζει;” ρώτησε η γερόντισσα. “Μοσχοβολάει τσάι του βουνού!” της απαντάει. “Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει” λέει η γερόντισσα.«Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια. Άλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. Όταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί. Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουνε το τσάι. Όταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάζουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά. Πήγαινε στο καλό λοιπόν” του λέει η γερόντισσα “και φρόντισε να είσαι σαν το τσάι.»»

Πηγή: Από το βιβλίο «Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας»


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ


Καταγόταν από την Κων/πολη. Οι ευλαβείς γονείς του, από αρχοντική και ευγενική γενιά (εξ ου και το προσωνύμιο Ευγενικός) Γεώργιος, Διάκονος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, και η μητέρα του Μαρία, ανέθρεψαν τον μικρό Μανουήλ και τον αδελφόν του Ιωάννη χριστιανικά και φρόντισαν για την μόρφωσή του. Ο Άγιος Μάρκος διεκρίνετο από την ευρυμάθεια και την αγιότητα του βίου του. Σε ηλικία 25 ετών εκάρη μοναχός στην Μονή Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, και χειροτονήθε ιερέας.

Μορφωμένος με την θύραθεν φιλοσοφική και χριστιανική παιδεία ο Άγιος Μάρκος διεκρίθη ως διδάσκαλος της ρητορικής, Διευθυντής στο Πατριαρχικό Φροντιστήριο, και απολάμβανε της εκτιμήσεως των εκκλησιαστικών κύκλων και του ιδίου του Αυτοκράτορος Ιωάννου Παλαιολόγου. Ο τελευταίος, προ της στρατιωτικής απειλής των Οθωμανών, εστράφη στην Δύση επιδιώκοντας διάλογο με τον Πάπα με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσει την πολιτική και στρατιωτική βοήθεια των Δυτικών. Συμφώνησε να συμμετάσχει πολυπληθής βυζαντινή αντιπροσωπία στην Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας που συνεκάλεσε ο Πάπας με σκοπό να συζητηθεί και να υπογραφεί η Ένωση των Δύο Εκκλησιών. Στην αυτοκρατορική συνοδεία επελέγησαν οι πιο αξιόλογοι αξιωματούχοι και εκκλησιαστικοί άνδρες για να εκπροσωπήσουν την Ορθοδοξία στην Σύνοδο, μεταξύ αυτών ο Πατριάρχης Ιωσήφ, ο Γ. Σχολάριος, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, ο Νικαίας Βησσαρίων και ο Μάρκος ο Ευγενικός κατόπιν της επιμονής του αυτοκράτορος ο οποίος λίγο πριν αναχωρήσουν για την Δύση, ζήτησε από το πατριαρχείο να εκλέξουν τον Άγιο Μάρκο ως μητροπολίτη Εφέσου.

Οι συζητήσεις στην Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας (1438-1439) επρόκειτο να ασχοληθούν με τα θεολογικά ζητήματα που χώριζαν τις εκκλησίες Δύσεως και Αναστολής, κυρίως η αξίωση του Πάπα για το Πρωτείο, το Φιλιόκβε, το Καθαρτήριο Πύρ κ. ά. Ο Άγιος Μάρκος επέμενε ο θεολογικός διάλογος να διεξαχθεί με αγάπη και ειλικρίνεια και επί τη βάσει των αποφάσεων των Επτά Οικουμενικών Συνόδων, των οποίων τα Πρακτικά και οι όροι εζήτησε να αναγνωσθούν πριν την έναρξη των συζητήσεων . Ήθελε ο Άγιος Μάρκος η Ένωση να στηριχθεί στην ακαινοτόμητη ευαγγελική και αποστολική πίστη, όπως αυτή εκφράσθηκε από τους Αγίους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων. Οι Δυτικοί αρνήθησαν και απεκαλύφθη ότι τα χωρία των Πατέρων της Εκκλησίας που παρέθεταν στις συζητήσεις ήταν νοθευμένα και αλλοιωμένα. Αυτό το κατήγγειλε ο Άγιος Μάρκος.

Επειδή οι θεολογικές συζητήσεις απεδείχθησαν μακροχρόνιες, ο αυτοκράτωρ και ο Πάπας πίεζαν για την επίσπευση της υπογραφής της Ενώσεως, η κάθε πλευρά για τους δικούς της λόγους. Ο Πάπας αλλά και ο αυτοκράτωρ χρησιμοποίησαν απειλές, πολιτικούς εκβιασμούς, χρηματικά δώρα και υποσχέσεις. Μόνον ο Άγιος Μάρκος παρέμεινε συνεπής στις ορθόδοξες θέσεις και παρ’ όλες τις πιέσεις και τις απειλές ακόμη και κατά της ζωής του, δεν υπέγραψε. Όταν το έμαθε ο Πάπας Ευγένιος, είπε την χαρακτηριστική φράση: ΄΄Μάρκος ουχ υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν!΄΄.

Στην επιστροφή για την πατρίδα τα νέα για την Ένωση έγιναν γνωστά και ο ορθόδοξος λαός δεν απεδείχθη μία ένωση που ουσιαστικώς υπαγορεύθηκε από πολιτικούς και διπλωματικούς υπολογισμούς, δεν ήταν γνήσια και ειλικρινής,. Ο ορθόδοξος λαός χαρακτήρισε την Ένωση ως ψευδή, την Σύνοδο ως ληστρική και τους υπογράψαντες ως προδότες της πίστεως και εξωνημένους, ενώ τον Άγιο Μάρκο τον υπεδέχοντο ως τον στύλο της ορθοδοξίας και τον γενναίο υπερασπιστή της πίστεως των Αγίων Πατέρων. Το Διάταγμα για την Ένωση ο αυτοκράτωρ δεν τόλμησε να το δημοσιοποιήσει στην Κων/πολη, ούτε έλαβε μέτρα για να στηρίξει ή να επιβάλει την εφαρμογή της Ενώσεως. Όπου λειτουργούσαν φιλενωτικοί κληρικοί ή ο λατινίζων Πατριάρχης Μητροφάνης, ο πιστός λαός αποχωρούσε.

Ο Άγιος Μάρκος ανέλαβε νέους αγώνες για να ενημερώσει τους ορθοδόξους πιστούς για την επαίσχυντη Ένωση που υπεγράφη, ετέθη κεφαλή της ανθενωτικής κινήσεως, και όταν επί διετία με εντολή του αυτοκράτορος ετέθη σε περιορισμό στην Λήμνο, συνέγραψε την περίφημο ‘’Εγκύκλιο προς τους απανταχού ορθοδόξους χριστιανούς΄΄. Σε ηλικία 52 ετών, εκοιμήθη στις 23 Ιουνίου 1444 ή 1445, αφού προηγουμένως ανέθεσε την συνέχιση της ανθενωτικής προσπάθειας στον μαθητή του Γεννάδιο Σχολάριο, τον μετέπειτα πρώτον Πατριάρχη του Γένους μετά την Άλωση.

Η Σύνοδος Φερράρας Φλωρεντίας αποδοκιμάσθηκε ως ληστρική Σύνοδος και επισήμως καταδικάστηκε από τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής σε δύο Συνόδους (Ιεροσολύμων το 1443 και Κων/πόλεως το 1482), οι αποφάσεις κηρύχθησαν άκυρες, ενώ ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός ανακηρύχθηκε Άγιος της Εκκλησίας μας, Στύλος και Υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Ο Πατριάρχης Σχολάριος με Πατριαρχική και Συνοδική απόφαση του 1456 ώρισε την μνήμη του αγίου την 19ην Ιανουαρίου να ψάλλεται η ακολουθία του, και νέα Πατριαρχική και Συνοδική Απόφαση του 1734 επανεβεβαίωσε την ανακήρυξη του Μάρκου του Ευγενικού σε Άγιο της Εκκλησίας. Με τα εξής λόγια: ΄΄η καθ’ ημάς αγία του Χριστού Ανατολική Εκκλησία τον ιερόν τούτον Μάρκου Εφέσου τον Ευγενικόν και οίδε και τιμά και αποδέχεται άγιον άνδρα και θεοφόρον και όσιον και ζηλωτήν της ευσεβείας διάπυρον, και των καθ’ ημάς ιερών δογμάτων και του ορθού λόγου της ευσεβείας πρόμαχον και προασπιστήν γενναιότατον και των προηγησαμένων εν τοις αρχαίοις χρόνοις ιερών θεολόγων και κοσμητόρων της Εκκλησίας μιμητήν και εφάμιλλον΄΄.

Με τους αγώνες του Αγίου Μάρκου η ορθόδοξος πίστη έμεινε καθαρά και γνησία, η Ορθόδοξος Εκκλησία διεσώθη. Ο Άγιος Μάρκος πίστευε ότι η διατήρηση της Ορθοδοξίας θα διατηρούσε ζωντανό και το Γένος των Ελλήνων και οι ιστορικές εξελίξεις τον δικαίωσαν.
ΠΗΓΗ

Βολές Αμβρόσιου κατά του Αλέξη Τσίπρα: Διώκετε υπούλως την Ορθοδοξία μας



Ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος, με επιστολή του, ασκεί σκληρή κριτική στον Πρωθυπουργό, όχι τόσο για την πολιτική του, αλλά για τη σχέση του με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων, σε ανοιχτή επιστολή προς τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι και εκείνος «πίστεψε» στις προεκλογικές εξαγγελίες του Πρωθυπουργού για «όχι στα Μνημόνια και τους φόρους», θεωρώντας ότι ο Θεός λυπήθηκε την Ελλάδα, γι” αυτό και τότε τον επαίνεσε δημοσίως.

Σε άλλο σημείο της ανοιχτής επιστολής ο κ. Αμβρόσιος κατηγορεί τον Πρωθυπουργό για υποκρισία, ενώ τον προτρέπει, εάν κρυφά σέβεται την Ορθοδοξία να το ομολογήσει δημόσια.



Διαβάστε παρακάτω ολόκληρη την επιστολή Αμβρόσιου:

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΞΟΧΩΤΑΤΟ κ. ΑΛΕΞΙΟ ΤΣΙΠΡΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Επιτρεψατέ μοι να Σας ομιλήσω με την γλώσσα της αληθείας. Είμαι εξ εκείνων, οι οποίοι, πιστεύοντας στις προεκλογικές εξαγγελίες Σας, «όχι στα Μνημόνια, όχι στους φόρους, όχι…., όχι…., όχι….», εθεώρησα ότι ο Πανάγαθος Θεός λυπήθηκε την Ελλάδα μας και μας αποστέλλει ένα Ήρωα Πρωθυπουργό, ο οποίος θα μας απαλλάξει από την τυραννική σκλαβιά του κ. Σώϋμπλε και των άλλων Ευρωπαίων Εταίρων μας. Γι αυτό και όταν αναλάβετε τα υψηλά καθήκοντά σας Σας επήνεσαν δημοσίως! Θυμηθείτε εκείνο το «Γειά σου, λεβέντη Πρωθυπουργέ κ. Τσίπρα»!

Νομιμοποιούμαι, λοιπόν, σήμερα να Σας ελέγξω δημοσίως για τα δημοσίως υφ’ Υμών πραττόμενα!

ΠΙΣΤΕΥΕΙ ή ΥΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ-ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

Έπειτα από τα παραπάνω εισαγωγικά ας έλθουμε στο θέμα μας. Δεν πρόκειται να Σας ελέγξω για την πολιτική Σας, όπως παραδείγματος χάριν στον τομέα της οικονομίας, καθ’ όσον τα ζητήματα αυτά ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων παραγόντων. Εμείς σήμερα θα εστιάσουμε την προσοχή Σας στο θέμα των σχέσεών Σας με την Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλ. θα εστιάσουμε την προσοχήν μας και θα διερευνήσουμε το κατά πόσον ανήκετε στα πιστά τέκνα της Εκκλησίας ἤ ὄχι. Έχουμε, λοιπόν, τα εξής δεδομένα:



1. Έχετε διακηρύξει δημοσίως ότι ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΣΤΟ ΘΕΟ! Ευκαίρως-ακαίρως διακηρύσσετε urbi et orbi, ότι είσθε άθεος!

2. Δημιουργήσατε οικογένεια χωρίς προηγουμένως να τελέσετε το Μυστήριο του Γάμου στην Ορθόδοξη Εκκλησία!

3. Αποκτήσατε τέκνα, τα οποία όμως κρατάτε αβάπτιστα!

4. Αναλάβετε τα Πρωθυπουργικά Σας καθήκοντα χωρίς να δώσετε τον νενομισμένο θρησκευτικό όρκο, παραβιάζοντας το Σύνταγμα της Χώρας.

5. Δεχθήκατε τον πολιτικό όρκο και για τα Μέλη του Υπουργικού Σας Συμβουλίου!

6. Τοποθετήσατε ως Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων τον άθεο κ. Νικ. Φίλη, ο οποίος ως σκοπό του έβαλε να καταργήσει την Ορθοδοξία από την Δημόσια Εκπαίδευση!

7. Επί των ημερών της διακυβερνήσεως της Χώρας από την Υμετέραν Εξοχότητα η ΕΛΛΑΔΑ μας οδηγείται ολοταχώς στην ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ! Μια καταστροφή, η οποία αγκαλιάζει τους τομείς: οικονομία, πολιτιστική μας ταυτότητα και παράδοση, ιστορία, ήθη και έθιμα και πάνω από όλα ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ!



8. Η παγκόσμια Κοινότητα γνωρίζει την Ελλάδα μας ως την μοναδική Χώρα, η οποία παράγει και προωθεί τον ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ! Αυτό είναι το διακριτικό μας πλεονέκτημα!

Δυστυχώς Σεις ως σκοπό της διακυβερνήσεως της Χώρας μας έχετε θέσει την ανατροπήν όλων αυτών! Η Κυβέρνησις Τσίπρα έχει επιλέξει σαν ταυτότητά της το χαρακτηριστικό όνομα «ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»!

Δικαίωμά Σας να χαράσσετε την πορεία Σας! Αλλά και δικαίωμά μας να κρίνουμε Εσάς και την πολιτική Σας.

Καταστρέψατε, λοιπόν, την Ελλάδα μας εξ επόψεως οικονομίας. Μετατρέψατε την Χώρα μας σε μια Χώρα πεινασμένων, ανέργων, πτωχευμένων επιχειρηματιών! Ακόμη και ιστορικές Αθηναϊκές εφημερίδες, έως χθες οικονομικώς παντοδύναμες, όπως το ΒΗΜΑ και ΤΑ ΝΕΑ, σήμερα αντιμετωπίζουν την πτώχευση! Ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά τους!

Καταστρέφετε όμως και την Ορθοδοξία μας! Με διάφορα μέτρα, τα οποία λαμβάνετε, έχετε βάλει στόχο να διαλύσετε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος! Π.χ. διώκετε τον Χριστό από τα Δημόσια Σχολεία! Ναι, κ. Πρωθυπουργέ, άλλοτε ευθέως και άλλοτε υπούλως με κάθε τρόπο διώκετε την Ορθο δοξία μας!

Ἰδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από διδακτικό βιβλίο της Δ΄ Δημοτικού, (Γλώσσα Δ΄ Δημοτικού, Πετώντας με τις λέξεις, Β΄ τεύχος της γλώσσας, σελ. 52) στο κεφάλαιο «Η μπουγάδα του Αϊ-Βασίλη», αφιερωμένο στο Μέγα Βασίλειο:

«Σήμερα ο Αϊ-Βασίλης ξυπνά απ’ τα χαράματα… Μετά από λίγο βγαίνει στην αυλή, ν’ απλώσει την μπουγάδα του. Πρώτα κρεμάει τις κάλτσες του, ύστερα τη φανέλα, το μακρύ του σώβρακο, το σκούφο του, το πουκάμισο και τελευταία το σακάκι και το παντελόνι του. Ποπό! Ζημιά! Αδύνατον!, φωνάζει απελπισμένος»! Ντροπή Σας γι΄ αυτή τη μεγάλη ασέβεια πρός τόν Μέγα Βασίλειο, τόν Προστάτη των Γραμμάτων! Το μακρύ ή και κοντό σώβρακό του ενδιαφέρουν τα μικρά παιδάκια της Δ΄ Δημοτικού; Αίσχος, κ. Πρωθυπουργέ!

Καταστρέφετε όμως και την Ελληνιστική μας Παράδοση! «Κόπηκε ο Επιτάφιος του Περικλέους από την Γ΄ Λυκείου. Για να μην καταλαβαίνουν τα ελληνόπουλα τις ανοησίες των πολιτικάντηδων, όταν μιλάνε περί Δημοκρατίας», διαβάζουμε σε μια εφημερίδα των Αθηνών (Ελ. Ώρα, 30 Δεκεμβρίου 2016, σελ. 21).

Καταστρέφετε ακόμη και την οικογένεια! Σεις δεν νομοθετήσατε το κατάπτυστο «Σύμφωνο Συμβίωσης»; Σεις δεν δώσατε το δικαίωμα, ώστε να έχουμε και στη Χώρα μας τις λεγόμενες «μονογονεϊκές οικογένειες»; Σεις πάλι τώρα, πολύ πρόσφατα, δεν αποφασίσατε να παρέχεται «επίδομα γάμου και άδεια στα ζευγάρια με σύμφωνο συμβίωσης»; (βλ. Εφημερίδα Δημοκρατία, 12.01.2017, σελ. 11).

Με δεδομένα τα παραπάνω και τόσα άλλα ακόμη, που θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε, απορούμε για αυτή την δυσπερίγραπτη υποκρισία, την οποία εφαρμόζετε στην καθημερινή ζωή σας και την οποία ευκαίρως-ακαίρως επιδεικνύετε προς τον Ελληνικό Λαό! Τον Ελληνικό Λαό, επαναλαμβάνω, τον οποίο, καθώς φαίνεται, θεωρείτε τόσο βλάκα! Ιδού, λοιπόν, μερικά δείγματα της υποκριτικής συμπεριφοράς Σας:

1. Την πρώτη ημέρα του νέου έτους, αν και άθεος, είχατε το θράσος να μεταβείτε στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών για να συμμετάσχετε στην Δοξολογία «επί τη εισόδω εις το Νέον Έτος»! Εκεί, σύμφωνα με σχόλια των δημοσιογράφων, ήσασταν αδιάφορος, είχατε μια απρόσεκτη στάση, με ένα βλέμμα περιφερόμενο εδώ και εκεί κλπ.

Όλα αυτά έδειχναν μια αδιαφορία! Ήσασταν παρών, αλλά δεν εκρύβατε την απαρέσκειά Σας! Σας ερωτώ, λοιπόν: Αφού είσθε ΑΘΕΟΣ γιατί μετέβητε στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Ποιόν κοροϊδεύετε; Τον Θεό ή τους ανθρώπους;

2. Κατά την Ημέρα των Θεοφανείων είχατε και πάλιν το θράσος να μεταβείτε στον Ορθόδοξο Ναό μιάς πόλεως της Θράκης, για να παρακολουθήσετε την Ακολουθία του Αγιασμού! Εν συνεχεία, συμμετέχοντας στην επίσημη εκκλησιαστική πομπή, μετέβητε και στην παραλία, όπου και κατά το έθος ρίχνουμε τον Τίμιο Σταυρό στη θάλασσα, για να αγιασθούν και τα ύδατα της θαλάσσης.

Εκεί, μεταξύ άλλων παραδόξων, κρατούσατε στα χέρια Σας το περιστέρι, το οποίον και αφήσατε, όταν ο Αρχιερεύς έψαλε το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε». Πλην όμως με τον τρόπο αυτό ΔΕΝ ΗΣΑΣΤΑΝ ΘΕΑΤΗΣ! Αντιθέτως είχατε συμμετοχή στην ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού! Σας ερωτώ: αυτό δεν είναι υποκρισία; Τι δουλειά έχετε Σεις, ένας ΑΘΕΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, να συμμετέχετε σε μια εκκλησιαστική ιεροπραξία; Τι δουλειά έχετε Σεις, ένας ΑΘΕΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, να συμμετέχετε σε μια εκκλησιαστική αγιαστική Σύναξη;

3. Να προσθέσω ένα ακόμη σχόλιο από την τελετή του αγιασμού των υδάτων στην παραπάνω πόλη. Μια φωτογραφία Σας εμφανίζει να γελάτε ξεκαρδιστικά εκεί πάνω στην εξέδρα του αγιασμού, όπου μεταξύ άλλων έχετε παρασύρει στο γέλοιο Σας όχι μόνο τον οικείο Μητροπολίτη, αλλά και όλο το πλήθος, που Σας περιστοιχίζει! Κύριε Τσίπρα, αν Σεις θέλετε να γελοιοποιήσετε τα ιερά και τα όσια της Πίστεώς μας, εμείς ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΤΟ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ!

4. Ας προχωρήσουμε λίγο ακόμη.

Ευρισκόμενος στη Μακεδονία μας μετέβητε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, όπου ανταλλάξατε εγκάρδιο ασπασμό με τον οικείο Μητροπολίτη. Δεν γνωρίζω ποιόν να οικτιρίσω πρώτο και ποιόν δεύτερο! Τον Μητροπολίτη, ο οποίος σας αγκαλιάζει σφικτά και Σας ασπάζεται θερμότατα ἤ Υμάς, τον άθεο Πρωθυπουργό, ο οποίος δημοσίως και χωρίς αναστολές αγκαλιάζει και ασπάζεται έναν Ορθόδοξο Αρχιερέα! Τι άραγε θέλετε να δείξετε με αυτό τον τρόπο; Θα το επαναλάβω: Ποιόν κοροϊδεύετε; Τον Θεό ή τους ανθρώπους;

5. Μια και μιλάμε για συναντήσεις με εκκλησιαστικά πρόσωπα, κατά το παρελθόν έχετε φωτογραφηθεί και με τον Πάπα Φραγκίσκο!

Αυτό όμως δεν μας ασχολεί! Ο Πάπας δεν ανήκει στην οικογένεια των Ορθοδόξων! Ο Πάπας δεν είναι «Εκκλησία», όσο κι’ αν το ηθέλησαν εκεί κάτω στο Κολυμπάρι της Κρήτης να τον αναγνωρίσουν ως «Εκκλησία». Είναι αποκομμένος από την Εκκλησία! Είναι…, είναι…., είναι… και αιρετικός!

6. Τελικά απορώ και εξίσταμαι! Συλλογιζόμενος τα παραπάνω περιστατικά, προβληματίζομαι: ποιός άραγε έχει μεγαλύτερη ευθύνη; Ένας άθεος, που πηγαίνει στην Εκκλησία σε ώρα τελέσεως της θείας Λατρείας; Ή ο κληρικός, ο οποίος δέχεται και ανέχεται ένα δεδηλωμένο άθεο στο Ναό του σε ώρα τελέσεως της θείας Λατρείας; Μήπως ο τελευταίος λησμονεί την λατρευτικήν προτροπήν: «Οι Κατηχούμενοι προέλθετε…. Μή τις των Κατηχουμένων. Όσοι πιστοί, έτι καί έτι του Κυρίου δεηθῶμεν»; Μήπως εμείς οι Αρχιερείς θα πρέπει να θυμηθούμε την στάση του Αγίου Αμβροσίου, του Επισκόπου Μεδιολάνων, προς τον Αυτοκράτορα της Ανατολής Θεοδόσιο τον Μέγα; Για όσους δεν ενθυμούνται, ή προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν, σημειώνουμε εδώ δύο μόνον λόγια:

Ο Θεοδόσιος για να τιμωρήσει τούς φονείς κάποιων ανωτέρων αξιωματικών του στρατοῦ του από τόν όχλον της Θεσσαλονίκης, διέταξε αντίποινα, συνεπεία των οποίων στον Ιππόδρομο της πόλεως από τον στρατό του Αυτοκράτορος εφονεύθησαν 7.000 αθώοι πολίτες! Όταν, λοιπόν, ο Αυτοκράτωρ προσήλθε στο Ναό των Μεδιολάνων για να συμμετάσχει στη θεία λειτουργία, ο Άγιος Αμβρόσιος παρεμπόδισε την είσοδό του στο Ναό, λέγοντάς του: «Φύγε… και μη επιχειρής δευτέραν παρανομίαν να προσθέσης εις την πρώτην! Δέξου το επιτίμιον, το οποίον μετ’εμού σοι επιβάλλει άνωθεν ο Θεός, ο των όλων Δεσπότης∙ το επιτίμιον τούτο θα σε θεραπεύση και θα σοι αποδώση την υγείαν της ψυχής» (Βλ. Ακολουθία του Αγ. Αμβροσίου… Αίγιον 2007, σελ. 58). Και ο Μέγας Θεοδόσιος ΔΕΝ ΕΙΣΗΛΘΕ στο Ναό! Έφυγε για να κλάψει για τις αμαρτίες του!

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Σας ικετεύω, μη ερεθίζετε τις ψυχές των ευσεβών ανθρώπων, οι οποίοι συγκροτούν τον θεσμό της Εκκλησίας! Εάν κρυφά σέβεσθε την Ορθοδοξία μας, τότε τολμήσατε να το ομολογήσετε! Εάν όμως αποστρέφεσθε την Ορθόδοξη Πίστη μας, τότε μη μας μπερδεύετε! Κρατείστε την αθεΐα Σας για τον εαυτό Σας και μη την διαφημίζετε! Με την παρουσία Σας και την συμμετοχή Σας σε ιερές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας εκθέτετε ανεπανορθώτως τους εκκλησιαστικούς Ταγούς, οι οποίοι Σας υποδέχονται και Σας αποδέχονται σε ώρα θείας λατρείας! «Θοῦ, Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου και θύραν περιοχῆς περί τά χείλη μου» (Ψαλμ. 140, 3).

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Προσωπικώς προσεύχομαι για την σωτηρίαν της ψυχής Σας, Ο Θεός του Ελέους να Σᾶς δώσει μετάνοιαν και να Σας ανοίξει την οδό της επιστροφής Σας στον Αμπελῶνα του Κυρίου μας. Ἡ Ορθόδοξος Εκκλησία αποτελεῖ τήν μοναδική οδό σωτηρίας της αθάνατης ψυχής μας! Ο Χαρίλαος Φλωράκης, στη δύση της ζωῆς του, ανεκάλυψε αυτό το μεγάλο μυστικό! Εκεί στον Περισσό, στα Γραφεία του Κ.Κ.Ε, δέχθηκε τον ιερέα-Εξομολόγο, εδήλωσε μετάνοιαν, εξομολογήθηκε, έκλαψε πικρώς, και με τον τρόπο αυτό καθάρισε τον ρύπο της ψυχής του! Δηλ. ανεκάλυψε τον Σωτήρα Χριστό και ενώθηκε μαζί Του με το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας! Και εν τέλει, άφησε εντολή να ταφῆ στον αυλόγυρο ενός παρεκκλησίου στο χωριό του, στη Θεσσαλία!

Με αίσθημα ευθύνης και την κατά Χριστόν παρρησίαν

+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ο Γόρτυνος Ιερεμίας: «Τον αγώνα εναντίον των αιρετικών πρέπει να τον κάνουν μόνον αυτοί που έχουν θεολογική γνώση»



IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ


Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἀδελφοί χριστιανοί, ἔλεγε γιά κάποιο ἁμαρτωλό, Ζακχαῖο στό ὄνομα, πού ἔκλεβε καί ἀδικοῦσε, ἀλλά εἶχε τό πόθο νά δεῖ τόν Χριστό καί νά γίνει δικός Του. Καί ὅταν ὁ Χριστός πῆγε στήν πόλη τοῦ Ζακχαίου, τήν Ἱεριχώ, αὐτός, γιά νά δεῖ καλά τόν Χριστό, ἀνεμπόδιστα ἀπό τόν ὄχλο, γιατί ἦταν κοντός, ἔκανε μία ἐξευτελιστική πράξη γιά τήν θέση του· γιατί ἦταν τελώνης, ἐπίσημο ἐπάγγελμα τήν τότε ἐποχή. Λές καί ἦταν ἕνας χωριάτης νέος, ἀνέβηκε σέ μιά συκομωριά καί ἀπό ἐκεῖ ψηλά ἔβλεπε καλά ὅλη τήν πορεία τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός τόν ἐπῄνεσε γιά τόν πόθο του καί γιά τήν ταπεινή του αὐτή πράξη, γιά νά ἐκπληρώσει τόν πόθο του, καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά πάει σπίτι του. Ὁ δέ Ζακχαῖος, ἐκεῖ μπροστά σ᾽ ὅλο τόν κόσμο, ἐξομολογήθηκε τά ἁμαρτήματά του, τίς κλοπές του καί τίς ἀδικίες του καί ὑποσχέθηκε ὅτι θά τίς διορθώσει μέ τό παραπάνω. Ἐπειδή, χριστιανοί μου, σέ λίγο θά μποῦμε στό Τριώδιο, πού εἶναι περίοδος μετανοίας, γι᾽ αὐτό, σάν μία εἰσαγωγή σ᾽ αὐτή τήν περίοδο, ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε σήμερα τήν εὐαγγελική περικοπή περί τοῦ Ζακχαίου.

Μετά τήν σύντομη αὐτή ἀναφορά στό σημερινό Εὐγγέλιο, ἀδελφοί, θέλω τώρα, ὅπως τό κάνω στήν νέα σειρά τῶν κηρυγμάτων μας, νά ἀναφερθῶ σέ μερικούς ἁγίους τῆς Ἑβδομάδος. Καί κατά πρῶτον θέλω νά σᾶς πῶ γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο, τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πού θά ἑορτάσουμε στίς 25 τοῦ μηνός, τήν ἐρχόμενη Τετάρτη. Αὐτός ἔπρεπε νά κάνει ἀγώνα ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν, τῶν μεγάλων αὐτῶν αἱρετικῶν, πού ἀρνοῦνταν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Θεός, ὅμοιος μέ τόν Θεό Πατέρα. Καί ἔκανε τόν ἀγώνα αὐτόν μέ μεγάλη ἐπιτυχία, γιατί ἦταν θεολόγος. Μέ μιά σειρά πέντε ὁμιλιῶν ἀπέδειξε τήν πλάνη τῆς αἵρεσης τῶν Ἀρειανῶν καί ἀκόμη στίς ὁμιλίες του αὐτές ἀπέδειξε στούς Ἀρειανούς ὅτι εἶναι ἀνίκανοι νά κατανοοῦν τά θεῖα. Γιά τίς ὁμιλίες του αὐτές πῆρε τόν τίτλο τοῦ «θεολόγου». Ἀπό αὐτό, ἀγαπητοί μου, μαθαίνουμε αὐτό πού καταλαβαίνουμε, ὅτι τόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν πρέπει νά τόν κάνουν μόνον αὐτοί πού ἔχουν θεολογική γνώση, ὅσοι δηλαδή, γνωρίζουν καλά τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, ἐνῶ ἦταν δεινός πολέμιος τῶν αἱρέσεων, γιατί ἡ αἵρεση δείχνει λάθος θεό, ὅμως στήν συμπεριφορά του καί πρός αὐτούς τούς αἱρετικούς ἦταν πολύ πρᾶος καί γλυκής· καί μάλιστα τήν γλυκύτητά του αὐτή τήν εἶχε καί πρός τούς ἁμαρτωλούς καί τούς παραστρατημένους. Ἐπειδή λοιπόν σάν ἅγιος εἶχε καί τήν ἀρετή τῆς πραότητος, γι᾽ αὐτό πέτυχε στόν ἀντιαιρετικό του ἀγώνα, καί ἔκανε πολλούς Ἀρειανούς νά ἀρνηθοῦν τήν πλάνη καί νά δεχθοῦν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Καί ἀπό αὐτό πάλι διδασκόμεθα ὅτι τόν ἀγώνα μας ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν πρέπει νά τόν κάνουμε μέ θεολογία μέν, ἀλλά καί μέ πραότητα καί μέ ἀγάπη, ὥστε ὁ διάλογός μας νά εἶναι ἐπιτυχής. Ἀλλά, ἄς ποῦμε καί αὐτό, ὅτι τήν ζημιά στό ποιμαντικό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τήν ἔκαναν οἱ «ὑπέρ λίαν φιλόθεοι καί φιλόθρησκοι», ὅπως τούς λέγει ὁ ἴδιος, οἱ ζηλωτές, πού λέγουμε ἐμεῖς σήμερα. Καί γιά νά μήν παρεξηγήσετε τά λόγια μου, ἀδελφοί, λέγω ὅτι πρέπει νά εἴμαστε ζηλωτές γιά τήν πίστη μας καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας· ἀλλά οἱ ζηλωτές τῶν χρόνων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, χάριν τάχα τῆς εὐσέβειας καί τῆς πίστης, προκαλοῦσαν ὅλο διαιρέσεις καί ἀναταραχές καί φυγάδευαν τήν εἰρήνη ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος λέγει γι᾽ αὐτούς εἰρωνικά, ἀλλά καί πραγματικά, αὐτόν τόν φοβερό λόγο: «Διειλόμεθα τόν Χριστόν οἱ λίαν φιλόθεοι καί φιλόχριστοι» (Α΄ Εἰρηνικός, ΣΤ΄ 3)!



Τήν 26 τοῦ μηνός, ἀγαπητοί, τήν προσεχῆ Πέμπτη, θά γιορτάσουμε τήν ἁγία Παύλα ἀπό τήν Ρώμη, μαθήτρια τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου. Αὐτή εἶχε Κοινόβιο Μοναζουσῶν. Γι᾽ αὐτή λοιπόν τήν ἁγία Ἡγουμένη μοῦ κάνει ἐντύπωση ἡ ἀγάπη της στήν Ἁγία Γραφή, τήν ὁποία καί μετέδωσε στίς ἀδελφές τοῦ Μοναστηρίου της. Στό μοναστικό της Κοινόβιο καθόρισε οἱ Μοναχές νά διαβάζουν καθημερινά ὁλόκληρο τό Ψαλτήριο, τό ὁποῖο ὄφειλαν νά ἀποστηθίζουν καί καθεμιά τους ἔπρεπε ἐπί πλέον νά μαθαίνει καί νά μελετᾶ στήν διάρκεια τῆς ἡμέρας ἕνα χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μάλιστα ἡ ἴδια, μέ τήν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ της ἁγίου Ἱερωνύμου, εἶχε μάθει Ἑβραϊκά καί γι᾽ αὐτό προσηλωνόταν στήν ἑρμηνεία τῶν πιό δυσκόλων χωρίων ἀπό τό πρωτότυπο Ἑβραϊκό κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τόσο πολύ εἶχε διαβάσει τήν Ἁγία Γραφή, ὥστε σέ κάθε περίσταση, στίς ἀρρώστιες, στίς θλίψεις ἤ στίς χαρές, ἤξερε νά βρίσκει τό ἀντίστοιχο ἐδάφιο καί νά τό ἐντάσσει στήν ἀδιάλειπτη προσευχή της. Στά τελευταῖα τῆς ζωῆς της, παρ᾽ ὅλο πού ἡ ψυχή της μόλις πού κρατιόταν στό σῶμα της, ψιθύριζε ἀδιάκοπα τούς στίχους: «Κύριε ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καί τόπον σκηνώματος δόξης σου» (Ψαλμ. 25,8). «Ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 83,3). Ἀφοῦ καθησύχασε τίς ἀδελφές καί τούς ἱερεῖς πού συνάχθηκαν γύρω της ἀπό ὅλη τήν Παλαιστίνη, ἀπότομα τό πρόσωπό της ἀκτινοβόλησε καί ἄκουσε τόν Χριστό νά τῆς λέει: «Ἀνάστα, ἐλθέ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, ὅτι ἰδού ὁ χειμών παρῆλθεν!» (Ἄσμ. 2,10-11). Καί αὐτή ἀπάντησε χαρούμενη: «Ὁ καιρός τοῦ θερισμοῦ ἔφθασε. Πιστεύω τοῦ ἰδεῖν τά ἀγαθά Κυρίου ἐν γῇ ζώντων» (Ψαλμ. 26,13). Καί παρέδωσε τήν ψυχή της. Ἦταν σέ ἡλικία πενήντα ἕξι ἐτῶν.

Τήν ἴδια μέρα, τήν 26η τοῦ μηνός, θά γιορτάσουμε τόν ἅγιο Ἀμμωνᾶ. Ἦταν Ἐπίσκοπος, ἀλλά μέ μεγάλη ἀγαθότητα καί ἁπλότητα. Ἀκοῦστε δύο παραδείγματα: Τοῦ ἔφεραν κάποτε μία ἐλεύθερη ἔγγυο νέα μέ τόν νέο πού τήν κατέστησε ἔγγυο καί ζητοῦσαν νά τούς ἐπιτιμήσει. Ὁ ἅγιος ὅμως Ἀμμωνᾶς ὄχι μόνο δέν τούς ἐπιτίμησε, ἀλλά οὔτε καθόλου τούς κατέκρινε. Μάλιστα, ἀντί νά ἐπιτιμήσει τήν γυναίκα, τήν σφράγιζε στήν κοιλιά της καί τῆς δώρισε καί ἕξι ζευγάρια σεντόνια! Ἄλλοτε πάλι ἐπῆγε ὁ ἅγιος σέ ἕνα τόπο καί ἐκεῖ ἦταν ἕνας Μοναχός, πού φημιζόταν ὅτι πορνεύει μέ μία γυναίκα. Μάλιστα ἐκείνη τήν φορά ἔτυχε νά εἶναι μέσα στό κελλίο τοῦ μοναχοῦ ἡ γυναίκα μέ τήν ὁποία ἁμάρτανε. Αὐτό τό ἤξεραν οἱ ἄλλοι ἐντόπιοι καί παρακάλεσαν τόν ἅγιο Ἀμμωνᾶ νά περάσει, ὡς Ἐπίσκοπος πού ἦταν, ἀπό τό κελλί τοῦ Μοναχοῦ, γιά νά θεατριστεῖ ὁ Μοναχός γιά τήν ἁμαρτία του. Πῆγε ὁ ἅγιος στό κελλί τοῦ Μοναχοῦ μέ τούς ἐντοπίους ἄλλους Μοναχούς καί ὁ Μοναχός, ὅταν τούς εἶδε, πρόλαβε καί ἔκρυψε τήν γυναίκα σέ ἕνα πιθάρι. Ὁ Ἀμμωνᾶς, σάν ἅγιος, τό γνώριζε αὐτό καί πῆγε καί κάθισε πάνω στό στόμιο τοῦ πιθαριοῦ. Ἔπειτα πρόσταξε τούς ἄλλους νά ἐρευνήσουν, γιά νά τοῦ βροῦν τήν γυναίκα, γιά τήν ὁποία τοῦ κατήγγειλαν. Ἀλλά αὐτοί δέν τήν βρῆκαν πουθενά. Καί μετά εἶπε σ᾽ αὐτούς, πού κατηγοροῦσαν τόν Μοναχό: «Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρέσει γιά τήν ἁμαρτία πού κάνατε μέ τό νά συκοφαντήσετε τόν ἀδελφό σας Μοναχό». Τότε αὐτοί καταντροπιασμένοι ἀναχώρησαν, ὁ δέ ἅγιος Ἀμμωνᾶς, πιάνοντας τό χέρι τοῦ μοναχοῦ (δείχνοντάς του ἔτσι τήν ἀγάπη του σ᾽ αὐτόν) τοῦ εἶπε αὐτόν τόν ἁπλό λόγο: «Πρόσεχε, ἀδελφέ μου». Καί ἀναχώρησε. Λοιπόν, χριστιανοί μου, ἄν θέλουμε νά σωθοῦμε καί νά δοῦμε Πρόσωπο Θεοῦ – καί θέλουμε βέβαια –, ἄς μήν κατηγοροῦμε κανένα, γιά νά φανεῖ καί σέ μᾶς ἵλεως ὁ Θεός. Αὐτό τό παράδειγμα μᾶς δίνουν οἱ ἅγιοι.

Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίας


ΠΗΓΗ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 

Φιλόλογος-Θεολόγος, τ. Λυκειάρχης Γεώργιος Δ. Παπαδημητρόπουλος


α.’ Εισαγωγικά

Ο άγιος Αθανάσιος, τον οποίο η Εκκλησία προσονόμασε «Μέγαν» για την ξεχωριστή αρετή του, τον αδαμάντινο χαρακτήρα του και τους σθεναρούς αγώνες που διεξήγαγε προς αντιμετώπιση του κινδύνου της Ορθοδοξίας από την αίρεση του αντίχριστου Αρείου, υπήρξε μεγάλη ιστορική μορφή μιας από τις πλέον σημαντικές περιόδους της ανθρωπότητας. Τότε δηλαδή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διαπιστώνοντας την αδυναμία της να καταπνίξει τον Χριστιανισμό με βάρβαρους διωγμούς, αναγκάστηκε να τον αναγνωρίσει και να στηρίξει σ’ αυτόν την παράταση της ζωής της. Οι λεπτομέρειες της ζωής και του έργου του αγίου Αθανασίου δίνουν μια πολύ παραστατική εικόνα της ταραχώδους εκείνης εποχής, κατά την οποία έπνεε τα λοίσθια η αρχαία θρησκεία, η ειδωλολατρία, και θέτονταν τα θεμέλια του κράτους σε νέα θρησκευτική βάση, στη χριστιανική θρησκεία• και επιπλέον διεξάγονταν συζητήσεις και συγκαλούνταν τοπικές και οικουμενικές Σύνοδοι για τη διατύπωση των δογμάτων και τη ρύθμιση θεμάτων αφορώντων στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας.

β.’ Καταγωγή και μόρφωση του Μ. Αθανασίου

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 295 μ.Χ. από Έλληνες χριστιανούς γονείς, οι οποίοι τον γαλούχησαν και τον ανέθρεψαν με τα νάματα της χριστιανικής και ελληνικής παιδείας. Ο Αθανάσιος διακρινόταν, από τη μικρή του ηλικία, για τη μεγάλη ευφυΐα του, την ολόψυχη αγάπη του προς την Εκκλησία και την έφεση για μάθηση. Μετά τα εγκύκλια γράμματα, πραγματοποίησε ανώτερες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στις ακμάζουσες τότε σχολές της Αλεξάνδρειας και μελέτησε εις βάθος την Αγία Γραφή, τους προ αυτού Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, καθώς επίσης και τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, φιλόσοφους, ρήτορες και ιστορικούς, κυρίως δε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έτσι κατέστη βαθύς γνώστης της χριστιανικής και της θύραθεν (αρχαιοελληνικής) παιδείας και φιλοσοφίας.

Παράλληλα προς τη γνώση, ο Αθανάσιος καλλιεργούσε και τον ενάρετο βίο και την αγάπη και προσήλωση στον Χριστό, στην Εκκλησία και στην Ορθοδοξία, προς χάριν της οποίας υπέστη ανήκουστους κατατρεγμούς, διώξεις και εξορίες. Η απεριόριστη αγάπη του προς τον Χριστό και την Εκκλησία πιστοποιείται και από τον εξής θρύλο: Κάποτε, κατά την παιδική του ηλικία, παίζοντας κοντά στη θάλασσα, βάφτισε μερικά παιδιά ειδωλολατρών και, επειδή τήρησε όλους τους κανόνες της σχετικής εκκλησιαστικής τελετής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α’ (313-328) αναγνώρισε ως έγκυρες τις βαπτίσεις αυτές του νεαρού Αθανασίου και τον ανέλαβε υπό την προστασία του, ενδιαφερθείς πολύ για τη μόρφωσή του.

Εν συνεχεία ο πατριάρχης Αλέξανδρος, εκτιμώντας την αρετή, τη μόρφωση και τα διαλεχτά προσόντα του Αθανασίου, τον προσέλαβε στο Πατριαρχείο ως γραμματέα και του απένειμε τον ιερατικό τίτλο του «αναγνώστη». Ακολούθως, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, τον χειροτόνησε διάκονο. Νεαρός δε ακόμη στην ηλικία ο Αθανάσιος, γνωρίστηκε με τον περίφημο ασκητή της ερήμου, τον Μέγα Αντώνιο (250-355 μ.Χ), έμεινε κοντά του κάμποσο χρονικό διάστημα και έδρεψε από αυτόν εύχυμους πνευματικούς καρπούς. Σεβόταν μάλιστα και εκτιμούσε τόσο πολύ ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο, ώστε αργότερα συνέγραψε μια περισπούδαστη βιογραφία του μεγάλου ασκητή της ερήμου.




γ.’ Αγώνες για την Ορθοδοξία, κατατρεγμοί και εξορίες

Κατά το έτος 318 μ.Χ., όταν ο Αθανάσιος ήταν είκοσι τριών ετών, έκαμε τη θορυβώδη εμφάνισή της στην Αλεξάνδρεια η αίρεση του Αρείου, ο οποίος διακήρυττε με τα κηρύγματά του και τις συγγραφές του ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Μετά από τρία χρόνια η αίρεση αυτή εμφανιζόταν και υπό φιλοσοφικό μανδύα και άρχισε να βρίσκει πολλούς οπαδούς και να κλονίζει τα θεμέλια της ευαγγελικής Πίστεως. Για το θέμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να συγκληθεί Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, η οποία και συνήλθε, πράγματι, το έτος 321 μ.Χ. Κατά τη Σύνοδο αυτή ο Αθανάσιος, με τη θεολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση, βοήθησε πάρα πολύ τον πατριάρχη Αλέξανδρο να αντικρούσει τις κακοδοξίες του Αρείου.

Η μεγάλη μάχη όμως της Ορθοδόξου Πίστεως προς την αρειανική αίρεση δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στη Σύνοδο πήρε μέρος και ο νεαρός τότε ιεροδιάκονος Αθανάσιος, συνοδεύοντας τον γηραιό πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και «του χορού των διακόνων ηγούμενος (Σωκρατ. Εκκλ. Ιστ. I 25). Εκεί ο Αθανάσιος, χάρη στη μόρφωσή του και προπαντός τη θερμουργό πίστη του, αναδείχθηκε ο πιο θαρραλέος και ακαταμάχητος αγωνιστής της Ορθοδόξου πίστεως κατά της αφέσεως του αντιχρίστου Αρείου». Αυτός κυρίως κατατρόπωσε τη νόσο του αρειανισμού, υποστηρίζοντας, με τη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση που διέθετε και με τη ρητορική του δεινότητα, τον όρο «ομοούσιος» (τω Πατρί) για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό. Στη διδασκαλία βασικά του Αθανασίου στηρίχτηκε η Σύνοδος αυτή και συνέταξε τα εφτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, του κοινώς ονομαζόμενου «Πιστεύω». (Τα υπόλοιπα πέντε άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ). Τοιουτοτρόπως το όνομα του Αθανασίου κατέστη τότε σύμβολο της Ορθοδοξίας στον αγώνα της προς αντίκρουση της γενικής επιθέσεως των αρειανών εναντίον της, πολλοί από τους οποίους κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις.

Η προσωπικότητα και η φήμη του αγίου Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, ώστε μετά από τρία χρόνια, δηλαδή το 328 μ.Χ., όταν εξεδήμησε προς Κύριον ο γηραιός πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α’ (313-328 μ.Χ.), ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο ο Αθανάσιος σε ηλικία τριάντα τριών ετών «ψήφω του λαού παντός», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός στον εγκωμιαστικό λόγο του «Εις Αθανάσιον».


Ο Αθανάσιος διατέλεσε πατριάρχης Αλεξανδρείας σαράντα έξι χρόνια και κατά το διάστημα της μακράς αρχιερατείας του υπήρξε «ο στύλος της Εκκλησίας» και ο κατ’ εξοχήν «Πατήρ της Ορθοδοξίας». Αμέσως από της ανόδου του στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας μερίμνησε δραστηρίως για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιοδεύοντας την αρχιερατική του περιφέρεια, μετέβη στη Θηβάίδα, στην Πεντάπολη, στην όαση του Αμμών και στην Κάτω Αίγυπτο, για να μελετήσει επιτοπίως τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο και τον υποδεχόταν παντού με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγάπη. Στις πόλεις που επισκεπτόταν εγκαθιστούσε άξιους επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Φρουμέντιο, μια ξεχωριστή και με ένθεο ιεραποστολικό ζήλο προσωπικότητα. Αυτόν τον χειροτόνησε επίσκοπο Αξώμης και του παρείχε κάθε βοήθεια και υποστήριξη στην προσπάθειά του για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία.

Ο Άρειος όμως, καίτοι καθαιρέθηκε από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, και οι οπαδοί του δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στον Αθανάσιο και δεν έπαυαν να συνταράσσουν την Εκκλησία. Η μεγάλη δραστηριότητα του Αθανασίου για την τακτοποίηση των εκκλησιαστικών ζητημάτων της πολύ εκτεταμένης περιφέρειας του, το μεγάλο του ενδιαφέρον για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία, η άρτια θεολογική, φιλολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση και παιδεία, η ισχυρή προσωπικότητά του, ο αδαμάντινος χαρακτήρας του και η απεριόριστη αποδοχή από το ποίμνιο του καταθορύβησαν τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους ομόφρονές του. Αυτοί λοιπόν σχημάτισαν τη γνώμη ότι ο Αθανάσιος, παραμένοντας στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, θα μπορούσε να επιφέρει θανάσιμα πλήγματα στην αίρεσή τους. Για τον λόγο αυτό οι αντίχριστοι αρειανοί άρχισαν να κατασυκοφαντούν τον Άγιο και να επιδιώκουν με ραδιουργίες και σκευωρίες να τον απομακρύνουν από τον πατριαρχικό του θρόνο. Εκείνος όμως, με σταθερές και εδραίες τις πεποιθήσεις του και με ακλόνητη την πίστη στη θεότητα του Ιησού Χριστού, υπέμεινε με ασυνήθιστο ηρωισμό τις αδυσώπητες διώξεις εκ μέρους των αντιπάλων του και τις ανίερες εις βάρος του συκοφαντίες και ραδιουργίες τους.

Οι αρειανοί, οι οποίοι επηρέαζαν ακόμη και τον αυτοκράτορα, ήταν επιτήδειοι στο να εφευρίσκουν μύριες όσες συκοφαντίες, των οποίων το ψεύδος, της μιας μετά την άλλη, αποκαλυπτόταν, και έτσι γίνονταν καταγέλαστοι εκείνοι που τις εξύφαιναν. Οι συκοφαντίες όμως αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Αγίου από τον πατριαρχικό του θρόνο πέντε φορές και από τα σαράντα έξι της πατριαρχίας του τα δεκαέξι να τα περάσει στην εξορία.

Αφορμή για την αδυσώπητη πολεμική των αρειανών κατά του αγίου Αθανασίου στάθηκε το γεγονός ότι ο Άγιος αρνήθηκε να δεχτεί σε εκκλησιαστική κοινωνία τον Άρειο, παρά την ομολογία πίστεως που αυτός υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. στον Μέγα Κωνσταντίνο, στην οποία βέβαια ο παμπόνηρος αιρεσιάρχης απέφευγε επιμελώς να αναφέρει τις αιρετικές και κακόδοξες εκφράσεις για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, καίτοι εκτιμούσε και θαύμαζε πολύ τον Μέγα Αθανάσιο για το αδαμάντινο ήθος του, τη μόρφωσή του και το θάρρος του, παρασύρθηκε από τις κατά του Αγίου μηχανορραφίες των αρειανών και διέταξε τη σύγκληση Συνόδου στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το 335 μ.Χ. προς εξέταση των κατά του Αθανασίου κατηγοριών. Τελικά η Σύνοδος συνήλθε στην Τύρο της Φοινίκης.


Ενώπιον της Συνόδου αυτής οι αρειανοί προσέθεσαν και άλλες κατηγορίες κατά του αγίου Αθανασίου. Συγκεκριμένα: κατηγόρησαν τον Άγιο ότι σκότωσε κάποιον επίσκοπο, ονόματι Αρσένιο, και, αφού του έκοψε το δεξιό χέρι, το μεταχειριζόταν σε διάφορες μαγικές ενέργειες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε σχετικές ανακρίσεις και έρευνες, ύστερα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο Αρσένιος ήταν ζωντανός και τον έκρυβαν οι αρειανοί σε κάποιο μέρος. Μόλις λοιπόν βρήκαν τον επίσκοπο εκείνο, τον οδήγησαν αμέσως ενώπιον της Συνόδου. Δείχνοντας δε ο Αθανάσιος και τα δύο χέρια του Αρσενίου, ο οποίος έγινε όργανο της σκευωρίας των αρειανών, είπε: «Άλλην χείρα ζητείτω μηδείς• δύο γαρ ανθρώπων έκαστος παρά του ποιητού των όλων εδέξατο χείρας». Οι εχθροί όμως του Αθανασίου αποδείχτηκαν άφθαστοι στο να κατασκευάζουν συκοφαντίες εναντίον του. Έτσι λοιπόν, κατά τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Ρουφίνο (345-410 μ.Χ.) και μετέπειτα ιστορικούς, παρουσίασαν ενώπιον της Συνόδου μια αναίσχυντη και κακοηθέστατη γυναίκα, η οποία, κατά συμβουλή τους, κραύγαζε λέγοντας πως ήταν παρθένα και τη διέφθειρε ο Αθανάσιος. Τότε ο Άγιος προσήλθε στη Σύνοδο, συνοδευόμενος από έναν φίλο του ιερέα, ονόματι Τιμόθεο. Ο ιερέας εκείνος, ενώ ο Αθανάσιος σιωπούσε, προσποιούμενος τον Αθανάσιο, τον οποίο δεν εγνώριζε ούτε εξ όψεως η αδιάντροπη αυτή γυναίκα, τη ρώτησε: «Εγώ σε συνάντησα ποτέ και εισήλθα ποτέ στην οικία σου;» Το γύναιο δε εκείνο, νομίζοντας ότι ο Τιμόθεος ήταν ο Αθανάσιος, κραύγαζε με μέγιστη αναίδεια και, κινώντας το δάκτυλο της, έλεγε προς τον Τιμόθεο: «Ναι, εσύ μου αφαίρεσες την παρθενία• εσύ μου στέρησες τη σωφροσύνη.» Αμέσως δε τότε οι σκηνοθέτες της σκευωρίας φυγάδευσαν το αναίσχυντο γύναιο, παρά τις διαμαρτυρίες του αγίου Αθανασίου, ο οποίος ζητούσε να γίνει ανάκριση, ώστε να αποκαλυφτούν εκείνοι που σκηνοθέτησαν την ανίερη εκείνη υπόθεση. Τοιουτοτρόπως οι αρειανοί έγιναν καταγέλαστοι για τις ραδιουργίες τους.

Παρά ταύτα όμως οι εχθροί της Αλήθειας και της Ορθής Πίστεως δεν σταμάτησαν να συκοφαντούν τον άγιο Αθανάσιο. Κατασκεύασαν λοιπόν εν συνεχεία δύο συκοφαντίες. Συγκεκριμένα: τον κατηγόρησαν στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα, πρώτον, ότι συνωμοτούσε εναντίον του και ότι έστειλε πολύ χρυσάφι σε έναν επαναστάτη και, δεύτερον, ότι παρεμπόδιζε την αποστολή σίτου από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας, δυστυχώς, πείστηκε στους συκοφάντες και πρόσταξε να εξοριστεί ο Αθανάσιος στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων της Γαλλίας. Πρόκειται για την πρώτη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Ιούλιος 335 – Νοέμβριος 337). Φθάνοντας ο Άγιος στον τόπο της εξορίας του, έγινε δεκτός μετά πολλής χαράς και έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον επίσκοπο Μαξιμίνο και τους άρχοντες του τόπου, αφού η φήμη του είχε φτάσει σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Κατά τον χρόνο της εξορίας αυτής του Αγίου έγιναν συντονισμένες ενέργειες για την εκκλησιαστική αποκατάσταση του αιρεσιάρχη Αρείου, η οποία όμως δεν έγινε, διότι τον πρόλαβε ο θάνατος (336 μ.Χ.). Σύνοδος από εκατό επισκόπους, που συνήλθε στην Αλεξάνδρεια, δικαίωσε τον Αθανάσιο και τον επανέφερε από την εξορία. Ο λαός της Αλεξάνδρειας υποδέχτηκε τον Ποιμενάρχη του με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγαλλίαση.

Οι αντίπαλοι όμως του αγίου Αθανασίου δεν ησύχασαν• συνέχισαν τις ραδιουργίες και πέτυχαν και πάλι την καθαίρεση του Αγίου και την εξορία του στη Ρώμη δεύτερη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Μάρτιος 340 – Οκτώβριος 346). Στη Ρώμη ο Αθανάσιος έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον πάπα Ιούλιο (337-352). Όντας δε ο Άγιος εξόριστος στη Ρώμη, συνέβαλε πάρα πολύ στη διάδοση του μοναχισμού στη Δύση, προβάλλοντας ως υπόδειγμα την αρετή και τον τρόπο ασκήσεως του Μεγάλου Αντωνίου. Επιστρέφοντας από την εξορία ο Άγιος, έμεινε στον πατριαρχικό του θρόνο συνεχώς επί μία δεκαετία, ήτοι από το 346 μέχρι το 356. Οι εχθροί του όμως άρχισαν και πάλι να κινούνται εναντίον του και πέτυχαν να τον απομακρύνουν για τρίτη φορά από τον θρόνο του (Φεβρουάριος 356 – Φεβρουάριος 362). Τη φορά αυτή ο Άγιος εξορίστηκε στην έρημο της Αιγύπτου. Εκεί βρήκε πολλούς ασκητές και έμενε μαζί τους, ακολουθώντας τον τρόπο της ζωής τους. Όντας δε ο Άγιος στην έρημο δεν έπαυσε ούτε για μια στιγμή να ενδιαφέρεται και να προσεύχεται για το ποίμνιο που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός, το οποίο και τον υπεραγαπούσε και τον λάτρευε και λαχταρούσε να τον ιδεί να αποκαθίσταται στον πατριαρχικό του θρόνο. Ακολούθησαν και δύο άλλες εξορίες του μεγάλου Αθανασίου: μία από τον Οκτώβριο του 362 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 363 και μία άλλη η 5η κατά σειρά από τον Οκτώβριο του 365 μέχρι τον Ιανουάριο του 366. Ο Αθανάσιος όμως, παρ’ όλες τις συκοφαντίες, τις σκευωρίες, τους κατατρεγμούς και τις εξορίες, έμεινε βράχος ακλόνητος, πιστός στις πεποιθήσεις του και στα πιστεύματά του και πρόθυμος να υποστεί τα πάντα χάριν αυτών.

Τελικώς στους κατατρεγμούς, στις διώξεις και στις εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου έθεσε τέρμα ο Ουάλης, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως (364-378). Ο Ουάλης, αν και ήταν φιλοαρειανός, φοβούμενος μήπως η εξορία του αγίου Αθανασίου γίνει αιτία να διασαλευτεί η τάξη, ένεκα της μεγάλης αγάπης που έτρεφε ο λαός προς τον Άγιο, αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στον πατριαρχικό του θρόνο τον Φεβρουάριο του 366 μ.Χ. Έτσι τέθηκε τέρμα οριστικό στις μεγάλες περιπέτειες του υπέροχου αυτού ανδρός. Επανελθών στον θρόνο του ο Μέγας Αθανάσιος, πηδαλιούχησε θεοφιλώς την πατριαρχική του περιφέρεια μέχρι της προς Κύριον εκδημίας του, ήτοι μέχρι τις 2 Μαίου του έτους 373 μ.Χ. Έφυγε δε ο Άγιος από την παρούσα ζωή με την ικανοποίηση ότι είδε εξασφαλιζόμενη την Ορθοδοξία, για την οποία αγωνίστηκε, χωρίς να υποκύψει ποτέ στην κτηνώδη βία που χρησιμοποιούσαν οι εχθροί της Ορθής Πίστεως.


δ.’ Το συγγραφικό έργο του Μ. Αθανασίου

Παρά τις μεγάλες περιπέτειες και αντιξοότητες της ζωής του, ο Μέγας Αθανάσιος έβρισκε χρόνο να διαθέτει για συγγραφική δράση. Το συγγραφικό έργο του Αγίου είναι πλουσιότατο από απόψεως και ποιού και ποσού. Και πράγματι, ο Μέγας Αθανάσιος δέσποζε ως εκκλησιαστική μορφή της εποχής του όχι μόνο ως μαχητής της Ορθοδοξίας, αλλά και ως δοκιμότατος συγγραφέας αξιολογότατων έργων.

Τα συγγράματα του αγίου Αθανασίου κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες, ήτοι σε: 
α) απολογητικά υπέρ του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, 
β) έργα κατά αρειανών, 
γ) ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής, 
δ) ασκητικά και 
ε) επιστολές, 
τα οποία και είναι δημοσιευμένα σε τέσσερις τόμους της «Ελληνικής Πατρολογίας» του Migne, και συγκεκριμένα στους τόμους 25 μέχρι και 28. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο Μέγας Αθανάσιος μέσα από τα συγγράματά του και τα κηρύγματά του έθεσε τη σφραγίδα της διδασκαλίας του όχι μόνο στους σύγχρονούς του, αλλά και στη χριστιανική σκέψη πολλών γενεών μετά από αυτόν. Και αυτοί ακόμη οι μεγάλοι φωστήρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αντλούσαν «ώσπερ από πηγής» από τα συγγράματα του Μεγάλου Αθανασίου, όπως εύστοχα σημειώνει ο σοφός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (820-893 μ.Χ).

ε.’ Χαρακτηρισμός του Μεγάλου Αθανασίου

Ο Αθανάσιος ανήκει στις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, όχι τόσο για την εξαίρετη άλλωστε συγγραφική του δράση, όσο κυρίως για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, τη θερμουργό προς την Εκκλησία αγάπη του και την υπέροχη προσωπικότητάτου, όπως ορθά παρατηρεί άλλος μεγάλος πατήρ της Εκκλησίας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, γράφοντας: «Ο βίος του Αθανασίου κατέστη υπόδειγμα επισκόπου και η διδασκαλία του νόμος ορθοδοξίας, καθόσον ο μεν βίος του ήταν καθοδηγός της διδασκαλίας του, η δε διδασκαλία του ήταν επισφράγιση του βίου του». Το όνομα του Αθανασίου απέβη συνώνυμο της αρετής, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει πάλι ο Γρηγόριος: «Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι ταύτόν γαρ εκείνον τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι» (Εγκώμ. τις Αθανάσιον I).

Με τους διαρκείς υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνες του ο Αθανάσιος απέβη «Της του Θεού Εκκλησίας αληθής στύλος και θεμέλιον», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος Α (412-444 μ.Χ.). Ο Αθανασίος κατέστησε τον βίο του, πράγματι, ζώσα έκφραση και ερμηνεία της Ορθής Πίστεως, της οποίας την υπεράσπιση έταξε ως σκοπό των αγώνων του. Όντας έξοχη ηθική και εκκλησιαστική προσωπικότητα, επιβαλλόταν με τα λόγια του και τα έργα του στην κοινή συνείδηση των χριστιανών. Το κύρος του «ως πατρός της Ορθοδοξίας» διατηρήθηκε ακέραιο και μετά την προς Κύριον εκδημία του, τα δε συγγράμματά του απέκτησαν οικουμενική διάσταση, ως περιέχοντα τη γνήσια και αυθεντική διδασκαλία της Εκκλησίας, και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους μετέπειτα εκκλησιαστικούς συγγραφείς και τις οικουμενικές Συνόδους προς διατύπωση των ορθόδοξων δογμάτων της Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, στους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας, αντιμετώπισε και τους πλέον ισχυρούς αντιπάλους και δεν κάμφθηκε ποτέ μπροστά στους κατατρεγμούς και στις εξορίες. Έτσι, δικαίως χαρακτηρίστηκε ως «ο ηρωικότερος των αγίων και ως ο αγιότερος των ηρώων». Η Εκκλησία, εκτιμώντας τα κατορθώματά του, τον τοποθέτησε κοντά στους αποστόλους, στους ευαγγελιστές και στους μάρτυρες, στη χορεία των αγίων, και οι πιστοί του απέδιδαν και του αποδίδουν τιμές, τις οποίες αναγνώρισαν και καθιέρωσαν οι επερχόμενες γενεές μέχρι σήμερα. Δικαίως ο υμνωδός της Εκκλησίας μας, η οποία εορτάζει τη μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαίου, γράφει: «Αθανάσιον, και θανόντα, ζην λέγω• οι γαρ δίκαιοι ζώσι και τεθνηκότες», δηλαδή: τον Αθανάσιο, αν και πέθανε, τον θεωρώ ζωντανόν, διότι οι δίκαιοι ζουν και μετά τον θάνατο.

Βιβλιογραφία

1. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εγκώμιον εις Μέγαν Αθανάσιον (JP Migne Patrologia Graeca, τόμ. 35 σσ. 1081 1118).

2. Κωνσταντινίδου Μιχαήλ, αρχιεπισκόπου Αμερικής, Ο Μέγας Αθανάσιος και η εποχή αυτού, Αθήναι 1937.

3. Δημητροπούλου Παναγ., Αθανάσιος ο Μέγας, (άρθρο στη θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, έκδ. «ΑΘ. ΜΑΡΤΙΝΟΣ»).

4. Μπαλάνου Δημητρ., Οι πατέρες και συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας, έκδ. της Αποστ. Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1961.

5. Μ.Π., Αθανάσιος ο Μέγας, (άρθρο στο Νεώτερο Εγκυκλ. Λεξικό «ΗΛΙΟΣ»).

6. Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, αρχιεπισκόπου Αθηνών, (άρθρο στο Εγκυκλ. Λεξικό Ελευθερουδάκη).

7. Στεφανίδου Βασ., Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1948.


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ - ΒΙΟΣ - ΘΑΥΜΑΤΑ




Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε. Πάμπλουτος αλλά Αγράμματος Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας. Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου:
τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας. Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.
Αναχωρεί στην έρημο
Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του.
Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία.
Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή.
Πουλάει όλα του τα κτήματα. Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν, χωρίς αγώνα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.
Οι πρώτοι πειρασμοί Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του. Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις: -Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει;
Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις; Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι; Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή. Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του. Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει.


Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του. Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός. Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.—Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει: —Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι. —Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος. —Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή. Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!, Τα κατάφερα, αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου, που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά: —Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.



Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Μέρες αθλήσεως

Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα. Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.

Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι

Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό.
Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες. Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα: —Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας. Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του. Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του. —Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό. Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων. Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε: —Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε; Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου. Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει: —Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς. Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε: —Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.



Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
Για πιο αυστηρή άσκηση

Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία. Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.
Ο Αργυρένιος δίσκος
Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες:
Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου… Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι. Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις.
Η μία είναι, ότι το παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει. Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια, προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου. Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές: —Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας.
Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας! Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν. Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει: —Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.

Οδηγός και διδάσκαλος


Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός, για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν. Όταν, λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται, τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουν με απορία το κοκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί, που πάσχουν από αρρώστιες, μόλος τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου. Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήτανε «ἅλατι ἠρτυμένος». Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά του. Μεγάλωνε ο έρωτάς τους για την αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελιά, για τους πνευματικούς αγώνας και από την ψυχή τους ο καταστρεπτικός εγωισμός. Μάθαιναν όλοι τους, πώς να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πώς να πλησιάζουν περισσότερο τον Χριστό.




Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Στην Αλεξάνδρεια κοντά στους μάρτυρες

Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμίνου, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο. Τότε ο άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήσει, για το Χριστό. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστη.
Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές τους. Και, όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήσει μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθισε σε σημείο, που να τον βλέπουν .
Μέσα του κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήσει, για την πίστη του Κυρίου, γιατί γνώριζε, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθεί να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άλλη, όμως ήτανε η βουλή του Θεού
«Άνθρωπος αμαρτωλός είμαι»
Μια μέρα, ενώ ησύχαζε στο κελί του, προχωρεί προς τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονόματι Μαρτινιανός και του κτυπάει την πόρτα, λέγοντας: -Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ βοήθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος. Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου… Ο Άγιος απαντάει τότε: -Άνθρωπε, τι, θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ όπως είσαι κι εσύ. Εάν όμως πιστεύεις στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου. Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στο Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε την βοήθεια του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύτηκε θαυματουργικά.
Στη μακρινή έρημο


Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήσει, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάει στην Θηβαίδα… Παίρνει, λοιπόν, δυο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί, περιμένει να φανεί κανένα πλοιάριο η καμιά βάρκα για να τον περάσει απέναντι. Ξαφνικά ακούει μια φωνή, να του λέγει: —Πού πήγαινες, Αντώνιε; —Οι όχλοι μού ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω, λοιπόν, για να ησυχάσω στην άνω Θηβάιδα, είπε ο Άγιος. —Και στη Θηβαίδα να πάς θα έρθουν να σε βρούνε. Για να ησυχάσεις, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο. —Και ποιος θα μου δείξει τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος. Τότε, η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδηξε ν’ ακολουθήσει μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη την στιγμή κοντά του, για να φτάσει έτσι στον τόπο, που θα εύρισκε ησυχία και γαλήνη. Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους στην έρημο τρία μερόνυχτα. Έφτασε τελικά, κοντά σ’ ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας, Εκεί, βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπήρχαν δε και αρκετοί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένως μερικούς άρτους. Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες, που συναντούν και πιο πολύ τον προσέχουν και τον φροντίζουν. Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξει, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να του φέρουν σκαφτικά, γεωργικά, εργαλεία και λίγο σιτάρι, για σπορά. Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε την γη κι’ έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε. Μόλις είδε ο Άγιος την ευφορία της γης, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά. Δεν τον άφησαν όμως τ’ άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι’ έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στο κήπο και του τα κατέστρεφαν. Ο Άγιος έπιασε μια μέρα ένα απ’ αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους: — Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σάς ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ’ όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε. Και τότε έγινε το έξης θαυμαστό. Τα άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατεβήκανε άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούν νερό!




Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Ανάμεσα στα λιοντάρια

Μια νύχτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά τον περικύκλωσε στο καλύβι του. Βγήκε λοιπόν με θάρρος από την καλύβι του και μέσα στην νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία: —Εάν επήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρείτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με τη βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού! Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνική καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του.

Διδάσκει και θαυματουργεί

Το όνομά του γίνεται πλέον παντού ξακουστό. Όλοι κάτι έχουν ακούσει, για τον μεγάλο και ασύγκριτο ασκητή της ερήμου. Όλοι έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν κάτι από τον φωτισμένο άνδρα. Μοναχοί από μακρινά Μοναστήρια τον καλούνε για να τους διδάξει και να ωφεληθούν από την παρουσία του. Εκείνος για να ωφελήσει τις ψυχές τους με ταπεινοφροσύνη, περνάει από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Τους διδάσκει την αγάπη, την καρτερικότητα και την πάλη με τη σάρκα. «Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε». Τα λόγια του θερμαίνουν τις καρδιές. Δυναμώνουν την πίστη, δίνουν ζωή και όρεξι, για θεία άσκηση, για αγώνες αρετής και αγιοσύνης. Σ’ ένα από τα γυναικεία Μοναστήρια συνάντησε και την αδελφή του, η οποία γριά πλέον, είχε γίνει Καθηγουμένη του Μοναστηρίου. Μεγάλη χαρά πήρε από την συνάντηση εκείνη ο Άγιος. Το όνομα του Όσιου, όπως είπαμε, ήτανε πλέον γνωστό, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, στους άρχοντες και βασιλιάδες. Μια μέρα επισκέφτηκε τον Άγιο ένας άρχοντας από το παλάτι του βασιλέως. Ο άρχοντας εκείνος λεγόταν Φρόντων. Έπασχε δε από μια φοβερή αρρώστια. Από την αρρώστια του εκείνη κινδύνευε να τυφλωθεί. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Άγιου και τον παρακαλούσε να τον γιατρέψει. Ο Μέγας Αντώνιος, αφού του έκαμε μια προσευχή του είπε: —Φύγε και στον δρόμο θα θεραπευτείς! Εκείνος όμως δεν έφευγε. Περίμενε πρώτα να θεραπευτεί κι’ έπειτα ν’ αναχωρήσει. Τότε ο Άγιος του επανέλαβε: —Όσο καιρό κάθεσαι εδώ, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Πήγαινε λοιπόν και μέχρις ότου φτάσεις στην Αίγυπτο θα γίνεις καλά! Τότε πίστεψε ο άρρωστος στην υπόσχεση του Όσιου, πίστεψε όμως και στην δύναμη του Θεού κι’ έφυγε ευχαριστημένος.

Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού

Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν. Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.

Οι διψασμένοι Μοναχοί

Μια μέρα, λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες συζητούσανε, ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση και τους είπε: —Πάρτε μια στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει. Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρες πορείας. Είδαν δε τότε ότι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπεί ο Άγιος. Τα χάσανε τότε και δοξάσανε τον Θεό. Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνει και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί.

Ο Μέγας Αντώνιος και ο Άγιος Ευλόγιος

Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στον δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζει. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρει στο σπιτάκι του. Εκεί να το περιποιείται, για να το βρει η ψυχή του, όπερ και έπραξε. Ο Ευλόγιος εργαζόταν την ημέρα έξω, διά να μπορεί να εξοικονομεί τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική. Κατόπιν όμως μπήκε ο δαίμονας μέσα στον γέροντα και έβγαλε παραξενιές. Άρχισε ν’ αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει. —Μ’ αφήνεις εδώ μονάχον και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής. Δεν μπορούσε δε να τον ευχαριστήσει ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνει. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διήρκεσε δέκα επτά χρόνια. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφθηκε να τον παρατήσει και να τον διώξει. Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα Μοναστήρι, το όποιον θα επισκέφτηκε τότε ο Μέγας Αντώνιος, για να τον ερωτήσει. Δεν τον γνώριζε και για πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περιμένανε τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον όποιον, όπως είπαμε, δεν είχε δει ποτέ, ούτε και ο Ευλόγιος τον Αντώνιο. —Ευλόγιε, του είπε, τί θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών. Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως, και πριν. Αλλά σε τρεις ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!

Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν

Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή. Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε! —Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν. Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο. Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε: —Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε; Και ο θειος ασκητής τους είπε: —Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου! Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα. Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Άμμουν. Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.

Διώχνει τα δαιμόνια

Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούν να πειράζουνε τον Άγιο, αλλά δεν ελπίζουν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα αρχίζουν τώρα και τον φοβούνται. Η προσευχή του είναι πανίσχυρη, διότι η πίστης του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή. Μια μέρα, που ο Άγιος περνούσε το ποτάμι μ’ ένα πλοιάριο, διότι ήθελε να επισκεφτεί τα Μοναστήρια, του ήρθε στη μύτη μια βρωμερή οσμή. —Κάτι βρωμάει φοβερά! είπε ο Μέγας Αντώνιος. —Μήπως κανένα ψάρι; τον ρωτήσανε. —Όχι. Άλλη δυσωδία νοιώθω.. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από τ’ αμπάρι του πλοίου μια φοβερή κραυγή νέου, που είχε μέσα του δαιμόνιο και τον βασάνιζε. Τότε ο Άγιος έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και απάλλαξε τον νέον από το μαρτύριο του διαβόλου. Τον άφησε ήσυχο, ήρεμο, γαλήνιο και υγιή να συνέχιση την εργασία του και την ζωή του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι τότε καταλάβανε, ότι η βρωμιά εκείνη δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά ο βρωμερός και απαίσιος δαίμονας, που βασάνιζε τον νέο. Σ’ έναν άλλο πάλι νέο ο διάβολος του έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον καταντούσε έτσι, ώστε να τρώγει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στον Μέγα Αντώνιο. Ο Άγιος λυπήθηκε τον νέο και είπε στους γονείς του ότι θα αγρυπνήσει και θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν’ αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι’ εκείνοι. Πράγματι κάνανε μια προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Όρμησε με οργή εναντίον του Άγιου και τον έριξε κάτω. Πικράθηκαν από την διαγωγή του παιδιού των οι δυστυχισμένοι γονείς. Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε: —Μην λέτε τίποτε εναντίον του παιδιού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίστηκε διότι πήρε εντολή από τον Θεό να βγει από μέσα του και να τον αφήσει ελεύθερο. Αυτό είναι το σημάδι, ότι βγήκε το δαιμόνιο. Δοξάστε τον Θεό… Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.



Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Δίνει Λύσεις

Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν… Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα. Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε. Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική.

Ωφέλιμος συνομιλητής

Πολλές φορές, που τον ρωτούσανε, πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε με ευστροφία: — Το δικό μου βιβλίο είναι η φύσις των γεγονότων. Είναι η Δημιουργία του μεγαλοδύναμου Θεού! Άλλοτε πάλι θέλοντας να παρηγορήσει ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε: —Δίδυμε, διόλου να μην ταράσσεσαι, διότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτό τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπεις τον Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του. Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών. «Ἀντώνιος σᾶς ἀποχαιρετᾶ….» Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του. Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς. Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που ετάφη. Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.


Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΘΟΣ



ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΘΟΣ


Το ορθόδοξο ήθος είναι καρπός συνεργασίας της ανθρώπινης προαίρεσης και της χάρης του Θεού. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερης προσωπικής επιλογής, που αναφέρεται στην αποδοχή του έργου του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου· του δρόμου που ο Θεός υποδεικνύει στον άνθρωπο για να κάνει κτήμα του την εν Χριστώ σωτηρία. Γι' αυτό λέμε πως το ορθόδοξο ήθος είναι αποτέλεσμα συνεργίας της ανθρώπινης προαίρεσης και της χάρης του Θεού.

Αναλύοντας το ορθόδοξο ήθος είμαστε αναγκασμένοι να επανέλθουμε σε θέματα που ήδη έχουμε εξετάσει. Η επανάληψη αυτή βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει βαθύτερα το θέμα που αναλύουμε σ' αυτό το κεφάλαιο.


α) Το μυστήριο της ευσεβείας

Στην αγία Γραφή το μυστήριο της ευσεβείας ταυτίζεται με το γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού και Λόγου του Θεού, με την ένωση του Θεού και του ανθρώπου στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτό υπογραμμίζει ο απόστολος Παύλος: «Μεγάλο είναι το μυστήριο της ευσεβείας. Θεός εφανερώθη σαρκωμένος, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ενεφανίσθη στους αγγέλους, εκηρύχθη στα έθνη, έγινε πιστευτός στον κόσμο, ανελήφθη με δόξα» (Α' Τιμ. γ' 16). Το γεγονός της θεανθρωπότητος του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία και τη δόξα της ανθρώπινης φύσης (Α' Ιω. δ' 9-10, 14. Γαλ. δ' 4-5).

H «ευσέβεια» λοιπόν αναφέρεται στο μυστήριο της αγάπης του Τριαδικού Θεού. Αυτός πραγματοποιεί τη σωτηρία στο γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού Του.

Η πτώση του ανθρώπου, που είναι αποτέλεσμα της προαίρεσης και όχι της φύσης του, είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Σύμφωνα με την αληθινή φύση του ο άνθρωπος είναι το «κατ' εικόνα» του Τριαδικού Θεού. Επομένως η αληθινή ζωή, η «κατά φύση» ζωή του ανθρώπου, πρέπει να αναζητηθεί στη ζωή του Τριαδικού Θεού, στην κοινωνία μετά του Θεού. Η αληθινή ζωή του ανθρώπου δεν έχει την πηγή της σε γήινα δεδομένα, αλλά σε ουράνια!

Εδώ βλέπουμε να αντιστρέφονται οι έννοιες· αυτό που οι άνθρωποι του κόσμου τούτου χαρακτηρίζουν «φυσικό» είναι στην πραγματικότητα «ζωή παρά φύσιν», και εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν ζωή «εναντίον της ανθρώπινης φύσης» είναι στην πραγματικότητα ο «κατά φύσιν» τρόπος ζωής, το ήθος που ανταποκρίνεται στην αληθινή φύση του ανθρώπου.

Αυτός ο τρόπος ζωής έγινε και πάλι πραγματικότητα για τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, που είναι «εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. α' 15). Με την ενσάρκωσή Του εφανέρωσε στους ανθρώπους την αληθινή εικόνα του Θεού και με τη ζωή Του την εικόνα της ζωής του Τριαδικού Θεού.

Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, στο πρόσωπο του Χριστού η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» (Δ' Οικ. Σύνοδος). Ο Χριστός είναι μέτοχος όχι μόνο της θείας, αλλά και της ανθρώπινης ζωής, αληθινός δηλαδή Θεάνθρωπος (Ιω. α' 1, 14). Όταν λοιπόν ο πιστός με το ιερό βάπτισμα «ενδύεται τον Χριστό» (Γαλ. γ' 26) και με τη θεία ευχαριστία γίνεται «σύσσωμος και όμαιμος» προς Αυτόν (Α' Κορ. Γ 16-17, ια' 24-25. Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20. Ιω. στ' 51-58), κάνει και πάλι κτήμα του την κοινωνία και την ενότητα με τον Τριαδικό Θεό, από την οποία είχε εκπέσει.

Το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει στη θεία ευχαριστία τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού, ώστε η κοινωνία από μέρους των πιστών να χριστοποιεί τον καθένα από αυτούς και ολόκληρη τη σύναξη. Δεν είναι πλέον απλή συνάθροιση ορισμένου αριθμού ατόμων, αλλά Εκκλησία, αυτό το Σώμα του Χριστού (Α' Κορ. ι' 16-22. Εφεσ. α' 22, ε' 23. Κολ. α' 18, 24).

Κάθε πιστός που αποτελεί μέλος αυτού του Σώματος και ζει τη ζωή της Εκκλησίας, χριστοποιείται και γίνεται με όλους τους αδελφούς αυτό το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού (Γαλ. γ' 28. Α' Κορ. ιβ' 13. Κολ. γ' 11). Το κέντρο της ενότητας των πιστών είναι ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός, το «αρχέτυπο» του ανθρώπου. Τα παιδιά του Θεού, που με την πτώση διασκορπίσθηκαν, συγκεντρώ¬νονται και πάλι «εις εν» (Ιω. ια' 52)• «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμεν· οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α' Κορ. ι' 17).

Με τον τρόπο αυτό η σωτηρία γίνεται για τον άνθρωπο πραγματικότητα και εκπληρώνεται ο λόγος του Χριστού: «ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν... Εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν...» (Ιω. ιζ' 23). Ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος της ζωής του Θεού και ταυτόχρονα η ζωή του ανθρώπου είναι σύμφωνη προς την α¬ληθινή φύση του, που είναι κοινωνία προσώπων, δηλαδή τριαδική!

Αυτό φανερώνει γιατί η ευσέβεια, το ορθόδοξο φρόνημα, είναι πράγματι μέγα μυστήριο και ταυτίζεται με το μυστήριο της ενανθρώπισης του Χριστού. Αν αρνηθούμε το δόγμα της Θεανθρωπότητος του Χριστού, απορρίπτουμε το ίδιο το ορθόδοξο ήθος. Αυτό είναι ανάγκη να το αναλύσουμε και πάλι με συντομία.

Αν ο Χριστός πιστευθεί ως κτίσμα, ακυρώνεται η σω¬τηρία του ανθρώπου. Τότε στο πρόσωπο του Χριστού δεν συντελέσθηκε πραγματική ένωση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, και ο άνθρωπος δεν σώζεται «εν Χριστώ»• το κτίσμα δεν μπορεί να σώσει άλλο κτίσμα (πρβλ. Ψαλμ. μη' 8). Καμμία βοήθεια δεν μπορεί να προσφερθεί από κτίσμα σε κτίσμα, γιατί όλα τα κτίσματα έχουν ανάγκη της ίδιας βοήθειας, λέγει ο Μ. Αθανάσιος. Όμως ο Χριστός δεν είναι κτίσμα αλλά κτίστης των πάντων (Ιω. α' 3. Κολ. α' 16), η δημιουργική αρχή ολόκληρης της δη¬μιουργίας (Αποκ. γ' 14).

Αν πάλι ο Χριστός δεν έγινε τέλειος άνθρωπος, δεν προσέλαβε δηλαδή ολόκληρο τον άνθρωπο, τότε και πάλι δεν ήταν Σωτήρας του ανθρώπου. Γιατί αυτό που δεν προσέλαβε δεν ήταν δυνατόν να το σώσει. Η ίδια η πρόσληψη, η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό στο ένα πρόσωπο του Χριστού, συνιστά τη σωτηρία του ανθρώπου. Αν αυτό δεν συντελέσθηκε, ο άνθρωπος μένει αλύ-τρωτος. Όμως ο ορθόδοξος χριστιανός πιστεύει πώς ο Χριστός δεν είχε την Θεότητα «εξ αρπαγής», αλλά «εκ φύσεως», γι' αυτό και από αγάπη «εκένωσεν εαυτόν» και έλαβε «μορφήν δούλου», για να μεταβάλει εμάς τους δούλους σε παιδιά του Θεού και να μας οδηγήσει στη δό¬ξα του Θεού Πατρός (Φιλιπ. β' 6-11. Α' Τιμ. γ' 16).

Κάθε άνθρωπος που ενδύεται το άφθαρτο σώμα του Χριστού (πρβλ. Α' Κορ. ιε' 40, 53, ι’ 16, ιβ' 12-13, 27) γίνεται «καινούργιος άνθρωπος» και συμφιλιώνεται με τον Θεό «εν ενί σώματι» διά του σταυρού (Εφεσ. β' 16, προβλ. α' 18-23)• δεν ζει πλέον ο ίδιος, αλλά ζει «εν αυτώ ο Χριστός (Ρωμ. ιδ' 8. Β' Κορ. ε' 15. Φιλιπ. α' 21).

Το μυστήριο της ευσεβείας, που προσδιορίζει το ορθόδοξο φρόνημα ταυτίζεται με το μυστήριο της θεανθρωπότητος του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος αυτού του μυστηρίου. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος διατυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο τις συνέπειες της μετοχής του ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού:

«Μέλη Χριστού γινόμεθα,
μέλη Χριστός ημών δε,
και χειρ Χριστός και πους Χριστός
εμού τον παναθλίου,
και χειρ Χριστού και πους Χριστού
ο άθλιος εγώ δε·
κινώ την χείρα, και Χριστός
όλη η χειρ μού εστιν.
Αμέριστον γαρ νόει μου
Θεότητα την θείαν».

«Και εξίσταμαι κατανοών εαυτόν,
εκ ποίου οίος εγενόμην· ω θαύμα.
και ευλαβούμαι και εμαυτόν αιδούμαι
και ως Σε αυτόν και τιμώ και φοβούμαι
και εξαπορώ εντρεπόμενος όλως,
το πού καθίσω, και τίνα προσεγγίσω;
και πού τα μέλη τα Σα προσανακλίνω;
Εις ποία έργα, εις ποίας ταύτα πράξεις
όλως χρήσωμαι τα φρικτά τε και θεία;».

Ολόκληρος ο άνθρωπος χρησιμοποιείται και θεοποιείται, πράγμα που τον οδηγεί σε απέραντο σεβασμό των ίδιων των μελών του, που εκφράζεται με τη χρήση τους που πρέπει να είναι ανάλογη προς το ύψος της δόξας, και με την όλη θέση και στάση του χριστοποιημένου ανθρώπου, απέναντι στον εαυτό του, στους συνανθρώπους και σε ολόκληρη τη δημιουργία. Ο χριστοποιημένος άνθρωπος, η νέα αυτή δημιουργία, προσδιορίζει πλέον εντελώς ποίο οφείλει να είναι το φρόνημα κάθε ορθοδόξου πιστού.


β) Η «ενυπόστατος πίστις»

Αν το μυστήριο της ευσεβείας είναι το γεγονός της Θεανθρωπότητος του Χριστού, η οικείωση της ευσεβείας από μέρους του ανθρώπου είναι η αποδοχή αυτού του μυστηρίου, η ζωντανή πίστη. Ο απόστολος Παύλος το υπογραμμίζει αυτό με τα λόγια:

«Μέτοχοι γάρ γεγόναμεν του Χριστού, εάνπερ την αρχήν της υποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν». Θα έχουμε συμμετοχή στον Χριστό, αν πράγματι διατηρήσουμε μέχρι τέλους σταθερή την πίστη με την οποία ελάβαμε την πνευματική μας υπόσταση και αναγεννηθήκαμε στον Χριστό· «χωρίς πίστιν είναι αδύνατον να γίνει κανείς ευάρεστος στον Θεό» (Εβρ. γ' 14, ια' 6, πρβλ. Ρωμ. γ' 22-23, ε' 1, ι’ 8-9).

Η πίστη στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι η αλήθεια, ελευθερώνει τον άνθρωπο, τον αγιάζει και του ανοίγει τον δρόμο προς την ζωή (Ιω. η' 32, ιδ' 6, ιζ' 17). Εδώ δεν πρόκειται για διανοητική διεργασία, αλλά για την αναγνώριση του Σωτήρος Χριστού και την υποταγή στη δική Του κυριότητα· για την ολόψυχη αποδοχή του μηνύματος των αγγέλων «ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος» (Λουκ. β' 11. Ρωμ. ι' 8-9).

Ο άγιος Μάξιμος κάνει λόγο για την «ενυπόστατον πίστιν», δηλαδή για τον Λόγο του Θεού που σαρκώθηκε μέσα μας, «ταις εντολαίς σωματούμενος». Έχοντας ο απόστολος Παύλος αυτή την «ενυπόστατον πίστιν» έλεγε: «δεν ζω πλέον εγώ, αλλ' ο Χριστός ζει μέσα μου»• (Γαλ β' 20, πρβλ. Ρωμ. ιδ' 8. Β' Κορ. ε' 15.).

Η παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του πιστού τον κινεί να περιπατεί «κατά Πνεύμα», να φρονεί «τα του Πνεύματος». Το Πνεύμα του Θεού είναι ταυτόχρονα και «Πνεύμα Χριστού»• εάν λοιπόν κατοικεί «εν ταις καρδίαις ημών», τότε ο Χριστός είναι «εν ημίν», ζούμε «Πνεύματι», οδηγούμεθα από το Πνεύμα, είμεθα «υιοί Θεού». Αυτό το Πνεύμα «συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού». Εκείνο κράζει μαζί με το δικό μας πνεύμα, «αββά ο Πατήρ»! (Ρωμ. η' 4-16. Γαλ. δ' 6). Εάν «μορφωθεί μέσα μας ο Χριστός» (Γαλ. δ' 19), αποκτούμε τη σωστή θέση απέναντι στον Τριαδικό Θεό, στον συνάνθρωπο, σε ολόκληρη τη δημιουργία.


γ) Η αγάπη

Ο πιστός αποκτά το ορθόδοξο φρόνημα όταν ξαναβρεί τη ζωή που ανταποκρίνεται στην ίδια τη φύση του, στο «κατ' εικόνα» του Τριαδικού Θεού. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψει την αυτονομία και να επιλέξει την κοινωνία της αγάπης του Θεού. Αυτό πρέπει ο πιστός να το κάνει ελεύθερα, γιατί αληθινή αγάπη δεν νοείται χωρίς ελευθερία. Είναι πάντοτε καρπός της ελεύθερης προσωπικής προαίρεσης του ανθρώπου.
Η αληθινή αγάπη και κοινωνία μετά του Θεού δεν μεθοδεύεται με διάφορες τεχνικές. Δεν είναι αποτέλεσμα αυτομάτων διαδικασιών και μεθοδεύσεων. Περνάει πάντοτε μέσα από την προαίρεση του ανθρώπου. Ο Χριστός λέγει: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού» (Αποκ. γ' 20). Με μεγάλη διακριτικότητα «κτυπά» και περιμένει τη δική μας επιλογή• δεν παραβιάζει την «θύρα»!

Το να δεχθεί κανείς το δώρο του Κυρίου, το Πνεύμα το Άγιον «εν τη καρδία αυτού», προϋποθέτει ολόψυχη, δική του επιλογή. Αυτό σημαίνει αποδοχή και από μέρους του νου, και από μέρους της καρδίας. Ο πιστός δεν απολυτοποιεί τίποτε, ούτε διαβολοποιεί τίποτε. Και ο νους και η καρδιά αγιάζονται και ο άνθρωπος μένει ελεύθερος στην επιλογή του. Δεν εκβιάζεται· ούτε με τη διαβολοποίηση του νου, όπως γίνεται σε παραθρησκευτικές ομάδες, ούτε με είδος πνευματικής τρομοκρατίας ή με οποιεσδήποτε υποσχέσεις που οδηγούν σε απόλυτη εξάρτηση από ανθρώπους. Δέχεται ή απορρίπτει τα δώρα του Θεού. Όμως, αν τα δεχθεί, πρέπει να το κάνει καθολικά• και με το νου, και με την καρδιά, και με το σώμα του. «Εάν κανείς με αγαπά θα τηρήσει το λόγο μου και ο Πατήρ μου θα τον αγαπήσει και θα έλθωμε εις αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του» (Ιω. ιδ' 23).

Αυτά σημαίνουν πως το ορθόδοξο ήθος είναι αποτέλεσμα συνεργίας του ανθρώπου με τον Θεό. Ο άνθρωπος αγαπά ελεύθερα τον Θεό και ο Θεός απαντά ελεύθερα στην αγάπη του ανθρώπου με τη δική Του αγάπη. Θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει πιο σωστά: Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο και περιμένει από αυτόν να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Τότε ο Θεός επεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου και του χαρίζει τις ευλογίες Του. Η ζωή του ανθρώπου αποτελεί πλέον φανέρωση της ζωής του Τριαδικού Θεού, γιατί ο άνθρωπος γίνεται κατοικητήριο του Θεού (Α. Ιω. δ' 16). Τότε και η αγάπη του ανθρώπου μεταμορφώνεται και γίνεται καρπός του Αγίου Πνεύματος, ένα από τα δώρα του Θεού, μαζί με άλλα δώρα, όπως είναι η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθοσύνη, η πίστη, η πραότητα και η εγκράτεια.

Όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα τηρήσεως κάποιου νόμου, αλλά ελεύθερη προσφορά: Με την ελεύθερη προαίρεσή του ο άνθρωπος «σταυρώνει τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» και ο Θεός δέχεται αυτή την προσφορά και μεταμορφώνει τους καρπούς του μόχθου του ανθρώπου, προσφέροντας σ' αυτόν τους ίδιους τους καρπούς της ανθρώπινης προαίρεσης μεταμορφωμένους, ως δώρα του Πνεύματος (Γαλ. στ' 4-11).

Αυτοί οι «καρποί» του Πνεύματος οδηγούν πλέον τον άνθρωπο σε μία νέα στάση απέναντι στον Θεό, στον πλησίον και σε ολόκληρη την κτίση. Το νέο φρόνημα προσδιορίζεται από τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη, την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια και προ παντός από την αγάπη. Ο άνθρωπος παύει να είναι εγωιστικό ον και ξαναβρίσκει την αληθινή του φύση, που είναι κοινωνία αγάπης, και την βασιλική και ιερατική του θέση μέσα στον κόσμο του Θεού.

Η αγάπη ως δώρο του Θεού δεν γνωρίζει όρια. Η αγία Γραφή μας λέγει πως από το ένα μέρος το έσχατο «όριο» της αγάπης είναι η θυσία της ζωής χάριν του αγαπωμένου προσώπου (Ιω. γ' 16. Ρωμ. ε' 8) και από το άλλο η αγάπη προς τους εχθρούς (Ματθ. ε' 44). Αυτό σημαίνει πώς δεν υπάρχουν όρια στην αγάπη• η αληθινή αγάπη δεν κομματιάζεται. Δεν μπορεί κανείς να πει: αγαπώ αυτόν, αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον άλλο, αγαπώ την ανθρωπότητα αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω το διπλανό μου αγαπώ το Θεό, αλλά δεν αγαπώ τον άνθρωπο, αγαπώ τους ανθρώπους αλλά δεν αγαπώ τον Θεό! Έτσι η χριστιανική αγάπη είναι εικόνα της Θείας αγάπης (Ματθ. ε' 45. Λουκ. στ' 35-36)• ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας...» (Πράξ. Γ 38, πρβλ. Ιακ. β' 14-26. Ματθ. κβ' 34-40. Λουκ. ι’ 25-37. Ησ. νη' 7-10).

Αυτή την αγάπη και τη χρηστότητα «επί τους αχαρίστους και πονηρούς» έκαναν στη ζωή τους πράξη οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Ας αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα από τη ζωή του αγίου Σπυρίδωνος, όπως το διηγείται το ιερό Συναξάριο.

«Είχε δε ο άγιος και αιγοπρόβατα διά τας ανάγκας των πτωχών της επισκοπής. Νύκτα δε τινα επήγαν κλέπται να τα κλέψωσιν αλλ' ο Πανάγαθος Κύριος, ως επιμελητής του Ποιμένος, είχε και την μέριμναν των προβάτων.

Μόλις λοιπόν εισήλθον οι κλέπται εις την αυλήν, εις την οποίαν ήσαν τα πρόβατα, ευθύς εδέθησαν αοράτως αι χείρες και οι πόδες των με δεσμά και αλύσεις. Όθεν μη δυνάμενοι να σαλεύσουν, έστεκαν ούτως όλην την νύκτα, έχοντες οπίσω τας χείρας δεδεμένας ως κατάκοιτοι.

Ιδών δε αυτούς το πρωί ο άγιος εις τούτο το σχήμα, τους ελυπήθη και ποιήσας δέησιν δι' αυτούς, τους ελύτρωσεν από τα δεσμά και τους λέγει:
— Τέκνα μου, μη κάμνετε πλέον ούτως, ίνα μη κολασθήτε, αλλά κερδίζετε την ζωοτροφίαν σας με τον κόπον σας.

Έπειτα τους έδωκε δωρεάν και δύο κριούς με ιλαρόν πρόσωπον, διά τον κόπον της αθέλητου εκείνης αγρυπνίας των»!
Αυτό είναι το σωτήριο ήθος του κάθε πιστού. Ο άγιος Μακάριος υπογραμμίζει: «Ουκ έστι άλλως σωθήναι ει μη διά του πλησίον». Ο πλησίον για τον ορθόδοξο πιστό δεν είναι η κόλαση, αλλά ο παράδεισος!


δ) Η μετάνοια

Η ορθή στάση απέναντι στον Θεό, στον συνάνθρωπο, στη δημιουργία, το ορθόδοξο ήθος δηλαδή προϋποθέτει εγκατάλειψη της αυτονομίας από μέρους του ανθρώπου, παραδοχή της ανεπάρκειας και της ανικανότη¬τάς του να πραγματώσει το νόημα της ζωής του. Αυτό σημαίνει νέο προσανατολισμό του ανθρώπου, στροφή προς τον Δημιουργό του, αλλαγή του ίδιου του νου του, μετάνοια.

Αυτονομημένος άνθρωπος είναι και εκείνος που ζητεί να δικαιώσει τη ζωή του με καλές πράξεις, με οποιεσδήποτε μεθοδεύσεις και «τεχνικές», ξεκομμένες από την κοινωνία και τη χάρη του Θεού. Κάθε έννοια αυτοδικαίωσης απομακρύνει από το ορθόδοξο φρόνημα (Ρωμ. γ' 20. Γαλ. ε' 4 εξ.). Ο αληθινός πιστός Βλέπει κατά πρόσωπο την αμαρτωλότητα και την ανεπάρκειά του και προσβλέπει με πλήρη εμπιστοσύνη στον Χριστό. Γι' αυτό και «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν», πηγαίνουν στη βασιλεία του Θεού πριν από τους ανθρώπους που είναι βέβαιοι για τη δικαιοσύνη τους και στηρίζονται σ' αυτήν (Ματθ. κα'21. Λουκ. ζ'36-50, ιη'9-14).

Η βαθιά συναίσθηση της πλήρους αποτυχίας οδηγεί τον άνθρωπο της μετανοίας σε αστείρευτα δάκρυα και στεναγμούς της καρδιάς. Βέβαιη για τα «απύθμενα βάθη» των οικτιρμών του Θεού η ψυχή αναλύεται σε αισθήματα ανέκφραστης αγάπης και ευγνωμοσύνης προς τον Σωτή¬ρα Χριστό:

«Αλίμονον!
Μέσα μου είναι απέραντη νύκτα,
μανιώδης πόθος ακολασίας...
Δέξου τα αστείρευτα δάκρυά μου...
λύγισε εις τους στεναγμούς της καρδιάς μου...
Θα καταφιλήσω τους αμόλυντους πόδας Σου,
θα τους σφογγίσω με τας πλεξούδας της κεφαλής μου...
Ψυχοσώστα σωτήρ μου,
ποιος θα εξερεύνηση τα πλήθη των αμαρτιών μου,
και ποιος τα απύθμενα βάθη των κρίσεων Σου;»
(τροπάριο Κασσιανής).

Αυτός ο σπαραγμός της καρδιάς που ταυτόχρονα αποτελεί και «άνοιγμα» για την είσοδο της χάρης του Θεού, εκφράζεται ιδιαίτερα στους ύμνους του Μεγάλου Κανό¬να:

Ημάρτηκα,
ώσπερ η πόρνη βοώ σοι,
μόνος ημάρτηκά σοι·
ως μύρον δέχου Σωτήρ,
καμού τα δάκρυα.

Ίλάσθητι,
ως ο Τελώνης βοώ σοι,
Σώτερ ιλάσθητι μοι·
ουδείς γαρ των εξ Αδάμ,
ως εγώ ήμαρτέ σοι.

Ου δάκρυα,
ουδέ μετάνοιαν έχω,
ουδέ κατάνυξιν.
Αυτός μοι ταύτα Σωτήρ
ο Θεός δώρισε.

Αυτή είναι η τέλεια μετάνοια: η αίσθηση πως βρίσκεται κανείς στο βυθό· «ουδείς εξ Αδάμ ως εγώ ήμαρτέ σοι»• η συναίσθηση πως η αποστασία προέρχεται από μόνη την προαίρεση του ανθρώπου, «μόνος ημάρτηκά σοι» και στρέφεται εναντίον του ίδιου του Θεού, «ημάρτηκά σοι». Το αδιέξοδο από πλευράς του ανθρώπου είναι τέτοιο, ώστε να διαπιστώνεται η αδυναμία του ακόμη και για δάκρυα, για μετάνοια. Όμως το αδιέξοδο του ανθρώπου εξουδετερώνεται με την κραυγή του προς τον Σωτήρα Θεό: «Αυτός μοι ταύτα Σωτήρ ο Θεός δώρισε»!

Αυτή η βαθειά ταπείνωση αποτελεί την αρχή της πνευματικής ζωής, την προϋπόθεση του ορθοδόξου φρονήματος (πρβλ. Ιεζ. λγ' 10-15. Α' Κορ. ι' 12. Φιλιπ. β' 12, γ' 8-12).
Δεν πρόκειται για κραυγή απελπισίας, αλλά για στροφή του ανθρώπου, που οδηγεί σε ελπίδα, οποιαδήποτε και αν είναι τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγήθηκε ο άνθρωπος από την ίδια την προαίρεσή του. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος το διατυπώνει αυτό:
«Ας έχουν θάρρος οι ταπεινωμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν κυριευθεί από τα πάθη, διότι και εάν πέσουν εις όλους τους λάκκους, και εάν παγιδευθούν από όλας τας παγίδας και εάν προσβληθούν από όλας τας ασθενείας, όμως μετά την ίασιν θα γίνουν εις όλους ιατροί και διδάσκαλοι και λύχνοι και κυβερνήται θα διδάσκουν τον χαρακτήρα της ασθενείας και θα διασώζουν με την εμπειρίαν των εκείνους οι οποίοι κινδυνεύουν να πέσουν».


Και εις άλλο σημείο λέγει ο ίδιος άγιος:


«Είδον ακάθαρτους ψυχάς αι οποίαι κατείχοντο από ακόρεστον σαρκικόν έρωτα και έλαθον αφορμήν από την εμπειρίαν του έρωτος, έστρεψαν τον ίδιον έρωτα εις τον Κύριον και ενεκεντρίσθησαν εις αχόρταγον αγάπην του Θεού. Διά τούτο και ο Κύριος δεν είπεν εις την σώφρονα εκείνην πόρνην ότι εφοβήθη, αλλά ότι ηγάπησε πολύ και ηδυνήθη με ευχέρειαν ν' αποκρούση με τον θείον έρωτα την σαρκικήν αγάπην».
Στα ιερά συναξάρια υπάρχουν θαυμαστά παραδείγματα πραγματικής ταπείνωσης και μετάνοιας που προσδιορίζουν στην πράξη το ορθόδοξο ήθος. Σ' αυτό το σημείο είναι συγκινητικό το ακόλουθο περιστατικό από το «Γεροντικό»:
«Λέγουν διά τον Αββά Σισώη, ότι όταν επρόκειτο να αποθάνη ενώ οι πατέρες εκάθηντο πλησίον του, έλαμψε το πρόσωπον του ως ο ήλιος. Και είπεν εις αυτούς:
— Ιδού ήλθεν ο Αββάς Αντώνιος. Έπειτα από λίγο τους είπε:
— Ιδού ήλθεν ο χορός των προφητών. Και πάλιν έλαμψε το πρόσωπον του ακόμη περισσότερον. Και είπε:
— Ιδού ο χορός των Αποστόλων. Και η λάμψις του προσώπου του εδιπλασιάσθη και πάλι. Και ιδού, εφάνη ως να ωμίλει με κάποιους. Τότε οι γέροντες τον παρεκάλεσαν και του είπον:
— Με ποίον ομιλείς, πάτερ;
Εκείνος είπεν:
— Ιδού ήλθαν οι άγγελοι να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν λίγο διά να μετανοήσω.
Και οι μοναχοί του λέγουν:
— Δεν έχεις ανάγκην να μετανοήσης, πάτερ. Τότε ο γέροντας είπε:
— Πραγματικά δεν ξέρω αν έκαμα αρχήν.
Και εγνώρισαν όλοι ότι είναι τέλειος. Αίφνης έγινε πάλιν το πρόσωπόν του ωσάν τον ήλιον και εφοβήθησαν όλοι. Και τότε τους λέγει:
— Βλέπετε, ο Κύριος ήλθεν και λέγει: Φέρετέ μου το σκεύος της ερήμου. Και αμέσως παρέδωσεν το πνεύμα. Και έγινεν ως αστραπή και ολόκληρον το σπίτι εγέμισεν από ευωδίαν».
Ένας άγιος τη στιγμή του θανάτου του και ενώ ακτινοβολούσε από το άκτιστο φως, πίστευε πως δεν έχει καλά-καλά αρχίσει τη μετάνοια! Η βαθειά συναίσθηση της αναξιότητας του ανθρώπου και ταυτόχρονα η αίσθηση της αβύσσου της θείας αγάπης πλημμυρίζει την ψυχή του ευγνώμονα πιστού από θείο έρωτα και είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τα πάντα και να αναζητήσει την κοινωνία α¬γάπης με τον Θεό, όπως αναζητεί η Νύμφη την ένωση με τον Νυμφίο:

«Θα σηκωθώ και θα τριγυρίσω την πόλιν, τας αγοράς και τας πλατείας•
θα αναζητήσω Εκείνον που ηγάπησεν η ψυχή μου.
Τον εζήτησα και δεν Τον εύρον
Με ευρήκαν οι φύλακες, οι περιπολούντες την πόλιν
(και τους ηρώτησα):
"Μη ον ηγάπησεν η ψυχή μου ίδετε;"
μήπως είδατε Εκείνον που ηγάπησεν η ψυχή μου;
Απεμακρύνθην από αυτούς, (Τον ανεζήτησα),
"έως ου εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου.
Εκράτησα Αυτόν και ουκ αφήκα Αυτόν
έως ου εισήγαγον Αυτόν εις τον οίκον της μητρός μου
και εις το ταμιείον της συλλαβούσης με"»
(Άσμα Ασμάτων γ' 2-4).


ε) Ο πνευματικός αγώνας

Ο πιστός καλείται σε ισόβιο πνευματικό αγώνα, στον οποίο ουδέποτε εγκαταλείπεται από τον Θεό· εκτός εάν ο ίδιος θεωρήσει τον εαυτό του ικανό και αυτάρκη. Τότε αυτονομείται και απομακρύνει τη χάρη του Θεού.

Χωρίς την πανοπλία του Θεού ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει νικηφόρα «τας αρχάς και τας εξουσίας, τους κοσμοκράτορας του σκοτεινού τούτου κόσμου, τα πονηρά πνεύματα εις τους ουρανούς» (Εφεσ. στ' 12). Ο πιστός γνωρίζει πώς όχι μόνο ο Θεός, αλλά και ο διάβολος προκαλεί την προαίρεσή του και μάλιστα με μέσα απατηλά, γιατί είναι ο «πατήρ του ψεύδους» και τριγυρίζει «ως λέων όστις ωρύεται διά να εύρη κάποιον να καταπιή» (Ιω. η' 44. Α' Πέτρ. ε' 8).

Το δαιμονικό στοιχείο είναι μία πραγματικότητα και ο πιστός καλείται να μείνει άγρυπνος στον αγώνα του, οπλισμένος με τα όπλα του Θεού: «Νήψατε! Γρηγορείτε!»• αυτή είναι η παραγγελία του Πνεύματος του Θεού (Α' Πέτρ. ε' 7)• γίνετε δυνατοί «διά του Κυρίου και διά του κράτους της δυνάμεως αυτού», ενδυθήτε την πανοπλία του Θεού (Εφεσ. στ' 10 εξ.). Αυτή η προτροπή επανα-λαμβάνεται πολλές φορές στην αγία Γραφή:

Μείνετε στερεοί στην πίστη, «έχοντες υπ' όψιν ότι τα ίδια παθήματα συμβαίνουν στους αδελφούς σας σε ολό¬κληρο τον κόσμο» (Α' Πέτρ. ε' 9). «Αδελφοί, όσα είναι αληθινά, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα αγαπητά, όσα έχουν καλή φήμη, οποιαδήποτε αρετή ή οποιοσδή¬ποτε έπαινος, αυτά να σκέπτεσθε. Αυτά που εμάθατε και παρελάβατε και ακούσατε και είδατε σε εμέ, αυτά να πράττετε και ο Θεός της ειρήνης θα είναι μαζί σας» (Φιλιπ. δ' 8-9).

Η διδαχή του Χριστού είναι για τον πιστό το «μέτρο», το σημείο αναφοράς, το οποίο θα τον βοηθήσει στην ορθή πορεία, ώστε να μη παραπλανηθεί από τις παγίδες του διαβόλου.

Ο Σατανάς χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του ανθρώπου και προσπαθεί να γεννήσει τα πάθη, για να εισέλθει και να κυριαρχήσει μέσα του. Όμως δεν μπορεί να το επιτύχει χωρίς τη συνεργασία του ανθρώπου. Γι' αυτό η πτώση οφείλεται στην προαίρεση του ανθρώπου· όχι στη φύση του ή στις παγίδες του πονηρού. Ο χριστιανός καλείται να αντικρούσει τον αντίδικο με ολόθυμη και ελεύθερη υποταγή στο θέλημα του Θεού.

Ο Σατανάς δεν έχει εξουσία πάνω στα παιδιά του Θεού· ο Χριστός ενίκησε το Σατανά (Λουκ. ι' 18). Ο απόστολος υπογραμμίζει πως οι χριστιανοί πρέπει να είναι «σοφοί εις το αγαθόν» και ακέραιοι εις το κακό και τότε ο Θεός της ειρήνης θα «συντρίψει εν τάχει» τον Σατανά κάτω από τα πόδια τους (Ρωμ. ιστ' 19-20). Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου ο Θεός σφραγίζει τους πιστούς με τη δική Του σφραγίδα και μ' αυτό τον τρόπο τους καθιστά ιδιοκτησία Του· κανένας δεν τολμάει πλέον να τους βλάψει (Αποκ. ζ' 193).

Σε άλλο σημείο της Αποκάλυψης ο Ιωάννης βλέπει φρικτά σατανικά τέρατα, που βγήκαν από το πηγάδι της αβύσσου και είχαν εξουσία να βλάψουν τα πάντα. Όμως δεν είχαν εξουσία να βλάψουν κανένα από εκείνους που είχαν «την σφραγίδα του Θεού επί των μετώπων αυτών» (Αποκ. θ' 1-4). Με την παρουσία και το έργο του Χριστού ο Σατανάς δέθηκε για «χίλια χρόνια», μέχρι την ε¬πάνοδο του Κυρίου (Αποκ. κ' 3), δεν μπορεί να βλάψει κανένα· εκτός βέβαια αν κάποιος πάει κοντά του, αν δη¬λαδή εγκαταλείψει την κοινωνία με τον Θεό, πλησιάσει το Σατανά και συνεργαστεί μαζί του. Τότε είναι ικανός να τον βλάψει, γιατί ο άνθρωπος, με το να απομακρυνθεί από τον Θεό, στερήθηκε από τη Χάρη του Κυρίου και μένει εκτεθειμένος στις επιθέσεις του Σατανά, που σπεύδει να αναπληρώσει το κενό της απουσίας της Χάρης.

Ο Χριστός είναι ο Κύριος της ιστορίας. Ο Σατανάς. πριν από τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, θα «λυθεί» για λίγο και θα επιχειρήσει να πλανήσει τους ανθρώπους, αλλά το τέλος του είναι βέβαιο: θα ριχθεί στη λίμνη από φωτιά και θειάφι, όπου θα είναι και το «θηρίο και ο ψευδοπροφήτης» και όλες οι δυνάμεις του Σατανά (Αποκ. κ' 7-10).

Όλα αυτά φανερώνουν πως ο πιστός δεν πρέπει να φοβάται το σατανά, ούτε να πανικοβάλλεται με τη σκέψη πως θα «λυθεί» μια μέρα και θα ζητήσει να μας πλανήσει με τον Αντίχριστο και τις δυνάμεις του. Εμείς πρέπει να μιλάμε για τον Χριστό και όχι για τον Αντίχριστο και να κάνουμε τα έργα του Χριστού και όχι του Αντιχρίστου. Τότε θα βρισκόμαστε μέσα στον πνευματικό αγώνα και δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, ούτε τα όργανα του Σατανά, τους μάγους, τους σατανιστές κ.ο.κ.

Ο πνευματικός αγώνας μπορεί να είναι πολύ σκληρός• όποιος θέλει να ζήσει, αυτός πρέπει πρώτα να πεθάνει, «και εκείνος που θα χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου, θα την εύρει», βεβαιώνει ο Χριστός (Ματθ. ιστ' 25, ι' 39. Μάρκ. η' 35. Λουκ. β' 27, ιζ' 33. Ιω. ιβ' 25). Όμως με τη χάρη του Θεού η νίκη είναι βεβαία.


στ) Η άσκηση

Η σωματική άσκηση κατέχει μεγάλη θέση στην πνευματική ζωή του πιστού και συντρίβει κάθε επιβουλή του αντιδίκου. «Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» λέγει χαρακτηριστικά ο Χριστός (Ματθ. ιζ' 21. Μάρκ. θ' 29).

Με την ακράτεια ο άνθρωπος έπεσε στην κυριαρχία του Σατανά (Γεν. γ' 1-7). Με την εγκράτεια εξουδετερώνεται τελείως ο αντίδικος. Σ' αυτό το σημείο αναφέρονται συγκλονιστικά περιστατικά στα ιερά συναξάρια της Εκ¬κλησίας μας. Για τον Μακάριο τον Αλεξανδρέα διαβάζουμε:

«Άλλοτε του ενεθύμισεν η όρεξις σταφύλια νωπά. Εκείνην δε την ώραν έτυχε να του στείλη αδελφός τις ωραία σταφύλια και διά να βασανίση την όρεξιν, ευθύς τα έστειλεν εις άλλον αδελφόν, όστις ήτο κλινήρης και επεθύμη σταφύλια.

Όταν τα είδεν, εχάρη μεν πάρα πολύ, όμως χωρίς να απλώση τελείως εις αυτά, είπε και τα έστειλαν ευθύς εις άλλον, λέγων:
— Τάχα δεν τα ορέγεται αυτός;
Εκείνος πάλιν ο αδελφός, όστις τα έλαβε, παρ' όλον ότι ήτο υστερημένος από οπωρικά, τα έστειλε εις άλλον αδελφόν.

Επειδή λοιπόν εκείνα τα σταφύλια έτυχον εις πολ¬λούς αδελφούς απεσταλμένα και ουδείς τα εμεταχειρίσθη, τέλος ο ύστερος, όστις τα εδέχθη, τα έστειλε πάλιν εις τον άγιον Μακάριον. Εκείνος, γνωρίσας τα σταφύλια, εδόξασε τον Θεόν διά την τόσην εγκράτειαν των αδελφών. Διά τούτο μήτε αυτός δεν εγεύθη από αυτά διά τελείαν πληγήν του δαίμονος».

Στόχος της σωματικής άσκησης δεν είναι η εξουθένωση του σώματος, αλλά η εξουδετέρωση των παθών· η προετοιμασία του σώματος για να δεχθεί την χάρη και τον αγιασμό του Θεού. «Εάν θέλεις να σωθείς γίνου νεκρός», έλεγαν οι πατέρες της ερήμου, αναφερόμενοι στην νέκρωση των παθών του ανθρώπου.

Όταν κανείς φθάσει σε τέτοια αγιότητα, αποκτά την πραγματική εκείνη ταπείνωση, που μεταδίδει ολόκληρη τη χάρη του Θεού και γίνεται «χαριτωμένος» (Ματθ. ε' 3. Α' Πέτρ. ε' 5)• δεν μπορούν να τον προσβάλουν οι μηχανορραφίες του διαβόλου. Αυτό δείχνει το ακόλουθο περιστατικό από τον βίο του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:
«— Πολλήν βίαν πάσχω από σε Μακάριε, είπε ο διάβολος εις τον όσιον, και ποτέ δεν κατορθώνω να σε νικήσω, με όλον ότι εγώ κάμνω πεισσότερα από ό,τι κάμνεις συ εις τινας αρετάς. Συ νηστεύεις τινάς ημέρας και εγώ δεν τρώγω τίποτε. Συ αγρυπνείς και εγώ δεν κοιμάμαι κα¬θόλου. Μόνον εις μίαν αρετήν με νικάς, διά την οποίαν δεν έχω κατά σου δύναμιν!
Λέγει αυτώ ο όσιος:
— Ποία είναι η αρετή αυτή;
Ο δε βιαζόμενος απεκρίθη:
— Η ταπείνωσις! Και ταύτα ειπών εγένετο άφαντος».
Οι άγιοι έφθασαν πραγματικά σε ύψη ταπεινοφροσύ¬νης που ξεπερνούν τη δική μας διανοητική σύλληψη. Ιδού ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά στη ζωή του αγίου Μακαρίου, όπως περιγράφεται στο ιερό κείμενο:
«Έτυχε δε εις εκείνα τα μέρη μία παρθένος, ήτις ήμαρτε με άλλον τινά και έμεινεν έγκυος η τάλαινα. Ερωτήσαντες δε αυτήν οι γονείς της την συνεβούλευσεν ο διάβολος να είπη ότι την εβίασεν ο Μακάριος.
Οι δε γονείς της έδραμον προς αυτόν θυμωμένοι και αρπάσαντες αυτόν ως θήρες άγριοι, του εκρέμασαν εις όλον το σώμα αγγεία πήλινα διά καταφρόνησιν· και δέροντές τον ανηλεώς και εθεάτρισαν και κατήσχυναν εις εκείνα τα μέρη φωνάζοντες:
— Ούτος ο Μοναχός εδυνάστευσε την κόρην μας! Ύβριζον δε και τον κοσμικόν εκείνον, όστις τον υπη¬ρετεί πωλών τα εργόχειρά του και του έλεγον:
— Ιδού τι διέπραξεν ο ενάρετος Μοναχός, τον οποίον εφήμιζες τόσον και μας έλεγες ψευδώς ότι ήτο άγιος άνθρωπος. Αλλά ήξευρε ότι δεν τον αφήνομεν, ως να μείνει τις εγγυητής να πλήρωση όλα τα έξοδα, τα οποία μέλλουν να γίνουν, έως να τραφή το βρέφος, όπερ θα γεννηθή εξ αυτής και διότι έφθειρε την παρθενίαν της.
Τότε ο άγιος έκανε νεύμα εις εκείνον τον κοσμικόν να γίνη εγγυητής του χωρίς δισταγμόν. Όστις εδέχθη και τον επήρεν ημίθνητον από τας χείρας αυτών. Φθάνων εις το κελλίον του ο όσιος επλεονέκτη εις το εργόχειρον λέγων:
— Δούλευε, ταπεινέ Μακάριε να θρέψεις την γυναίκα και εαυτόν!
Και ούτω νυχθημερόν έδιδε το εργόχειρον του ανθρώπου και εζωοτρόφει εκείνην την τάλαιναν, έως ου ήλθεν η ώρα του τοκετού. Οδυνωμένη ημέρας πολλάς δεν ηδύνατο η δυστυχής να γεννήσει το βρέφος. Όθεν από τους πόνους εγνώρισε την αμαρτίαν της και ωμολόγησε προς τους παρεστώτας την αλήθειαν λέγουσα:
— Επειδή εσυκοφάντησα ψευδώς τον ενάρετον εκεί¬νον Μοναχόν, ότι με εδυνάστευσε, δι' αυτό βασανίζομαι τώρα δικαίως η άδικος. Αλλά γνωρίσατε ότι με τον δείνα γείτονα μας ημάρτησα.
Ταύτα ειπούσα, εγέννησεν ανεμποδίστως. Οι δε παρεστώτες έδραμον προς τον άγιον μετά δακρύων ζητούντες συγχώρησιν και τον είχον έκτοτε εις πολλήν ευλάβειαν. Εκείνος όμως, διά να φύγει τον ανθρώπινο έπαινον, έφυγεν εξ εκείνου του τόπου, ελθών εις αυτήν την έρημον».


ζ) Η ελευθερία

Ο όρος ελευθερία μπορεί να εκληφθεί με σχετική ή και με απόλυτη έννοια. Η απόλυτη ελευθερία τοποθετεί στο κέντρο του σύμπαντος το «εγώ» του ανθρώπου. Η άσκηση της απομακρύνει τον άνθρωπο από την ίδια τη φύση του, τον αλλοτριώνει. Γιατί ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη χριστιανική διδαχή, από τη φύση του δεν είναι ε¬γωιστικό ον, αλλά κοινωνία προσώπων.

Ο άνθρωπος που έχει για υπέρτατο νόμο την επιβολή της δικής του βούλησης, αδιαφορώντας για τα αποτελέσματα των επιλογών του για τους άλλους, για την ανθρώπινη κοινωνία και γενικότερα για την όλη δημιουργία, ακολουθεί δρόμο αντίθετο με την ίδια του τη φύση. Όταν μάλιστα θεωρεί δικαίωμά του να επιβάλει αυτή τη βούληση με κάθε τρόπο, γίνεται καταστροφικός. Ο τρόπος που εκλαμβάνει την ελευθερία αποτελεί απειλή.

Υπάρχει βέβαια η ελευθερία «από κάτι»• όμως υπάρχει και η ελευθερία «για κάτι», για κάποιο σκοπό. Η απόλυτη ελευθερία «από κάθε περιορισμό» αντιστρατεύεται στη φύση του ανθρώπου και τον μεταβάλλει σε τέρας. Γι' αυτό η αληθινή ελευθερία αναζητείται σε σχέση με τον σκοπό, που ασφαλώς είναι η οικοδομή και όχι η καταστροφή της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Η πραγματική ελευθερία που εναρμονίζεται με τη φύση του ανθρώπου διακονεί την ανθρώπινη φύση• δεν την καταστρέφει. Γι' αυτό υπηρετεί την ενότητα, την αρ¬μονία, την αγάπη σε ολόκληρη τη δημιουργία του Θεού.

Το θέμα της ελευθερίας σχετίζεται με την περί ανθρώπου αντίληψή μας. Η χριστιανική ανθρωπολογία δεν οδηγεί σε αδιέξοδα, ούτε σε μια έννοια περί ελευθε¬ρίας καταστροφική για την ανθρώπινη προσωπικότητα. Η χριστιανική ελευθερία αποτελεί ευλογία για τον ίδιο τον άνθρωπο και για ολόκληρη τη δημιουργία.

Κλείνοντες παρατηρούμε πως η στάση του ορθοδόξου πιστού απέναντι στον Θεό, στον συνάνθρωπο, στον εαυτό του, στην κτίση, το ορθόδοξο φρόνημα και το ορθόδοξο ήθος, ανταποκρίνονται στη φύση του ανθρώπου και στη θέση που προσδιορίσθηκε γι' αυτόν μέσα στον κόσμο της δημιουργίας από τον ίδιο το Δημιουργό. Αποτελεί θετι¬κή ανταπόκριση της προαίρεσης του ανθρώπου στο σχέδιο του Θεού.

Από αυτή τη στάση εξέπεσε ο άνθρωπος με την πτώση. Όμως επανήλθε σ' αυτήν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Γι' αυτό και η «ευσέβεια» είναι για τον πιστό μεγάλο μυστήριο, που ταυτίζεται με το γεγονός της θεανθρωπότητας του Χριστού. Όταν ο άνθρωπος γίνει μέτο¬χος του Σώματος του Χριστού, χριστοποιείται και ρυθμίζει την όλη ζωή του με βάση το φρόνημα του Χριστού. Γι' αυτό και το ήθος και το φρόνημα του πιστού εναρμο¬νίζονται με την αληθινή του φύση, που είναι ενότητα, αρμονία, αγάπη. Αυτό το φρόνημα απομακρύνει τον άνθρωπο από την αυτονομία και τον οδηγεί πάλι στη «βασιλική» και «ιερατική» του θέση και σχέση μέσα στην όλη δημιουργία του Θεού.

Ο άνθρωπος με την ελεύθερη προαίρεσή του πρέπει να οικειοποιηθεί το μυστήριο της ευσεβείας. Να το αποδεχθεί με πίστη, η οποία επιτρέπει, ώστε ο Θεός «να σκηνώση εν αυτώ» (Ιω. α' 14, ιδ' 23) και ο άνθρωπος να γίνει χριστοφόρος και πνευματοφόρος, να αυξηθεί σε κοινωνία αγάπης.


Αυτή η αύξηση είναι δωρεά του Θεού αλλά και καρπός της προαίρεσης του ανθρώπου, ο οποίος νεκρώνει το σαρκικό φρόνημα και στρέφεται προς τον Θεό. Αυτή η στροφή δεν είναι αποτέλεσμα ανάγκης, πνευματικής τρομοκρατίας, μεθόδευσης, αλλά καρπός της ελευθερίας του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών, αποδέχεται ένα τρόπο ζωής που είναι σύμφωνος με την πραγματική του φύση και απαντά στην αγάπη του Θεού με τη δική του αγάπη. Έτσι η ελευθερία του δεν αποβαίνει καταλυτική για την προσωπικότητά του, αλλά σωτήρια. Οι επιλογές του δεν τον οδηγούν σε ένα τρόπο ζωής αντίθετο με την αληθινή του φύση, αλλά σε ζωή εναρμονισμένη με τη φύση του και το σκοπό της ζωής του.

Ο Θεός αποδέχεται την προσφορά του θελήματος του ανθρώπου και τη θυσία του σαρκικού του φρονήματος και αντιπροσφέρει τα δώρα Του, τους «καρπούς του Πνεύματος»· ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου γίνεται «χαριτωμένη». Παύει να ζει παρά τη φύση του, να είναι ένα εγωιστικό και καταστροφικό ον, γίνεται «βασιλέας» και «ιερέας» της δημιουργίας του Θεού, την οποία φέρει σε δοξολογική σχέση με το Δημιουργό της.

Το φρόνημα αυτό προϋποθέτει την παραδοχή από μέρους του ανθρώπου της ανεπάρκειας και ανικανότητάς του να εκπληρώσει το νόημα της ζωής και το ρόλο του μέσα στη δημιουργία αυτόνομα, βασισμένος σε δικές του τοποθετήσεις και στα δικά του σχέδια, ξεκομμένα από τα σχέδια του Θεού. Αυτή η στάση οδηγεί τον άνθρωπο σε βαθιά συναίσθηση της αποτυχίας του, σε αλλαγή προσανατολισμού, σε μετάνοια.
Όμως αυτή η στροφή του νου και της καρδίας του ανθρώπου δεν οδηγεί σε αδιέξοδα. Δεν είναι κραυγή απελπι¬σίας, γιατί καταλήγει στην πίστη, πως τα αδιέξοδα ξεπερνιώνται από τη χάρη του Θεού και στην πεποίθηση πως η άβυσσος της αγάπης του Πατέρα ξεπερνάει την άβυσσο των δικών μας αστοχημάτων και αμαρτιών.

Όμως δεν είναι μόνο ο Θεός που προκαλεί τη δική μας προαίρεση. Και ο διάβολος προκαλεί τις αισθήσεις μας και προσπαθεί να «περάσει» λογισμούς, ζητώντας τη συνεργασία μας, προκειμένου να δημιουργήσει μέσα μας τα πάθη, για να μας οδηγήσει και πάλι στο σαρκικό φρό¬νημα. Και εναπόκειται πλέον στην δική μας προαίρεση να επιλέξομε «τίνος φωνή» θα ακούσομε και τίνος «συν¬ταγή» θα ακολουθήσομε. Γι' αυτό ο πιστός καλείται σε διαρκή πνευματικό αγώνα, στον οποίο όμως δεν μένει μόνος. Αρκεί να αποφασίσει να δεχθεί και να χρησιμοποιήσει την «πανοπλία του Θεού», για να συντρίψει τον αντίδικο με το κράτος της ισχύος του Κυρίου· όχι μόνο με τις δικές του δυνάμεις.

Σ' αυτό τον αγώνα η σωματική άσκηση, ιδιαίτερα η κατά Χριστόν εγκράτεια και η κατά Χριστόν ταπείνωση, εξουδετερώνουν κάθε εχθρική επιβουλή. Ο πιστός απο¬δεικνύει πως δεν βαδίζει πλέον στον πνευματικό αγώνα μόνος του, αλλά οδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, γιατί ο ίδιος γίνεται «ναός Θεού» και «κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος». Το Άγιο Πνεύμα είναι το Εφόδιο που ο πιστός έχει πάντοτε μαζί του στην πορεία ολόκληρης της επί γης ζωής του. Γι' αυτό ακούει την προτροπή της Γραφής, στην οποία στηρίζει ολόκληρη την ελπίδα και τη βεβαιότητά του:

«Ώστε, αδελφοί μου αγαπητοί, εδραίοι γίνεσθε, αμετακίνητοι, περισσεύοντες εν τω έργω του Κυρίου πάντοτε, ειδότες ότι ο κόπος υμών ουκ έστι κενός εν Κυρίω» (Α' Κορ. ιε' 58).

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ