Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

Για το ψέμα και τη δολιότητα (Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης)



Αδελφοί μου Χριστιανοί, προσέχετε, όσο μπορείτε, να μη λέτε ψέματα, γιατί το ψέμα είναι, εφεύρεση του διαβόλου και ο διάβολος είναι ο πατέρας του ψεύδους. Επομένως, όσοι είναι ψεύτες, έχουν πατέρα τους το διάβολο και μοιάζουν μ’ αυτόν και τον έχουν πατέρα, καθώς το αναφέρει και ο Κύριός μας στην Αγία Γραφή, λέγοντας: «Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, κι όσα επιθυμεί ο πατέρας σας, αυτά θέλετε να κάνετε. Εκείνος εξ αρχής ήταν ανθρωποκτόνος και δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει μέσα του τίποτε το αληθινό. Όταν λέει ψέματα, εκφράζει τον εαυτό του, γιατί είναι ψεύτης και είναι ο πατέρας του ψεύδους. Αντίθετα, όσοι λένε την αλήθεια, έχουν ως πατέρα τους την Αλήθεια, που είναι ο Θεός και ο Ιησούς Χριστός. Και είναι, γεννημένοι από την Αλήθεια, καθώς μας λέει ο «αγαπημένος» μαθητής Ιωάννης: «Παιδιά μου, ας μην αγαπάμε με λόγια και ωραίες φράσεις, αλλά με έργα και αγάπη αληθινή. Απ' αυτό θα καταλάβουμε ότι είμαστε παιδιά της αλήθειας».

Εσείς είσθε Χριστιανοί και, με τη Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος, απογυμνωθήκατε από τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθήκατε τον Χριστό, που είναι η αλήθεια, όπως το λέει και ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Πώς τολμάτε λοιπόν να αφήνετε την αλήθεια και να προτιμάτε το ψεύδος; Δεν σκέπτεσθε ότι με τις ψευδολογίες σας αυτές ξεντύνεσθε τον Χριστό, το νέο άνθρωπο, και ενδύεσθε πάλι τον παλαιό που φθείρεται και χάνεται; Δεν ακούτε πως σας συμβουλεύει ο μακάριος απόστολος Παύλος, να μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αλλά να πετάξετε από πάνω σας τον παλαιό άνθρωπο, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι το ψεύδος, και να ενδυθείτε το νέο, του οποίου ίδιο είναι η αλήθεια; «Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αφού βγάλατε από πάνω σας τον παλαιό αμαρτωλό εαυτό σας με τις συνήθειες του, και ντυθήκατε τον καινούργιο άνθρωπο, που ανανεώνεται συνεχώς, σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του, ώστε με τη νέα ζωή να φθάσει στην τέλεια γνώση του Θεού».

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: Αν κάποιος φοράει καινούργιο φόρεμα, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από όλους. Έτσι και σεις, λέει, είσθε Χριστιανοί, επειδή έχετε ενδυθεί, κατά το άγιο Βάπτισμα, τον Χριστό σαν ένα φόρεμα. Αυτό μόνο πρέπει να φροντίζετε να γίνεται φανερό στο περιβάλλον σας με τα έργα και τα λόγια σας και γενικά με όλη σας τη βιοτή. Να γίνεται αντιληπτό δηλαδή ότι το ένδυμα σας είναι ο Χριστός: «Ας ενδυθούμε τον Χριστό», λέει ο ιερός πατέρας, «και ας είμαστε μαζί Του. Διότι εκείνος που φοράει ένα καινούργιο ένδυμα, αυτό γίνεται καταφανές σε όλους τους γύρω του. Ας γίνεται λοιπόν καταφανής ανάμεσα μας με κάθε τρόπο ο Χριστός. Πώς όμως θα γίνει φανερός; Αν πράττουμε πάντοτε όσα Εκείνος επιθυμεί».
v 1. Κάθε είδους ψέμα είναι κακό. Όσοι λένε ψέματα στερούνται τη Βασιλεία του Θεού και δημιουργούν κόλαση για τον εαυτό τους.
Κάθε ψέμα, ό,τι λογής κι αν είναι, με όποιο τρόπο κι αν λέγεται, είναι κακό και ολέθριο. Το ψέμα δεν πρέπει να το φέρνουν στο στόμα τους οι Χριστιανοί, διότι τους γίνεται εύκολα κακή συνήθεια, όπως λέει ο σοφός Σειράχ: «Απόφευγε να λες οποιοδήποτε ψέμα, γιατί αυτή η συνήθεια δεν βγάζει σε καλό». Και σε άλλο σημείο λέει ο ίδιος ο Σειράχ, ότι «ο κλέφτης είναι προτιμότερος από τον επαγγελματία ψεύτη, αλλά και οι δυο βαδίζουν στην καταστροφή και στην απώλεια».
Αν έχει έτσι το πράγμα, πόσο πρέπει να προσέχουν οι Χριστιανοί, ώστε να μη λένε ψέματα, με σκοπό να ξεγελάσουν τον αδελφό τους με δόλο και κακία, όπως το κάνουν συνήθως οι διάφοροι επιστήμονες, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες;
Να, λ.χ. οι γιατροί, πολλές φορές, ιδίως μάλιστα οι άπειροι, οι χειρουργοί ή όσοι παριστάνουν τους γιατρούς, οι κομπογιαννίτες. Όταν υποψιασθούν ότι ο άρρωστος είναι πλούσιος και έχει το πορτοφόλι του γεμάτο, ή ότι είναι απλόχερης και δίνει το χρήμα πλουσιοπάροχα, μεταχειρίζονται το ψέμα σαν βάση και αφορμή κέρδους και πορισμού, λέγοντας στον άρρωστο χίλια ψέματα: «Δεν έχεις τίποτε, αδελφέ, μικρά προβλήματα έχει η υγεία σου, σε λίγο θα είσαι καλά και θα απολαύσεις μια αταλάντευτη κατάσταση υγείας».
…Και μετά, όταν πια, του ταλαίπωρου αυτού αρρώστου, του καταφάνε όλα τα χρήματα και την περιουσία και σταματήσει να τους παρέχει τα μετρητά, τότε αλλάζουν στάση οι σπουδαίοι εκείνοι γιατροί, γίνονται φιλαλήθεις και του λένε τα εντελώς αντίθετα: «Αδελφέ, η αρρώστια σου είναι ανίατη. Η κατάστασή σου δεν έχει γιατρειά. Η θεραπεία σου είναι πάνω από τις δυνατότητες της ιατρικής επιστήμης. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε κάνει καλά, στον Οποίο είναι όλα δυνατά και εύκολα, όσα σε μας τους ανθρώπους είναι αδύνατα και δυσκατόρθωτα».
Το ίδιο ψεύδονται και κάποιοι γιατροί στο θέμα των φαρμάκων. Διότι πολλές φορές δίνουν στον άρρωστο ένα ευτελέστατο γιατρικό, φθηνό, και υποστηρίζουν ψευδώς ότι είναι πολύτιμο και αναντικατάστατο. Και στη συνέχεια, ζητούν από το δυστυχή άρρωστο να το πληρώσει πανάκριβα. Μάλιστα, συχνά, για να επιβεβαιώσουν το ψέμα τους, ορκίζονται και γίνονται επίορκοι, χωρίς να έχουν ίχνος φόβου Θεού.

Φοβηθείτε λοιπόν τον Θεό και πάψετε να χρησιμοποιείτε το ψέμα στις σχέσεις σας με τους συνανθρώπους σας, διότι ο Θεός επιτρέπει να αφανίζονται όσοι λένε ψέματα, όπως μας το λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Θα επιτρέψεις να εξολοθρευθούν όσοι λένε ψέματα».
Πράγματι, ο Θεός παραχωρεί να πέσουν σε μεγάλα δεινά και σε διάφορες δυστυχίες όσοι ψεύδονται. Και μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς φθάνουν στο σημείο να γίνουν τόσο ταλαίπωροι, ώστε καταντάνε να φοράνε ράκη και κουρέλια από τη φτώχεια τους, όπως βρίσκουμε να αναφέρεται κάτι παρόμοιο και στον προφήτη Ζαχαρία: «Εκείνη την εποχή δεν θα υπερηφανεύονται πια οι προφήτες για τα οράματά τους· θα φοβούνται και θα φορούν τρίχινο και ευτελή μανδύα, επειδή έγιναν ψευδοπροφήτες και εξαπάτησαν τον κόσμο». Και θα γίνει αυτό, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και σιχαίνεται αυτόν που λέει ψέματα, καθώς το αναφέρει και ο Σολομώντας: «Βδέλυγμα είναι στον Κύριο τα χείλη που λένε ψέματα». Και διότι, τέλος πάντων, δεν έχουν θέση στη Βασιλεία Του όλοι εκείνοι που αρέσκονται στο να λένε ψέματα, όπως το μαρτυρεί το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως και το μερίδιο τους θα είναι η λίμνη του πυρός: «Οι δειλοί», λέει, «οι άπιστοι, οι βδελυροί, οι φονιάδες, οι πόρνοι, οι μάγοι, οι ειδωλολάτρες κι όσοι αντιστρατεύονται την αλήθεια και λένε ψέματα, θα έχουν το μερίδιο τους στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος».

2. Όσοι λένε ψέματα στις επαγγελματικές τους συναλλαγές, φέρνουν το διάβολο μέσα στην εργασία τους.
Αδελφοί μου, εσείς, από το ένα μέρος παρακαλείτε τον Θεό να είναι παρών και με τη Χάρη Του να ευοδώνει τις εργασίες σας και να ευλογεί τους κόπους των χεριών σας και να αυξάνει τα υπάρχοντα σας και από το άλλο, φέρνετε το διάβολο με τις ψευδολογίες σας μέσα στις εργασίες σας και διώχνετε τον Θεό. Διότι, όπου το ψέμα επικρατεί και λέγεται ασύστολα, από εκεί φεύγει ο Θεός, ο Οποίος μισεί το ψεύδος και έρχεται ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους. Στην εργασία όμως και στο επάγγελμα, από το όποιο αποδιώκεται ο Θεός και διαφεντεύει ο διάβολος, τι ευλογία ή τι καλό μπορεί να ακολουθήσει; Οπωσδήποτε κανένα. Καί όχι μόνο δεν μπορεί να επέλθει εκεί κανένα καλό, αλλά κατάρα και δυστυχία και κάθε μορφή κακού θα επικρατήσει.
Έπειτα συλλογισθείτε και τούτο: Αν μια φορά φανείτε ψεύτες στις συναλλαγές σας, μετά, και αλήθεια να λέτε, κανείς πια δεν θα σας πιστεύει, καθώς το λέει και ο ιερός Χρυσόστομος : «Μην αποδείξεις στο φίλο σου πως δεν είσαι άξιος της εμπιστοσύνης του, με το να του λες ψέματα, γιατί και όταν θα λες την αλήθεια δεν θα σε πιστεύει. Διότι αυτός που θα πιαστεί να λέει ψέματα σε μια υπόθεση, δεν θα τον πιστέψουν ποτέ, έστω κι αν χρησιμοποιεί κατά κόρον την αλήθεια».
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μη λέτε ψέματα, όταν λ.χ. έρχονται πολλοί ενδιαφερόμενοι και σας ζητούν να αναλάβετε να τους εξυπηρετήσετε, μη δίνετε σε όλους υποσχέσεις που θα αποδειχθούν σε λίγο ψεύτικες, αλλά φερθείτε με ειλικρίνεια και στείλτε όσους δεν προλαβαίνετε να τους εξυπηρετήσετε σε άλλους συντεχνίτες σας. Διότι, επειδή δεν έχετε τη δυνατότητα να φυλάξετε τις υποσχέσεις που δίνετε, αποδεικνύεσθε ψεύτες και σκανδαλίζετε τους ανθρώπους που σας εμπιστεύονται. Κι αν σας ενοχλεί ο λογισμός σας και σας λέει ότι έτσι χάνετε τον πελάτη σας, μην τον ακούτε αυτό το λογισμό, αλλά να επιρρίπτετε την ελπίδα σας στον Θεό και Εκείνος θα σας στείλει άλλους πελάτες, όταν θα τους έχετε ανάγκη.

3. Πόσο κακό πράγμα είναι η δόλια συμπεριφορά και ότι δεν είναι σωστό οι διάφοροι επαγγελματίες να χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, διότι η δολιότητα είναι μισητή στον Θεό.
Προσέχετε, αδελφοί μου, να μη μεταχειρίζεσθε το δόλο στις εργασίες σας και στις τέχνες σας, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και απεχθάνεται τον δόλιο άνθρωπο, κατά τον Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Όλους τους ψεύτες, Κύριε, τους εξόντωσες· αιμοχαρείς και ύπουλους ο Κύριος τους απεχθάνεται».
Δολιότητα είναι το να βάζει λ.χ. ο γεωργός σιτάρι ή αλεύρι καλό και καθαρό στο πάνω μέρος του σακιού, για να εξαπατήσει τους αγοραστές, ενώ στο κάτω μέρος έχει βάλει άμμο, άχυρα, κεχρί και άλλα παρόμοια.
Δολιότητα είναι το να στολίζει τα υποδεέστερα υφάσματα ο υφαντουργός και το να στιλβώνει τα κακής ποιότητας δέρματα ο υποδηματοποιός, για να ξεγελάσει τους ανθρώπους να τα αγοράσουν.
Δολιότητα είναι το να έχει ο πραγματευτής και ο έμπορος ζυγαριά δόλια και δυο λογιών μέτρα· μικρότερα όταν πουλάει και μεγαλύτερα όταν αγοράζει.
Δολιότητα είναι το να βάζετε εξωτερικά και επιφανειακά σε κάθε πράγμα που πρόκειται να πουληθεί μόστρα καλή και μέσα το πράγμα να μην είναι καλό. Το να βρέχετε το σιτάρι, για να είναι πιο βαρύ στο ζύγι και να το ανακατεύετε με ρύζι και αλάτι.
Δολιότητα είναι το να έχουν λ.χ. οι σαράφηδες (αργυραμοιβοί) κρυμμένο μικρό μασούρι στο στόμα τους και μ’ αυτό να φυσάνε το ένα μέρος της ζυγαριάς, για να βαρύνει, όταν ζυγίζουν τα νομίσματα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο νοικοκύρης που είναι παρών και βλέπει.
Δολιότητα είναι το να ανακατεύουν οι οινοπώλες, οι κάπηλοι και οι μπακάληδες το κρασί και το μέλι με το νερό. Το λάδι με το κολοκύθι. Το καθαρό κερί και το βούτυρο με το ξύγγι. Και γενικά σε όλα τα είδη που εμπορεύονται να σμίγουν τα καλά με τα κακά, τα ακριβά με τα τιποτένια.
Αλλά που μπορώ εγώ να απαριθμήσω τις τόσες και τόσες δολιότητες που μεταχειρίζεται ο κάθε επαγγελματίας, για να ξεγελάσει τον άλλον; Ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να επινοήσει αυτού του είδους τις δολιότητες που επινοούν οι ειδικοί για το κάθε επάγγελμα.
Τούτο μόνο θα πω σαν γενικό συμπέρασμα: Δολιότητα είναι κάθε εργασία ψευδής και κάθε υποκριτική και ψεύτικη συμπεριφορά που μεταχειρίζονται -ποιοι άλλοι;- οι κάθε είδους επαγγελματίες για να ξεγελάσουν τους προμηθευτές και να πάρουν τα χρήματά τους.
Τα χρήματα όμως αυτά είναι μισητά και σιχαμερά και ακάθαρτα μπροστά στον Θεό. Παρόμοια είναι ακάθαρτοι και βδελυκτοί και όσοι κάνουν αυτές τις δολιότητες. Γι’ αυτό ο Σολομώντας λέει: «Τη ζυγαριά που κλέβει τη μισεί ο Κύριος, ενώ το ζύγι το σωστό Τον ευχαριστεί».
Και σε άλλο σημείο επίσης λέει: «Τα λειψά τα ζύγια ο Κύριος τα απεχθάνεται κι η πλάστιγγα η ψεύτικη πράγμα καλό δεν είναι». Και σε άλλο χωρίο: «Ζύγια λειψά και ψεύτικα μέτρα, είναι και τα δυο στον Κύριο μισητά».
Γι’ αυτό προστάζει ο Κύριος στο Λευιτικό να είναι ο καθένας ακριβοδίκαιος στα ζύγια του και στις συναλλαγές του: «Μην αδικείτε κανέναν στις δίκες· μην εξαπατάτε τους άλλους, χρησιμοποιώντας λειψά μέτρα βάρους και όγκου». Και στο Δευτερονόμιο: «Στο σακί σου δεν θα έχεις δύο ειδών σταθμά, ένα μεγάλο για να αγοράζεις κι ένα μικρό, για να πουλάς. Θα έχεις σωστά και ακριβή σταθμά, για να ζήσεις πολλά χρόνια στη χώρα που σε τοποθέτησε ο Κύριος, ο Θεός σου».
Τι κάνετε δύστυχοι, αδελφοί μου, τεχνίτες, κάπηλοι και έμποροι; Χρησιμοποιείτε το δόλο για να εξαπατήσετε τον αδελφό σας; Και δεν ακούσατε πως ο Θεός προστάζει στην Παλαιά Διαθήκη να μη δολιεύεται κανείς τους συνανθρώπους του; «Μην τριγυρνάς», λέει, «και σκορπάς ψευτιές και συκοφαντίες στους συμπατριώτες σου, ούτε να σηκώνεσαι στη δίκη να μιλάς εναντίον του συμπολίτη σου, όταν κινδυνεύει να καταδικασθεί σε θάνατο. Εγώ είμαι ο Κύριος».
Κι αν ο Θεός εμπόδισε τους Εβραίους -που ήταν αρχάριοι πνευματικά σαν νήπια- να μεταχειρίζονται δολιότητες στις σχέσεις τους με τους αδελφούς τους, πόσο μάλλον εμποδίζει εσάς, τους Χριστιανούς να πέφτετε σε δόλο; Εσάς τους Χριστιανούς που είσθε τέκνα του Ευαγγελίου και έχετε φθάσει σε πιο ώριμη πνευματική κατάσταση «στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός»; Περιπλέκεσθε σε δολιότητες και δεν ακούτε τον προφήτη Δαβίδ που λέει ότι ο Θεός παραχωρεί να περιπέσουν σε πολλά κακά και σε απίστευτες δυστυχίες εκείνοι που δολιεύονται τον πλησίον τους: «Ευτυχούν τώρα», λέει ο Ψαλμωδός, «αλλά για τις δολιότητές τους θα παραχωρήσεις να πέσουν σε πολλά βάσανα».

Δεν ακούτε πως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι «όπως είναι το φαρμάκι στο φίδι, είναι στον άνθρωπο ο δόλος»; Δεν ακούτε πως εξολοθρεύει ο Κύριος τα χείλη εκείνα που ξεστομίζουν δολιότητες; «Ας καταστρέψει», λέει ο Ψαλμωδός, «ο Κύριος κάθε στόμα που απατά, με δόλια συμπεριφορά και απατηλά λόγια, τις γλώσσες των διπρόσωπων ανθρώπων».
Αχ, και πως το βαστάει η καρδιά σας, αδελφοί, να δολιεύεσθε τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους! Πως το υπομένει η ψυχή σας να γελάτε τις χήρες και τα ορφανά και να τους παίρνετε τα χρήματα τους και το ψωμί τους, αυτό το λιγοστό που έχουν για να ζήσουν; Και αυτοί μεν έρχονται οι ταλαίπωροι να αγοράσουν από σας με εμπιστοσύνη, νομίζοντας πως είσθε έμπιστοι αδελφοί τους, πως είσθε άδολοι και Χριστιανοί που ευλαβούνται και σέβονται τον Θεό. Εσείς όμως, το αντίθετο, αποδεικνύεσθε γι’ αυτούς άπιστοι και ανάξιοι της εμπιστοσύνης τους. Δόλιοι και όχι άδολοι. Εχθροί και όχι αδελφοί. Τους μιλάτε με φιλικό τρόπο και κρύβετε μέσα σας δόλια καρδιά, σύμφωνα με το λόγιο της Αγίας Γραφής: «Δοχείο πήλινο, επιχρισμένο με ασημένιο κράμα, είναι τα λόγια τα θερμά από κακή καρδιά». Στη φωνή είσθε Ιακώβ και στα χέρια είσθε δασύς και τριχωτός, όπως ο Ησαύ. Άλλοι φαίνεσθε στην όψη και άλλοι είσθε στην ουσία. Είσθε σαν τις πέτρες που είναι κρυμμένες στη θάλασσα, οι όποιες με την πρώτη εντύπωση φαίνονται πως δεν είναι επικίνδυνες, όταν όμως πλησιάσουν τα πλοία, προσκρούουν, συντρίβονται και καταποντίζονται.

4. Ο Θεός επιτρέπει να παιδεύονται οι δόλιοι.
Και είναι, αδελφοί μου, πράγματα αυτά να τα κάνουν οι Χριστιανοί; Οι Χριστιανοί, οι μαθητές του Ιησού Χριστού, του πιστού, του άδολου, του αναμάρτητου, «στου Οποίου το στόμα δεν βρέθηκε δόλος»; Ω ψυχή μου φρίξε για την αμαρτία αυτή! Γι’ αυτό είναι πρέπον να ονομάσει κανείς αυτούς τους τεχνίτες, ψευδοτεχνίτες και δόλιους επαγγελματιές, καθώς ονομάζει, ο απόστολος Παύλος τους απατεώνες εκείνους, που παρίσταναν τους αποστόλους, ψευδοαποστόλους: «Αυτοί στην πραγματικότητα», λέει, «είναι ψευδαπόστολοι, απατεώνες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού».
Θα ήταν, πράγματι, πολύ σωστό και επιτυχημένο, να παρομοιάσει κανείς τους σημερινούς επαγγελματίες, τεχνίτες κλπ. με τους παλαιούς προσκυνητές των ειδώλων. Διότι, καθώς εκείνοι ήταν γεμάτοι δόλο και κλεψιά, όπως λέει ο Σολομώντας – «όλα είναι ανακατεμένα· αιματοχυσίες και φόνοι, κλεψιές και απάτες, διαφθορές, απιστίες, αναταραχές, ψευδορκίες, διωγμός των φιλήσυχων ανθρώπων, αχαριστία, μολυσμός των ψυχών, γενετήσιες διαστροφές, διαλύσεις γάμων, μοιχείες, ακολασία» -έτσι και όλοι οι τωρινοί επαγγελματίες είναι γεμάτοι δολιότητες.
Γι’ αυτό, τέλος πάντων, είναι δίκαιο και ο Θεός να μη μακροθυμήσει πια για πολύν καιρό, ούτε να υπομείνει άλλο τους δόλιους ανθρώπους, αλλά να αποσύρει τη Χάρη Του, για να παιδευθούν, καθώς το λέει ο Ίδιος με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Συνήθισαν τη γλώσσα τους στο ψέμα και έχουν τόσο πολύ αναμειχθεί με το κακό, ώστε είναι ανήμποροι πια να ξεφύγουν. Η μια καταπίεση διαδέχεται την άλλη, κι η μια άπατη ακολουθεί την άλλη και αρνούνται να με γνωρίσουν. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος του Σύμπαντος: Στο χωνευτήρι θα τους βάλω, σαν το μέταλλο, και θα τους δοκιμάσω. Ο λαός μου έχει πράξει το κακό. Τι άλλο μπορώ γι’ αυτούς να κάνω; Είναι η γλώσσα τους θανατηφόρο βέλος· το στόμα τους λέει ψέματα. Καθένας λέει στον διπλανό του λόγια φιλικά και μέσα στην καρδιά του, μυστικά, παγίδα του ετοιμάζει. Για όλα αυτά δεν θα τους τιμωρήσω; λέει ο Κύριος· δεν θα εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος;».

5. Όσοι δεν χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, θα συναριθμηθούν με τους δίκαιους.
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μην παραδοθείτε κι εσείς στη δίκαιη παιδεία του Θεού, παραιτηθείτε από κάθε κακία και κάθε είδους υποκρισία. Και ούτε λόγια δόλια και απατηλά να λαλείτε, για να προσελκύσετε στην εργασία σας τους διάφορους προμηθευτές και αγοραστές, ούτε στην πράξη να μεταχειρίζεστε τη δολιότητα. Αλλά, σαν άκακα βρέφη και ως αληθινοί Χριστιανοί, να ποθήσετε το άδολο και λογικό γάλα. Να συμπεριφέρεσθε με απλότητα, να εργάζεσθε με απλότητα, να πουλάτε και να αγοράζετε με απλότητα και καθαρή καρδιά το εμπόρευμά σας. Έτσι σας προτρέπει να κάνετε και ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος στην Επιστολή του: «Πετάξτε από πάνω σας», λέει, «κάθε είδους κακία, κάθε δολιότητα, υποκρισία, φθόνο και κάθε είδους κακογλωσσιά. Σαν τα νεογέννητα βρέφη, να λαχταράτε το λογικό γάλα, για να αυξηθείτε πνευματικά και να ολοκληρώσετε τη σωτηρία σας».

Αν συμπεριφέρεσθε με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο εδώ θα έχετε την ευλογία του Θεού σε ό,τι επαγγέλλεσθε, αλλά και εκεί, στην αιώνια ζωή, θα συναριθμηθείτε με τους δίκαιους εκείνους, στων οποίων το στόμα δεν βρέθηκε δολιότητα, όπως γράφει και η Αποκάλυψη: «Είναι εκείνοι που ακολουθούν το Αρνίο, όπου κι αν πάει. Απ’ όλη την ανθρωπότητα αυτοί έχουν λυτρωθεί ως πρώτη προσφορά στον Θεό και στο Αρνίο. Δεν ακούστηκε από το στόμα τους κανένα ψέμα ούτε κατηγορούνται για κάποιο δόλο, είναι αψεγάδιαστοι». Έτσι, θα βρείτε παρρησία ενώπιον του Θεού, μπροστά στον Οποίο δεν μπορεί να σταθεί κανένας άνθρωπος που διακατέχεται από δόλο, όπως λέει ο Ιώβ: «Κανένας άνομος και δόλιος άνθρωπος δεν τολμά να παρασταθεί ενώπιον Αυτού».

"Χρηστοήθεια", σελ. 150 κ. εξ. Εκδ. Σωτ. Σχοινά, εν Βόλω 1957, Λόγος προς τους ιατρούς, τεχνίτες, εμπόρους, κλπ. επαγγελματίες

"Το ψέμα και η δολιότητα", Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» , Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2007 σ. 37-55.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ - ΒΙΟΣ



Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α' προς Τιμόθεον γ' 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.

Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α' Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ' το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.
 

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας (βλέπε 11 Φεβρουαρίου). Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.
 

Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.

Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του σγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασνμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.
 


Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.



ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ



Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα

Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;

Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.

Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.


Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοι αἳ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.


Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ' εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρὰ τοὶς καθαροίς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β', 27).


Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμοθ. β' 4).


Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν' 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.


Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.


Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε', 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α' Ίωάν. ε', 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.


Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ' αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι' αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι' αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ' ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».


Στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ' ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ' αυτή, μα και σ' άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».



Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Ο παράξενος ναός που δεν γκρεμιζόταν, η μπουλντόζα χάλαγε και ο εργοδηγός πέθανε μόλις έβαλε μπρος

 
 

Ο παράξενος ναός που δεν γκρεμιζόταν, η μπουλντόζα χάλαγε και ο εργοδηγός πέθανε μόλις έβαλε μπρος

Στο κεντρικότερο σημείο της Σόφιας, χαμηλά χω­μένη μέσα στο έδαφος υπήρχε μία όμορφη και αρχαία Εκκλησούλα, της Αγίας Πέτκας, δηλαδή της Αγίας Παρασκευής. (Στα βουλγαρικά η έκτη ημέρα της εβδομάδος ονομάζεται Πέτκα).

Όχι της γνωστής Παρθενομάρτυρος, αλλά μιας συνώνυμης Οσίας, που τιμάται ιδιαίτερα εκεί, και που τα λείψανα της σήμερα βρίσκονται στην Ρουμα­νία.

Με αυτόν τον Ναό συνδέονται εντυπωσιακά και τρο­μερά γεγονότα, που έκαναν «ισχυρούς» της γης να υπο­τάξουν την βούληση τους σε κάποια άλλη ακαταμάχητη βούληση και δύναμη.

Γύρω στο 1963 απεφάσισαν οι αρμόδιοι να διαπλατύνουν τον κεντρικό δρόμο. Αυτό σήμαινε ότι το Χριστια­νικό μνημείο έπρεπε να κατεδαφισθεί. Θα απαλλάσσονταν έτσι και από ένα ανεπιθύμητο κτίσμα. Το συνεργείο κατεδαφίσεως ετοιμάσθηκε. Τον πρώτο ρόλο θα τον έπαιζε μία μπουλντόζα. Σε λίγα λεπτά της ώρας θα τον σώριαζε σε ερείπια. Έτσι υπολόγιζαν τα πράγματα. Τους ήρθαν ό­μως ανάποδα. Τραγουδήθηκε άλλο τραγούδι κι’ όχι αυτό που επιθυμούσαν.

Ενώ έβαζαν εμπρός την μπουλντόζα και την κατεύ­θυναν προς τον Ναό, πάθαινε συνεχώς βλάβες. Την έφτια­χναν, αλλά και πάλι έσπαγε. Αδύνατο να πλησιάσουν στην Εκκλησία. Και σαν να μην έφθανε αυτό, μόλις γυρίζει στο σπίτι του ο εργάτης που με μανία επιζητούσε το γκρέμισμα, βρίσκει νεκρό ένα από τα μέλη της οικογε­νείας του!

Εν τω μεταξύ ο υπεύθυνος αυτής της επιχειρήσεως πληροφορήθηκε ότι οι εργάτες δεν κατόρθωσαν τίποτε. Έμαθε και τις λεπτομέρειες. Του φάνηκαν όλα ανόητα, και αγριεμένος είπε: «Δεν αξίζετε τίποτε. Μόνο για παρα­μύθια είσαστε. Αύριο θα πάω να τον γκρεμίσω ο ίδιος»!

Αλλά ο δυστυχής έμεινε μόνο με τα μεγάλα λό­για. Μόλις ανέβηκε μανιώδης επάνω στο μηχάνημα και βάδισε προς την Εκκλησία, και αυτό έσπασε, αλλά — το πιο συνταρακτικό — βρήκε και ο ίδιος ξαφνικά τον θά­νατο! Καταλαβαίνετε τι θλίψη, αλλά και τι τρόμος επα­κολούθησε. Δεν απέμεινε τίποτε άλλο, παρά να ανακα­λέσουν την διαταγή της κατεδαφίσεως.

Και για να ομορφύνει ο χώρος έφτιαξαν κάτι σαν υπό­γεια καταστήματα και μία πλατεία γύρω από τον Ναό.

Η Αγία Πέτκα ή μάλλον Εκείνος που λάτρευε η Αγία, έγινε γνωστό σ’ όλη την Σόφια, ότι έχει ανυπο­λόγιστη δύναμη που αν κάποτε αρχίζει να την δείχνει, κα­ταλαμβάνονται όλοι από πανικό.

Τέτοιου είδους υπερφυσικά γεγονότα -όπως αναφέρει ο Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γούβαρης- υπάρχουν πολυ­άριθμα. Και άλλοι Ναοί, που είχαν κάποια ιδιαίτερη ση­μασία και ιστορία μέσα στον Χριστιανισμό, μόλις αντι­μετώπισαν κατεδάφιση, την εξουδετέρωσαν με τρόπο που προκάλεσε θάμβος. Αυτό συνέβη και σε Ναούς που δεν έτυχε να έχουν κάποια ξεχωριστή αξία, πλην όμως με την απόκρουση του εχθρού επρόκειτο να τονώσουν την πίστη πολλών ανθρώπων.

Ο νεκροταφειακός Ναός του Αγίου Γεωργίου στα Φραγκουλέϊκα (μικρό χωριό της Αιτωλίας, μετά την Κλει­σούρα και πριν από το Αγρίνιο) ανάγκασε, γύρω στο 1968, την εθνική οδό Αντίρριου – Άρτας – Ιωαννίνων σε άσχημη παράκαμψη. Έλαβαν χώρα τα ίδια υπερφυσικά γεγονότα. Μάλιστα, το μηχάνημα που χάλασε καθώς βάλ­θηκε να γκρεμίσει τον Ναό, το άφησαν χαλασμένο εκεί, και, αφού τελείωσε όλο το έργο, τότε τόλμησαν να πλη­σιάσουν και να το φτιάξουν.

Δύο άλλοι Ναοί στην περιοχή Σκαραμαγκά – Ελευ­σίνας ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Ο ένας από αυτούς, Κοίμησις της Θεοτόκου, στην άκρη των Ναυπηγείων του εφοπλιστού Νιάρχου, όταν πήγαν να τον γκρεμίσουν για να συνεχίσουν το υψηλό τείχος, τους έσπαγε κάτι πελώρια μηχανήματα κατεδαφίσεως. Απεφάσισαν τελικά να κάνουν μικρή καμπύλη και να τον αφήσουν απείραχτο «έξω των τειχών». Μπορούσαν να τον περικλείσουν και μέσα, γιατί ο χώρος το επέτρεπε, αλλά ο φόβος που πή­ραν τους έκανε να τραβηχτούν αυτοί προς τα μέσα!

Ο άλλος κοντά στην λίμνη Κουμουνδούρου, στο όνομα της Μεταμορφώσεως. Εκεί γύρω στο 1963 έφτια­χναν δρόμο ασφαλτοστρωμένο προς τα Άνω Λιόσια. Έτσι στον επίσημο και παραθαλάσσιο δρόμο που από την Αθή­να προχωρούσε προς την Ελευσίνα, θα άνοιγε ένα παρακλάδι προς τα δεξιά για την κατεύθυνση που αναφέραμε. Όπως είχε χαραχθεί το σχέδιο, τους δυσκόλευε το ξωκκλήσι, και δόθηκε εντολή να το κατεδαφίσουν. (Ποιος ξέρει τι θεό λάτρευε αυτός που έδινε τέτοιες διαταγές);

Κι’ εδώ τα ίδια αξιοθαύμαστα συντελέσθηκαν. Το υνί του εκσκαφέα έσπασε δύο φορές, οπότε κατάλαβαν ότι έπρεπε να υποκύψουν σε ανώτερη θέληση. Έτσι η στρο­φή έγινε λίγο πιο πέρα, και το Εκκλησάκι με τον ωραίο του τρούλο συνεχίζει να στέλνει την ευλογία του και τον χαιρετισμό του σ’ όλους τους περαστικούς στον πλαϊνό του πολυσύχναστο δρόμο.

Και στην περιοχή των Αθηνών συναντώνται παρό­μοιες ιστορίες.

Ένα βυζαντινό Ναΰδριο που υπάρχει σε χαμηλό επίπεδο πλάι στον Κηφισό ποταμό, ο Άγιος Νικόλαος ο «χωστός», παλαιά κατακόμβη, στην είσοδο του Πρα­κτορείου Λεωφορείων Πελοποννήσου, πολύ όμορφο και αρχαίο, ταπείνωσε τα επηρμένα φρύδια μερικών ασεβών.

Έσπασε μία πρώτη μικρή μπουλντόζα και στην συνέχεια μία μεγαλύτερη. Τρομοκρατήθηκαν και το άφησαν στην θέση του.

Στον Άγιο Ιωάννη του Ν. Κόσμου, τον μεγαλοπρεπή αυτόν Ναό, πίσω από το ιερό και σύρριζα στην λεωφόρο Βουλιαγμένης υπάρχει ο παλαιός μικρός Αη-Γιάννης. Όταν οικοδομήθηκε ο μεγάλος, είπαν, σαν περιττό να τον γκρεμίσουν. Αλλά και εδώ τα ίδια. Έσπαζαν οι μπουλντόζες. Και έτσι τον άφησαν. Πρέπει να σημειώ­σουμε ότι στην Εκκλησούλα αυτή λειτουργούσε ο πιο άγιος ιερέας της Παλιάς Αθήνας, ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς.

Θαυμαστές όλες αυτές οι περιπτώσεις και τονωτικές για την πίστη, αλλά και συμβολικές συγχρόνως — δεί­χνουν την ακατάλυτη δύναμη της Εκκλησίας του Χριστού.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΟΤΑΝ ΖΟΥΣΕ!!!


Μια ρεαλιστική απεικόνιση, ή αλλιώς μια «φωτογραφία» που δείχνει το πως θα ήταν περίπου, όταν ζούσε ο Επίσκοπος Μύρων Νικόλαος, ο γνωστός μας Άγιος Νικόλαος, κατάφεραν να φτιάξουν Ρώσοι επιστήμονες. Εξειδικευμένοι εγκληματολόγοι με ειδικές γνώσεις στον τομέα της ανάπλασης προσώπων έκαναν μετρήσεις στο κρανίο του Αγίου Νικολάου, το οποίο βρίσκεται σε Ρωμαιοκαθολικό Ναό στο Μπάρι και με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού έφεραν αυτό το αποτέλεσμα.

Δυστυχώς κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για το κατά πόσο έχουν πέσει «μέσα» οι επιστήμονες όμως η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε θεωρείται ιδιαίτερα πρωτοποριακή.

Πριν απο αρκετά χρόνια, μια παρόμοια «φωτογραφία του Ιησού είχε κυκλοφορήσει σε ολόκληρο τον κόσμο, βασισμένη στο ίχνος του προσώπου από την Σινδόνη του Τορίνο.

Τα λείψανα του Αγίου Νικολάου και τα ευρήματα των επιστημόνων

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική του Μπάρι, ανοίχθηκε αναγκαστικά το 1953 μ.Χ., κατά την διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, την νύκτα της 5ης προς 6ης Μαΐου. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Πάπα, με Πρόεδρο τον τότε Ρωμαιοκαθολικό Αρχιεπίσκοπο του Μπάρι Ερρίκο Νικόδημο, στην οποία ανατέθηκε η κανονική αναγνώριση των λειψάνων του τάφου. Παράλληλα ο αναγνωριστικός έλεγχος και η καταμέτρηση των οστών ανατέθηκε στον Καθηγητή της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι Λουΐτζι Μαρτίνο και τον βοηθό του Γιατρό Αλφρέντο Ρουγγίερι.

Τα Λείψανα μέσα στη λάρνακα έπλεαν σέ ένα διαυγές, άχρωμο και άοσμο υγρό, το οποίο είχε βάθος τρία περίπου εκατοστά. Η εξέταση του υγρού αυτού από τα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι απέδειξε, ότι επρόκειτο για καθαρό νερό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς! Η έρευνα απέδειξε, ότι το υγρό αυτό προήρχετο από τις μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστέων!

Η τρίτη ιστορικά ανακομιδή έγινε την νύκτα της 7ης προς 8ης Μαΐου 1957 μ.Χ., με σκοπό νέα αναγνώριση, καταμέτρηση, ανατομική και ανθρωπολογική μελέτη, πριν την οριστική κατάθεση στην λάρνακα, μετά το πέρας των αναστηλωτικών εργασιών. Στην ιατρική ομάδα συμμετείχε την φορά αυτή και ο Γιατρός Λουΐτζι Βενέζια. Τα αποτελέσματα της ανθρωπολογικής εξετάσεως των Ιερών Λειψάνων υπήρξαν εντυπωσιακά. Διαπιστώθηκε, ότι ανήκαν σέ ένα και το αυτό άτομο και μάλιστα σε άνδρα που είχε ύψος 1.67 περίπου, τρεφόταν κυρίως με φυτικά προϊόντα και πέθανε σε ηλικία μεγαλύτερη των 70 ετών. Το άτομο αυτό ανήκε στην λευκή Ινδοευρωπαϊκή φυλή.

Η κατάσταση ορισμένων οστών έδειξε ακόμη, ότι το άτομο στο οποίο ανήκαν, πρέπει να είχε υποφέρει πολύ κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, που του άφησαν σημάδια στην υπόλοιπη ζωή του. Η αγκυλωτική σπονδυλοαθρίτιδα και η διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση, πρέπει να κληρονομήθηκαν από κάποια υγρή φυλακή, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία.

Η ιχνογραφική ανάπλαση του προσώπου, με την μέθοδο της υπερσκελετικής αναπλάσεως των μαλακών μερών της κεφαλής, απέδωσε επίσης θεαματικά αποτελέσματα. Τα σχετικά ιχνογραφήματα που δημοσίευσε ο Καθηγητής Μαρτίνο, βρίσκονται σε συμφωνία με τις παλαιότερες απεικονίσεις του Αγίου, εκείνη της Αγίας Μαρίας της Πρώτης (στη Ρώμη, 8ος ή 9ος αιώνας μ.Χ.) και αυτή του Παρεκκλησίου του Αγίου Ισιδώρου, στον Ναό του Αγίου Μάρκου (στη Βενετία, ψηφιδωτό του 12ου αιώνα μ.Χ.).

Δηλαδή, με τις εξετάσεις των Λειψάνων του Αγίου Νικολάου, πιστοποιήθηκε η γνησιότητά τους, αποδείχθηκε επιστημονικά η μυροβλυσία του και επίσης ότι η πάροδος του χρόνου δεν άμβλυνε την μνήμη των βασικών χαρακτηριστικών της μορφής του, όπως τα διέσωσε η Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση (πρόσωπο ασκητικό, ευγενικό, με αρμονικές αναλογίες, υψηλό και πλατύ μέτωπο, μεγάλα μάτια – ελαφρά βαθουλωτά – έντονα ζυγωματικά, φαλάκρα). (Βλ. Αντ. Μάρκου, «Τα Λείψανα του Αγ. Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας και οι ιστορικές τους περιπέτειες»· Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας, φ. 44/1994, σελ. 98 – 106· αγγλική έκδοση από το Κέντρο Παραδοσιακών Ορθοδόξων Σπουδών Έτνας Καλιφορνίας, 1994).

Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται στoν Ναό Αγίου Γεωργίου του Νέου Βουκουρεστίου.Ο αριστερός βραχίονας του Αγίου βρίσκεται στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ρίμινι Ιταλίας.Απότμημα του αριστερού βραχίονος του Αγίου βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Ναό Βόλου.Μέρος των Λειψάνων του Αγίου βρίσκεται στην ομώνυμη ρωμαιοκαθολική Βασιλική του Μπάρι Ιταλίας.Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Αγ. Νικολάου Άνω Βάθειας Ευβοίας και Φανερωμένης Σαλαμίνος, στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Μόσχας, στον ομώνυμο Ναό Αγίας Πετρουπόλεως και στη Λαύρα Αγ. Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.Ένας εκ των οδόντων του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ - ΒΙΟΣ

 

Ο Άγιος Σάββας καταγόταν από το χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας και ήταν γιος ευσεβών γονέων, του Ιωάννη και της Σοφίας .

Από πολύ νωρίς γνώρισε τις θείες βουλές και αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναστικό βίο. Είχε τόση πίστη που κάποτε μπήκε σε ένα κλίβανο πυρός από τον οποίο βγήκε αβλαβής με τη βοήθεια του Θεού.

Όταν ήταν δεκαοχτώ ετών έφυγε από το μοναστήρι των Φλαβιανών και πήγε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς την έρημο της Ανατολής για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο (βλέπε 20 Ιανουαρίου). Ο Ευθύμιος τον έστειλε σε ένα κοινόβιο, το οποίο διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος (βλέπε 3 Σεπτεμβρίου).

Ο Άγιος Σάββας κατά την παραμονή του στο κοινόβιο έλαμψε λόγω του χαρακτήρα του και των αρετών του. Μάλιστα ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός - παρά το νεαρόν της ηλικίας - που προσαγορεύτηκε παιδαριογέροντας από τον Μέγα Ευθύμιο.

Ο Άγιος Σάββας όσο μεγάλωνε τροφοδοτούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του, γι' αυτό και τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Το χάρισμα αυτό το επιστράτευσε στην υπηρεσία των φτωχών και των ασθενών και έτσι επιτέλεσε σημαντικότατα έργα.

Για την αγιότητα της ζωής του και για τη μεγάλη του φήμη, είχε σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δυο φορές πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, προς το βασιλιά Αναστάσιο και έπειτα προς τον Ιουστινιανό.
 
 

Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, το 534 μ.Χ., ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη.

Το 584 μ.Χ., το Λείψανο του Αγίου Σάββα ανακομίσθηκε αδιάφθορο όταν ανοίχθηκε ο τάφος του για να ενταφιαστεί ο Ηγούμενος Κασσιανός. Αρχικά διαφυλάχθηκε στη Μονή του και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κατά την περίοδο των Αραβικών επιδρομών.

Για τον χρόνο άφιξης του στη Βενετία επικρατούν δύο παραδόσεις. Σύμφωνα με την πρώτη το Λείψανο είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου το 1026 μ.Χ. το έκλεψε ο Βενετός ευγενής Πέτρος Centranico (έπειτα Δόγης, 1026 - 1031 μ.Χ.), επί των ημερών του Δόγη Tribunio Menio (982 - 1026 μ.Χ.), το μετέφερε στη Βενετία και το κατέθεσε στο Ναό του Αγίου Αντωνίνου.
 



Κατά την δεύτερη παράδοση το Λείψανο δεν μεταφέρθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, αλλά διαφυλάχθηκε στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας, απ’ όπου μεταφέρθηκε από τούς Γενουάτες στην ανταγωνίστρια της Βενετίας πόλη τους. το 1257 μ.Χ. οι Βενετοί πέτυχαν να μεταφέρουν το Λείψανο στη Βενετία.

Η παρουσία του Λειψάνου του Αγίου Σάββα στη Βενετία επιβεβαιώνεται από την σχετική ομολογία του Σαββαΐτου Μοναχού Σωφρονίου στον Μητροπολίτη Ρωσίας Άγιο Μακάριο, το 1547 μ.Χ.

Το 1965 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Πατριάρχου Βενεδίκτου, η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέστρεψε το Λείψανο στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και φυλάσσεται έκτοτε στη Μονή του.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ - ΒΙΟΣ

 
Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.

Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.

Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).

Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).

Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.

Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυρβολητές.

Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.

ΓΙΑΤΙ Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ

 

Από το 1829 θεωρείται προστάτιδα του Πυροβολικού η Αγία Βαρβάρα.
 Η Αγία έζησε και μαρτύρησε επί Αυτοκράτορα 
Μαξιμιανού. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της στις 4 Δεκεμβρίου.

Η Αγία Βαρβάρα ασπάσθηκε από νέα τον Χριστιανισμό και αυτό εξόργισε τον πατέρα της. Χρησιμοποίησε βία για να τη μεταπείσει, αλλά δεν τα κατάφερε και τότε την παρέδωσε στο διοικητή της επαρχίας, ο οποίος την υπέβαλλε σε φρικτά μαρτύρια.

Τελικά αποκεφαλίσθηκε με το ξίφος του ίδιου της του πατέρα, “ταίς πατρικαίς χερσί τω πατρικώ ξίφει την τελειώσιν δέχεται», όπως λέει ο βιογράφος της Συμεών. Και κατά την παράδοση, καθώς απομακρύνονταν από την σφαγή της θυγατέρας του, η Θεία Δίκη, με μορφή κεραυνού, κατέκαψε το δήμιο–πατέρα.

Τον τιμωρό αυτό κεραυνό συμβολίζουν τα πυρά του Πυροβολικού και το 1829 καθιερώθηκε ως προστάτιδα του Ελληνικού Πυροβολικού και στις 4 Δεκεμβρίου του ιδίου χρόνου γιορτάσθηκε το γεγονός στο στρατόπεδο του μόλις συγκροτιθέντος πρώτου “Τάγματος Πυροβολητών», όπως ονομάζονταν τότε, οπότε και προσφέρθηκαν στους επισκέπτες οι από τότε πατροπαράδοτοι λουκουμάδες με κονιάκ.

Η Διεύθυνση Πυροβολικού για να τιμήσει τη Προστάτιδα του Όπλου Αγία Βαρβάρα εξέδωσε το 1999 αναμνηστικό μετάλλιο με την ευκαιρία των 170 ετών από της καθιέρωσης της ως προστάτιδος το 1829.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΣΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΑ





Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.


Ιερομόναχος Πορφύριος

Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991»

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ - ΒΙΟΣ




Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.

Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.

Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.

Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.

Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.

Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.

Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.

Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.
 



Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».

Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.

Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν».

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία


Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.
 


β) Η αγάπη

Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:

- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.
 


γ) Η χαρά

Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»
 


δ) Η αθανασία


Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.