Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΑΣ ΑΠΛΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 
Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.
 
 
 

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας: Α, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!
 
 

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι! Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

 

 
Η καημένη η θεια-Μαργαρώ κάπου θα βρίσκεται εκεί ψηλά τώρα στον παράδεισο, που τόσο πολύ πίστευε, παρέα με τ΄ αγγελάκια, στα «χρυσά τα σύννεφα», κοντά στήν κυρά την Παναγία και όλους τους Αγίους, που θυμιάτιζε και μνημόνευε με τόσες μετάνοιες, κάθε απόβραδο μπροστά στο εικονοστάσι και προσκυνούσε με τρίδιπλες μετάνοιες στη μικρή ενοριακή της εκκλησιά…

Κι όμως, δεν το ‘λπιζε να πάει κι έλεγε:

- Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! Γι΄ αυτό, δεν πρέπει κανένας να ολιγωρεί και να κάνει τα πρεπούμενα. Εκείνα που μας έχουνε μάθει οι πατεράδες μας και που ξέρανε οι παλιοί…

Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα «πρεπούμενα», που ενέπνεε μιαν αληθινή και αφελής ευλάβεια και πίστη, τις μετάνοιες, τα θυμιάματα, τα σταυροκοπήματα, τ΄ αγιοκέρια που φώτιζαν με την ψιλή τους φλόγα, το εικονοστάσι της γωνιάς με τ΄ άσπρα νταντελωτά μπερντεδάκια, ολονυκτίες στα πανηγύρια, τους όρθρους στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, την ταχτική παρακολούθηση της λειτουργίας και την αυστηρή τήρηση όλων των θρησκευτικών καθηκόντων, η μεγάλη δουλειά ήτανε η Σαρακοστή κι η νηστεία… Νήστευε τα Τετραδοπαράσκευα, νήστευε τις προηγιασμένες, νήστευε των Αγίων Αποστόλων, το Δεκαπενταύγουστο, της Σταυροπροσκύνησης, κάθε φορά που το έγραφαν τα «χαρτιά» και που το νόμιζε αναγκαίο η ψυχούλα της. Μα η μεγάλη νηστεία ήταν η «Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή».

- Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! έλεγε η καημένη η θεια-Μαργαρώ, κι εμείς οι πειρασμοί, εκπρόσωποι του Πονηρού και του Παγκακίστου, μέσα στο ήρεμο αναχωρητήρι της καλής γερόντισσας, εβάλαμε σκοπό να την κολάσουμε!… Μιαν εβδομάδα ολόκληρη, ύστερα από την Καθαρή Δευτέρα, ενήστευε παραδειγματικά, με μαρουλάκια, ελίτσες, βρεχτοκούκια, και κάπου κάπου λιγάκι χαλβά, που ήταν τα μόνα επιτρεπόμενα εδέσματα του νηστίσιμου «οψολογίου» της και μονάχα την πρώτη Κυριακή εμετρίαζε λίγο τη νηστεία κι εμαγείρευε κανένα λαδερό, αγκιναροκούκι, κανένα λαδοπίλαφο με ξερό χταπόδι… Κι έπειτα, λιγάκι ρετσινάτο, «για να στυλωθεί κανενός η καρδιά του, γιε μου!» επισφράγιζε πραγματικά την «κατάλυση οίνου και ελαίου».
 
 
 
Όσο για τα καρύδια και τα σύκα, που εφίλευε εμάς, τα παιδόπουλα, ήταν για τη θεια-Μαργαρώ πράγματα απαγορευμένα… Όχι από τα περίφημα «πρεπούμενα», μα γιατί δεν είχε πια κανένα δόντι. Όμως, για μας, τα πάστρευε με προσοχή και δεν μας τα ΄δινε ποτέ ατσάκιστα, κι είχε πολλούς λόγους, εκτός από την καλοσύνη της, για τούτο. Φρόντιζε πρώτα πρώτα για την ακεραιότητα της κόψης της πόρτας, που τα μαγκώναμε ανάμεσα και την εκάναμε καρυδοσπάστη, αφήνοντας σημαντικά σημάδια της χρησιμοποίησης αυτής, μα και για την ασπράδα των ασβεστωμένων πεζουλιών της αυλής, που ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να τσακίσουμε τα καρύδια, χτυπώντας τα με λιθάρια!…

- Μπρε Ιούδες!… Μπρε Ιούδες! εξεφώνιζε, σαν εκαταλάβαινε κατιτί τέτοιο… Ελάτε εδώ, μπρε, να σας τα τσακίσω εγώ!…

Και δεν ήξερε κανένας τι την επονούσε πιο πολύ απ΄ τα τρία: τα δόντια μας, το μάγκωμα της πόρτας ή το λέρωμα των πεζουλιών;

Κι όμως εμείς, οι «Ιούδες», εβαλθήκαμε να τη λερώσουμε!… Έξω, στο παράσπιτο, στην άκρη της αυλής, για να μη λερώσει την κουζίνα που άστραφτε από πάστρα και γυαλοκοπούσαν τα μπακιρικά, είχε βάλει να μαγειρέψει το περίφημο λαδοπίλαφό της με το χταπόδι, ενώ για μας, σ΄ άλλο τσουκάλι, έβραζε αληθινό πιλάφι με το κρέας, ένα «ατζέμ πιλάφι» από κείνα που μονάχα η θεια-Μαργαρώ ήξερε να φτιάνει αλτρουιστικά για την τέρψη των άλλων!… Κι ο Πειρασμός ξελαμπάδιασε μονομιάς μέσα στο μυαλό μας, εκεί που παίζαμε «καλόγερο» στα άσπρα καί μαύρα πλακάκια της αυλής… Κι ούτε καιρό δεν χάσαμε σε μάταιη συνεννόηση… Με μια ματιά, συνεννοηθήκαμε και το κακό έγινε. ΄Ενα κομμάτι κρέας, παχύ και όλο ψαχνό, έσμιξε μέσα στο λαδοπίλαφο με τα ισχνά κομμάτια του ξερού χταποδιού…

Με τι καρδιοχτύπι περιμέναμε το μεσημέρι, με τι ανυπομονησία προσμέναμε ν΄ αρχίσει το φαγητό της, ξεχνώντας μες στα πιάτα το νόστιμο δικό μας πιλάφι και κοιτάζοντας το λαδοπίλαφό της…

Και να… Εκεί που δεν το προσμέναμε πια, ύστερα από την πρώτη-δεύτερη μπουκιά, το πιρούνι της ανάσυρε το σώμα του εγκλήματος. Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, με ιερή φρίκη. Το γεροντικό της, μα τόσο συμπαθητικό, πρόσωπο πήρε μια έκφραση συντριβής, και μας κοίταξε ύστερα, ενώ εμείς σκύβαμε τα μάτια στα πιάτα μας, έτοιμοι να γελάσουμε, μα χωρίς να μπορούμε… Περιμέναμε τη δίκαιη τιμωρία μας. Μα εκείνη είπε μονάχα με σπαραγμό, σπρώχνοντας το πιάτο:

- Η αμαρτία στο λαιμό σας!…

Κι αλήθεια, θαρρείς σαν η Αμαρτία να ήταν κάτι το ψηλαφητό, κάποιο πράγμα ήρθε κι έκατσε πραγματικά στο λαιμό μας!… Κομπιάσαμε, ξεροκατάπιαμε, αφήσαμε το φαΐ μας και, μπρουμιτίζοντας στο τραπέζι, αρχίσαμε τα κλάματα.

Τότε η καλή γερόντισσα, που ο θρήνος μας κι η μεταμέλειά μας την είχε συγκινήσει, κατανικώντας κάθε της απέχθεια, κάθε της ευλάβεια και κάθε πεποίθηση, προσπάθησε να μας παρηγορήσει. Και παίρνοντας το κρέας του Πειρασμού, άρχισε να τρώει κι αυτή, μπροστά στα κατάπληκτα και κλαμένα μάτια μας, λέγοντας:

- Να, μπρε σεις!… Φάτε!… Κι άστε τα κλάματα!… Να! Φάτε!… ο Θεός δεν ξεσυνερίζει!…


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΡΑΠΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΕΡΥΘΡΕΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΚΡΙΕΚΟΥΚΙ)


Ένα θαυμαστο φαινόμενο συμβαίνει στο Ιερό ΙΔ  παρεκκλήσιο του Αγίου Θεράποντα που βρίσκεται στις Ερυθρές Αττικής!!

Αναλυτικότερα:

Το βραδυ της Παρασκευης 17 Νοεμβρίου και περί την 23:45 οταν βγηκα να κλειδωσω την αυλοπορτα της οικιας μου, κατευθυνθηκα προς την κατω αυλη μου για να κανω τον τελευταιο ελεγχο ασφαλειας στην "Σκεπη του Παππου"  και να βεβαιωθω οτι ολα ειναι εν ταξει...

Ξαφνικα το βλεμμα μου "επεσε" στα δυο παραθυρακια  και πανω σε ενα φωτακι που κινουνταν μεσα στο εκκλησακι. 

"Η Εκκλησια ειναι κλειδωμενη" - σκεφτηκα- και πλησιασα τα δυο παραθυρακια να διακρινω καλυτερα αυτο το φως που πηγαινε περα δωθε.

Χωρις να χασω την ψυχραιμια μου, με τον φακο του κινητου μου τηλεφωνου φωτισα μεσα τον χωρο (οσοι εχετε ερθει στην Σκεπη του Παππου γνωριζετε οτι και μυγα να υπαρχει μεσα, ειναι αντιληπτη λογω της ευκολης ορατοτητας).

Βλεπω πεντακαθαρα την κρεμαστη κανδηλα που βρισκεται δεξια της Σεπτης Εικονος του Αγιου Θεραποντα και αναμεσα των Αγιων  Γερασιμου και Παρθενιου να κουνιεται κυκλικα !!!




Δεος, φοβος, ριγος, ανατριχίλα   αλλα και χαρα μεγαλη αρχισε να με κυριεύει!!!
Μεσα στα μεσανυχτα ομως ποιον να ειδοποιησεις - και ποιος να σε πιστεψει...!!!

Ξυπνησα την μητερα μου και γεματοι ευγνωμοσύνη απλα κοιταγαμε απ εξω το καντηλι να κουνιεται!!!  Διαβασα αμεσως παρακληση στον Αγιο Θεραποντα και επεσα για υπνο!!

Το Σαββατο 18 Νοεμβριου (σημερα το πρωι) κατα τις 10:00 πμ βγηκα απο την οικια μου με κατευθυνση το εκκλησακι να ανανεώσω τα καντηλια (υπαρχουν 19 καντηλια που καινε συνεχως στην χαρη του αν και μικρο το εκκλησακι).

Ριχνοντας παλι το βλεμμα μου απο το παραθυρακι η κανδηλα εξακολουθουσε να κινειται!!!

Οι κινησεις που εγιναν :

Αποφασισα να παραμεινει το εκκλησακι κλειδωμενο και να ανοιξει παρουσια Μαρτυρων και καταγραφης του φαινομενου σε βιντεο!!

1. Τηλεφωνησα στον Αρχιμανδριτη Κυριλλο Οικονομοπουλο και του ανεφερα το συμβαν, παρακαλοντας τον να ενημερωθει αμεσα  ο Σεβασμιοτατος  Μητροπολιτης Μεγαρων & Σαλαμινος κκ Κωνσταντινος  ή ο πρωτοσυγκελλος της Μητροπολεως μας , γιατι δεν γνωριζω τα προσωπικα τους ή τα σταθερα τους τηλεφωνα να τους ενημερωνα προσωπικα ο ιδιος.
Εκθαμβος ακουγε την τηλεφωνικη περιγραφη ο πατερας Κυριλλος και με διαβεβαιωσε οτι θα το έπραττε μολις θα τελειωναμε την συνομιλια μας.Μου ειπε οτι μεχρι της 14:00 θα εχω καποια ενημερωση (πραγμα που δεν εγινε) , και τον διαβεβαιωσα οτι επειδη αυτο ισως ειναι σημαδι που επειγει αμεσα και ισως θα επρεπε να προετοιμαστει ο κοσμος, εγω θα το κοινοποιουσα στα μμε αν υπηρχε αδιαφορια. 

2.Τηλεφωνησα στον Ιεροκηρυκα της Μητροπολεως μας Αρχιμανδριτη Μακαριο Ματσο, ο οποιος οπως με διαβεβαιωσε αυτολεξη "βρισκονταν σε διατεταγμενη υπηρεσια" και ενω του εξηγουσα οτι ισως προεκειται για καποιο μηνυμα , απλα με παρεπεμψε στην Ιερα μας Μητροπολη.

3. Καλεσα τον Ιερεα των Ερυθρων , Ηγουμενο της Ιερας Μονης προφητου Ηλια Ερυθρων, Αρχιμανδριτη Δωροθεο Βουρλη για να κανει ο ιδιος αυτοψια και να παραστει Μαρτυρας!!!

4.Καλεσα Μαρτυρες τους : κυρια Ελενη Α. Παγωνη (χηρα)
                                            κυρια Ελενη Α. Χυτα (χηρα)
                                            κυρια Παρασκευη Α. Βογκλη
                                            κυριος Γεωργιος Ε. Γκιοκας


Μολις προσηλθαν οι μαρτυρες , ξεκλειδώθηκε η Σκεπη του Παππου....!!!




     
Κατα τις 13:00 Ηρθε και ο  Ιερεας των Ερυθρων , Ηγουμενος της Ιερας Μονης προφητου Ηλια Ερυθρων, Αρχιμανδριτης Δωροθεος Βουρλης και εγινε ο ιδιος Μαρτυρας!!!

Το φαινομενο να κουνιεται ΜΟΝΟ το συγκεκριμένο καντηλι χωρις καμια παρεμβαση, ή καποιο ρευμα αερος , ενω ολα τα υπόλοιπα να παραμενουν ακινητα, πιστευω οτι αφορουν ενα "καλεσμα του Αγιου Θεραποντα στις ψυχες μας που η εποχη μας εχει αποδομησει καθε ενοια ηθικης και πνευματικης αξιας"

  
Δεν μπορώ άλλο να το κρύψω και δεν έχω δικαίωμα να κλείνω το στόμα του Αγίου θεράποντα! 
Από χθές το βράδυ της Παρασκευής στις 23:45 έως και τώρα Σάββατο το καντήλι που βρίσκεται μεταξύ των αγίων Γερασίμου και Παρθενίου στην Σκέπη του Παππού Αγίου θεράποντα, κουνιέται!!!
Για να μην αρχίσουν να λένε ότι το βίντεο έχει σκοπό να εκμεταλλευτεί χρήματα, ή να καπηλευθει την πίστη μας, σας ανακοινώνω ότι ΔΕΝ θα επιτρέψω ουδεμία Χριστεμπορια!!!!!
Οι Αρμόδιοι Ιερείς έχουν ενημερωθεί , άρα η Μητρόπολη το γνωρίζει!!
Ας ελπίσουμε ότι ο Άγιος, με αυτό το τρόπο Σκέπει την περιοχή μας!!!! Χαίρε Πάτερ Παγκοσμιε!!!
   

Ο Κτητωρας 
Βόγκλης Ι. Αλεξανδρος Στρατιωτικος ΠΝ

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΙΟΥ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 
 

Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.


Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
 
 

Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
 
 
 

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.
 
 
 
 

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
 
 

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
 
  

 

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
 
 
 

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!


Ο ΤΣΟΠΑΝΟΣ "ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ" ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 


Αυτός ο τσοµπάνος, που πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µέ την γυναίκα του απ' τον κόσμο µακρυά, µέ τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά µονάχα για να πουλήσει τα τυριά του και να ψουνίση τα χρειαζούµενα, ξεκίνησε να λέει ό Προκόπης. 

 


Μιαν ημέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψει ένα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούμενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στους χωριανούς του και τούς έλεγε το κήρυγμα για τον ίσιον δρόμο του Θεού, πού πάει ολόϊσια στον Παράδεισον, αν δεν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να τραβούµεν ίσια και να είµαστε συµπονετικοί για κάθε άνθρωπον, όταν έχει την ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες και να ελεούμε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσµον όλον για να ζει και να πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συµπαθά πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο ατελείωτον! "Έτσι τα έλεγεν ο παπάς κι έτσι πρέπει να είναι, κατά την γνώµην µου. Ή Εκκλησία δεν λέγει ποτέ της ψέματα και γιατί να τα πει, μαθές;

 


'Όλοι ακούγαμε τον απλοϊκόν τσοµπάνο, που μιλούσε µε τον δικό του παραστατικόν τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τα µουστάκια του, άγνωστον γιατί, και δεν έδειχνε δυσκολία στο να εκφραστεί αυθόρµητα και να πει την πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ενθουσιασθεί, ρώτησε, συντομεύοντας την μικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη:
- Και μετά τι έγινε: Πως πήγε στον Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούμενος αυτό το ευχάριστο μαντάτο και της είπε πώς θα πάει την άλλη μέρα να συναντήσει τον Θεό. 'Έτσι κι έγινε.
Την άλλη µέρα πήρε ψωμοτύρι µαζί του, χαιρέτισε την κυρά του και ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τον ίσιον δρόμο και προχωρούσε ανάµεσα στα χωράφια, χωρίς να στρίβει δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς και το βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόμο για τον Παράδεισο.
  
 

 

'Εφαγε και το ψωμοτύρι, που είχε µαζί του και συνέχισε και την τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέµπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνη και που να βρει τροφή. Κι όταν ανέβηκε το βουνό, πού ήταν µπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα και ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς το Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στον δρόμο του. Τον βάλανε λοιπόν µέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού να περιµένει, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε το µάτι του και είδε στον σταυρό σταυρωµένον κι ολόγυμνο και µατωµένον τον Χριστό, αναφώνησε:

-' Ωχου, το παλληκάρι, το λαβώσανε οι άτιµοι! 'Ωχου και τον έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Την ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο και τούπε να φάει, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όμως µπαίνοντας τον άκουσε, πού µιλούσε στον σταυρωµένον και τον ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, αδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τον καλόγερον, πώς είναι απ' αυτούς, πού τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς να κατέβεις; από κει πάνω, να 'ρθης να φάμε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θες να 'ρθώ να σε κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ και µόνος µου να κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε το λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης την αφήγηση του, κάθισε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τον τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε να τον πάρει µαζί του, τώρα πού πάει να συναντήσει τον Θεό.
Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός και θα σε λυπηθεί και θα σε βάλει και σένα στον Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στον Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δεν πρόλαβε όμως ο Σταυρωµένος ν' αποκριθεί, γιατί ακούστηκε να έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στον σταυρό κι έμεινε µέ ανοιγμένα χέρια.
Και ο καλόγερος ρώτησε τον τσοµπάνο:
- Τώρα µή µου πεις πώς δεν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' άκουσα µέ τα ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πώς μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί το βρισκόμενο. Και είπε στον καλόγερο:
- Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω να πάω στον Παράδεισο και ό παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλληκάρι και το κάλεσα να πάρει κι αυτό μια μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά έκανες και πάντα να συμπονάς τούς αναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος με τα όσα του είπε ό τσομπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ηγούμενό του.
 
 
 
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ηγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσομπάνο, πού έφαγε μαζί με τον Σταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμμιά καλή κουβέντα και γι' αυτούς, όταν συναντήσει τον Θεό. 
- Άμα τον δω τον Θεό, θα του πω και για σας, αλλά γιατί το κρατάτε σταυρωμένο το παλληκάρι; Τι σας έκανε; Κατεβάστε το να φάει και να ντυθεί, πού είναι ολόγυμνος και πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου.

 
 
 

- Εκείνοι κοκκαλώσανε απ' την καλοσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη και, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε πού δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τα μάτια τους.

Από το βιβλίο του Π.M.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου» εκδ.Αστήρ


ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΠΛΗΓΕΝΤΕΣ ΣΥΝΔΗΜΟΤΕΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΔΗΜΟΤΙΚΉ ΕΝΌΤΗΤΑ ΕΡΥΘΡΏΝ -ΒΙΛΙΩΝ 



Αλληλεγγύη στους πληγέντες συνδημότες μας της ΔΚ ΜΆΝΔΡΑΣ


Συγκέντρωνουμε εμφιαλωμενα νερά, ξηρά τροφή 

και μακράς διάρκειας τρόφιμα! 




Σημεία συγκέντρωσης:
Δημαρχείο ΕΡΥΘΡΏΝ
Καπη ΒΙΛΙΩΝ
ΤΗΛ.ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΊΑΣ
2263320102 - 2263320210
6932397673


Η Αντιδήμαρχος


Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΠΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ


Μια γυναίκα πήγε σε κάποιον ιερέα να εξομολογηθεί. Αφού, λοιπόν, τελείωσε την εξομολόγησή της και έλαβε συγχώρεση για τις αμαρτίες που εξομολο­γήθηκε, ξεκίνησε για το σπίτι της. Πριν, όμως, φθάσει, θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει μια αμαρτία. Δεν έμεινε πολύ με αυτή τη σκέψη και πήρε το δρόμο της επιστροφής προς τον πνευματικό. Εκείνος, αφού τη ρώτησε το λόγο της επιστροφής της, έβαλε το πετραχήλι και άκουσε με πολλή προσοχή τα όσα ήθελε η γυναίκα εκείνη να προσθέσει στην εξομολό­γησή της. Όταν τελείωσε, της είπε ο ιερέας:

«Πήγαινε στο σπίτι σου, πάρε μια κότα και να επιστρέψεις εδώ με την κότα. Στο δρόμο που θα έρχεσαι να βγάζεις φτερά από την κότα και να τα πετάς».

Εκείνη, λοιπόν, παιδί της υπακοής, εφάρμοσε τα όσα της είπε ο πνευματικός της. Όταν ήρθε στον ιερέα πάλι, της είπε:
 


«Πήγαινε τώρα να μαζέψεις τα φτερά της κότας που σκόρπισες ερχόμενη προς τα εδώ».

«Πάτερ μου», του είπε εκείνη, «είναι αδύνατο να γίνει αυτό, γιατί ο αέρας πήρε τα φτερά και τα σκόρ­πισε εδώ κι εκεί».

«Έτσι γίνεται, παιδί μου, και με τους λόγους της κατάκρισης», της απάντησε ο πνευματικός. «Τα λό­για που λες τα παίρνει ο διάβολος, τα παίρνουν οι άνθρωποι και τα σκορπούν στις καρδιές των άλλων, με αποτέλεσμα ανδρόγυνα να χωρίζουν, άνθρωποι να μη μιλιούνται μεταξύ τους και να μισούνται με απρόβλεπτες συνέπειες».

Είναι φοβερή αμαρτία η κατάκριση· η κακόβουλη εκείνη κρίση, που δείχνει έλλειψη αγάπης για τον άλ­λο και κρύβει φοβερό εγωισμό για εκείνον που κατα­κρίνει. Είναι τόσο βαριά, που ο Χριστός παρομοιάζει την αμαρτία του άλλου με αγκίδα και την αμαρτία όποιου κατακρίνει με δοκάρι.

Η κρίση ανήκει μόνο στο Θεό. Εκείνος θα υπολογί­σει στον καθένα τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην αμαρτία· τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες μεγάλωσε· την προαίρεσή του, ακόμα και τα γονίδιά του. Και στην κρίση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού κινδυνεύει ο κατήγορος σε αυτόν τον κόσμο να μετατραπεί σε κατηγορούμενο εκεί και, αντίθετα, ο κατη­γορούμενος εδώ να γίνει κατήγορος εκεί.
 

Ένας Άγιος της Εκκλησίας, ο Άγιος Ιωάννης, συγγραφέας της «Κλίμακος», λέει: «Είδα άνθρωπο που φανερά αμάρτησε, ενώ στα κρυφά έκανε μεγά­λα καλά». Γι’ αυτό δεν πρέπει να κατακρίνουμε κανέναν. Η εξωτερική εμφάνιση ξεγελάει και παρασύ­ρει τον άνθρωπο στην κατάκριση, αλλά, όπως λέει ο λαός, «άνθρωπο βλέπεις, καρδιά όμως δεν ξέρεις». Και σίγουρα, ο Θεός θα θεωρήσει νίκη ενός ανθρώπου τον αγώνα και την προσπάθειά του, έστω κι αν αμάρτησε, στο τέλος, όμως, μετανόησε.

Είναι προτιμότερο και θεάρεστο, αντί να ασχο­λούμαστε και να κατακρίνουμε τη συμπεριφορά των άλλων, να προσευχόμαστε με τα λόγια του Αγίου Εφραίμ του Σύρου: «Κύριε, δώσε μου τη δύναμη να βλέπω τις δικές μου αμαρτίες και να μην κατακρίνω τον αδελφό μου».


"ΜΕ ΤΑΠΕΙΝΩΝΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ" - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Τό ’λεγε καί τό ξανάλεγε τό παράπονό της γιά τόν σοβαρό άνδρα της, τόν Άργύρη, ή Ελένη σ’ έμπιστη φίλη της, τή Δέσποινα: «Δέσποινά μου, νά σου πώ: Ό Άργύρης συνέχεια μέ ταπεινώνει μπροστά στους άλλους. Όπου κι άν βρεθούμε, σέ σαλόνια ή σέ κήπους, στό χωριό ή στήν πόλη, μέ φιλικά ή μέ λιγότερο γνωστά ζευγάρια, ό άνδρας μου συχνά θά πετάξει ένα άρνητικό σχόλιο γιά μένα... γιά τά γλυκά πού κάνω, γιά τή δουλειά μου, γιά τις μικρές μου άστοχίες ή παραλείψεις. Κείνη τήν ώρα έγώ σιωπώ, κάνω τήν άδιάφορη. Κάποιες φορές όμως άνοίγω τό στόμα μου καί λέω κάτι πάνω στήν έπικαιρότητα ή άλλα... καί άκούω πάλι άπό τόν ίδιο μπροστά στούς άλλους νά μου λέει: “Σώπα, δέν τά ξέρεις καλά έσύ, Ελένη μου!”. Σ’ όλα μοΰ βρίσκει λάθη ό άνδρας μου, Δέσποινά μου».




Είχε δίκιο νά λυπάται ή Ελένη. Τήν μείωνε καί τήν πρόσβαλλε συχνά ό άνδρας της μέ έξυπνο άλλά καί μέ άστεΐο τρόπο, πάντοτε όμως άπαλά. Σπάνια τής μιλούσε πικρά. Δέν τά ’λεγε ό Άργύρης - δικηγόρος ήταν - μέ έμπάθεια όσα τής έλεγε. Τήν άγαπούσε πολύ τή γυναίκα του, τή λάτρευε. Γιατί άπό τά πρώτα χρόνια τού γάμου τους τού είχε φανερώσει ήπιο καί στοργικό χαρακτήρα.

Όμως ή Ελένη τά λόγια τού άντρα της τά ’παίρνε κατάκαρδα, τά ’νιώθε φαρμάκι πού τό ’πίνε λίγο-λίγο. ’Έπεφτε νά κοιμηθεί καί ό λογισμός τήν έτρωγε. «Πάλι σ’ τά είπε, πάλι σέ ντρόπιασε». Ξυπνούσε! Έκανε τό σταυρό της! Κοιμόταν πάλι. Τό πρωί έπαιρνε τις άποφάσεις της κάτω άπό τά εικονίσματα. Φρόντιζε νά ’ναι χαρούμενη, μά κάποτε τά θυμόταν όλα καί βούρκωνε.

-Μήν τά μετράς τά λόγια τού άνδρα σου, τής έλεγε ό Πνευματικός της ό παπα-Φώτης. Άς μήν έχει έξομολογηθεΐ άκόμη, έχει χρυσή καρδιά ό Άργύρης σου. Μίλησέ του γιά καλούς τρόπους καί θ’ αλλάξει... Κάνε προσευχή, ύπομονή καί μίλησέ του... Θ’ άλλάξει.
 
 
 
 

Τά ίδια τής είπε σήμερα καί ή φίλη της ή Δέσποινα:

-Μή στενοχωριέσαι, Ελένη μου. Έχεις άνδρα «μάλαμα». Έχει βέβαια έναν αύθορμητισμό πού ξεπερνά τά όρια. Όμως τά λόγια του δέν βγαίνουν άπό κακία ούτε άπό ζήλεια. Μίλησέ του καί θά δεις...

Ή γυναίκα δέν άντεξε. Τό άποφάσισε. Τόλμησε καί μίλησε. Διάλεξε μιά ήσυχη μέρα, κρύα μά ήλιόλουστη, χειμωνιάτικη μέρα. Κυριακή ήταν, μετά τή Λειτουργία, είχε κοινωνήσει καί είχε όλη τήν ειρήνη μέσα της.

Ξεκίνησαν καί οί δυό τους γιά τήν παραλία στό Φάληρο. Περπάτησαν στό ύψωμα πάνω άπό τήν άκροθαλασσιά στον διαμορφωμένο πεζόδρομο. Όλα ήταν τόσο φωτεινά σήμερα!... Τρεις γλάροι ζύγιζαν τά φτερά τους κι έκαναν παιχνίδια μέσα στις πνοές τού κρύου άνέμου, κάτω άπό τις άκτίνες τού χειμωνιάτικου ήλιου μέ φόντο τό καταγάλανο χρώμα τού ούρανοΰ.

Περπάτησαν γιά ώρα άμίλητοι, στοχαστικοί... Κάποια στιγμή κάθισαν στό καφενείο. Παρήγγειλαν μιά βανίλια καί έναν καφέ καί ένα τσάι. Τό ’πίναν κι άγνάντευαν ήσυχα τό Σαρωνικό. Τό νησί τής Αίγινας φαινόταν πεντακάθαρα. Άγνάντευαν κι ήρθαν στό νοΰ τους δυνατές ένθυμήσεις άπό τις πρώτες γνωριμίες τους. Θυμήθηκαν τόν άγιο Νεκτάριο, πού τόν είχαν έπικαλεσθεΐ γιά νά πρεσβεύει στον Κύριο νά στεριώσει τήν πρώτη άναμεταξύ τους άγάπη. Θυμήθηκαν τήν εύχή τού εύλαβικοΰ ιερέα πού τήν ήμέρα πού τούς είχε στεφανώσει τούς είχε πει: «Σάς εύχομαι νά ζήσετε ισόβια εύτυχισμένοι. Τίποτε νά μή διαταράξει τή χαρά καί τή γαλήνη σας. Καί άν κάποτε έρθουν φουρτούνες μικρές ή μεγάλες, φανερές ή κρυφές, νά ξέρετε πώς ό μόνος δρόμος γιά τή γαλήνη είναι ή “έν Χριστώ” ειλικρινής αμοιβαία άνακοινωτικότητα καί ή ταπεινή ύπακοή τού ένός πρός τόν άλλον»...

Τώρα είχε φθάσει ή ώρα τής άμοιβαίας άνακοινωτικότητος. Θά γινόταν ένας μικρός άπολογισμός, μιά άναθεώρηση, ένα άνοιγμα καρδιάς... Όλα τούτα τά ’χε έτοιμα τώρα ή 'Ελένη. Κάποια στιγμή έντελώς άπροσδόκητα γιά τόν άνδρα της άνοιξε τό στόμα της καί τού λέει άπλά τής καρδιάς της τό κρυμμένο παράπονο:

-Άργύρη μου, όλα τόσο καλά μάς πηγαίνουν στή ζωή μας. Τά παιδιά μας έχουν ύγεία καί είναι καλά άποκαταστημένα μέ δουλειές κερδοφόρες... Καί μεΐς δόξα τώ Θεώ μέ τήν ύγεία μας τόσο γεροί είμαστε... Όμως έχω καί κάτι, χρόνια τώρα τό ’χω φυλαγμένο. Δέν άντέχω νά μή σ’ τό πώ! Μέ πονάει, μέ πικραίνει κάποιες ώρες ό χαρακτήρας σου. Δέν θέλω νά σέ πικράνω, μά θά σ’ τό πώ: Μέ πιέζει ή συμπεριφορά σου, όταν είμαστε μπροστά σέ τρίτους. Όταν μιλάς γιά μένα, αισθάνομαι πώς μέ μειώνεις, μέ σκοτώνεις. Πάντα λάθη βρίσκεις. Καί τά λές καί μέ άστεΐο τρόπο καί μέ καμάρι. Μήν κοιτάς πού τότε χαμογελώ ή άδιαφορώ ή άλλάζω τήν κουβέντα... Σέ παρακαλώ, Άργύρη μου. Άν σέ κάτι διαφωνείς καί δέν σ’ άρέσει πάνω μου, πές μου το κρυφά, ιδιαιτέρως, μέ άγάπη καί εύγένεια. Καί θά σ’ άκούσω. Γιατί έχεις καλή κρίση καί δύσκολα λαθεύεις...
 
 
 

Άκουγε ό Άργύρης μέ σκυμμένο τό κεφάλι. Φανέρωνε ταπείνωση καί μεταμέλεια μ’ αύτή του τή στάση. Δέν τό είχε όμως ώς τώρα καταλάβει πώς ό αύθορμητισμός, γιά νά ’ναι ώραϊος, πρέπει νά ’χει σύνεση καί όρια. Καί πήρε τήν άπόφαση καί τό ’πε:

-Ελένη μου, συγχώρα με πού χρόνια τώρα σέ πίκραινα τόσο... Δέν τό καταλάβαινα. Ποτέ δέν ένιωσα κακία γιά σένα. Σ’τό ύπόσχομαι όμως, άπό τώρα θά προσέχω ποτέ νά μή σέ ταπεινώνω καί νά μή σέ προσβάλλω μπροστά σέ άλλους. Καί ό,τι λέω, θά τό λέω πάντα εύγενικά καί διακριτικά. Στήν ώρα του. Προσευχήσου νά τό πετύχω...

Όλα είναι τόσο όμορφα μετά άπό μιά άμοιβαία ταπεινή καί ειλικρινή συνεξήγηση. Τό ’χουν άνάγκη αύτό νά τό κάνουν συχνά όσοι άγαπιούνται πολύ.

Γιατί μόνο τότε άνακαλύπτει ό ένας τόν άλλον άληθινά. Καί ή άγάπη ξέρει τότε νά συγχωρεΐ βαθιά καί νά διορθώνει άποτελεσματικά τά λάθη καί τών δύο.


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

"ΠΩΣ ΝΑ ΣΑΣ ΜΟΙΡΑΣΩ ΤΟ ΛΙΓΟΣΤΟ ΨΩΜΑΚΙ;" - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ



Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια, φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της. Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη, με παππού ιερέα ευλαβικό τον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία.

Απ' το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου. Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους. Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή, το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι. Τι στιγμές ήταν εκείνες! Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του, την μάθαινε να αγαπά τον Θεό, να συγχωρεί τους ανθρώπους, να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους. Ποτέ δεν ξεχνούσε -η μακαρίτισσα τώρα- γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής, άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης.
 
Μεγάλωσε κάποτε η μικρή Χρυσούλα. Έκανε τη δική της οικογένεια, και έμενε στο Ελαιοχώρι. Τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι της είχε χαρίσει ο Πανάγαθος. Μικρά ήταν όλα τότε. Πού να τ' αφήσει; Τα χωράφια τους είχαν απαιτήσεις. Ήθελαν χέρια δυνατά και σκληρά να τα δουλεύουν. Και κείνα άμειβαν. Και δίναν πλούσιο τον καρπό τους για να τρέφουν τη φτωχή οικογένειά τους. 
Η Χρυσούλα ήταν πρώτη στο νοικοκυριό. Δεν υστερούσε όμως και στα αγροτικά. Ποτέ δεν ήθελε ν' αφήνει τον άνδρα της μόνο του. Έτρεχε και αυτή από κοντά του. Πρωί-πρωί, πριν ακόμη καλά-καλά φέξει ο ήλιος, ξεκινούσε με τη δροσιά. Από κοντά και τα παιδιά τους, μικρούλια τότε. Τ' άφηνε ξένοιαστα να παίζουν με τα χώματα ή να κυνηγάνε πεταλούδες ή άλλοτε να παίζουν κρυφτό στα χαλάσματα του φράχτη του κτήματος.
 
 
 

Και κατά το μεσημεράκι όταν έφθανε η ώρα του φαγητού, μάζευε γύρω τα μικρά της. Έκαναν όλοι μαζί το σταυρό τους κι έλεγαν το «Πάτερ ημών». Σε κάποιο γεύμα έβγαλε από το ταγάρι της το καλοζυμωμένο καρβέλι και κοίταξε τα παιδιά της στα μάτια. Πάντα είχε ένα μικρό λόγο σοφό να τους πει την ώρα εκείνη. Αυτή τη φορά όμως τους είπε κάτι άλλο: «Αυτό το καρβέλι είναι δικό σας!

Πώς θέλετε, παιδιά μου, να σας το μοιράσω το ψωμί, σαν Θεός ή σαν άνθρωπος;».

Και κείνα μ' ένα στόμα είπαν: «Μαμά, σαν Θεός!». Γιατί ήξεραν, το 'χαν μάθει καλά το μάθημα, ότι ο Θεός είναι Πατέρας καλοκάγαθος που όλα τα μοιράζει δίκαια. Και ήθελαν να απολαύσουν τη δίκαιη μοιρασιά του Θεού.Πήρε λοιπόν το καρβέλι η μάννα, το σταύρωσε, το ασπάστηκε με ευλάβεια (έτσι έκανε πάντα) και άρχισε μετά να κόβει με το χέρι της και να δίνει στο καθένα το μερίδιό του. Τα μικρά πεινασμένα άρπαξαν με λαχτάρα το ψωμάκι και έβαλαν την πρώτη μπουκιά κιόλας στο στόμα. Όμως η μάννα φρόντισε ν' αφήσει εκείνη την ημέρα περίσσευμα το μισό καρβέλι.
 
 

Τα μικρά τρώγοντας λοξοκοιτούσαν το ένα το άλλο αν κρατούσαν όλα την ίδια μερίδα. Είδαν μετά τη μητέρα τους που καλοδίπλωσε πίσω τους το υπόλοιπο μισό καρβέλι και το 'βαλε βιαστικά πάλι μέσα στο ταγάρι. Και εκείνα απορημένα ρώτησαν: «Μαμά, γιατί μας στέρησες τη δίκαιη μοιρασιά; Εμείς σου είπαμε να μας μοιράσεις το ψωμί σαν Θεός, όχι σαν άνθρωπος».
Κι εκείνη με σοβαρότητα απάντησε: «Καλά μου παιδιά, σαν Θεός σας το μοίρασα. Ο Θεός φροντίζει για όλα τα παιδιά του κόσμου, και για κείνα που δεν έχουν να φάνε. Το υπόλοιπο καρβέλι ο Θεός θέλει να το πάμε στα φτωχά παιδάκια».
Έκπληκτα άκουσαν τα μικρά το μεγάλο μάθημα για την αγάπη. Και έτρεξαν αμέσως με χαρά να βοηθήσουν στις φτωχογειτονιές του χωριού όσα παιδάκια δεν είχαν να φάνε. Κι αυτό δεν το 'καναν μόνο μία φορά...
Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Δεν ζουν κείνες οι αγιασμένες μορφές που έζησαν στη φτώχεια αλλά ήταν τόσο πλούσιες.
Έφυγαν! Έφυγαν και μας άφησαν κληρονομιά βαριά, ατίμητη σε αξία, παράδειγμα ψυχής αρχοντικής, που ξέρει να αγαπά και να σκορπίζει όπως ο Θεός δώρα και καλοσύνες με δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο.
 
 
 

Τούτες τις μέρες πού την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, η ώριμη γυναίκα, τα θυμήθηκε όλα. Και τα λέει στις φίλες της όλα όσα ζούσαν και έκαναν τότε οι παλιοί, οι φτωχοί οι δικοί μας πρόγονοι και... η δική της γιαγιά.
Σήμερα τα θυμήθηκε όλα ξανά καθώς είδε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της προσκλητήριο αγάπης, τυπωμένο χαρτί από τον εφημέριο της ενορίας της, που έλεγε:
«Σήμερα κανένας να μη μείνει πεινασμένος στην ενορία μας. Βοήθησε και συ όσο μπορείς».
Βούρκωσε!... Είναι και αυτή πνιγμένη στα χρέη, όμως το ψωμί στο φτωχό θα το δίνει και αυτή. Ζυμωμένο από τα δικά της τα χέρια. Κάθε μέρα θα το πηγαίνει στον καλό τους ιερέα πού γνωρίζει καλά τα ανήμπορα σπίτια!...


Ο ΕΥΛΑΒΕΣΤΑΤΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.

Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι.

Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.

Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
 
 

Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:

- Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!

Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”.

Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τόνειρο έσβησε…

Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.
 
 
 

Το βράδυ διηγήθηκε τόνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:

- “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.

Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:

- “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…

Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο.

Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:

- Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!

Ο άνθρωπος όταν τάκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:

- Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!
 
 
 

Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μούστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…

- “Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…