Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΑΛΑΤΙ ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΑΔΕΡΦΙΑ


 
Άκουσα τη μάνα μου σήμερα να ζητάει αλάτι από τους γείτονες. Έμεινα έκπληκτη και της φώναξα.

- Μην ζητάς αλάτι από τους γείτονες.... πάω αμέσως να πάρω.

- Περίμενε κόρη μου, μου λέει. Έχουμε αλάτι και δεν μας λείπει τίποτε. Απλώς οι γείτονες είναι πολύ φτωχοί και πάντα μου ζητούν κάτι που δεν έχουν. Οπότε πάντα τους ζητάω λίγο αλάτι για να μην τους επιβαρύνω. Θέλω να νιώσουν ότι τους χρειαζόμαστε και εμείς. Με αυτόν τον τρόπο θα έρχονται πιο εύκολα να μας ζητούν πράγματα που δεν έχουν. Πάνω απ' όλα η Ανθρωπιά, παιδί μου.

Αν όλοι το έκαναν αυτό, ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος!

Εορτασμός ιερού παρακλησίου αγίας Μαρίνας Ερυθρών!!


 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ


 

Επιμέλεια κειμένου : Μυργιώτης Παναγιώτης Μαθηματικός

Μέγας Βασίλειος μια πρώτη προσέγγιση εις το πολυσχιδές, ψυχωφελές και πολυεπίπεδο έργο του.
Μέγας Βασίλειος ο αγαπημένος Άγιος όλων μας, κυρίως των παιδιών. Τον
περιμένουν με λαχτάρα να έλθει εις το σπίτι και να αφήσει το δώρο κάτω από
το χριστουγεννιάτικο δένδρο. Αθώες παιδικές ψυχές γράφουν και γράμματα προς
τον Άγιο.
Εις το σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη η διευκρίνιση : Δεν έχει καμιά σχέση
ο ευτραφής ασπρογένης παππούς ντυμένος εις τα κόκκινα με τον πραγματικό
Άγιο, τον ασκητικό και λιτοδίαιτο.
Άγιος Βασίλειος ένας από τους τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Γρηγόριο Θεολόγο
και Ιωάννη Χρυσόστομο, πρόσφερε πάρα πολλά εις την Ορθοδοξία και εις την
Ελληνική παιδεία. Δίκαια, λοιπόν, του δόθηκε ο τίτλος : Μέγας. Είναι γνωστό
ότι η Ιστορία και η Εκκλησία είναι φειδωλοί εις την απονομή του τίτλου.
Γεννημένος εις την Νεοκαισάρεια του Πόντου με γονείς ευσεβείς και εύπορους
ευτύχησε να λάβει πλούσια μόρφωση. Η οικογένειά του πολυμελής, είχε 9
παιδιά, από τα οποία 4 ήταν αγόρια και έγιναν επίσκοποι τα 3 και ένας
μοναχός. Από τις αδελφές του, η πρωτότοκος Μακρίνα έγινε μοναχή. Ο πατέρας
του Βασίλειος και η μητέρα Εμμέλεια κατάγονταν από την Καισάρεια του Πόντου.
Με εφόδιο την άριστη χριστιανική ανατροφή, την ευστροφία και την ισχυρά
μνήμη αρχίζει μια λαμπρή πνευματική πορεία. Τα πρώτα του γράμματα τα
διδάκτηκε από τον πατέρα του Βασίλειο, ο οποίος ήταν καθηγητής ρητορικής.
Συνέχισε τις σπουδές του εις την Κωνσταντινούπολη κοντά σε σπουδαίους
δασκάλους. Εις την συνέχεια μετέβη εις την ειδωλολατρική, τότε, Αθήνα για
να συνεχίσει τις σπουδές του. Σπούδασε τις γνωστές εκείνη την εποχή
επιστήμες ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία και ιατρική. Συμφοιτητές είχε τον
Γρηγόριο Θεολόγο με τον οποίο δημιούργησε ομάδα χριστιανικής αλληλεγγύης
και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Οι σπουδές διήρκεσαν τέσσερα χρόνια. Δεν
απέκτησε μόνο όλες τις γνώσεις της εποχής του αλλά κατακτά την θεία θεωρία
του Ευαγγελίου, την οποία κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική του
ζωή.
Από την Αθήνα επιστρέφει εις την Καισάρεια και διδάσκει την ρητορική.
Αποφασίζει να μονάσει και αναζητά την μονή της μετανοίας του. Αφού πήγε εις
τα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, Μεσοποταμίας, Παλαιστίνης και Συρίας,
επιστρέφει και μονάζει σε μοναστήρι του Πόντου. Ασχολείται με τα μοναχικά
του καθήκοντα με πολύ ζήλο και αυστηρότητα. Μετά από πέντε χρόνια,
καταρτισμένος εις την Ορθόδοξη Πίστη χειροτονείται διάκονος και ιερέας από
τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Μετά την κοίμηση του Ευσεβίου ανεβαίνει
εις τον επισκοπικό θρόνο, ως διάδοχος του Ευσεβίου.
Ως Αρχιερέας με γενναιότητα και σταθερό φρόνημα έδωσε πολλούς αγώνες για
την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους Ορθοδόξους λόγους του κατακεραύνωσε τα
φρονήματα των κακοδόξων-αιρετικών. Εις τους αγώνες του κατά του Αρειανισμού
υπήρξε αδαμάντινος. Δεν δελεάστηκε από τις κολακείες τις βασιλικές του
Ουάλεντα , αλλά και δεν φοβήθηκε τις απειλές του Μοδέστου. Υπερασπίστηκε
με θάρρος την Ορθοδοξία και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις εις τον μοναχισμό.
Ο Μέγας Βασίλειος αξιόλογος μαχητής, βαθυστόχαστος και εξέχων Θεολόγος
άφησε πλουσιότατο συγγραφικό έργο. Ανεκτίμητος θησαυρός ο οποίος είναι
άκρως ψυχωφελής και ο καθένας μας πρέπει να τον μελετήσει. Το τεράστιο
συγγραφικό του έργο χωρίζεται σε τέσσερεις κατηγορίες.
1.Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από
τρία βιβλία και καταφέρεται εναντίον του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου. β)
«Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον
επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.
2.Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων. β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει
55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού. γ) «Όροι κατ’ επιτομήν».
Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται εις την καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως». ε) «Περί κρίματος».στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς
αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

3.Ομιλίες.Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των
Ψαλμών του Δαυίδ. γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός». δ) «Περί
πίστεως». ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων». στ) «Προς τους νέους,
όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του
Βασιλείου, εις το οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ
χριστιανικής και κλασσικής παιδείας. ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον
βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».θ) «Προς Πλουτούντας». ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».
4.Επιστολές.Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που
καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του εις την Καισάρεια από την
Αθήνα έως και το θάνατό του.
Εις το σημερινό κείμενο θα επιθυμούσα να αφιερώσω μερικές γραμμές εις το
έργο του Αη Βασίλη «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».
Η άκρως σημαντική αυτή ομιλία γράφτηκε όταν ο Ιουλιανός απαγόρευσε εις
τους χριστιανούς δασκάλους την διδασκαλία της κλασσικής φιλολογίας και
γενικά της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ρητορικής και φιλοσοφίας. Πολύ
καταλυτική η ομιλία αυτή αφού ακόμη και σήμερα για την εκκλησία αποτελεί το
μέτρο δια την θετική αντιμετώπιση των επιτευγμάτων της ανθρώπινης σοφίας.
Ο Άγιος ως έμπειρος παιδαγωγός διδάσκει ότι οι νέοι θα ωφεληθούν από την
μελέτη της κλασσικής γραμματείας και τη θεωρεί ως ¨προπαρασκευαστικό
στάδιον¨ προκειμένου οι νέοι να στραφούν εις την μελέτη και βέλτιστης ζωής,
η οποία δεν είναι άλλη από την αιώνια και μέλλουσα ζωή η οποία αναφέρεται
εις τας Γραφάς. Από την κλασσική παιδεία ότι βοηθά εις την ηθική
διαπαιδαγώγηση είναι χρήσιμο και ωφέλιμο και πρέπει να συλλέγεται με μεγάλη
προσοχή, όπως οι μέλισσες από τα άνθη συλλέγουν ότι χρήσιμο από τα
ανθισμένα τριαντάφυλλα για την παραγωγή του μελιού.
Είναι λογικό ο Άγιος να απορρίπτει εντελώς από την κλασσική παιδεία την
μυθολογία των θεών. Την ειδωλολατρία. Οι χριστιανοί νέοι μπορούν να
αντλήσουν από την κλασσική φιλολογία αξιοθαύμαστα ηθικά διδάγματα και
παραδείγματα ενάρετου βίου από τον Όμηρο, Ησίοδο, Θέογνη, Σόλωνα, Ευριπίδη.
Από τους μεγάλους φιλοσόφους ιδιαιτέρως μνημονεύεται ο Πλάτων, ενώ από τους
πολιτικούς άνδρες της αρχαίας Ελλάδος προβάλλονται ο Περικλής, ο Σωκράτης,
ο Ευκλείδης, ο Κλεινίας και ο Μέγας Αλέξανδρος, επειδή ακριβώς οι αρετές
αυτών θεωρούνται σύμφωνες με τα παραγγέλματα του Ιερού Ευαγγελίου. Επομένως
η ελληνική παιδεία όχι μόνον δεν είναι απόβλητη, αλλά είναι και απαραίτητη
για την μόρφωση διότι προετοιμάζει τις ψυχές των νέων για την άλλη σοφία.
Σε ηλικία 50 ετών κουρασμένος και ταλαιπωρημένος ο Άγιος Βασίλειος
εγκαταλείπει τα εγκόσμια και πορεύεται εις τα Ουράνια σκηνώματα και με την
παρρησία του ενώπιον του θρόνου του Θεού προσεύχεται για εμάς και παρακαλεί
τον Κύριο να μας ελεήσει.
Ήταν η 1η Ιανουαρίου του 378 ή κατ άλλους του 379 μ. Χ. η ημέρα κατά την
οποία κοιμήθηκε εν Κυρίω . Το τεράστιο έργο του Μεγάλου Βασιλείου δεν
μπορεί να καλυφθεί εις τα πλαίσια ενός άρθρου. Επιφυλασσόμαστε εις το
μέλλον. Η μνήμη του τιμάται την 1η Ιανουαρίου.
Υμνολογία
Απολυτίκιο (Ἦχος α')
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου,
ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,
τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,
τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας.
Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα
βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.
Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’.
Τὴν Σοφίαν καὶ λόγον. Ἑξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν κήρυξ
φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας· τῶν γὰρ Πατέρων ὄντως,
κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ
Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε,
Θεοφάντορ Βασίλειε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν
δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος Τῆς σωφροσύνης ὁ κρατήρ, τὸ στόμα τῆς σοφίας, καὶ βάσις τῶν
δογμάτων, Βασίλειος ὁ μέγας, πᾶσιν ἀστράπτει νοερῶς. Δεῦτε οὖν, καὶ στῶμεν
ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ, θερμῶς ἐνατενίζοντες, τοῖς θαύμασι τοῖς τούτου
τερπόμενοι, καὶ ὥσπερ λαμπηδόνι ἀστραφθέντες τῷ φωτὶ αὐτῶν, θαλφθῶμεν τῷ
τοῦ βίου καθαρτικῷ πνεύματι, μιμούμενοι αὐτοῦ τὴν πίστιν, τὴν ζέσιν, τὴν
ταπείνωσιν, δι’ ὧν οἶκος ἐδείχθη τοῦ ὄντως Θεοῦ· πρὸς ὃν βοῶντες ὑμνοῦμεν,
οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε. Μεγαλυνάριον Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ,
μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ
Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ



Οι 12 Απόστολοι

Ο πρώτος και κορυφαίος όλων των Αποστόλων είναι ο Πέτρος, που πριν γίνει απόστολος ονομαζόταν Σίμων. Ο Πέτρος ήταν ένας έγγαμος ψαράς πολύ χαμηλής μόρφωσης, γιος του Ίωνα. Ωστόσο, η πίστη του αποτέλεσε πέτρα πάνω στην οποία αποφάσισε να οικοδομήσει ο Χριστός την Εκκλησία του και για αυτό του δόθηκε και το αντίστοιχο όνομα. Ο Απόστολος Πέτρος κήρυξε το Ευαγγέλιο πρώτα στην Ιουδαία και στην Αντιόχεια, μετά στην Μ.Ασία και έπειτα κατέληξε στη Ρώμη. Νίκησε με θαυμαστό τρόπο τον μάγο Σίμωνα και σε ηλικία περίπου 66-69 χρονών σταυρώθηκε κατακέφαλα από τον αυτοκράτορα Νέρωνα και έτσι έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου, αφού πρώτα άφησε πίσω του καθολικές επιστολές στην Εκκλησία του ενός και μοναδικού Θεού.

Ο δεύτερος απόστολος είναι ο Ανδρέας, ο πρωτόκλητος αδερφός του Πέτρου. Αρχικά μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, τον εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τον Ιησού. Ο Ανδρέας θεωρείται ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κων/πόλεως. Κήρυξε το ευαγγέλιο στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, της Βιθυνίας και του Βυζαντίου. Αργότερα ερχόμενος στην Αχαΐα, έκανε πολλά θαύματα και θεράπευσε πολλούς ασθενείς. Η Μαξιμίλιαν, σύζυγος του ανθύπατου Αιγεάτου πίστεψε στον Χριστό αφότου θεραπεύτηκε από τον Απόστολο Ανδρέα, γεγονός που προκάλεσε τον μαρτυρικό σταυρικό του θάνατο από τον ανθύπατο.

Ο Απόστολος Ιάκωβος, ο γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και αδερφός του Ευαγγελιστή Ιωάννη, είναι ο τρίτος κατά σειρά Απόστολος. Με καταγωγή από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, ασχολούνταν με την αλιεία μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη και τον πατέρα τους. Συνεργάτης τους ήταν ο Απόστολος Πέτρος, παρόλα αυτά όταν όλοι άκουσαν το κήρυγμα του Ιησού εγκατέλειψαν τα πάντα για να αφοσιωθούν στο Αποστολικό τους έργο. Ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ήταν από τους μαθητές που επέδειξαν τεράστιο χριστιανικό ζήλο και γι’ αυτό έγιναν μάρτυρες μεγάλων γεγονότων που δεν τα έχουν βιώσει οι άλλοι Απόστολοι.

Τέταρτος Απόστολος είναι ο Ιωάννης Ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος, αδελφός του Ιάκωβου. Έγραψε το τέταρτο ευαγγέλιο και το βιβλίο της Αποκάλυψης καθώς και τρεις καθολικές επιστολές. Ονομάστηκε Θεολόγος εξαιτίας των υψηλών θεολογικών νοημάτων που συνέγραψε και πιο συγκεκριμένα εξαιτίας της θαυμαστής χριστολογίας που ανέπτυξε.

Ο Απόστολος Φίλιππος από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας είναι ο πέμπτος Απόστολος. Μαζί με τον Βαρθολομαίο και την Μαριάμνη κήρυξαν το ευαγγέλιο στην Μ.Ασία. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Φρυγίας και λόγω σεισμού που ακολούθησε τον θάνατο του, όλοι οι συνοδοί του που ήταν αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι λόγω του συμβάντος.

Ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ είναι ο έκτος Απόστολος. Θεωρείται ο ένας από τους δυο θεμελιωτές της Αρμενικής Εκκλησίας. Κατόπιν διαταγών του βασιλιά Αστυάγη, θανατώθηκε με σταυρικό θάνατο.

Ψαράς και ιουδαίος στην καταγωγή, ο Θωμάς είναι ο έβδομος Απόστολος. Εγκατέλειψε τη ζωή του για να ακολουθήσει τον Χριστό. Ωστόσο, ενώ ήταν από τους πιο ένθερμους μαθητές του, αμφισβήτησε την ανάσταση του Ιησού δείχνοντας ολιγοπιστία, για τον λόγο αυτό έμεινε γνωστός ως ο “άπιστος Θωμάς”. Έκανε σπουδαία ιεραποστολικό έργο στα βάθη της Ινδίας, ώσπου θανατώθηκε από τον βασιλιά Μίσδιο, αφότου πρώτα βάφτισε χριστιανούς τη γυναίκα και τα παιδιά του βασιλιά.

Ο Ματθαίος ο Τελώνης, καταγόταν από την Γαλιλαία και εργαζόταν σαν φοροεισπράκτορας. Ο Ιησούς είδε την εσωτερική του ψυχή και του ζήτησε να Τον ακολουθήσει. Αμέσως ο Ματθαίος άφησε την εργασία του και στάθηκε δίπλα Του, στο έργο Του. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και Μήδους, ίδρυσε Εκκλησία και έκανε αναρίθμητα θαύματα με τη χάρη του Θεού.

Ένατος Απόστολος είναι ο Ιάκωβος ο υιός του Ματθαίου. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Γάζα, την Ελευθερούπολη και τις γειτονικές περιοχές και βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Αίγυπτο.

Ο Σίμων ο Κανανίτης, ο Ζηλωτής μνημονεύεται ως ο δέκατος Απόστολος. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και σύμφωνα με τις παραδόσεις κήρυξε στην Ασία, την Αφρική ακόμα και στην Βρετανία μέχρις ότου μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο στην Ιερουσαλήμ ή στην Βρετανία σύμφωνα με άλλες πηγές.

10ος στη σειρά μαθητής είναι ο Ιούδας Ιακώβου που συχνά αναφέρεται ως Θαδδαίος ή Λεββαίος και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αγίους της Αρμενίας. Κήρυξε στην Αρμενία έχοντας μαζί του την Ιερή Λόγχη. Διέδωσε το ευαγγέλιο στην Ιουδαία, τη Σαμάρεια, τη Γαλιλαία και ύστερα στη Συρία και την Μεσοποταμία. Μαρτύρησε νοτιοανατολικά του όρους Αραράτ, και για τον λόγο αυτό η Αρμένικη εκκλησία θεωρείται αποστολική αφού είναι θεμελιωμένη στο αίμα του Αποστόλου.

Τελευταίος Απόστολος είναι ο Ματθίας, που πήρε τη θέση του προδότη Ιούδα του Ισκαριώτη, μετά την Ανάληψη του Χριστού. Ο Ματθίας κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αφρική όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ


 

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

ΓΙΑΤΙ ΓΟΝΑΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ


 
Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»


Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.
σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει «γη και σποδός». Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».
(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

πηγή: Μητρόπολη Βεροίας


Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

 


Τού γέρου τό παράπονο...


'Απ΄ το Γηροκομείο πέρασα, νά δώ ένα γεροντάκι,
καθόταν μόνος, σκεπτικός, εκεί, σ' ένα παγκάκι.
Είχε λιγοστά μαλλιά καί πρόσωπο θλιμμένο
καί είχε τό παράπονο, στά μάτια του γραμμένο.


Φόραγε χονδρό παλτό καί κρατούσε κομπολόι,
από τήν τσέπη του κρεμότανε, ένα παλιό ρολόι.
Εκεί όπως τόν κοίταζα βγάζει ένα μαντήλι,
τό χέρι του, έκανε σάν τρεμάμενο καντήλι.


Σκούπισε τά μάτια του καί φύσηξε τήν μύτη,
τότε τόν πλησίασα σάν τόν καλό Λευίτη.
Κάθισα στό πλάι του χωρίς νά τού μιλήσω,
ήθελα από σεβασμό, νά τόν χειροφιλήσω.


Ήταν ένας γέροντας μέ αρχοντιά καί χάρη ·
φαινόταν, πώς στά νιάτα του, ήτανε παλικάρι.
Τότε εγώ τόν ρώτησα: «μπάρμπα, πώς σέ λένε;»
καί άρχισαν τά χείλη του, μέ λυγμούς νά κλαίνε.


Είχε πόνο στήν καρδιά καί παράπονο μεγάλο,
τόσο, πού ή ψυχούλα του, δέν τό μπορούσε άλλο.
Κάτσε παιδί μου, νά σού πώ αυτό πού μέ πικραίνει
καί τήν γέρικη καρδιά, πού χρόνια τή βαραίνει.


Φτωχός εγώ γεννήθηκα, μεγάλωσα μέ πείνα,
όταν πήρα τήν απόφαση καί πήγα στήν Αθήνα.
Εκεί λοιπόν εργάστηκα καί πέρασαν τά χρόνια,
παντρεμένος μέ παιδιά καί έχω τώρα εγγόνια.


Σάν πήρα λοιπόν τή σύνταξη εγώ καί ή γυναίκα,
φύγαμε γιά τό χωριό, οί δυό μας απ' τούς δέκα.
Οχτώ παιδιά μεγάλωσα, τ' ανέθρεψα με κόπο,
τά χρήματα πού έβγαζα, είχανε πιάσει τόπο.


Τά σπούδασα, τά πάντρεψα, τούς έδωσα καί προίκα,
σπίτια καί οικόπεδα, γιά τά παιδιά μου βρήκα.
Εμένα μέ τήν γριά στό χωριό παρέα,
ώς πού μιά μέρα έφυγε απ'τή ζωή, μοιραία.


Μόνος εγώ απέμεινα, χωρίς τήν συντροφιά μου,
είχα όμως —έλεγα— τά καλά παιδιά μου.
Όσο περνούσε ο καιρός, κανείς τους δέν ρωτούσε,
αν ό Πατέρας στό χωριό, μόνος του, μπορούσε.


Χτυπάει τό τηλέφωνο, τρέχω νά προφτάσω,
ακούω μιά γλυκιά φωνή: «γειά σου Παππού μου Τάσο!!!»
Ήταν τό εγγόνι μου... πές μου, πώς ν' αντέξω;
εδώ πού τώρα βρίσκομαι, μαζί του, πώς νά παίξω;


Ακούω μετά τόν γιόκα μου: «τί κάνεις ρέ Πατέρα;
Τί σκέφτεσαι νά κάνουμε, από εδώ καί πέρα;»
Απάντηση τού έδωσα χωρίς να περιμένει,
πώς δέν θά πάω σπίτι του, αυτός κι άν επιμένει.


«Πατέρα —μου λέει— δέν χωράς, μέ συγχωρείς, συγνώμη,
αλλά έχω νά σού πώ, τήν εξής τή γνώμη...»
Τότε ασυγκράτητα τρέχαν τά δάκρυά μου,
τήν κυρά μου σκέφτηκα, πού ήταν μακριά μου.


Μού λέει λοιπόν: «...σκεφτήκαμε, γιά νά μήν είσαι μόνος,
νά πάς εκεί στό ίδρυμα, νά περάσει λίγο ό χρόνος».
Δέν είχα κάν τή δύναμη άλλο πιά νά κλάψω,
τήν πίκρα καί τό άδικο προτίμησα νά κάψω.


Απάντηση δέν έδωσα, τούς άφησα νά πράξουν,
ούτε πού τό σκέφτηκαν, τή γνώμη τους ν' αλλάξουν.
Όταν λοιπόν σταμάτησε, σκούπισα τά μάτια
καί ή καρδιά μου έσπασε, σέ χίλια δυό κομμάτια.


Ό μπάρμπα Τάσος, ήτανε ενός πατέρα ή ιστορία,
πού αυτό πού άξιζε, ήταν μόνο ή τιμωρία.
Νά μήν χαρεί τά εγγόνια του, πού τόσο αγαπούσε,
τήν θαλπωρή καί ζεστασιά, πού τόσο λαχταρούσε.


Πώς σ' αυτόν τόν άνθρωπο μιά ώρα νά τού φτάσει,
εκεί έξω στήν αυλή, τά εγγόνια νά χορτάσει;
Τότε εγώ, θυμήθηκα, τόν δόλιο μου Πατέρα,
πού καί εγώ στό ίδρυμα τόν άφησα μιά μέρα.


Σηκώθηκα καί έφυγα νά πάω να συναντήσω,
τό μνήμα τού Πατέρα μου, ΣΥΓΝΩΜΗ νά ζητήσω.
Ένα κερί τού άναψα καί έκλαιγα στό χώμα,
άς ζούσες πατερούλη μου καί νά σέ είχα ακόμα...''

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

 



Της Αναλήψεως

 Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε» (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ' αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό, υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).

Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20). Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Το άφθαρτο σκήνωμα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας

 



Το άφθαρτο σκήνωμα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας!!

Το άφθαρτο σκήνωμα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας εκλάπη από τους Ρωμαιοκαθολικούς κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.


 

Σήμερα φυλάσσεται στον Καθολικό Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου στη Βενετία. Πρόκειται για το καλύτερα διατηρημένο σκήνωμα Αγίου – Αγίας στον χριστιανικό κόσμο. Οι Αγιολόγοι εκτιμούν, πως αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως η Αγία έλαβε το βάπτισμα από τον ίδιο τον Χριστό(!) στη θάλασσα, όταν την έσωσε θαυματουργικά, καθώς προσπαθούσαν να την πνίξουν.

Ο Κύριος της είπε : Βαπτίζω σε, Χριστίναν, εις το όνομα του Πατρός, το Εμόν και του Αγίου Πνεύματος, δίνοντας στην Μεγαλομάρτυρα το όνομα Του.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


 

Το ευαγγέλιο της Κυριακής του Τυφλού, αποτελεί μια αδιάψευστη απόδειξη ότι ο Χριστός δεν ήταν μόνο τέλειος άνθρωπος αλλά και τέλειος Θεός.


Όπως διαβάζουμε στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (κεφ. 9, 1-38), ο Χριστός, περνώντας μέσα από την Ιερουσαλήμ, συναντάει έναν εκ γενετής τυφλό. Ο Κύριος, έκανε πυλό, αφού έφτυσε στο χώμα, του άλειψε τα μάτια και τον έστειλε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τρόπος αυτός θεραπείας, μας υπενθυμίζει τον τρόπο που ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, πλάθοντάς τον. Ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, πλάθει τον άνθρωπο από χώμα, τώρα ο Χριστός, πλάθει τα μάτια του εκ γενετής τυφλού πάλι από χώμα. Ο ίδιος Θεός! Δοκιμάζει την πίστη του τυφλού και τον στέλνει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, και ζητάει τη δική του εκούσια και ελεύθερη συμμετοχή του στο θαύμα. Ο τυφλός όμως με πίστη, υπακούει στην εντολή του Θεού, πηγαίνει και πλένεται και επιστρέφει βλέποντας.


Όμως, η ζωή του θεραπευμένου τυφλού, δε έγινε ευκολότερη. Γίνεται στόχος της κακίας και του μίσους των Φαρισαίων, των ανθρώπων εκείνων που με ζήλο πίστευαν στο Θεό και στην τήρηση του Νόμου Του. Ανακρίνουν τον τυφλό κι αντί να πιστέψουν κι εκείνοι βλέποντας ζωντανό το θαύμα μπροστά τους, κλείνουν τα μάτια της ψυχής τους. Ο θρησκευτικός φανατισμός τους, όχι μόνο τους κλείνει τα μάτια της ψυχής και εξαφανίζει από την ψυχή τους τη διάκριση αλλά τους απομακρύνει τελικά και από το Θεό.


Οι γονείς του τυφλού, φοβούνται να ομολογήσουν το θαύμα που έγινε στο παιδί τους που γεννήθηκε τυφλό, για να μην γίνουν αποσυνάγωγοι. Τόση ήταν η πίστη τους και η χαρά τους που απέκρυψαν αποφεύγοντας με μαεστρία να ομολογήσουν ένα αληθινό γεγονός. «Έχει ηλικία αυτόν να ρωτήσετε»! Ίσως ο Χριστός να τους χάλασε τα σχέδια, αφού ο εκ γενετής τυφλός γιος τους ζητιάνευε. Ίσως τους χάλασε την ησυχία τους αφού έπρεπε να παρουσιαστούν στη συναγωγή και να ανακριθούν με τον κίνδυνο να γίνουν αποσυνάγωγοι. Κι εμείς οι χριστιανοί που ευεργετούμαστε καθημερινά από το Θεό, ντρεπόμαστε ή φοβόμαστε να ομολογήσουμε το Θεό από την ολιγοπιστία μας. Βάζουμε τα συμφέροντά μας πάνω από το Θεό, πιστεύοντας ενδόμυχα πως Εκείνος θα μας καταλάβει! Εκείνος θα μας καταλάβει αλλά θα δει και την πίστη μας και τις προτεραιότητες που έχουμε βάλλει στη ζωή μας. Θα δει ποιους θεούς έχουμε βάλλει στη θέση Του και με το δικό του τρόπο δε θα πάψει να μας υπενθυμίζει πως Εκείνος είναι το φως του κόσμου.


Ο τυφλός, τελικά δε θεράπευσε μόνο τα μάτια του σώματός του αλλά και της ψυχής του. Αναγνωρίζει και προσκυνεί τη θεότητα του Ιησού και δε διστάζει να το ομολογήσει στους θρησκευτικούς άρχοντες με θάρρος που θα το ζήλευαν πολλοί από μας. Δεν αρκεί μόνο η πίστη, χρειάζεται και η ομολογία πίστεως για να γίνουμε γνήσια παιδιά του Ιησού. Όταν ομολογήσουμε το Χριστό μπροστά στους ανθρώπους, θα μας ομολογήσει και Εκείνος μπροστά στον Πατέρα Του, μας έχει υποσχεθεί ο Κύριος.