Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΝΑ ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΟΥΜΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ, ΓΙΑΤΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΣΑ.

 


Από το βίο της αγίας Συγκλητικής
ΕΛΕΓΕ ή αγία Συγκλητική στις συναγμένες μοναχές: - Πρέπει να οπλιζόμαστε με όλα τα μέσα εναντίον των έχθρων γιατί και άπ' έξω μας χτυπούν και από μέσα μας πολεμούν. Και όπως ακριβώς το πλοίο άλλοτε καταποντίζεται από την εξωτερική τρικυμία και άλλοτε βουλιάζει επειδή κάνει νερά στο εσωτερικό του, έτσι και ή ψυχή, άλλοτε κινδυνεύει από τις εξωτερικές επιθέσεις των πονηρών πνευμάτων Και άλλοτε παραδίνεται στον εχθρό με τους εσωτερικούς λογισμούς. Πρέπει λοιπόν και τις εξωτερικές επιθέσεις των πνευμάτων να παρακολουθούμε Και τις εσωτερικές κακίες, πού εκδηλώνονται με τους λογισμούς, ν' ανιχνεύουμε. Πολύ περισσότερο μάλιστα να επαγρυπνούμε για τους λογισμούς, γιατί και ακατάπαυστα μας τριβελίζουν και ασυναίσθητα μας οδηγούν στην απώλεια. Γιατί όταν είναι εξωτερικές τρικυμίες και κραυγάζουν οι ναύτες, πολλές φορές σώζονται από τα κοντινά πλοία. "Αν όμως το σκάφος πάθει εσωτερικό ρήγμα και οι ναύτες κοιμούνται, τότε και χωρίς θαλασσοταραχή θα εισορμήσουν μέσα του τα νερά και θα το βυθίσουν.
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε πιο έντονη προσοχή στους λογισμούς. Γιατί ο εχθρός, πού θέλει να γκρεμίσει την ψυχή όπως (θα γκρέμιζε) ένα σπίτι, ή αρχίζει από τα θεμέλια το καταστροφικό
του έργο, ή ξεκινάει από την οροφή και τη ρίχνει κάτω, ή ακόμα μπαίνει από τα παράθυρα και, αφού δέσει τον οικοδεσπότη, γίνεται κύριος όλων. Θεμέλια είναι τα καλά έργα, οροφή είναι ή πίστη και παράθυρα οι αισθήσεις. Με όλ' αυτά μας πολεμάει ο εχθρός.
Εκείνος λοιπόν πού θέλει να σωθεί, πρέπει να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα. Στην παρούσα ζωή δεν μπορούμε να είμαστε ξένοιαστοι, γιατί λέει ή Γραφή: "Ο δοκών έστάναι βλεπέτω μη πέση" (Α' Κορ. 10:12).

 


Από το Γεροντικό
Ο άββάς Ποιμήν είπε: - Από τίποτα δεν έχουμε ανάγκη, εκτός από νήφουσα καρδιά.
Ένας γέροντας επισκέφθηκε κάποιον άλλο. και καθώς συνομιλούσαν, είπε:Εγώ πέθανα για τον κόσμο. Τότε του λέει ο άλλος:
Μην έχεις θάρρος στον εαυτό σου, αδελφέ, ώσπου να βγεις από το σώμα. Γιατί αν εσύ λες ότι πέθανες, ο σατανάς όμως δεν πέθανε.

Ένας νέος μοναχός, πού κατοικούσε όχι πολύ μακριά από τον αββά Αντώνιο, είδε κάποτε μερικούς γέροντες να κατευθύνονται προς τον άββά. και επειδή κατάλαβε πώς ήταν κουρασμένοι από την οδοιπορία, πρόσταξε ονάγρους, (πού έβοσκαν εκεί κοντά, να έρθουν και να πάρουν στις ράχες τους τους πατέρες). Οι όναγροι υπάκουσαν. Ήρθαν, πήραν τους γέροντες και τους μετέφεραν ως τον άββά Αντώνιο.
Οι γέροντες διηγήθηκαν στον άββά Αντώνιο το θαύμα (της εξημερώσεως των ονάγρων), πού έκανε για χάρη τους ο νέος εκείνος. και ο άββάς τους είπε:
Ό μοναχός αυτός μου φαίνεται σαν πλοίο φορτωμένο με πολλά αγαθά. Δεν ξέρω όμως αν θα φτάσει στο λιμάνι...
Πέρασε αρκετός καιρός. Και εκεί που καθόταν ο άββάς Αντώνιος, άρχισε ξαφνικά να κλαίει και να οδύρεται και να τραβάει τις τρίχες του. Βλέποντας τον σ' αύτη την κατάσταση οι μαθητές του, τον πλησίασαν και τον ρώτησαν:
Τι έγινε και θρηνείς τόσο απαρηγόρητα;
Μόλις έπεσε ένας μεγάλος στύλος της Εκκλησίας, τους είπε ο γέροντας, εννοώντας τον νέο εκείνο μοναχό. Πηγαίνετε όμως ως
εκεί, και θα δείτε τι έγινε, πρόσθεσε.
Εκείνοι πήγαν, και τον βρήκαν πεσμένο στην ψάθα του, να κλαίει για την αμαρτία πού είχε κάνει.
Μόλις είδε τους μαθητές του γέροντα, τους λέει:
Πέστε στο γέροντα... "Ας παρακαλέσει το Θεό, να μου παραχωρήσει δέκα μόνο μέρες... και ελπίζω ν' απολογηθώ...
Οι αδελφοί έφυγαν. και σε πέντε μέρες πέθανε.
 


Ό αββάς Βησσαρίων είπε:
Όταν ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, πρέπει και να προσέχουμε, μήπως εισχωρήσει μέσα μας μια ξένη χαρά, (όχι πνευματική), και πέσουμε σε καύχηση και αφήσουμε αφύλαχτη την καρδιά μας, οπότε θα παραδοθούμε σε πόλεμο. Γιατί συχνά ο Θεός, λόγω της αδυναμίας μας, συγκαταβαίνει σπλαχνικά και διώχνει μακριά μας το σατανά. "Αν όμως εμείς, από αμέλεια, πάψουμε να τον φοβόμαστε και να προσέχουμε, αμέσως παραδινόμαστε πάλι σε πειρασμούς.
 

 
Του αββα Ησαΐα
Αδελφέ, όσο βρίσκεσαι στο σώμα, μην αφήσεις αφύλαχτη την καρδιά σου. Γιατί, όπως ένας γεωργός δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στους καρπούς πού ωριμάζουν στον αγρό του, επειδή δεν ξέρει τι μπορεί να πάθουν πριν τους ασφαλίσει μέσα στις αποθήκες του, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' αφήσει αφύλαχτη την καρδιά του όσο αναπνέει. και όπως ο άνθρωπος, ως την τελευταία του πνοή, δεν ξέρει από πιάν αρρώστια θα προσβληθεί το σώμα του, πού, όσο είναι ζωντανό, είναι και προσβλητό από ασθένειες, έτσι δεν μπορεί να δείξει αδιαφορία και για την ψυχή του, όσο βρίσκεται μέσα στην περιοχή των εχθρών, δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά πάντοτε πρέπει να κραυγάζει στο Θεό για τη βοήθεια και το έλεος Του.
Αδελφοί, πρέπει και οι πνευματικοί, οι προχωρημένοι στην αρετή, να φυλάγονται ως την τελευταία τους πνοή ακόμα κι άπ' αυτά τα αδιόρατα, θα λέγαμε, και πολύ μικρά αμαρτήματα. Γιατί λέει ή Γραφή: "Ό εξουθενών τα ολίγα κατά μικρόν πεσείται" (Σοφ. Σειρ. 19:1). και μη ρωτήσεις, Πώς μπορεί να πέσει ο πνευματικός άνθρωπος;. Γιατί αν βέβαια παραμείνει πνευματικός, δεν θα πέσει. Αν όμως καλοδεχθεί έστω και κάτι μικρό από τα αντίθετα και δεν μετανοήσει γι' αυτό, τότε εκείνο το μικρό μεγαλώνει με το πέρασμα του χρόνου και δεν ανέχεται πια να βρίσκεται μόνο του, αλλά τραβάει βίαια τον άνθρωπο προς την οικογένεια (των παθών), στην οποία ανήκει και το ίδιο, χρησιμοποιώντας σαν σχοινί τον μακροχρόνιο σύνδεσμο τους. και αν μεν ο άνθρωπος πολεμήσει με την προσευχή και αποκόψει το μικρό αυτό ελάττωμα, παραμένει στα πνευματικά του μέτρα, υστερώντας πάντως από την προηγούμενη απάθεια τόσο, όσο του κόστισε ή προσκόλληση στο συγκεκριμένο κακό. Αν όμως στο τέλος παρασυρθεί από την αύξηση της επιθετικότητας του εχθρού και περιορίσει τον αγώνα της προσευχής, οπωσδήποτε θα εξαπατηθεί και από άλλα πάθη. και έτσι, καθώς το ένα πάθος θα διαδέχεται το άλλο, ο άνθρωπος, λίγο-λίγο και ανάλογα με το πόσο απομακρύνεται κάθε φορά, θα χωρίζεται από τη θεία βοήθεια και θα οδηγείται πια με τη δύναμη της συνήθειας, θέλοντας και μη, σε μεγαλύτερα κακά, καθώς θα τον σπρώχνουν βίαια τα πάθη πού κυριάρχησαν επάνω του.


ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - Ο ΘΕΟΣ ΚΡΙΝΕΙ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΜΑΣ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ ΜΑΣ. ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΒΟΗΘΑΕΙ ΠΟΛΥ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΤΗΝ ΑΚΟΥΕΙ.



Του αββα Μάρκου
ΥΠΑΡΧΕΙ πράξη πού φαίνεται καλή, αλλά ο σκοπός εκείνου πού την κάνει δεν είναι καλός. Υπάρχει και άλλη πράξη πού φαίνεται κακή, αλλά ο σκοπός εκείνου πού την κάνει είναι καλός. και αυτό συμβαίνει όχι μόνο σε έργα, αλλά και σε λόγια. Αυτή ή αντίθεση άλλοτε οφείλεται σε απειρία ή άγνοια, άλλοτε σε πονηρή πρόθεση και άλλοτε σε ευσεβή σκοπό.
Εκείνος πού κάτω από τους επαίνους κρύβει συκοφαντία, δεν γίνεται αντιληπτός εύκολα στους πιο απλούς ανθρώπους. Όμοιος με αυτόν είναι εκείνος πού κενοδοξεί με ταπεινό σχήμα. Αυτοί, κρύβοντας για πολύ καιρό την αλήθεια μέσα στο ψευδός, υστέρα φανερώνονται από τα πράγματα.
Όταν αμαρτάνεις κρυφά, μη νομίζεις ότι ξεφεύγεις (την προσοχή του Θεού)· γιατί όλα είναι γυμνά και ξεσκεπασμένα στα μάτια του Κυρίου (Έβρ. 4:13), στον Όποιο θα δώσουμε λόγο.
Ό Θεός τις πράξεις μας τις κρίνει ανάλογα με τις προθέσεις μας. Γιατί λέει ή Γραφή: "Δώη σοι Κύριος κατά την καρδίαν σον" (Ψαλμ. 19:5).
Υπάρχει άνθρωπος ο όποιος φανερά εκτελεί θεϊκή εντολή, ενώ δουλεύει σε πάθος, και με τους πονηρούς λογισμούς καταστρέφει την αγαθή πράξη.
 


Άλλο είναι εκτέλεση εντολής και άλλο αρετή, αν και ή μία από την άλλη παίρνει την αφορμή. Εκτέλεση εντολής είναι το να κάνει κάποιος αυτό πού προστάζει ο θείος νόμος· και αρετή, το να αρέσκεται πραγματικά στην εκτέλεση της θείας εντολής.
Όπως ένας είναι ο υλικός πλούτος, αλλά κερδίζεται με διάφορους τρόπους, έτσι μία είναι και ή αρετή, αλλά πολλών ειδών οι εργασίες της. .
Εκείνος πού θέλει να κάνει κάτι και δεν μπορεί, κρίνεται σαν να το έκανε από τον καρδιογνώστη Θεό. Αυτό ισχύει και για τα καλά και για τα κακά.
Ό νους χωρίς το σώμα πολλά κάνει, και καλά και κακά. Το σώμα όμως χωρίς το νου τίποτε άπ' αυτά δεν μπορεί να κάνει, γιατί πριν από την πράξη ενεργεί ο νόμος της ελευθερίας.
Αν ζητάς να θεραπευθείς, φρόντισε τη συνείδηση σου και κάνε ότι σου λέει, και πολύ θα ωφεληθείς.
Πολλές συμβουλές των άλλων μας προσφέρονται για το συμφέρον μας. Για τον καθένα όμως τίποτα δεν είναι καταλληλότερο από τη δική του γνώμη, αν βέβαια έχει καθαρή συνείδηση.
Τα κρυφά κάθε άνθρωπου τα γνωρίζουν ο Θεός και ή συνείδηση, και άπ' αυτά τα δύο ας διορθώνεται ο καθένας. :
Εκείνος πού δεν επιμένει καρτερικά στη μελέτη και την εξέταση της συνειδήσεως, ούτε τους σωματικούς κόπους για την ευσέβεια δέχεται ευχάριστα.
Ή συνείδηση είναι ένα βιβλίο, πού το έχουμε από τη φύση μας. Εκείνος πού το μελετά στην πράξη, αποκτά πείρα της θείας βοήθειας.
Ή αγαθή συνείδηση βρίσκεται με την προσευχή· και ή καθαρή προσευχή, με τη συνείδηση. Γιατί το ένα έχει ανάγκη από το άλλο εκ φύσεως.
 


Του αββα Ισαάκ
Αρετή δεν είναι ή εξωτερική εκτέλεση των πολλών και ποικίλων πράξεων πού γίνονται με το σώμα, αλλά το περιεχόμενο πού έχει μια καρδιά γεμάτη σοφία και ελπίδα στο Θεό· γιατί την καρδιά αυτή συνδέει με τα κατά Θεό έργα ο καλός σκοπός.
Ή διάνοια μπορεί να επιτελέσει το αγαθό και χωρίς σωματική ενέργεια. Το σώμα όμως, αν δεν κατευθύνεται από τη σοφία της καρδιάς, και όταν ακόμα κάνει καλά έργα, δεν μπορεί να ωφεληθεί.
 


Του αγίου Μαξίμου
Για όλα όσα κάνουμε, ο Θεός εξετάζει το σκοπό, αν δηλαδή τα κάνουμε γι' Αυτόν ή από άλλη αιτία.
Όταν ακούς τη Γραφή να λέει, "συ αποδώσεις έκάστω κατά τα έργα αυτόν" (Ψαλμ. 61:13), μην εννοήσεις ότι ο Θεός ανταμείβει τα έργα πού, αν και φαίνονται καλά, γίνονται χωρίς καλό σκοπό, αλλά μόνο εκείνα πού γίνονται με καλό σκοπό. Γιατί ή κρίση του Θεού δεν αποβλέπει στα έργα, αλλά στο σκοπό για τον όποιο γίνονται τα έργα.
Υπάρχουν πολλές πράξεις πού κάνουν οι άνθρωποι, φύσει καλές, οι όποιες όμως, για κάποιο λόγο, δεν είναι καλές, όπως για παράδειγμα ή νηστεία, ή αγρυπνία, ή προσευχή, ή ψαλμωδία, ή ελεημοσύνη, ή φιλοξενία. Αυτά είναι από τη φύση τους καλά έργα, αλλά δεν είναι καλά όταν γίνονται από κενοδοξία.
Ό μισθός των κόπων της αρετής είναι ή απάθεια και ή γνώση. Αυτές γίνονται πρόξενοι της βασιλείας των ουρανών, όπως, αντίθετα, τα πάθη και ή άγνοια προξενούν την αιώνια κόλαση. Εκείνος λοιπόν πού κοπιάζει για ανθρώπινη δόξα και όχι για το ίδιο το καλό, θ' ακούσει από τη Γραφή: "Αιτείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε" (Ίακ. 4:3).
Μην περιφρονήσεις τη συνείδηση σου, πού σε συμβουλεύει πάντοτε τα άριστα. Γιατί σου κάνει υποδείξεις θεϊκές και αγγελικές, σε ελευθερώνει από τους κρυφούς μολυσμούς της καρδιάς και σου χαρίζει παρρησία στο Θεό την ώρα του θανάτου σου.

Από το Γεροντικό
Ό άββάς Αγαθών είπε:
Ό μοναχός δεν πρέπει ν' αφήσει τη συνείδηση του να τον κατηγορήσει σε κανένα πράγμα.
Οι γέροντες έλεγαν, πώς ή ψυχή είναι όπως ή πηγή. Αν τη σκάψεις, καθαρίζεται· κι αν την παραχώσεις, αφανίζεται. και λέγοντας ψυχή, εννοούσαν, νομίζω, τη συνείδηση. Όποιος υπακούει σ' αυτή, την κάνει πιο καθαρή· και οποίος την παρακούει και την καταπατεί, τη σκοτίζει.
 


Του αββα Ησαΐα
Αδελφοί, ας μιμηθούμε με ζήλο τους αγίους, πού αντιστάθηκαν μέχρι θανάτου στην αμαρτία, υπακούοντας στη συνείδηση τους, κι έτσι κληρονόμησαν την ουράνια βασιλεία. Ας προσέχουμε λοιπόν κι εμείς με φόβο Θεού τη συνείδηση μας, μέχρις ότου απελευθερωθεί κι αύτη μαζί μ' εμάς (από τις επιδράσεις της αμαρτίας και τα πάθη) και έτσι εναρμονιστούν τα έργα μας με τις δικές της υποδείξεις.
Από τότε και στο έξης ή συνείδηση θα γίνει ο φύλακας μας, υποδεικνύοντας μας κάθε τι πού πρέπει ν' αποφεύγουμε. και αν δεν την ακούσουμε, θα φύγει μακριά μας και θα μας εγκαταλείψει. και θα πέσουμε τότε στα χέρια των εχθρών μας, πού δεν θα μας σπλαχνιστούν καθόλου. "Έτσι μας δίδαξε ο Κύριος μας, λέγοντας: ""Ισθι ευνόων τω άντιδίκω σου ταχύ έως ότου ει εν τη όδω μετ' αυτου, μήποτέ σε παραδώ ο αντίδικος τω κριτή και ο κριτής σε παραδώ τω υπηρέτη, και εις φυλακήν βληθήση- αμήν λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκείθεν έως ου άποδως τον εσχατον κοδράντην" (Ματθ. 5: 25-26). Αντίδικος, λένε, είναι ή συνείδηση, γιατί αντιστέκεται στον άνθρωπο πού θέλει να κάνει τα σαρκικά του θελήματα. και αν δεν την ακούσει ο άνθρωπος, τότε τον παραδίνει στους εχθρούς του.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΝΑ ΜΗ ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΜΑΣΤΕ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ Ν ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΝΤΑΙ.

 

Από το Γεροντικό
ΜΕΡΙΚΟΙ αδελφοί από ένα κοινόβιο βγήκαν στην έρημο και επισκέφθηκαν κάποιον αναχωρητή. Εκείνος τους δέχθηκε με χαρά, και, όπως συνηθίζουν οι ερημίτες, βλέποντας τους κουρασμένους, έστρωσε το τραπέζι νωρίτερα από την κανονική ώρα, τους φίλεψε με ότι είχε και τους ξεκούρασε.
Μόλις βράδιασε, διάβασαν (μόνο) τους δώδεκα ψαλμούς. Το ίδιο έκαναν και τη νύχτα.
Καθώς όμως ο γέροντας αγρυπνούσε μόνος του, τους άκουσε να σιγομιλανε μεταξύ τους και να λένε, πώς οι αναχωρητές στην έρημο κάνουν ζωή πιο άνετη από τη δική τους στα κοινόβια. Όταν λοιπόν, το επόμενο πρωί, ετοιμάζονταν να πάνε σ' έναν άλλο γέροντα, γείτονα του, τους είπε:
Να του δώσετε ασπασμούς από μένα, και να του πείτε να μην ποτίσει τα λάχανα.
Ό γείτονας, Όταν πήρε το μήνυμα, κατάλαβε τη σημασία του. Τους άφησε λοιπόν να εργάζονται νηστικοί μέχρι το βράδυ.
Μόλις νύχτωσε, τους μάζεψε κι έκαναν προσευχή ώρα πολλή. Ύστερα είπε: Ας φάμε, γιατί έχετε κουραστεί.
Και πρόσθεσε: Εμείς δεν συνηθίζουμε να τρώμε κάθε μέρα, αλλά για χάρη σας θα φάμε τώρα λίγο. Τους πρόσφερε ξερό ψωμί κι αλάτι!
Πρέπει να γιορτάσουμε την επίσκεψη σας, είπε, κι έριξε λίγο αλάτι σε ξύδι, (προσφέροντας το αυτό σαν εορταστικό έδεσμα!).
Μετά το φαγητό σηκώθηκαν κι έκαναν πάλι προσευχή ως τα μεσάνυχτα. Τότε τους λέει ο γέροντας:
Για χάρη σας, για να ξεκουραστείτε λιγάκι, ας μην κάνουμε ολόκληρη την καθιερωμένη νυχτερινή ακολουθία.
Μόλις ξημέρωσε, οι αδελφοί ήθελαν να φύγουν. Ό γέροντας όμως τους παρακαλούσε:
Μείνετε λίγο καιρό μαζί μας. Και αν δεν έχετε ευλογία για περισσότερο, τουλάχιστον τρεις μέρες, σύμφωνα με την έρημιτική συνήθεια.
Οι αδελφοί, βλέποντας ότι δεν τους αφήνει να φύγουν, σηκώθηκαν κι έφυγαν κρυφά.
Κάποτε κατέβηκαν στη Σκήτη δυο μοναχοί από την Αίγυπτο και επισκέφθηκαν τους γέροντες. Όταν, μετά τη συνομιλία τους, κάθισαν για φαγητό, είδαν τους Σκητιώτες μοναχούς να τρώνε με βουλιμία, σαν να ήταν πεινασμένοι από την άσκηση τους, και σκανδαλίστηκαν. Ό πρεσβύτερος της Σκήτης το κατάλαβε και θέλησε να τους διορθώσει. Στην εκκλησία λοιπόν, αφού δίδαξε τους αδελφούς, τους είπε: Να νηστέψετε, αδελφοί, και να επιτείνετε την ασκητική σας πολιτεία.
Οι Αιγύπτιοι φιλοξενούμενοι ήθελαν να φύγουν, μα ο πρεσβύτερος δεν τους άφησε.
Έμειναν λοιπόν, Και αφού νήστεψαν την πρώτη μέρα, ζαλίστηκαν. Και τούτο, μολονότι τους είχε ορίσει να νηστεύουν δυο μέρες μόνο και μετά να τρώνε (ξηρή τροφή), ενώ οι Σκητιώτες έμεναν (εντελώς) νηστικοί ολόκληρη την εβδομάδα.
Ήρθε το Σάββατο Και κάθισαν να φάνε οι Αιγύπτιοι μαζί με τους γέροντες (της Σκήτης). Άλλα καθώς έτρωγαν, έκαναν θόρυβο. Κάποιος από τους γέροντες έπιασε τα χέρια τους Και είπε:
Να τρώτε με ευπρέπεια, σαν μοναχοί!
Ό ένας τους όμως του έσπρωξε το χέρι, λέγοντας:
Άφησε με, γιατί πεθαίνω (από την πείνα)! Όλη την εβδομάδα δεν έβαλα στο στόμα μου μαγειρεμένο φαγητό!
Αν λοιπόν εσείς, (τους είπε ο γέροντας, παίρνοντας αφορμή άπ' αυτό), μολονότι νηστεύατε μόνο δυο συνεχόμενες ήμερες, εξαντληθήκατε τόσο, γιατί σκανδαλιστήκατε με τους αδελφούς, πού ασκούνται έτσι ολόκληρη την εβδομάδα;
Εκείνοι τότε, αφού έβαλαν μετάνοια, έφυγαν ωφελημένοι Και ευχαριστημένοι.
 


Από τον άγιο Βαρσανούφιο
Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ιωάννη:
Αν κάνω μια δουλειά με τρόπο πού θεωρώ σωστό, Και κάποιος, χωρίς να έχει δίκιο, μου λέει να την κάνω αλλιώς, πρέπει να του δώσω εξηγήσεις, ή να σωπάσω, αποφεύγοντας έτσι την κενοδοξία;
Αν δεν είναι απαραίτητες οι εξηγήσεις, σώπασε, αποκρίθηκε ο γέροντας. Αν όμως ή υπόθεση σκανδαλίζει τον αδελφό σου, πολέμησε την κενοδοξία, (εξήγησε του πώς έχει το πράγμα) Και ανάπαυσε τον.
Αν κάνω κάτι ηθικά αδιάφορο, ρώτησε ο αδελφός, πού δεν περιέχει δηλαδή στοιχείο αμαρτίας, Και ξέρω πώς, αν με δει ένας αδελφός, θα σκανδαλιστεί εναντίον μου, γι' αυτό το κρύβω από κενοδοξία - επειδή ντρέπομαι αν με δει - οφείλω άραγε να μην το κρύψω για να μη νικηθώ από την κενοδοξία, ή να το κρύψω για να μην προκαλέσω το σκάνδαλο; "Αν πάλι δεν ξέρω με βεβαιότητα ότι ο αδελφός σκανδαλίζεται άλλ' απλώς το υποθέτω, τι να κάνω;
Αν ή καρδιά σου, απάντησε ο γέροντας, σε πληροφορεί ότι σκανδαλίζεται ο αδελφός σου, σκέπασε (το πράγμα) και μην τον βάλεις σε λογισμούς. Αν πάλι δεν είσαι βέβαιος γι' αυτό, αλλά μόνο το υποθέτεις, μη νοιάζεσαι.
Αν πω σε κάποιον έναν πειραχτικό λόγο και δεν τον καταλάβει, τι είναι καλύτερα, να του ζητήσω συγγνώμη, ή να σωπάσω και να μην του δημιουργήσω λογισμούς;
Αν ο αδελφός δεν καταλάβει ότι τον πείραξες, σώπα και μην του προξενήσεις ταραχή. Φρόντισε όμως να μετανοήσεις ενώπιον του Θεού γι' αυτό.
Πες μου, πάτερ, ρώτησε πάλι ο αδελφός, τι λογής είναι ή ελευθερία στην καθημερινή ζωή και πώς πρέπει να τη χρησιμοποιούμε;
Ελευθερία είναι ή αλήθεια πού λέγεται φανερά. "Αν λ.χ. έχει κανείς ανάγκη από τροφή ή ένδυμα ή οποιοδήποτε άλλο πράγμα, οφείλει να το λέει καθαρά σ' εκείνον πού μπορεί να του δώσει. Γιατί δεν πρέπει να κάνουμε χρήση αυτής της ελευθερίας με τον κάθε άνθρωπο, αλλά μόνο με πρόσωπα πού είναι ικανά να τη δεχθούν χωρίς να σκανδαλιστούν.
Όποιος έχει διάκριση, οικοδομείται και χαίρεται μ' αυτή την ελευθερία, ενώ οποίος δεν έχει, σκανδαλίζεται. και πρέπει αυτός πού τη χρησιμοποιεί, να μην το κάνει εμπαθώς, για την ικανοποίηση δηλαδή του πάθους πού τον ενοχλεί, αλλά για τη θεραπεία της ανάγκης. "Αν λοιπόν ούτε πρόσωπο σκανδαλίζεται ούτε πάθος υποβόσκει, τότε μπορεί να γίνει χρήση της ελευθερίας.
Αν όμως κάποιος σκανδαλίζεται από τη χρήση της ελευθερίας μας, πρέπει να ασκούμε οικονομία και να μην τη χρησιμοποιούμε απρόσεκτα. "Έρχεσαι, για παράδειγμα, από κοπιαστική εργασία (πεινασμένος), και θέλεις να φας νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα· ένας άλλος όμως σε ακούει να το λες ή σε βλέπει να το κάνεις, και σκανδαλίζεται. Η ζητάς κάποιο πράγμα, και δεν οικοδομείται ο αδελφός (πού σε ακούει). Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να απευθυνθείς ιδιαιτέρως για το πράγμα πού ζητάς σ' εκείνον πού είναι σε θέση να σου το δώσει, ώστε να φυλαχτεί έτσι αβλαβής ο λογισμός του αδελφού. Καθώς λοιπόν είπαμε, είναι καλή ή ελευθερία, όταν όμως χρησιμοποιείται με φόβο Θεού.
 


Αυτή την ελευθερία την καταστρέφεις με τον έξης τρόπο: "Αν χρειάζεσαι ένα πράγμα και δεν απευθυνθείς σ' εκείνον πού μπορεί να σου το δώσει, περιμένοντας να το κάνει μόνος του. και συμβαίνει να μη γνωρίζει τι χρειάζεσαι, ή να γνωρίζει αλλά να το ξεχάσει, ή και ν' αδιαφορεί σκόπιμα, για να δοκιμάσει αν έχεις υπομονή. Τότε εσύ αρχίζεις να βαρυγκωμάς εναντίον του, να σκανδαλίζεσαι και ν' αμαρτάνεις. "Αν όμως κάνεις χρήση της ελευθερίας σου και του ζητήσεις ξεκάθαρα ότι θέλεις, τίποτε άπ' αυτά δεν γίνεται. Προετοιμάσου πάντως ψυχικά, ώστε, αν μετά την αίτηση σου δεν πάρεις αυτό πού ζητάς, να μη λυπηθείς ή σκανδαλιστείς ή γογγύσεις. Απεναντίας, να πεις με το λογισμό σου: "Ό Θεός επέτρεψε να μη μου το δώσει, επειδή δεν μπορεί ή δεν είμαι άξιος ή δεν με συμφέρει". και πρόσεχε μην τυχόν, επηρεασμένος από την προηγούμενη αποτυχία, σταματήσεις την καλή χρήση της ελευθερίας σου απέναντι στον αδελφό εκείνο, (και δεν του ξαναζητήσεις τίποτε). Αντίθετα, όταν χρειαστείς οτιδήποτε, ξαναζήτησε του, παραμένοντας όμως πάντοτε, όπως είπα, ατάραχος σε περίπτωση αποτυχίας.
Όμοια, αν κανείς σε ρωτήσει από μόνος του για πράγμα πού χρειάζεσαι, πες του την αλήθεια. και αν ξαφνιαστείς και πεις, Δεν το χρειάζομαι", μην ντραπείς να επανέλθεις στο θέμα και να του πεις: "Συγχώρεσέ με, αλλά μου ξέφυγε και σου είπα κατά λάθος ότι δεν το χρειάζομαι.
Στην πραγματικότητα έχω ανάγκη να το πάρω".
Τότε ο αδελφός ρώτησε:και όταν δεν έχω εσωτερική πληροφορία, άλλ' αμφιβάλλω για το αν σκανδαλίζεται ή όχι κάποιο πρόσωπο με μια τέτοια ελευθερία, τι να κάνω;
Μπορείς να τον δοκιμάσεις, αποκρίθηκε ο γέροντας, αν σκανδαλίζεται ή όχι. Αν λ.χ. χρειάζεσαι φαγητό, μην του πεις, Δώσε μου (να φάω), αλλά πες του: Είμαι πεινασμένος γι' αυτήν εδώ την αιτία. Όταν θα σ' ακούσει εκείνος, θα εκδηλωθεί (με κάποιον τρόπο), κι έτσι θα αντιληφθείς τη διάθεση του, κατά πόσο σκανδαλίζεται ή όχι.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΝΑ ΜΗ ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΑΜΑΡΤΑΝΕΙ ΦΑΝΕΡΑ. ΑΛΛΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ.

Ο αββας Ιωάννης ο Κολοβός είπε. Άλλη αρετή δεν υπάρχει, σαν το να μην εξευτελίζει κανείς τον πλησίον.

Δύο αδελφοί ήρθαν κάποτε στον αββά Παμβώ. Και τον ρώτησε ο ένας:
Άββά, εγώ νηστεύω για δυο συνεχόμενες ημέρες Και την Τρίτη τρώγω δυο ψωμάκια. "Άραγε σώζομαι έτσι ή βρίσκομαι σε πλάνη; Άββά, τον λέει Και ο άλλος, εγώ βγάζω από το εργόχειρο μου δυο κεράτια την ημέρα. Κρατάω (άπ' αυτά) λίγα νουμία για τη διατροφή μου, Και τα υπόλοιπα τα δίνω ελεημοσύνη.
Άραγε σώζομαι έτσι ή βρίσκομαι σε πλάνη;
Ό γέροντας δεν τους απάντησε, μ' όλο πού τον παρακάλεσαν επίμονα. Μετά από τέσσερις μέρες, θέλησαν πια να φύγουν.
Τότε οι κληρικοί τους παρηγορούσαν, λέγοντας: Μη λυπηθείτε, αδελφοί! Ό Θεός θα σας δώσει την αμοιβή
σας. Αυτή είναι ή συνήθεια του γέροντα, να μην απαντάει αμέσως (σε ότι τον ρωτάνε), αν δεν τον πληροφορήσει σχετικά ο Θεός.
Πήγαν λοιπόν οι αδελφοί στο γέροντα Και του είπαν: Άββά, δώσε μας την ευχή σου. Θέλετε να φύγετε; τους ρώτησε εκείνος. Ναι, αποκρίθηκαν.
Τότε έφερε στο νου του τα έργα τους Και, χαράζοντας πάνω στο έδαφος, μονολογούσε:
Παμβώ, νηστεύει δυο μέρες Και τρώει (την τρίτη) δυο ψωμάκια. Γίνεται άραγε έτσι (καλός) μοναχός; "Όχι!... Παμβώ, κάνει δουλειά δύο κερατίων Και τα δίνει ελεημοσύνη. Γίνεται άραγε έτσι (καλός) μοναχός; "Όχι ακόμα!... Καλά είναι τα έργα - είπε γυρίζοντας στους αδελφούς -, αν όμως φυλάξει κανείς τη συνείδηση του (καθαρή) απέναντι στον πλησίον του, τότε σώζεται.
Και εκείνοι, αφού πήραν (εσωτερική) πληροφορία (για την ορθότητα του λόγου του γέροντα), έφυγαν χαρούμενοι.
Ένας άγιος άνθρωπος, όταν είδε κάποιον ν' αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και μονολόγησε:
Αυτός σήμερα, εγώ οπωσδήποτε αύριο. και αυτός οπωσδήποτε μετανοεί, εγώ όμως όχι.
 


Κοντά σ' ένα γέροντα κατοικούσε κάποιος αδελφός, κάπως αμελής, πού είχε λίγο καιρό στην ασκητική ζωή. Όταν λοιπόν αυτός ήταν ετοιμοθάνατος, κάθονταν κοντά του μερικοί αδελφοί. Τότε ο γέροντας, βλέποντας τον ν' αφήνει το σώμα με ιλαρότητα και χαρά και θέλοντας να ωφελήσει τους αδελφούς πού ήταν εκεί, του λέει:
-Αδελφέ, όλοι ξέρουμε ότι δεν έδειξες και μεγάλο ζήλο στην άσκηση. Πώς λοιπόν φεύγεις (από τη ζωή αυτή) τόσο πρόσχαρος;
και ο αδελφός αποκρίθηκε:
Πραγματικά, πάτερ, την αλήθεια λες. Από τότε όμως πού έγινα μοναχός, ξέρω πώς δεν έκρινα άνθρωπο ούτε κράτησα μνησικακία σε κανένα. Κι αν έτυχε ποτέ να διαφωνήσω με κάποιον, την ίδια ώρα συμφιλιωνόμουνα μαζί του. Σκέφτομαι λοιπόν να πω στο Θεό: "Κύριε, Εσύ είπες "μη κρίνετε, και ου μη κριθείτε" (Λουκ. 6:37)· και "άφετε, και άφεθήσεται υμίν" (πρβλ. Ματθ. 6:14)".
Ό γέροντας τότε του λέει:
-Ή ειρήνη ας είναι μαζί σου, παιδί μου, γιατί και χωρίς κόπο σώθηκες.
 


Ό άββάς Άμμωνάς, (πού είχε γίνει επίσκοπος), ήρθε κάποτε σ' έναν τόπο για να φάει. Εκεί ήταν ένας αδελφός με φήμη κακή, δηλαδή πόρνου. "Έτυχε μάλιστα να βρίσκεται τότε στο κελί του και ή γυναίκα, πού μαζί της αμάρτανε.
Αυτοί λοιπόν πού έμεναν στον τόπο εκείνο, μόλις κατάλαβαν πώς ή γυναίκα ήταν στο κελί του αδελφού, κίνησαν για να τον διώξουν από το κελί του. Στο μεταξύ, μαθαίνοντας ότι βρίσκεται κοντά τους και ο επίσκοπος Άμμωνάς, ήρθαν και τον παρακάλεσαν να πάει μαζί τους, για να ελέγξουν μπροστά του τον αδελφό, πριν τον διώξουν.
Ό αδελφός, παίρνοντας είδηση (τι του ετοίμαζαν), πρόλαβε κι έκρυψε τη γυναίκα σ' ένα μεγάλο πιθάρι, με άνοιγμα από πάνω.
Ό άββάς Άμμωνάς, (σαν προορατικός πού ήταν), γνώρισε αυτό πού έκανε ο αδελφός. και φτάνοντας στο κελί του, μπήκε μέσα και κάθισε πάνω στο πιθάρι. "Ύστερα πρόσταξε να ερευνηθεί το κελί, ν' αναζητηθεί δηλαδή ή γυναίκα.
Καθώς λοιπόν έψαξαν προσεκτικά παντού και ή γυναίκα δεν βρέθηκε, ο άββάς Άμμωνάς τους είπε:
Ό Θεός να σας συγχωρέσει! και αφού έδωσε σε όλους την ευχή του, τους απομάκρυνε. Έπειτα έπιασε από το χέρι τον αδελφό και του είπε: Πρόσεχε την ψυχή σου, αδελφέ! και χωρίς να πει τίποτε άλλο, έφυγε.

Ό άββάς Ησαΐας είπε:
Ό (καλύτερος) τρόπος για ν' αναπαύσει κανείς τη συνείδηση του, είναι να μην κατακρίνει τον πλησίον και να ταπεινώνει τον εαυτό του.
Κάποτε στη Σκήτη ένας αδελφός έπεσε σε κάποιο σφάλμα, και έγινε σύναξη (των άλλων για να τον δικάσουν). Στη σύναξη κάλεσαν και τον άββά Μωϋσή. Εκείνος όμως δεν ήθελε να έρθει. Ό πρεσβύτερος τον κάλεσε πάλι, παραγγέλλοντας του: Έλα, γιατί όλοι εσένα περιμένουν".
Σηκώθηκε τότε, πήρε ένα λιωμένο ζεμπίλι, το γέμισε άμμο, το φορτώθηκε και ήρθε.
Οι πατέρες, βγαίνοντας να τον προϋπαντήσουν και βλέποντας τον να έχει στον ώμο το ζεμπίλι, (πού από τις τρύπες του έτρεχε ή άμμος), τον ρώτησαν: Τι είναι τούτο, πάτερ;
Οι αμαρτίες μου είναι, τους απάντησε ο γέροντας, πού γλιστράνε πίσω μου και δεν τις βλέπω. και όμως, ήρθα εγώ σήμερα να κρίνω ξένα αμαρτήματα!
Μόλις τ' άκουσαν οι πατέρες, δεν είπαν τίποτα στον αδελφό (πού ήθελαν να δικάσουν), και τον συγχώρησαν.

Ένας αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα:
Αν δω αδελφό, για τον όποιο άκουσα ότι αμάρτησε, δεν θέλω να τον βάλω στο κελί μου. "Αν όμως δω άλλον καλό, ευχαριστιέμαι μαζί του.
-Αν στον καλό κάνεις μια μικρή καλοσύνη, αποκρίθηκε ο γέροντας, διπλασίασε την σ' εκείνον πού άκουσες (ότι αμάρτησε)· γιατί αυτός είναι ο άρρωστος. "Έτσι θα σ' ελεήσει κι εσένα ο Θεός.
Άλλος αδελφός ρώτησε (πάλι) τον αββά Ποιμένα: -Τι να κάνω; και αποκρίθηκε ο γέροντας:
- Είναι γραμμένο: "Την ανομία μου εγώ αναγγέλλω και μεριμνήσω υπέρ της αμαρτίας μου" (Ψαλμ. 37:19).
Ό αββάς Ποιμήν ήρθε κάποτε να κατοικήσει στα μέρη της Αιγύπτου. Κοντά του έμενε ένας αδελφός πού είχε γυναίκα, και ποτέ δεν τον ήλεγξε.
Αυτή λοιπόν (ή γυναίκα) έτυχε να γεννήσει νύχτα. Το πήρε είδηση ο γέροντας και κάλεσε τον μικρότερο αδελφό (της συνοδείας) του.
Πάρε μαζί σου ένα μπουκάλι κρασί, του είπε, και πήγαινε να το δώσεις στο γείτονα, γιατί το χρειάζεται σήμερα. Εκείνος έκανε όπως τον πρόσταξε ο γέροντας.
Μόλις πήρε το κρασί ο αδελφός, κατανύχθηκε. Σε λίγες μέρες απομάκρυνε τη γυναίκα, αφού της έδωσε ότι είχε. Ύστερα ήρθε στο γέροντα και του είπε:
Εγώ από σήμερα μετανοώ. Ό γέροντας του έδωσε θάρρος.
Τότε ο αδελφός πήγε κι έχτισε άλλο κελί, δίπλα στου γέροντα. Κι άπ' αυτό ερχόταν (συχνά) στο γέροντα, πού τον καθοδηγούσε στο δρόμο του Θεού. Έτσι λοιπόν κέρδισε (ο άββάς Ποιμήν) τον αδελφό.
 


Ένας γέροντας είπε:
- Μην κατακρίνεις τον πόρνο, αν είσαι αγνός, γιατί έτσι παραβαίνεις κι εσύ το νόμο. Αυτός πού είπε να μην πορνεύσεις, είπε και να μην κατακρίνεις.
Ένας από τους πατέρες είπε:
Δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό άλλο γένος σαν το χριστιανικό. και μέσα σ' αυτό πάλι, δεν υπάρχει άλλη τάξη σαν τη μοναχική. Εκείνα όμως πού βλάπτουν πολύ (τους μοναχούς και όλους τους χριστιανούς), είναι κατ' εξοχήν ή μεταξύ τους μνησικακία και ή κατάκριση. Όποιος απομακρύνει από την καρδιά του αυτά (τα δύο), κάνει ζωή αγγελική πάνω στη γη.

Ένας γέροντας είπε:
Αν δεις κανένα να γελάει ή να τρώει υπερβολικά, μην τον κατακρίνεις, αλλά πες καλύτερα: "Μακάριος είναι (ο άνθρωπος) αυτός, γιατί δεν έχει αμαρτίες, και γι' αυτό χαίρεται ή ψυχή του"

Ένας γέροντας είπε:
Αν δεις με τα μάτια σου κάποιον ν' αμαρτάνει, πες αμέσως: Ανάθεμα σε, σατανά! Γιατί αυτός (ο άνθρωπος) δεν φταίει". Και φύλαξε έτσι την καρδιά σου από την κατάκριση του αδελφού σου, γιατί αλλιώς το "Άγιο Πνεύμα σε εγκαταλείπει. Λέγε ακόμα στον εαυτό σου: Όπως νικήθηκε αυτός, έτσι (θα νικηθώ) κι εγώ! Και κλαίγε και ζήτα τη βοήθεια του Θεού και δείχνε συμπάθεια σε οποίον ακούσια έπεσε· γιατί κανένας δεν θέλει ν' αμαρτήσει ενώπιον του Θεού, όλοι γελιόμαστε (από το διάβολο).

Ένας γέροντας είπε:
- Είκοσι χρόνια πολεμούσα επίμονα ένα λογισμό και παρακαλούσα το Θεό να (με βοηθήσει, ώστε να) βλέπω όλους τους ανθρώπους το ίδιο.

Του αββα Ησαΐα
Αν ένας άνθρωπος, πού κάνει μεγάλους (ασκητικούς) κόπους, δει κάποιον ολότελα αμαρτωλό ή αμελή, και του δείξει περιφρόνηση, μάταιη είναι όλη του ή μετάνοια· γιατί απορρίπτει ένα μέλος (του Σώματος) του Χρίστου, καταδικάζοντας το και μην αφήνοντας την κρίση στον Κριτή Θεό, μήτε κοιτάζοντας τις δικές του (μονάχα) αμαρτίες. Γιατί, στην παρούσα ζωή, όλοι είμαστε σαν σε νοσοκομείο: "Άλλος υποφέρει από το μάτι του, άλλος πονάει στο χέρι, άλλος έχει συρίγγιο ή οποιαδήποτε άλλη πάθηση, άπ' όσες υπάρχουν. και είναι μερικές πληγές άπ' αυτές, πού έχουν ήδη θεραπευθεί. "Αν όμως εκείνος πού θεραπεύθηκε φάει κάτι πού τον βλάπτει, τότε υποτροπιάζει.
Έτσι γίνεται και μ' εκείνον πού βρίσκεται στο δρόμο της μετάνοιας, και κατακρίνει ή περιφρονεί κάποιον: Χάνει τη μετάνοια και ξανακυλιέται (στην αμετανοησία). Γιατί αν κάποιος άπ' αυτούς πού βρίσκονται σε νοσοκομείο και έχουν διάφορες ασθένειες, βογκάει για τη δική του πάθηση, μήπως θα του πει άλλος, "Γιατί βογκάς;".
Ό καθένας τα δικά του δεν σκέφτεται; "Αν έκανα έτσι και με την αρρώστια των αμαρτιών μου, δεν θα είχα μάτια να κοιτάξω άλλον αμαρτωλό. Γιατί όλοι όσοι νοσηλεύονται σε νοσοκομείο, φυλάγονται ώσπου να 'ρθει ο γιατρός, απέχοντας άπ' ότι θα επιδεινώσει την πληγή τους. και ποιος είναι εκείνος πού δεν έχει
πληγή;
Αν παρατηρήσεις ελάττωμα στον αδελφό σου, μην του δείξεις περιφρόνηση, για να μην πέσεις στα χέρια των εχθρών σου (δαιμόνων).
Πρόσεχε, να μην ειρωνευτείς ποτέ κανένα για την εμφάνιση του, και βλάψεις την ψυχή σου.
Αν ή καρδιά σου πολεμείται να ταπεινώσει τον πλησίον, θυμήσου ότι γι' αυτό σε παραδίνει ο Θεός στα χέρια των έχθρων σου, κι έτσι θα ησυχάσεις- γιατί πρέπει να ξέρεις τούτο, ότι ο άνθρωπος πού έχει να κατηγορήσει για οτιδήποτε τον αδελφό του, βρίσκεται μακριά από το έλεος του Θεού.
 


Του αγίου Μαξίμου
Πώς να μη φρίξουμε και να μη σαστίσουμε και να μη χάσουμε το μυαλό μας, πού ο Θεός και Πατέρας δεν κρίνει κανέναν, αλλά την κρίση όλη την έδωσε στον Υιό (Ίω. 5:22); και πού ο Υιός Του πάλι λέει "μη κρίνετε, ίνα μη κριθείτε" (Ματθ. 7:1); και πού ο Παύλος όμοια, "μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθει ο Κύριος" (Α' Κορ. 4:5) και "εν ω κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις" (Ρωμ. 2:1); και πού οι άνθρωποι, αντίθετα, άφησαν τις αμαρτίες τους, αφαίρεσαν την κρίση από τον Υιό και καταδικάζουν ο ένας τον άλλον; Ό ουρανός έμεινε κατάπληκτος άπ' αυτό, ή γη έφριξε, κι αυτοί μένουν αναίσθητοι και δεν ντρέπονται.

Του αγίου Αναστασίου του Σιναΐτου
Για να μπορέσουμε να μην κατακρίνουμε εκείνον πού αμαρτάνει φανερά, πρέπει να έχουμε στο νου μας το λόγο του Κυρίου: "Μη κρίνετε, και ου μη κριθείτε· μη καταδικάζετε, και ου μη καταδικαστείτε" (Λουκ. 6:37). Και του αποστόλου, πού λέει παραινετικά: "Ό δοκών έστάναι βλέπεται μη πέση" (Α' Κορ. 10:12). Και άλλου: "Εν ω κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις" (Ρωμ. 2:1). Γιατί κανείς δεν γνωρίζει τα ιδιαίτερα του κάθε ανθρώπου, παρά μόνο ή ίδια του ή ψυχή, πού είναι μέσα του, όπως είπε (με το στόμα του αποστόλου) ο Κύριος (Α' Κορ. 2:11).
Πολλοί άνθρωποι, βλέπεις, ενώ αμαρτάνουν πολλές φορές (φανερά) μπροστά στους ανθρώπους, μετά εξομολογούνται κρυφά μπροστά στο Θεό, και παίρνουν την άφεση και Τον ευαρεστούν και λαμβάνουν Πνεύμα "Άγιο. Κι έτσι, αυτοί πού εμείς νομίζουμε πώς είναι αμαρτωλοί, για το Θεό είναι δίκαιοι. Γιατί την αμαρτία τους την είδαμε, τα καλά έργα όμως, πού έκαναν κρυφά, δεν τα γνωρίζουμε. Γι' αυτό δεν πρέπει να κατακρίνουμε κανέναν, έστω κι αν τον δούμε με τα ίδια μας τα μάτια ν' αμαρτάνει. Επειδή δέκα βήματα αν απομακρυνθούμε άπ' αυτόν πού αμάρτησε, δεν (μπορούμε να) ξέρουμε τα κρυφά του έργα και το τι έκανε μαζί του ο Θεός.
Ό προδότης Ιούδας, το βράδυ της Πέμπτης, ήταν με το Χριστό και τους μαθητές, ενώ ο ληστής ανάμεσα στους κακούργους και τους φονιάδες· και μόλις μπήκε ή Παρασκευή, ο Ιούδας κατρακύλησε στο "σκότος το εξώτερον" (Ματθ. 8:12), ενώ ο ληστής κατοίκησε στον παράδεισο μαζί με το Χριστό.
Γι' αυτές λοιπόν τις ξαφνικές μεταβολές, καλό είναι να μην κρίνει ο άνθρωπος, ώσπου να έρθει ο Χριστός, Αυτός πού γνωρίζει τόσο καλά τους λογισμούς των ανθρώπων και φέρνει στο φως τα κρυφά των καρδιών τους. Γιατί "ο πατήρ... την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιω" (Ίω. 5:22). "Έτσι, οποίος κρίνει τον άλλο, δηλαδή τον πλησίον του, σφετερίζεται το αξίωμα του Κριτή, κι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αντίχριστος.
"Άλλωστε υπάρχουν μερικοί πού παίρνουν την άφεση των αμαρτημάτων τους με ποικίλες δοκιμασίες, χωρίς εμείς να το γνωρίζουμε. "Άλλοι πάλι καθαρίζονται (από την αμαρτία) με σωματική ασθένεια και μακροχρόνιο νόσημα. Γιατί λέει (ή Γραφή): "Παιδεύων επαίδευσε με ο Κύριος, και τω θανάτω ου παρέδωκέ με" (Ψαλμ. 117:18). Και ο απόστολος: "Κρινόμενοι υπό τον Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κοσμώ κατακριθώμεν" (Α' Κορ. 11:32). Αυτό ακριβώς έκανε Και στην περίπτωση εκείνου πού πόρνευσε, παραχωρώντας "παραδούνε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρο της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθεί εν τη ήμερα του Κυρίου" (Α' Κορ. 5:5). Από τούτο μαθαίνουμε, ότι Και οι δαιμονισμένοι, αν υπομείνουν (τη δοκιμασία τους) ευχαριστώντας (το Θεό), σώζονται μ' αυτή την τιμωρία.

Άλλοι, ικετεύοντας με θερμά δάκρυα το Θεό κι όταν ακόμα είχαν προσβληθεί από θανατηφόρα ασθένεια, βρήκαν έλεος, όπως ο βασιλιάς Εζεκίας (Β' Παραλ. 32:24).
Άλλοι, αφού συμφιλιώθηκαν κρυφά με το Θεό Και μετανόησαν, μέσα σε λίγες μέρες έφυγαν από τη ζωή αυτή Και σώθηκαν. Γιατί σ' όποια ψυχική κατάσταση, είτε καλή είτε κακή, βρεθεί (την ώρα του θανάτου) ο άνθρωπος, σ' αυτή Και θα κριθεί. "Έτσι διακήρυξε ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ιεζεκιήλ: "Εάν ποίηση άνθρωπος πάσας τας αδικίας, και αποστραφείς ποίηση δικαιοσυνην, των ανομιών αυτόν ου μη μνησθώ· εν ω γαρ εύρω αυτόν, εν αυτώ και κρίνω αυτόν" (πρβλ. Ίεζ. 33:12-16).
Είναι Και μερικοί, πού έλαβαν την άφεση των αμαρτιών χάρη σε αγίους ανθρώπους. Γιατί "θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει" ο Κύριος (Ψαλμ. 144:19). Και μάρτυρας τούτου είναι ή Αγία Γραφή: Ό Ααρών, πού έφτιαξε το (χρυσό) μοσχάρι για τους Ισραηλίτες στο Χωρήβ, συγχωρήθηκε χάρη στις προσευχές του Μωϋσή (Εξ. 32:30-35). Το ίδιο Και ή αδελφή του Μαριάμ, θεραπεύθηκε από τη λέπρα, όταν ο Μωυσής παρακάλεσε γι' αυτή το Θεό (Αριθ. 12:1-15). Ακόμα και ο Ναβουχοδονόσορ βρήκε έλεος από το Θεό με τις προσευχές του προφήτη Δανιήλ (Δαν. 4:1-34).
 
 

Πολλές φορές Και οι άγιοι άγγελοι, πού έχουν πολλή παρρησία σ' Αυτόν, επειδή είναι αφοσιωμένοι υπηρέτες Του Και ποτέ δεν αμαρτάνουν ενώπιον Του, είναι δυνατόν να Του ζητήσουν ο ένας αυτού Και ο άλλος εκείνου του ανθρώπου τη σωτηρία. Και ο Θεός, πού λατρεύεται Και ευαρεστείται νύχτα-μέρα απ' αυτούς, ικανοποιεί τα αιτήματα τους, όπως ακριβώς και οι επίγειοι βασιλείς, για χάρη ειλικρινών φίλων τους πού τους παρακαλούν, αμνηστεύουν καμιά φορά και θανατοποινίτες.
Ας μην κατακρίνουμε λοιπόν άνθρωπο, ακόμα κι αν τον δούμε ν' αμαρτάνει φανερά. Καλύτερα να τον συμβουλέψουμε ταπεινά και να προσευχηθούμε γι' αυτόν. '
Αν όμως δεν φτάνουν όσα (παραδείγματα) αναφέραμε, θα προσθέσουμε και άλλα, για να επιβεβαιώσουμε (όσα είπαμε).
Πες μου δηλαδή, αγαπητέ, ποιος θα πίστευε, βλέποντας την πόρνη Ραάβ να πορνεύει απροσχημάτιστα στην Ιεριχώ, ότι θα της συγχωρούσε ο Θεός όλες τις πορνείες της και θα τη δικαίωνε, επειδή δέχθηκε (και βοήθησε) τους κατασκόπους του Ισραήλ (Ίησ. Ναυή 2:1-21); Η ότι ο τελώνης, ο άρπαγας και άδικος, πού προσευχόταν μαζί με το Φαρισαίο, θα κέρδιζε μ' έναν αναστεναγμό το έλεος του Θεού και θα κατέβαινε "δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού" (Λουκ. 18:9-14); Η ότι ο Σαμψών, μολονότι αυτοκτόνησε (Κριταί 16:30), βρίσκεται ανάμεσα στους αγίους, όπως μαρτυρεί ο Παύλος (Έβρ. 11:32); Η ότι ο Μανασσής, πού για πενήντα δύο χρόνια λάτρευε τα είδωλα και έκανε ολόκληρο τον Ισραηλιτικό λαό να παρανομήσει και να αποστατήσει από το Θεό, αυτός λοιπόν, ποιος θα περίμενε ότι μέσα σε μια ώρα, με μια μικρή προσευχή, θα λάβαινε συγχώρηση, καθώς ή Γραφή αναφέρει (Β' Παραλ. 33:1-20); Γιατί όταν κλείστηκε από το βασιλιά των Άσσυρίων μέσα σ' ένα χάλκινο ομοίωμα ζώου, προσευχήθηκε στο Θεό με τη γνωστή προσευχή του, εκεί μέσα στο ομοίωμα του ζώου, και με τη δύναμη του Θεού εκείνο έγινε θρύψαλα. Τότε άγγελος Κυρίου τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ, οπού έζησε με μετάνοια, όπως διηγούνται οι ιστοριογράφοι.
 


Αφήνω όμως τα παλιά και κλείνω το λόγο θυμίζοντας (και πάλι) τον άγιο ληστή, πού σταυρώθηκε (μαζί με το Χριστό). Αν άραγε το μυστήριο, πού συντελέσθηκε σ' αυτόν, είχε γίνει κρυφά, θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει κανένας άνθρωπος πάνω στη γη, ότι εκείνος ο στυγερός, πού λήστεψε πολλούς, εκείνος πού σκότωσε μικρούς και μεγάλους, δικαίους και αδίκους, εκείνος πού δίδαξε και σε άλλους την παρανομία της ληστείας, στο τέλος της ζωής του θα δικαιωνόταν μ' ένα του λόγο, και ότι, πολύ περισσότερο, θα γινόταν (ο πρώτος) οικιστής του παραδείσου (Λουκ. 23:42-43);
"Όλ' αυτά δεν τα εξήγησα, και μάλιστα μακραίνοντας το λόγο, μάταια, μα επειδή ξέρω ότι ή γλώσσα πολλών είναι κοφτερή "υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον" (Έβρ. 4:12) όταν κατακρίνει τα ξένα (σφάλματα). Αυτοί, κι αν δουν μύρια καλά σ' έναν άνθρωπο, μόλις παρατηρήσουν κάποιο ανθρώπινο ελάττωμα του - γιατί κανείς δεν είναι αναμάρτητος, παρά μόνο ο Θεός -, αφήνουν και παραβλέπουν τα μύρια εκείνα προτερήματα του, και παρουσιάζουν πάντα εκείνο μόνο το μικρό ελάττωμα, κάνοντας το γνωστό και στους άλλους ανθρώπους. Πάνω σ' αυτούς (τους κακολόγους) θα ξεσπάσει δίκαια ή τιμωρία του Θεού, όχι μόνο γιατί αμαρτάνουν οι ίδιοι, αλλά και γιατί βλάπτουν και καταστρέφουν (ψυχικά) και τους άλλους.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΚΡΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΥΠΟΝΟΙΕΣ ΜΑ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΠΙΣΤΗ Σ` ΑΥΤΕΣ.



Από το Βίο του αγίου Ιωάννου του ελεήμονος

Ο ΜΕΓΑΣ Βιτάλιος αρχικά ησύχαζε στη μονή του μονάχου Σερίδωνος. Εκείνο τον καιρό (της πατριαρχίας του αγίου Ιωάννου) ήρθε στην Αλεξάνδρεια. Τη ζωή του εδώ, στην Αλεξάνδρεια, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να την κατηγορήσουν οι άνθρωποι, στο Θεό όμως ήταν εξαιρετικά ευάρεστη, όπως τελικά αποδείχθηκε.
Όταν ήρθε δηλαδή στην πόλη ο γέροντας - ήταν ήδη πάνω από εξήντα χρόνων - βάλθηκε να καταγράφει με επιμέλεια όλες τις πόρνες των διαφθορείων! Συνάμα έπιασε δουλειά (κάπου), και συμφώνησε να παίρνει μεροκάματο δώδεκα οβολούς. Με τον έναν άπ' αυτούς αγόραζε λούπινα και τα έτρωγε μετά τη δύση του ήλιου. Τους υπόλοιπους πήγαινε κάθε νύχτα και τους έδινε σε κάποια πόρνη, λέγοντας της:
Πάρε τούτα (τα χρήματα), και φυλάξου αυτή τη νύχτα αμόλυντη για χάρη μου.

Και μετά άπ' αυτό, έμενε όρθιος ολόκληρη τη νύχτα σε μια γωνιά του πορνείου της γυναίκας εκείνης, κάνοντας μετάνοιες, ψελλίζοντας ακατάπαυστα ψαλμούς Και υψώνοντας ικετευτικά τα χέρια στο Θεό γι' αυτήν. Έφευγε με την αυγή, αφού πρώτα την έβαζε να δεσμευθεί ότι δεν θα φανέρωνε σε κανέναν αυτό (πού είχε γίνει).
Κάποιαν πάντως, πού τόλμησε να καταφρονήσει την υπόσχεση της Και ν' αποκαλύψει το μυστικό, την έκανε ο γέροντας με την προσευχή του να δαιμονιστεί, ώστε να μην τολμήσει πια καμιά από τις άλλες να κάνει γνωστά όσα αφορούσαν τη ζωή του. Γιατί αυτός σ' ένα μόνο αποσκοπούσε, στη σωτηρία ψυχών, Και προσευχόταν να συγχωρηθεί ή αμαρτία εκείνων πού μιλούσαν εναντίον του (συκοφαντικά).
Το έργο τούτο του γέροντα έγινε αιτία να σωθούν πολλές. Γιατί βλέποντας οι γυναίκες την ολονύκτια ορθοστασία του Και τη γλώσσα του να υμνολογεί ακατάπαυστα το Θεό Και τη συνεχή προσευχή του για τη μεταστροφή Και τη σωτηρία τους, ξέκοβαν από τις αισχρές τους πράξεις, φρόντιζαν με επιμέλεια για τη σωφροσύνη, Και άλλες παντρεύονταν με νόμιμο σύζυγο, άλλες έμεναν έτσι, μακριά πια από τις αμαρτίες, ενώ άλλες εγκατέλειπαν εντελώς τον κόσμο, προτιμώντας τον μοναχικό βίο. Κανείς πάντως, όσο ζούσε (ο όσιος Βιτάλιος), δεν υποπτεύθηκε τη θεάρεστη κρυφή ζωή του.
 


Γι' αυτό ακριβώς, όταν κάποτε έβγαινε από το καταγώγιο της πιο διαβόητης πόρνης, τον συναντάει κάποιος ακόλαστος - μπαίνοντας εκείνος για ν' αγοράσει τη βδελυρότητα -, Και τον χτυπάει μ' όλη του τη δύναμη στο σαγόνι, λέγοντας:
"Ως πότε, θεομπαίχτη, θα συνεχίζεις τις αισχρότητες σου;
Σ' αυτά ο γέροντας απάντησε: Φτωχέ μου, έχεις να δεχθείς τέτοιο χαστούκι, πού όλη σχεδόν ή Αλεξάνδρεια θα μαζευτεί άπ' τις φωνές σου. Πέρασε αρκετός καιρός, και ο άγιος εκείνος άνθρωπος αναχώρησε για τον Κύριο. Έμενε τότε σ' ένα στενόχωρο κελλάκι, πού είχε χτίσει κάπου στη λεγόμενη Ηλιούπολη πόλη της Κάτω Αιγύπτου. Εκεί κάποιοι γείτονες του είχαν παραχωρήσει ένα μικρό παρεκκλήσι, οπού έκανε πολλές λατρευτικές συνάξεις.
Όταν λοιπόν κοιμήθηκε, κανείς δεν το πήρε είδηση. Παρευθύς όμως εμφανίζεται ένας απαίσιος Αιθίοπας στον ακόλαστο εκείνο, πού τον είχε ραπίσει, και του καταφέρνει στο πρόσωπο ένα χτύπημα δυνατό και βροντερό - τόσο πολύ, πού ο κρότος ακούστηκε σε πολύ μεγάλη απόσταση - λέγοντας του συνάμα:
Άρπαξε τούτο 'δώ το χαστούκι, πού σου το στέλνει ο μοναχός Βιτάλιος, όπως σου το είχε πει.
Αμέσως τότε ο ταλαίπωρος δαιμονίστηκε και άρχισε να κυλιέται (στη γη). Σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου, σχεδόν όλη ή Αλεξάνδρεια μαζεύτηκε γύρω του.
 


Μόλις λοιπόν, μετά από πολλή ώρα, σηκώθηκε, άρχισε να ξεσκίζει τα ρούχα του. Σε μια στιγμή πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε προς το σπιτάκι του αγίου, φωνάζοντας:
Ελέησε με, δούλε του Θεού Βιτάλιε, γιατί πολύ αμάρτησα απέναντι στο Θεό και σε σένα!
Όπως είδαν όλοι όσοι έτυχε να βρίσκονται εκεί, μόλις έφτασε στο σπιτάκι του γέροντα, το δαιμόνιο τον έριξε χάμω, τον έκανε να σπαράξει και μετά τον άφησε.
Όταν λοιπόν τα είδαν αυτά (οι παρόντες), μπήκαν μέσα και βρήκαν τον όσιο γονατιστό, να έχει παραδώσει στο Θεό την ψυχή του καθώς προσευχόταν. Ύστερα, σκύβοντας στο έδαφος, είδαν κάτι γραμμένο. Να τι έγραφε: Άνθρωποι της Αλεξάνδρειας, μην κρίνετε τίποτα πρόωρα, ώσπου να έρθει ο Κύριος".
Τότε ο δαιμονισμένος άρχισε να εξομολογείται μπροστά σε όλους ότι είχε κάνει εναντίον του δικαίου και ότι προφητικά του είχε πει εκείνος - αυτό πού είχε πάθει τώρα.
Αμέσως ενημερώθηκε για όλα ο πατριάρχης, (ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων). Και μόλις ήρθε, μαζί με όλους τους κληρικούς του, Και διάβασε αυτό πού ήταν γραμμένο στο έδαφος, είπε:
Παρά λίγο, αν παρασυρόμουν από τα λόγια των συκοφαντών, να έτρωγα εγώ εκείνο το ράπισμα!
Τότε συγκεντρώθηκαν Και οι (πρώην) πόρνες, πλήθος, για την κηδεία του τίμιου σώματος, φέρνοντας αρώματα Και λαμπάδες Και θρηνολογώντας άπ' τα βάθη της καρδιάς τους για τη στέρηση της διδαχής του, από την οποία πήγαζε τόση ωφέλεια. Τότε φανέρωσαν Και τη ζωή του, ότι δηλαδή δεν πήγαινε κοντά τους με πονηρό σκοπό, (αφού) ούτε τα μάτια του σήκωσε ποτέ σε καμιά τους ούτε τα χέρια τους άγγιξε με το χέρι του ούτε, πολύ περισσότερο, ξάπλωσε σε κάποιας το πλευρό.
Μερικοί όμως άρχισαν να τις κατηγορούν για τη σιωπή τους, λέγοντας ότι έτσι είχαν το κρίμα για το σκανδαλισμό πολλών. Εκείνες τότε πρόβαλλαν σαν απολογία την εντολή του αγίου καθώς Και την παιδαγωγική μάστιγα, με την οποία ο δαίμονας χτύπησε την ανυπάκουη.
Αυτός πάλι πού είχε δώσει (στον άγιο) το ράπισμα Και το είχε πάρει πίσω, από τότε δεν παρέλειψε ποτέ να πηγαίνει στον τάφο του μακαρίου, πού αναδείχθηκε σε θησαυρό πολλών θαυμάτων, Και να τιμά (κάθε χρόνο) τη μνήμη του με την καθιερωμένη ψαλμωδία.
Ύστερα από λίγα χρόνια έγινε Και μοναχός στη μονή του άββά Σερίδωνος. Μάλιστα, για την πολλή του ευλάβεια στον ιερό Βιτάλιο, του έδωσαν το κελί εκείνου. Έτσι έμεινε εκεί ως το θάνατο του, αφοσιωμένος στη ζωή της ησυχίας.
Ό πατριάρχης πάλι ευγνωμονούσε ολόψυχα το Θεό, πού τον φύλαξε για να μην πει ή να σκεφτεί κάτι κακό για τη μακάρια Και άοίδιμη εκείνη ψυχή. Άλλα Και πολλοί από τους Αλεξανδρινούς, πού εύκολα κατέκριναν, διορθώθηκαν Και έκοψαν την κακή αυτή συνήθεια. Σε μερικούς μάλιστα ο πατριάρχης έλεγε:
Πρέπει να προσέχουμε, αδελφοί, Και να μην είμαστε εύκολοι στην κατάκριση..
 


Όταν ο μακάριος (Ιωάννης) δίδασκε τους πιστούς για την αποφυγή της ιεροκατηγορίας, πρόσθετε και την αξιοθαύμαστη εκείνη ρήση του αοίδιμου βασιλιά (αγίου) Κωνσταντίνου, ο όποιος, όταν στη σύνοδο της Νίκαιας του έδωσαν λίβελους με κατηγορίες εναντίον ορισμένων επισκόπων, δεν τους δέχθηκε, λέγοντας: ""Αν συναντούσα επίσκοπο ή μοναχό να πορνεύει, θα έβγαζα τη χλαμύδα μου και θα την έριχνα πάνω του, για να μην τον δει κανένα μάτι".
-Γνώριζε καλά ο βασιλιάς, (σχολίαζε ο άγιος Ιωάννης), ότι τα ελαττώματα αυτών των ανθρώπων, (επισκόπων και μοναχών), όταν φανερώνονται στους πολλούς, όχι μόνο την καταφρόνηση προκαλούν όσων είναι άξια σεβασμού και τιμής, (δηλαδή του αρχιερατικού αξιώματος και του μοναχικού σχήματος), αλλά και στην αμαρτία παρακινούν και προφάσεις προσφέρουν (στους άλλους ανθρώπους).

 

- Οι άνθρωποι, (έλεγε άλλοτε ο άγιος Ιωάννης), είναι σχεδόν πάντα πρόθυμοι να δώσουν πίστη στις υπόνοιες, και μάλιστα όταν οι 'ίδιοι είναι κακοήθεις και μοχθηροί, οπότε μπορούν να έχουν από τον εαυτό τους (και τις δικές τους πράξεις) τις αφορμές για να πιστεύουν (στις υπόνοιες). "Έτσι παίρνοντας ευθύς σαν πιο άμεσο μάρτυρα τον 'ίδιο τους τον εαυτό, κατηγορούν τους άλλους εύκολα - από τη μια επειδή τους αρέσει να καταπιάνονται με τέτοιες σκέψεις και συζητήσεις, κι από την άλλη επειδή επιθυμούν να έχουν και άλλους ομοίους τους στις κακίες, και να ξεφεύγουν έτσι βιαστικά από τις τύψεις της συνειδήσεως τους.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ΕΙΤΕ ΚΡΥΦΑ ΕΙΤΕ ΦΑΝΕΡΑ, ΜΑ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟΚΑΤΗΓΟΡΟ Ν` ΑΝΕΧΟΜΑΣΤΕ.



Από το Βίο της αγίας Συγκλητικής
Η ΜΑΚΑΡΙΑ Συγκλητική έλεγε (στις αδελφές):
- Ή καταλαλιά είναι πολύ βαρύ και ολέθριο (αμάρτημα). Ωστόσο μερικοί άνθρωποι την έχουν σαν τροφή και ξεκούραση. Εσύ όμως, πιστή (στον Κύριο αδελφή), να μη δεχθείς μέσα σου τα ξένα κακά, αλλά να διατηρείς την ψυχή σου αμόλυντη. Γιατί αν δεχθείς τα βρωμερά λόγια εκείνου πού καταλαλεί, θα προξενήσεις στην προσευχή σου, με τους λογισμούς, κηλίδες ακαθαρσίας, και θα μισήσεις αδικαιολόγητα αυτούς πού σε συναναστρέφονται. Γιατί όταν τ' αυτιά σου θα γεμίσουν άπ' την απανθρωπιά αυτών πού καταλαλούν, τότε όλους θα τους υποτιμάς και όλους θα τους θεωρείς το ίδιο ακάθαρτους· όπως ακριβώς και το μάτι, όταν θαμπωθεί από δυνατό έγχρωμο φως, δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά το σχήμα των αντικειμένων πού βλέπει.
Πρέπει λοιπόν να φυλάμε τη γλώσσα μας και τ' αυτιά μας, ώστε μήτε να λέμε (τίποτα κακό για τον πλησίον μας) μήτε ν' ανεχόμαστε καν ν' ακούμε κάτι τέτοιο. Γιατί έχει γραφτεί: "Ου παραδέξη] άκοήν ματαίαν" (Εξ. 23:1). και άλλου: "Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτόν, τούτον έξεδίωκον" (Ψαλμ. 100:5). και σ' άλλο σημείο πάλι: "Όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων...(Ψαλμ 16.4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για τα έργα των ανθρώπων..." (Ψαλμ. 16:4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για έργα πού δεν έκαναν οι άνθρωποι! Γι' αυτό πρέπει όχι μόνο να μην πιστεύουμε όσα μας λένε και να μην τα παραδεχόμαστε καθόλου, αλλά και να ενεργούμε και να μιλάμε σύμφωνα με το παράδειγμα του προφήτη: "Εγώ δέ... έγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ άκούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτόν έλεγμούς" (Ψαλμ. 37:15).
 



Από το Γεροντικό
Κάποιος αδελφός ρώτησε ένα γέροντα:
Τι είναι καταλαλιά και Τι κατάκριση; και ο γέροντας αποκρίθηκε:
Ή καταλαλιά αναφέρεται και στα αφανέρωτα και απόκρυφα αμαρτήματα, ενώ ή κατάκριση (μόνο) στα φανερά. Κάθε λόγος λοιπόν, πού δεν μπορεί κανείς να τον πει μπροστά στον αδελφό του, είναι καταλαλιά. "Όπως λ.χ., αν πει κανείς, ότι ο τάδε αδελφός είναι καλός και αγαθός άλλ' αμελής και αδιάκριτος, αυτό είναι καταλαλιά. "Αν όμως κάποιος πει, ότι εκείνος ο αδελφός είναι πολυμέριμνος και φιλάργυρος, αυτό είναι κατάκριση. Γιατί κατέκρινε (όχι μόνο) τις πράξεις του (αλλά) και ολόκληρη τη ζωή του. Και τούτο είναι χειρότερο από την καταλαλιά.

Ό άββάς Ύπερέχιος είπε:
- Το φίδι, με τον ψιθυρισμό του, έβγαλε την Εύα από τον παράδεισο. Μ' αυτό λοιπόν (το φίδι) είναι ομοίως κι εκείνος πού κατηγορεί τον πλησίον του· γιατί παρασύρει στην απώλεια, μαζί με τη δική του ψυχή, και την ψυχή εκείνου πού τον ακούει.
Είπε πάλι (ο ίδιος):
Το στόμα σου ας μην προφέρει κακό λόγο, γιατί το αμπέλι δεν βγάζει αγκάθια (πρβλ. Ματθαίου. 7:16).

Ένας γέροντας είπε:
Αν καταλαλήσεις τον αδελφό σου και σε ελέγξει ή συνείδηση σου, πήγαινε, βάλε του μετάνοια και πες του: "(Συγχώρεσέ με, γιατί) σε καταλάλησα". και πρόσεξε να μην ξεγελαστείς άλλη φορά, γιατί ή καταλαλιά είναι θάνατος της ψυχής.

Είπε πάλι (ο ίδιος):
-"Αν ένας αδελφός κατηγορήσει μπροστά σου κάποιον άλλο, πρόσεξε, να μην τον ντραπείς και πεις, "Ναι, έτσι είναι". 'Αλλά ή να σωπάσεις ή να του πεις, "Εγώ, αδελφέ, είμαι καταδικασμένος, και δεν μπορώ να κρίνω άλλον". "Έτσι σώζεις και τον εαυτό σου και εκείνον.
 


Του αββα Ησαΐα
"Αν κάποιος αδελφός διαστεί να κατηγορήσει (μπροστά σου) τον αδελφό του, εσύ να μη συμφωνήσεις μαζί του από ντροπή και αμαρτήσεις έτσι στο Θεό, αλλά να του πεις με ταπείνωση: "Συγχώρεσέ με, αδελφέ, είμαι ένας ταλαίπωρος· και αυτά πού λες δικά μου είναι και δεν μπορώ να τα σηκώσω". "Αν πάλι εσύ πολεμείσαι (από το διάβολο) να κατηγορήσεις τον αδελφό σου, σκέψου ότι, αν το μάθει, θα λυπηθεί. Αυτό θα σε συγκρατήσει και δεν θ' απαντήσεις σ' αυτόν (πού τον κατηγορεί). "Έτσι θα είσαι αναπαυμένος.

Του αββά Ισαάκ
Να επιμένεις από το στόμα σου να βγαίνει πάντα ο καλός λόγος, και δεν θα κακολογηθείς. Γιατί ή κακολογία γεννάει την κακολογία και ο έπαινος τον έπαινο.
Τη μέρα πού θ' ανοίξεις το στόμα σου και θα μιλήσεις εναντίον κάποιου, λογάριασε πώς είσαι νεκρός και πώς πηγαίνουν χαμένα όλα τα (καλά) έργα πού κάνεις, έστω κι αν νομίζεις ότι μίλησες με καθαρή καρδιά, αποσκοπώντας στην (πνευματική) οικοδομή.
Γιατί δεν είναι ανάγκη να γκρεμίσει κανείς το σπίτι του για να χτίσει το σπίτι του άλλου.
"Αν πάλι κάποιος αρχίσει να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, δείξε με την έκφραση του προσώπου σου ότι δυσφορείς, κι έτσι θα φυλαχτείς και άπ' αυτόν και από το Θεό.
Δεν μπορείς να κλείσεις το στόμα εκείνου πού κατηγορεί τον πλησίον του; Προφυλάξου, τουλάχιστον, να μη συμφωνήσεις μαζί του. Μάθε, πώς αν 6γεΐ φωτιά από μέσα σου και κάψει τους άλλους, ο Θεός θα ζητήσει άπ' τα χέρια σου τις ψυχές πού κάηκαν στη φωτιά σου. "Αν πάλι δεν βάλεις εσύ τη φωτιά, αλλά συμφωνείς μ' εκείνον πού την άναψε και ευχαριστιέσαι μ' αυτό, τότε θα κριθείς (στη Δευτέρα Παρουσία) σαν συνένοχος του.
 


Του αγίου Μαξίμου
Μην παραδώσεις την ακοή σου στη γλώσσα εκείνου πού καταλαλεί, ούτε τη δική σου γλώσσα στην ακοή του φιλοκατήγορου, ακούγοντας (ή μιλώντας) μ' ευχαρίστηση εναντίον του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής.
Κλείνε το στόμα εκείνου πού κατηγορεί (τον άλλον) μπροστά σου, για να μην πέφτεις μαζί του σε διπλή αμαρτία· και με το να συνηθίζεις ο ίδιος σε καταστροφικό πάθος, και με το να μη σταματάς εκείνον πού φλυαρεί εναντίον του πλησίον.
Εκείνος πού λέει χωρίς εμπάθεια το αμάρτημα κάποιου αδελφού, το κάνει για δύο αιτίες: ή για να τον διορθώσει ή για να ωφελήσει άλλον. "Αν όμως δεν το λέει - είτε στον ίδιο τον αδελφό είτε σε άλλον - για καμιά από τις δυο αυτές αιτίες, τότε το λέει ή για να τον προσβάλει ή για να τον εξευτελίσει. και δεν θ' αποφύγει την εγκατάλειψη του Θεού, αλλά θα πέσει οπωσδήποτε ή στο Ίδιο ή σε άλλο παράπτωμα και, αφού ελεγχθεί και προσβληθεί από άλλους, θα καταντροπιαστεί.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - Ο ΟΡΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ Η ΕΠΙΟΡΚΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ ΤΙΜΩΡΕΙΤΕ. ΑΝ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟ ΟΡΚΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕ.




Από το Βίο του αγίου Ευθυμίου

ΕΝΑΣ άνθρωπος, πού λεγόταν Κυριάκος και καταγόταν από την κωμόπολη Φαράν, ήταν βοσκός προβάτων και έβοσκε το κοπάδι του στις ερημικές εκείνες περιοχές. Κάποιος άλλος, φτωχός κι αυτός, από την ίδια κωμόπολη, του εμπιστεύθηκε δέκα πρόβατα ακόμα, για να τα βόσκει κι αυτά μαζί με τα δικά του. Πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, και ο φτωχός βρέθηκε σε μια μεγάλη ανάγκη. Επειδή λοιπόν δεν είχε τίποτ' άλλο, ο νους του πήγε αμέσως στο μικρό του κοπάδι. Αποφάσισε βιαστικά να το πουλήσει, γιατί τον έσφιγγε ή ανάγκη.
Επειδή όμως, όπως φαίνεται, ο Κυριάκος ήταν (άνθρωπος) με μοχθηρή καρδιά και δεν έβαζε την αλήθεια πιο πάνω κι από το παραμικρότερο κέρδος, του έδωσε πίσω τα οχτώ μονάχα (από τα δέκα πρόβατα), επιμένοντας ότι από την αρχή τόσα του είχε δώσει.
Και όσο εκείνος απαιτούσε και τα` αλλά δυο τόσο ο Κυριακός αρνιόταν κατηγορηματικά, ώσπου η διαφωνία τους έφτασε σε φιλονικία και σ` έντονη διαμάχη.
Τότε μπήκαν στη μέση μερικοί για να τους συμβιβάσουν, και πρότειναν να ορκιστεί κάποιος από τους δύο, ώστε να σταματήσει έτσι αυτός ο διαπληκτισμός. Ό Κυριάκος λοιπόν φάνηκε πρόθυμος να ορκιστεί. Τότε ο φτωχός ζήτησε να δώσει τον όρκο μπροστά στη λάρνακα του λειψάνου του μεγάλου Ευθυμίου. Ορίστηκε κιόλας ή μέρα (της ορκωμοσίας).
Τη μέρα εκείνη ο Κυριάκος κατέβαινε μαζί με τον φτωχό προς το μοναστήρι, (οπού ήταν το τίμιο λείψανο του αγίου Ευθυμίου), με πρόθεση (να ορκιστεί) - ή, σωστότερα, να επιορκήσει. . -
Αφού πέρασαν περπατώντας το δρόμο πού οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έβλεπαν πια το μοναστήρι, ο φτωχός, διαπιστώνοντας πώς ο Κυριάκος ήταν πέρα για πέρα αποφασισμένος να επιορκήσει και πώς είχε τον όρκο στην άκρη, θα λέγαμε, της γλώσσας του, φοβήθηκε, σαν να έμελλε να ορκιστεί ή να επιορκήσει ο ίδιος.
-"Έλα, του λέει τότε, ας γυρίσουμε πίσω, αδελφέ. Ή απόφαση σου και μόνο να ορκιστείς, μου είναι αρκετή για να σε πιστέψω. Δεν χρειάζεται λοιπόν να κάνεις τίποτα περισσότερο. ,
Αυτό του είπε, και τον παρακαλούσε να μην ορκιστεί. Αυτός όμως δεν τον άκουγε. Απεναντίας, νόμιζε ότι δεν θα έκανε τίποτε, αν δεν πραγματοποιούσε την επιορκία.
 

Αφού λοιπόν μπήκε στο μοναστήρι αποτόλμησε τη φοβερή εκείνη πράξη μπροστά στη λειψανοθήκη, δηλαδή πραγματοποίησε την επιορκία. Και σαν (ανόητος και) "άφρων" - πού πραγματικά ήταν - "είπε εν καρδία αυτόν- ουκ εστί Θεός" (Ψαλμ. 13:1). "Η μάλλον, επειδή αυτός ξέχασε το Θεό, νόμιζε ότι κι Εκείνος θα τον ξεχάσει. "Έτσι, γύρισε τότε στο σπίτι του ανόητα ευχαριστημένος, σαν οπαδός του Έρμη, από το κέρδος της επιορκίας.
Την άλλη νύχτα όμως, γύρω στα μεσάνυχτα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του αλλά ξύπνιος ακόμα, του φάνηκε πώς ή πόρτα του σπιτιού άνοιξε μόνη της, και πώς μπήκε μέσα κάποιος ηλικιωμένος μοναχός με πέντε νεώτερους. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ραβδί. Το σπίτι το πλημμύρισε με άπλετο φως, αλλά στον ίδιο είπε με αυστηρή φωνή και βλέμμα άγριο:
Τι ήταν αυτό πού τόλμησες, αθεόφοβε, (να κάνεις) μπροστά στη λάρνακα του Ευθυμίου;
Ό Κυριάκος είχε μείνει τελείως άφωνος και δεν μπορούσε τίποτα να βρει για ν' απολογηθεί. Γι' αυτό (ο γέροντας μοναχός) τον παρέδωσε αμέσως στους συνοδούς του και τους πρόσταξε να τον τιμωρήσουν. Αφού οι τέσσερις τον τέντωσαν, έδωσε στον πέμπτο το ραβδί του με τη διαταγή να τον χτυπάει δυνατά, για (να μάθει) να μην καταφρονεί το Θεό ούτε να δίνει ψεύτικους όρκους ούτε να ιδιοποιείται τα ξένα πράγματα.
Όταν (ο γέροντας) έκρινε πώς (ο Κυριάκος) είχε φάει αρκετό ξύλο, τον άρπαξε άπ' τα μαλλιά, Αφού πρώτα κράτησε το χέρι του νέου (πού τον έδερνε).
Δεν κατάλαβες ακόμη, ασεβέστατε, πώς υπάρχει Θεός, πού τιμωρεί τέτοιες πράξεις στη γη; Να, "ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σον άπαιτούσιν από σον" (Λουκ. 12:20). Αυτά λοιπόν πού άτιμα στέρησες (από το φτωχό), σε ποιόν θα μείνουν; Γι' αυτό σου επέβαλα και τούτη την τιμωρία, για να μπορέσουν χάρη σ' αυτήν οι άλλοι
(πού θα την πληροφορηθούν) να γίνουν καλύτεροι, κι έτσι ν' αποφεύγουν τον κίνδυνο της επιορκίας - ή μάλλον να μην ορκίζονται καθόλου, έστω κι αν σκοπεύουν να πουν την αλήθεια.
 


Αφού είπε αυτά και φοβέρισε τον Κυριάκο (ο γέροντας), έφυγε αμέσως βιαστικά μαζί με τους συνοδούς του. Ό Κυριάκος πάλι, κατατρομαγμένος από το δράμα αλλά και μην μπορώντας να υποφέρει τους πόνους από τα χτυπήματα, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να ζητάει βοήθεια από τους δικούς του. (Μόλις έτρεξαν κοντά του), τους έδειχνε (τα σημάδια από) τα χτυπήματα, ομολογούσε με συντριβή την επιορκία του και τους εξηγούσε με θρήνους τη συμφορά (πού τον είχε βρει). Έπειτα τους παρακαλούσε να τον μεταφέρουν μπροστά στη λειψανοθήκη του αγίου, γιατί, όπως έλεγε, αυτός πού του έδωσε τα ανυπόφορα τούτα χτυπήματα, θα μπορούσε ευκολότερα και να τον γιατρέψει, σαν μαθητής Εκείνου πού από τη φύση Του περισσότερο ευεργετεί παρά τιμωρεί, Αφού μάλιστα και των γιατρών τα μέσα και τα χέρια δεν μπορούν να κάνουν πολλά σε τόσο φρικτούς πόνους.
Οι δικοί του λοιπόν, όταν τ' άκουσαν αυτά και είδαν υστέρα πόσο βαριά πληγωμένος ήταν, φοβήθηκαν κι εκείνοι πολύ. Ικανοποιώντας όμως την επιθυμία του, σοφίστηκαν να τον μεταφέρουν με τον έξης τρόπο: Γέμισαν δυο σακιά με άχυρα και τα έδεσαν καλά στις πλευρές ενός γαϊδουριού. Μετά τον έβαλαν εκεί ανάμεσα, και τον έφεραν έτσι στο μοναστήρι, μπροστά στη λειψανοθήκη.


Αυτοί (πού τον μετέφεραν) μας διηγήθηκαν και όλα όσα τον αφορούσαν, δείχνοντας μας και τις πληγές πού είχε στην πλάτη. και τόσο πολύ φόβο προκάλεσαν στους αδελφούς (της μονής), ώστε από τότε δεν άφηναν πια κανέναν να ορκίζεται μπροστά στη λάρνακα του αγίου, ούτε και νόμιζαν σωστό να επιβάλλουν όρκο σε άλλον.
Εκείνοι λοιπόν έμειναν τότε μαζί μας όλη την ημέρα. Καθώς όμως έβλεπαν ότι ο Κυριάκος έχανε κι αυτές τις λίγες και αμυδρές ελπίδες (πού είχε) να ζήσει και πλησίαζε στο θάνατο, αφού ή κοιλιά του είχε ήδη ανοίξει και το στόμα του ούτε για λίγο δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εμετό, τον σήκωσαν πάλι και τον έφεραν στο σπίτι.
Έζησε μόνο εκείνη τη νύχτα. Την άλλη μέρα πέθανε.
 


Του αββα Ζωσιμά
Όταν κάποτε πήγα στην "Αγία Πόλη, (την Ιερουσαλήμ), με πλησίασε κάποιος ευσεβής και μου λέει:
Αββά, μένω μαζί με τον αδελφό μου, και από δαιμονική ενέργεια δημιουργήθηκε ανάμεσα μας κάποια εχθρότητα. Εγώ τώρα έχω μετανοήσει, εκείνος όμως δεν θέλει να συμφιλιωθούμε. Σε παρακαλώ λοιπόν, για τον Κύριο, μίλησε του για να μονοιάσουμε.
Μόλις τ' άκουσα, κάλεσα χωρίς καθυστέρηση τον αδελφό του και του είπα όσα συντελούν στην αγάπη και την ομόνοια. Εκείνος στην αρχή φάνηκε να πείθεται. Ύστερα όμως, αφού συλλογίστηκε, μου λέει:
- Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ μ' αυτόν, γιατί ορκίστηκα στο Σταυρό να μην τα φτιάξω ποτέ μαζί του!
Χαμογέλασα τότε συγκρατημένα και του είπα:


- Μεγάλη δύναμη έχει ο όρκος σου, αδελφέ! Σαν να είπες δηλαδή: "Μα τον τίμιο Σταυρό Σου, Χριστέ, δεν θα φυλάξω τις εντολές Σου, αλλά θα κάνω το θέλημα του εχθρού Σου, του διαβόλου!". και όμως, αδελφέ, όχι μόνο δεν έχεις υποχρέωση να τηρήσεις εκείνο, για το όποιο κακώς ορκίστηκες, άλλ' απεναντίας, και να μετανοείς πρέπει και να λυπάσαι γι' αυτό και να καταδικάζεις τη θρασύτητα σου, για να μη σε παγιδέψει άλλη φορά. Γιατί κι ο Ηρώδης, αν μετανοούσε και δεν τηρούσε τον όρκο του, δεν θα έκανε τον τόσο φοβερό εκείνο φόνο, αποκεφαλίζοντας τον Πρόδρομο του Χριστοί] (Ματθ. 14:1-12).
Μ' αυτά τα λόγια ήρθε σε κατάνυξη κι έβαλε μετάνοια στον αδελφό του και σε μένα.
"Έτσι, με τη χάρη του Θεού, συμφιλιώθηκαν και πάλι.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ Η ΝΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ. Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ.

 

Από το Γεροντικό

ΕΝΑΣ γέροντας είπε:
Υπάρχει άνθρωπος πού νομίζει ότι σωπαίνει, μα ή καρδιά του κατακρίνει τους άλλους. Αυτός πάντοτε μιλάει. Και υπάρχει άλλος πού μιλάει άπ' το πρωί ως το βράδυ, μα φυλάει τη σιωπή, γιατί δεν λέει τίποτα πού να μην είναι ωφέλιμο.

Ρώτησαν ένα γέροντα:
Ποια είναι ή σημασία του ρητού, "πάν ρήμα άργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, άποδώσουσι περί αυτόν λόγον" (Ματθ. 12: 36);
Και αποκρίθηκε:
Κάθε λόγος πού αναφέρεται σε υλικά πράγματα, εκτός από τα απαραίτητα, είναι αργολογίας. Μόνο ή ομιλία για σωτηρία "ψυχής δεν είναι αργολογία. Ωστόσο, και σ' αύτη την περίπτωση, είναι καλύτερο ν' αποφεύγει κανείς τα πολλά λόγια. Γιατί καθώς μιλάς για το καλό, έρχεται και το κακό.

Πήγε κάποιος αδελφός σ' ένα γέροντα και του λέει:
Αββά, πες μου μια συμβουλή για τη σωτηρία μου.
Αν επισκεφθείς κάποιον, του απάντησε εκείνος, μη βιαστείς να μιλήσεις, πριν σκεφτείς καλά (αυτά πού πρόκειται να πεις).
Ό αδελφός κατανύχθηκε από τη συμβουλή και του έβαλε μετάνοια, λέγοντας:
Πραγματικά, πολλά βιβλία διάβασα, αλλά τέτοια σοφία πουθενά δεν συνάντησα. Και έφυγε ωφελημένος.

Ό άββάς Ησαΐας είπε:
Σοφία δεν είναι το να μιλήσεις. Σοφία είναι το να γνωρίζεις πότε πρέπει να μιλήσεις και τι να πεις. Κι αν έχεις γνώση, δείξε πώς δεν γνωρίζεις τίποτα, για να ξεφύγεις από πολλούς κόπους· γιατί εκείνος πού εμφανίζεται σαν γνωστικός, φορτώνει τον εαυτό του με κόπους. Να μην καυχιέσαι για τις γνώσεις σου, γιατί (στην πραγματικότητα) κανείς δεν γνωρίζει τίποτα.

Ό άββάς Ποιμήν είπε:
Αν ο άνθρωπος θυμηθεί το ρητό πού είναι γραμμένο (στο Ευαγγέλιο), "εκ των λόγων σον δικαίωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση" (Ματθ. 12:37), θα προτιμήσει μάλλον τη σιωπή.

Ό ίδιος (άββάς) είπε:
Ένας αδελφός ρώτησε τον άββά Παμβώ, αν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του είπε: Καλύτερα είναι να σωπαίνουμε".

Ό άββάς Σισώης είπε:
- Έχω τριάντα χρόνια τώρα, πού δεν παρακαλώ το Θεό για αμαρτία, δηλαδή για οποιαδήποτε άλλη, παρά για τούτο μόνο προσεύχομαι: "Κύριε Ιησού", λέω, "φύλαξε με από τη γλώσσα μου". Και όμως, μέχρι σήμερα, καθημερινά πέφτω και αμαρτάνω με τη γλώσσα.
 

Του αγίου Έφραίμ
Εκείνος πού λέει πολλά λόγια, (όταν βρίσκεται) ανάμεσα σε αδελφούς, θα προκαλέσει πολλές φιλονικίες και πολλή αντιπάθεια εναντίον του. "Αν όμως δύσκολα ανοίγει τα χείλη του, θα γίνει αγαπητός.
Αδελφέ, όταν ο αθλητής αγωνίζεται, κρατάει σφιχτό το στόμα του. Σφίγγε κι εσύ το στόμα σου, (συγκρατώντας το) από τα περιττά (λόγια), και θα έχεις (ψυχική) ανάπαυση.
Όποιος λέει πολλά λόγια, γίνεται αντιπαθητικός. "Όποιος όμως προσέχει το στόμα του, γίνεται αγαπητός.
Όποιος φυλάει το στόμα του, φυλάει Και την ψυχή του. Απεναντίας, ο αυθάδης αυτοκαταστρέφεται ή (πάντως) "εγγίζει συντριβή", όπως είναι κάπου γραμμένο (Παροιμ. 10:14).
Ό κήπος πού δεν έχει φράχτη, ποδοπατιέται Και ερημώνεται.
Κι αυτός πού δεν φράζει το στόμα του, χάνει τους (πνευματικούς) καρπούς του.

Άντιόχου του Πανδέκτη
Σ όλες τις περιστάσεις μας συμφέρει ή σιωπή. "Αν πάλι ρωτήσει κανείς, γιατί ο Παύλος "παρέτεινε τον λόγον μέχρι μεσονυκτίου" (Πράξ. 20:7), θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε: Πρώτα-πρώτα, επειδή έμελλε να φύγει. Κι έπειτα, επειδή (οι ακροατές του) ήταν νεοκατήχητοι. Το κήρυγμα δηλαδή βρισκόταν τότε ακόμα στην αρχή του, Και γι' αυτό είχαν ανάγκη από πιο πολλή στήριξη. Πέρα άπ' αυτά όμως, ο Παύλος ήταν γεμάτος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι δεν μιλούσε εκείνος, αλλά το Πνεύμα με το στόμα εκείνου, καθώς Και ο ίδιος λέει: "...δοκιμήν ζητείτε του εν εμοι λαλούντος Χρίστου..." (Β' Κορινθίους 13:3).
Οι, πνευματοφόροι λοιπόν δεν μιλάνε οπότε θέλουν αυτοί, μα όταν τους παρακινεί το Άγιο Πνεύμα, πού κατοικεί μέσα τους. Και αν κάποτε πουν πολλά, δεν βλάπτονται καθόλου, γιατί έχουν τη χάρη του Πνεύματος, πού τους φωτίζει και διατηρεί το νου τους αθόλωτο. Ωστόσο Και γι' αυτούς είναι μάλλον πιο ωφέλιμη ή σιωπή, πού επιβάλλεται στη συγκεκριμένη ώρα από τις περιστάσεις. Όσο για τα γνωρίσματα εκείνου πού έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, είναι ή πραότητα, ή ήσυχαστικότητα, ή ταπεινοφροσύνη, συνδυασμένη με πολλή σοφία Και (πνευματική) γνώση, ή έλλειψη επιθυμίας για κάθε ηδονή και δόξα του κόσμου τούτου, καθώς Και ή ακόρεστη επιθυμία για τα επουράνια.

Του αγίου Διαδόχου
Όπως όταν ανοίγονται συνεχώς Οι πόρτες των λουτρών, διώχνουν γρήγορα την εσωτερική θερμότητα προς τα έξω, έτσι Και ή ψυχή, όταν θέλει να λέει πολλά, ακόμα Και καλά, διασκορπίζει την περισυλλογή της από τη φωνητική πύλη (δηλαδή το στόμα). Γι' αυτό στερείται τα θεμελιώδη (πνευματικά) νοήματα και γίνεται ενοχλητική, μιλώντας στους τυχόντες για τους ανόητους λογισμούς της, καθώς δεν έχει πια το Άγιο Πνεύμα, πού της διατηρεί το νου χωρίς φαντασίες. Γιατί το αγαθό (Πνεύμα) αποφεύγει την πολυλογία, πού προξενεί κάθε ταραχή και φαντασία. Καλή είναι λοιπόν ή σιωπή, πού γίνεται στον κατάλληλο καιρό, γιατί δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μητέρα πολύ σοφών νοημάτων.
 


Του αγίου Μαξίμου
Εκείνος πού υποκρίνεται σιωπή για να πράξει κάτι κακό, μηχανεύεται απάτη κατά του πλησίον. Αν αποτύχει σ' αυτήν, φεύγει, προσθέτοντας στο πάθος του οδύνη (για την αποτυχία του). Αντίθετα, εκείνος πού σωπαίνει για να ωφελήσει, αυξάνει τη φιλία Και φεύγει με χαρά, γιατί έλαβε φωτισμό πού διώχνει το σκοτάδι.
Εκείνος πού σε μια συγκέντρωση διακόπτει με αυθάδεια την ακρόαση των λόγων, δεν κρύβει ότι πάσχει από φιλοδοξία. Και, υποδουλωμένος σ' αυτήν, παρουσιάζει μύριους λόγους και προτάσεις, θέλοντας να διασπάσει τον ειρμό των λεγομένων (από τους άλλους).

Του αββα Ισαάκ
Αν φυλάξεις τη γλώσσα σου, θα λάβεις από το Θεό τη χάρη της καρδιακής κατανύξεως, μέσα στην οποία θ' αντικρίσεις την ψυχή σου· δηλαδή θα λάβεις το φωτισμό του νου και θα γεμίσεις με τη χαρά του Πνεύματος. "Αν όμως σε νικά ή γλώσσα σου, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από το σκοτάδι (του νου). "Αν δεν έχεις καθαρή καρδιά, έχε τουλάχιστον καθαρό στόμα, όπως είπε κάποιος άγιος.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ Η ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΘΡΙΑ ΠΑΘΗ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ ΑΧΡΗΣΤΕΥΟΥΝ ΚΑΘΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.




Του άββά Ισαάκ

ΝΑ ΜΗ μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε ένοχοι. Και αν τον αποδοκιμάζεις από ζήλο Θεού, να κλάψεις για χάρη του. Να μη μισήσεις τον 'ίδιο, αλλά τις αμαρτίες του. Για τον ίδιο να προσευχηθείς, κι έτσι θα μοιάσεις στο Χριστό, πού δεν αγανακτούσε εναντίον των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν πολύ γι' αυτούς· έκλαψε μάλιστα Και για την Ιερουσαλήμ (Ματθ. 23:37. Λουκ. 13:34). Αφού, άλλωστε, κι εμάς μας ξεγελάει σε πολλές περιπτώσεις ο διάβολος, γιατί να μισήσουμε Και ν' αποστραφούμε εκείνον πού, κατά την αντίληψη μας, εξαπατήθηκε από τον κοινό μας εχθρό;
Αν μισείς τον αμαρτωλό για τούτο, ότι δηλαδή δεν είναι, κατά τη γνώμη σου, ενάρετος, δείχνεις έτσι ότι κι εσύ αμαρτωλός είσαι, Αφού δεν έχεις αγάπη. Και οποίος δεν έχει αγάπη, δεν έχει μαζί του Και το Θεό· γιατί ο Θεός είναι προπαντός αγάπη (Α' Ίω. 4:8,16).
Να μη μισείς λοιπόν Και να μην κατατρέχεις τον αμαρτωλό, αλλά, με τη συμπάθεια (πού θα του δείξεις), να γίνεις κήρυκας της αγαθοσύνης του Θεού, ο Όποιος, μολονότι είσαι ανάξιος, σε φροντίζει. Δεν σε παραμελεί ούτε σε αποστρέφεται ούτε σε τιμωρεί για τα πολλά Και μεγάλα σου αμαρτήματα. Μιμήσου λοιπόν κι εσύ,
όσο μπορείς, την ευσπλαχνία Του και την αγαθότητα Του, και γίνε σπλαχνικός απέναντι στο συνδουλό σου, ώστε, με τη μικρή δική σου συμπάθεια, να πάρεις σαν αμοιβή από το Θεό την απροσμέτρητη συμπάθεια Του.
 


Από το Γεροντικό
Ό άββάς Μακάριος είπε:
Αν θυμόμαστε τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, αχρηστεύουμε μέσα μας τη δύναμη της μνήμης του Θεού. "Αν όμως δεν θυμόμαστε τα κακά πού υποφέρουμε, θα μείνουμε ανίκητοι από τους δαίμονες.
Ένας γέροντας είπε:
Αυτός πού κλέβει ή λέει ψέματα ή κάνει οποιαδήποτε άλλη αμαρτία, πολλές φορές, αμέσως μετά τη διάπραξη της, αναστενάζει και κατηγορεί τον εαυτό του και έρχεται σε μετάνοια. Εκείνος όμως πού έχει μνησικακία στην ψυχή του, και όταν τρώει και όταν κοιμάται και όταν βαδίζει, κατατρώγεται σαν από σαράκι και έχει πάντα την αμαρτία του αχώριστο σύντροφο. Ή προσευχή του γίνεται κατάρα και οι κόποι του όλοι πάνε χαμένοι, έστω κι αν χύσει το αίμα του για το Χριστό.
Δυο αδελφοί, πού πιάστηκαν σε καιρό διωγμού, οδηγήθηκαν στα βασανιστήρια. Αφού λοιπόν τους βασάνισαν μια φορά, τους έριξαν στη φυλακή.
Από δαιμονική ενέργεια όμως δημιουργήθηκε ανάμεσα τους μια παρεξήγηση και ψυχρότητα. Ό ένας τους μεταμελήθηκε γρήγορα κι έβαλε μετάνοια στον αδελφό του, λέγοντας:
Αύριο πρόκειται να θανατωθούμε. Ας λύσουμε λοιπόν την έχθρα κι ας κάνουμε αγάπη. Μα ο άλλος δεν μαλάκωνε. Την επόμενη μέρα, αφού οδηγήθηκαν και πάλι στο δικαστήριο, βασανίστηκαν. και εκείνος πού δεν δέχθηκε τη μετάνοια του αδελφού, νικήθηκε με το πρώτο χτύπημα! Τον ρωτάει λοιπόν ο άρχοντας:
Γιατί χθες, ενώ τόσο πολύ βασανίστηκες, δεν υποχώρησες; Επειδή χθες, απάντησε εκείνος, ήμουν αγαπημένος με τον αδελφό μου, και γι' αυτό με δυνάμωνε ή χάρη του Θεού. Σήμερα όμως, πού του κράτησα μνησικακία, έφυγε από πάνω μου ή σκέπη και ή ενίσχυση του Θεού.
 
 

Του αββά Ησαΐα.
Αν ένας αδελφός σου κάνει κακό και τον κατηγορήσει κάποιος μπροστά σου, φύλαξε την καρδιά σου, για να μην ανανεωθεί μέσα σου ή κακία. Θυμήσου αμέσως τις αμαρτίες πού έχεις κάνει ενώπιον του Θεού και πού θέλεις να σου συγχωρηθούν, και μην
ανταποδώσεις (το κακό) στον πλησίον σου.
Αν ακούσεις ότι κάποιος είπε κακό λόγο για σένα, και τον συναντήσεις κάπου ή σε επισκεφθεί, δώσε, όσο μπορείς, στο πρόσωπο σου έκφραση πρόσχαρη και καλοσυνάτη και μην του πεις τίποτε άπ' όσα άκουσες. Γιατί είναι γραμμένο: ""Ος μνησικακεί, παράνομος" (Παροιμ. 21:24).

Του αββά Μάρκου
Ή κακία, όταν τη μελετάει κανείς με τη σκέψη του, αποθρασύνει την καρδιά· όταν όμως την καταπολεμεί με την εγκράτεια και την ελπίδα, τότε τη συντρίβει.
 


Του αγίου Μαξίμου
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν ο νους φέρνει μπροστά του το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι έχει μνησικακία εναντίον του. Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο (Παροιμ. 12:28), γιατί κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του θείου νόμου (Παροιμ. 21:24).
Αν εσύ έχεις μνησικακία εναντίον άλλου, να προσεύχεσαι γι' αυτόν, και σταματάς έτσι την κίνηση του πάθους, γιατί με την προσευχή απομακρύνεται ή λύπη από τη θύμηση του κάκου πού σου έκανε. Όταν μάλιστα αποκτήσεις αγάπη και φιλανθρωπία, θα εξαφανίσεις εντελώς το πάθος από την ψυχή σου.
Αν πάλι κάποιος άλλος μνησικακεί εναντίον σου, να γίνεις ευεργετικός και ταπεινός απέναντι του, να τον καλείς σε γεύμα, να τον κάνεις παρέα, να συζητάς μαζί του, κι έτσι θα τον απαλλάξεις από το πάθος.

Του αγίου Εφραίμ
Ό καπνός διώχνει τις μέλισσες και ή μνησικακία την (πνευματική) γνώση από την καρδιά. Να προσεύχεσαι στον Κύριο και να χύνεις δάκρυα μπροστά στην αγαθότητα Του, "ως θυμίαμα ενώπιον αυτόν" (πρβλ. Ψαλμ. 140:2), και ή μνησικακία να μη βρίσκει θέση στην ψυχή σου.


ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ - Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΌΣΟΙ ΤΗΝ ΥΠΟΜΕΝΟΥΝ ΑΓΟΓΓΥΣΤΑ ΤΕΛΙΚΑ ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΙ, ΕΝΩ ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΧΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ.



Του Παλλαδίου

ΤΗΝ Καισαρεία της Παλαιστίνης ή παρθένα θυγατέρα ενός πρεσβυτέρου διακορεύτηκε (από κάποιον) και έμεινε έγκυος. Ό διακορευτής της την ορμήνεψε να συκοφαντήσει (σαν ένοχο) κάποιον αναγνώστη της πόλης, (πού λεγόταν Ευστάθιος). Καθώς λοιπόν ανακρινόταν από τον πατέρα της, κατηγόρησε τον
αναγνώστη. Ό πρεσβύτερος ενημέρωσε τον επίσκοπο. και ο επίσκοπος, αφού συγκάλεσε το ιερατείο, έφερε στη μέση τον αναγνώστη και άρχισε να τον ρωτάει για το ζήτημα.
Εγώ δεν έχω σχέση μ' αυτή την υπόθεση, αποκρίθηκε εκείνος.
Ό επίσκοπος αγανάκτησε (με την άρνηση του) και του λέει αυστηρά: Δεν ομολογείς, άθλιε, την αμαρτία σου; Δεν μετανιώνεις; Εγώ, σε παρακαλώ, (δέσποτα), είπα την αλήθεια: Δεν έχω
(καμιά) σχέση μ' αυτή την υπόθεση. Δεν είμαι ένοχος για την ανομία πού διαπράχθηκε σε βάρος εκείνης (της νέας). Αν όμως θέλετε να με ακούσετε να ομολογώ αυτό πού δεν έκανα, τότε το έχω κάνει!
Όταν είπε αυτό, ο επίσκοπος τον καθήρεσε από το αξίωμα του αναγνώστη. Εκείνος τότε έπεσε στα πόδια του και παρακαλούσε:
Αφού έτσι αποφάσισες, άγιε επίσκοπε, ότι δηλαδή, επειδή είπα πώς αμάρτησα, δεν είμαι άξιος κληρικός της αγιοσύνης σου, πρόσταξε να μου δοθεί από τώρα αυτή σαν γυναίκα μου. Ούτε εγώ πια είμαι κληρικός, ούτε εκείνη παρθένα.
Ό επίσκοπος και ο πατέρας της, νομίζοντας κοντά στα άλλα ότι είχε ξετρελαθεί μαζί της και δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να την αποχωριστεί, του την έδωσαν για σύζυγο.
Εκείνος αμέσως την οδήγησε σ' ένα γυναικείο μοναστήρι, και παρακάλεσε την ηγουμένη να την κρατήσει, ώσπου να γεννήσει. και Αφού την άφησε εκεί, αποσύρθηκε σε κάποιον ξερότοπο, κλείστηκε σ' ένα κελί και επιδόθηκε σε υπερβολικά σκληρή άσκηση.
Με την καρδιά γεμάτη συντριβή, απευθύνθηκε στο Χριστό, λέγοντας Του με πολλά δάκρυα:
Εσύ, Κύριε, πού είσαι ο καρδιογνώστης όλων, γνωρίζεις και τις δικές μου πράξεις, Αφού γνωρίζεις τα πάντα πριν γίνουν και κά θε ανθρώπου τη σκέψη. Εσύ είσαι ο γρήγορος εξεταστής των λογισμών. Εσύ είσαι ο βοηθός όσων αδικούνται και ο δίκαιος υπερασπιστής όσων συκοφαντούνται, γιατί δεν σου αρέσει καμιά αδικία. "Πάσα ροπή ζυγού δικαιοσύνη παρά σοι". (Παροιμ. 16:11). Από δω κι εμπρός λοιπόν, Κύριε, ανήκει στην αμερόληπτη και δίκαιη
κρίση Σου ή φανέρωση της αλήθειας και ή αίσια έκβαση της υποθέσεως μου.
Ενώ λοιπόν περνούσε τον καιρό του καρτερικά με τέτοιες προσευχές και με νηστείες, ήρθε ο καιρός να γεννήσει εκείνη ή ταλαίπωρη. και τότε ή δίκαιη κρίση του Θεού της φέρνει ξαφνικό και αβάσταχτο πόνο. Σκοτεινά οράματα και φοβερά βάσανα τυραννούσαν εφτά μέρες τη δύστυχη τούτη, μα το παιδί δεν έβγαινε από την κοιλιά της. και οι πόνοι γίνονταν όλο και περισσότερο πιο αφόρητοι. "Άρχισε λοιπόν με σπαραχτικές κραυγές να χτυπιέται και να φωνάζει:
- Αλίμονο μου της άθλιας! Κινδυνεύω να χαθώ, γιατί έπεσα σε δυο κακά, στην πορνεία και τη συκοφαντία! "Άλλος είναι πού με διακόρευσε, και τον αναγνώστη κατηγόρησα!
Καθώς λοιπόν δεν μπορούσε πια ούτε να ζήσει ούτε να πεθάνει, μα ούτε και να γεννήσει, κι από τη άλλη πάλι ούτε οι αδελφές άντεχαν τις δυνατές κραυγές της, έτρεξαν γρήγορα και ήρθαν να πουν στον επίσκοπο τα καθέκαστα. και μολονότι έγινε δέηση στην εκκλησία άπ' όλους, οι προσευχές του αθώου την έκαναν άκαρπη.
Σηκώθηκε τότε ο επίσκοπος και πήγε στο κελί, οπού ήταν κλεισμένος ο αναγνώστης. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του και χτυπούσε πολλή ώρα. Επειδή όμως εκείνος μήτε σημασία έδινε μήτε απαντούσε, πρόσταξε ο επίσκοπος να ξηλώσουν την πόρτα. Μπήκε λοιπόν μέσα και τον βρήκε πεσμένο καταγής.
-Αδελφέ αναγνώστη Ευστάθιε, του είπε σε τόνο απολογητικό, με τις προσευχές σου φανερώθηκε από την κρίση του Θεού ή συκοφαντία σε βάρος σου. Λυπήσου τώρα πια κι εσύ εκείνη πού σου έκανε το κακό, γιατί παραβασανίστηκε από τα δεινοπαθήματα, και απάλλαξε την από την αμαρτία της. Γιατί αυτά τα υποφέρει εξαιτίας των προσευχών σου. Παρακάλεσε λοιπόν το Θεό να τη λυτρώσει από τους ανυπόφορους πόνους της γέννας.
Ό αναγνώστης έκανε μαζί με τον επίσκοπο εκτενή προσευχή. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, εκείνη ή ταλαίπωρη ελευθερώθηκε από την αγωνία και γέννησε το παιδί. και τότε ικέτευε όλους να της συγχωρήσουν την ανομία πού έκανε σε βάρος του δικαίου.
Από κει κι έπειτα θεωρούσαν όλοι τον αναγνώστη σαν μάρτυρα. Εκείνος πάλι, αφού εγκατέλειψε κάθε μέριμνα, έφτασε σε ύψη αγίας ζωής, αξιώθηκε μάλιστα να λάβει και πνευματικό χάρισμα.
 
 


Από το βίο του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού
Ο μέγας Γρηγόριος, αφού σπούδασε ολόκληρη την ελληνική σοφία και γνώρισε εμπειρικά πόσο αβάσιμες, αντιφατικές και αψήφιστες ήταν οι δοξασίες της, έγινε μαθητής του Ευαγγελίου του Χρίστου. και πριν ακόμη αναγεννηθεί με το βάπτισμα, έκανε τέτοια ζωή, ώστε καμιά κηλίδα αμαρτίας να μη φέρει στο (ιερό) λουτρό.
Έμενε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια, όπου μαζεύονταν όλοι όσοι είχαν ζήλο για τη φιλοσοφία και την ιατρική. και ή παρουσία του ήταν ενοχλητική στους συνομηλίκους του - παρουσία ενός νέου στολισμένου με σωφροσύνη ανώτερη από των γερόντων -, γιατί του αγνού ο έπαινος αποτελούσε ντροπή για τους αμαρτωλούς.
Για να έχουν λοιπόν κάποια δικαιολογία οι ακόλαστοι και να μη φαίνονται ότι μόνο αυτοί είναι τέτοιοι (άνθρωποι), μηχανεύονται ένα τέχνασμα, για να ρίξουν λάσπη στη ζωή του μεγάλου (Γρηγορίου). και για να τον συκοφαντήσουν, παρουσιάζουν κάποια κοινή γυναίκα, από ένα παλιόσπιτο, γνωστή για την έξαχρείωσή της.
Καθώς λοιπόν εκείνος συζητούσε με σεμνότητα, όπως συνήθιζε, για κάποιο φιλοσοφικό ζήτημα με τους λόγιους άνδρες (του τόπου), πλησιάζει ή (διεφθαρμένη εκείνη) γυναίκα κουνιστή και λυγιστή, δείχνοντας, με όλα όσα έλεγε και έκανε, πώς τον γνωρίζει τάχα καλά. "Ύστερα άρχισε να παραπονιέται, ότι δεν της δίνει όσα της χρωστάει, προσθέτοντας με αδιαντροπιά και τους λόγους, για τους οποίους δεν της πλήρωνε δήθεν την αμοιβή (της ακολασίας).
"Όσοι γνώριζαν τη ζωή του αγίου, αγανάκτησαν και στράφηκαν οργισμένοι εναντίον της γυναίκας. Εκείνος, απεναντίας, ούτε ταράχθηκε, όπως αυτοί πού θύμωσαν για χάρη του, ούτε είπε τίποτα πού να δείχνει τη δυσφορία του, όπως θα 'ταν φυσικό, για τη συκοφαντία, ούτε κάλεσε κανένα μάρτυρα για το βίο του, ούτε με όρκο αρνήθηκε την κατηγορία, ούτε καυτηρίασε την κακία εκείνων πού έστησαν τη σκευωρία εναντίον του. Άλλα με ηρεμία και με φωνή κανονική στράφηκε σ' έναν από τους φίλους του και του είπε:
- Δώσε της τα χρήματα (πού ζητάει), για να μη μας ενοχλεί περισσότερο και να μην εμποδίζει τη συζήτηση πού κάνουμε.
Ή πόρνη του είπε πόσα ζητούσε από τον άγιο, και αμέσως της τα μέτρησε όλα. "Έτσι πήρε τέλος ή επιβουλή των ακολάστων εναντίον του αγνού.
Καθώς όμως εκείνη ή ξεδιάντροπη κρατούσε στα χέρια της τα κέρδη, τότε κιόλας έρχεται από το Θεό τόσο ή απόδειξη της αγνείας του νέου όσο και ο έλεγχος της συκοφαντίας των συνομηλίκων του. Τη στιγμή δηλαδή πού έπαιρνε στα χέρια τα χρήματα, (κυριεύθηκε από) δαιμονικό πνεύμα, (πού) την παραμόρφωσε. Έβγαλε ένα σπαραχτικό μουγκρητό - θηρίου περισσότερο παρά ανθρώπου - κι έπεσε στη γη μπρούμυτα, ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.
Την ίδια στιγμή οι παρόντες βρέθηκαν μπροστά σ' ένα φρικτό και φοβερό θέαμα: Ξερίζωνε και μαδούσε τα μαλλιά της με τα ίδια της τα χέρια, ενώ τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα κι από το στόμα της έβγαζε αφρούς!
Το δαιμόνιο, (πού την είχε κυριέψει), δεν σταμάτησε να την καταπνίγει, ώσπου ο ίδιος ο μέγας εκείνος (Γρηγόριος) επικαλέστηκε το Θεό και Τον παρακάλεσε να τη λυπηθεί.
Τέτοια ήταν τα περιστατικά των νεανικών χρόνων του θαυμαστού Γρηγορίου - άξια προοίμια της κατοπινής βιωτής του.
 



Από το Γεροντικό
Ένας γέροντας διηγήθηκε, ότι στα χρόνια του μεγάλου Ισιδώρου, του πρεσβυτέρου της Σκήτης, ήταν εκεί κάποιος διάκονος (Παφνούτιος). Αυτόν, για τη μεγάλη του αρετή, (ο άββάς Ισίδωρος) θέλησε να τον κάνει ιερέα, σκοπεύοντας να τον αφήσει διάδοχο του μετά την κοίμηση του. Εκείνος όμως, από ευλάβεια, δεν δέχθηκε τη χειροτονία και παρέμεινε διάκονος.
Κάποιος λοιπόν από τους γέροντες, παρακινημένος από τον εχθρό (διάβολο), τον φθόνησε. και καθώς όλοι ήταν στην εκκλησία για την ακολουθία, πήγε κι έκρυψε το βιβλίο του στο κελί του διακόνου. Ύστερα ήρθε στον άββά Ισίδωρο και του είπε:
Κάποιος άπ' τους αδελφούς μου έκλεψε το βιβλίο.
Κατάπληκτος ο άββάς Ισίδωρος αποκρίθηκε:
Ποτέ δεν έχει γίνει τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Τότε ο γέροντας εκείνος, πού είχε κρύψει το βιβλίο, λέει στον πρεσβύτερο:
Δώσε μου δυο πατέρες, για να κάνουμε έρευνα στα κελιά.
Αφού λοιπόν πήγαν κι έψαξαν πρώτα στα κελιά των άλλων, ήρθαν υστέρα και στο κελί του διακόνου. και μόλις βρήκαν εκεί το βιβλίο, το έφεραν στον πρεσβύτερο, στην εκκλησία, και του ανακοίνωσαν που το βρήκαν.
Ό διάκονος ήταν εκεί και το άκουσε. Βάζει αμέσως μετάνοια στον αββά Ισίδωρο, μπροστά σ' όλο το εκκλησίασμα, και του λέει:
Αμάρτησα! Βάλε μου επιτίμιο.
Του έβαλε πράγματι κανόνα να μην κοινωνήσει για τρεις εβδομάδες.
Κάθε φορά λοιπόν πού ο αδελφός ερχόταν στη (λατρευτική) σύναξη, στεκόταν μπροστά στην εκκλησία κι έβαζε μετάνοια σε όλους τους ανθρώπους, λέγοντας: Συγχωρέστε με, γιατί αμάρτησα.
Μετά από τρεις εβδομάδες έγινε δεκτός στη θεία κοινωνία. Αμέσως όμως δαιμονίστηκε ο γέροντας πού τον συκοφάντησε!
Άρχισε τότε να κραυγάζει και να ομολογεί (την αμαρτία του), λέγοντας: Συκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Όλο το εκκλησίασμα έκανε προσευχή γι' αυτόν, αλλά δεν θεραπευόταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος (γυρίζοντας προς το διάκονο) του λέει, μπροστά σ' όλους τους αδελφούς:
Προσευχήσου γι' αυτόν. Αφού εσύ συκοφαντήθηκες, δεν θα θεραπευθεί παρά μόνο με τη δική σου μεσολάβηση.
Πράγματι, μόλις προσευχήθηκε, αμέσως ο γέροντας έγινε καλά.

 

Στο ορός Σινά ζούσε, ανάμεσα στους άλλους πατέρες, και κάποιος πού λεγόταν Νίκων. "Όχι πολύ μακριά του κατοικούσε κάποιος Φαρανίτης, πού είχε μια κόρη.
Ένας άνθρωπος λοιπόν, πού πήγε στο σπίτι του Φαρανίτη και βρήκε την κόρη του μονάχη, γιατί ο ίδιος έλειπε, τη διέφθειρε. Με τα τη συμβούλεψε να πει στον πατέρα της, ότι ο άββάς Νίκων της έκανε το κακό.
Όταν γύρισε ο Φαρανίτης κι έμαθε τι είχε γίνει, άναψε άπ' την οργή και τη στενοχώρια. Άρπαξε το ξίφος του κι έτρεξε στο γέροντα. Στάθηκε έξω (από το κελί του) και χτύπησε (την πόρτα).
Μόλις πρόβαλε ο γέροντας, ο Φαρανίτης άπλωσε το χέρι για να τον χτυπήσει με το ξίφος. Μα παρευθύς το χέρι του ξεράθηκε!
Έτσι, μην μπορώντας πια να σκοτώσει το γέροντα, πήγε και τον κατήγγειλε στους πρεσβυτέρους, πού αμέσως έστειλαν και κάλεσαν το γέροντα.
Όταν ήρθε, του επέβαλαν πολλές σωματικές τιμωρίες, και μετά αποφάσισαν να τον διώξουν. Μα εκείνος τους παρακαλούσε: Αφήστε με εδώ, για το θεό, να μετανοήσω!
και τότε τον απομάκρυναν για τρία χρόνια από την εκκλησία και τη μετάληψη των θείων Δώρων, δίνοντας εντολή να μην τον πλησιάσει κανείς (σ' όλο αυτό το διάστημα). ,
Έτσι πέρασε τρία χρόνια, μένοντας κάθε Κυριακή γονατιστός στην είσοδο της εκκλησίας και παρακαλώντας όλους: Κάντε προσευχή για μένα!
Ύστερα όμως (άπ' αυτόν τον κανόνα του άββά Νίκωνα), δαιμονίστηκε εκείνος πού έκανε την αμαρτία και συκοφάντησε το γέροντα. και καθώς τον τυραννούσε ο δαίμονας, ομολόγησε στην εκκλησία (την αλήθεια).
Τίποτα δεν ξέρει ο δούλος του Θεού, είπε. Εγώ έκανα την αμαρτία, και έβαλα (την κόρη) να συκοφαντήσει αυτόν!
Το εκκλησίασμα, μόλις το άκουσε, κίνησε σύσσωμο για το γέροντα, πού ησύχαζε στο κελί του. Του έβαλαν μετάνοια και του είπαν: Συγχώρεσέ μας, αββά.
Κι εκείνος τους αποκρίθηκε:
Ό Θεός να σας συγχωρέσει! Εγώ όμως δεν μένω πια μαζί σας, γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένας (ανάμεσα σας) με διάκριση, για να μου δείξει κάποια συμπάθεια.
και αμέσως ο γέροντας αναχώρησε από κει. Νομίζω πάντως ότι ο γέροντας δεν έφυγε μόνο γι' αυτό πού τους είπε, καυτηριάζοντας τη σκληρότητα και την αδιακρισία τους και παρακινώντας τους έτσι σε διόρθωση, αλλά και για ν' αποφύγει την τιμή και τον έπαινο τους. Γιατί θα τον τιμούσαν βέβαια από τότε κι έπειτα, γνωρίζοντας πια τη μεγάλη του αρετή και την πνευματική ανδρεία και γενναιοφροσύνη του.
 
 

Του αγίου Μαξίμου
Όταν δουν οι δαίμονες ότι καταφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, με σκοπό να μη μισήσουμε για χάρη τους τους ανθρώπους και ξεπέσουμε έτσι από την αγάπη, τότε ξεσηκώνουν εναντίον μας
συκοφαντίες, για να μισήσουμε τους συκοφάντες, μην υποφέροντας τη λύπη.
Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη του είτε στη διαγωγή του συκοφαντείται κάποιος. και κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στη συκοφαντία, παρά μόνο οποίος στρέφει το βλέμμα του στο Θεό, όπως ή Σωσάννα (Δαν. Σωσ.: 35, 60, 62). Μόνο Εκείνος μπορεί να μας λυτρώσει από τις δύσκολες περιστάσεις, όπως έκανε και στην περίπτωση της Σωσάννας, και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.
Όσο εσύ προσεύχεσαι με την -ψυχή σου για χάρη εκείνου πού σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί (για την αθωότητα σου) όσους σκανδαλίστηκαν (λόγω της συκοφαντίας).


Του αγίου Έφραίμ
Αν σου συμβεί να συκοφαντηθείς, και μετά αποκαλυφθεί ή καθαρότητα της συνειδήσεως σου, να μην υψηλοφρονήσεις, αλλά να υπηρετείς με ταπεινοφροσύνη τον Κύριο, πού σε λύτρωσε από συκοφαντίες ανθρώπων (Ψαλμ. 118:134), για να μην καταντήσεις "πτώμα έξαίσιον" (Ιώβ 20:5).