Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΒΙΟΣ



Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395 - 408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395 - 423 μ.Χ.) από ευσεβείς και εύπορους γονείς. Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαΐς και ήταν άτεκνη. Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό. Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος. Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Όσιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα. Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς. Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό.
 


Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της.

Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος, αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια.

Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του.
 


Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό.

Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Άγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Ευφημιανού. Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού, προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό . Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του.
 


Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν. Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια. Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.

Η Κάρα του Οσίου Αλεξίου δωρήθηκε στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων το 1398 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ τον Παλαιολόγο. Κατά την πυρπόληση της Μονής από τους Οθωμανούς το 1585 μ.Χ. διασώθηκε από δύο μοναχούς.

ΠΗΓΗ


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ - ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ - ΚΑΘΙΣΜΑ - ΟΙΚΟΣ - ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ 

ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ - ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ - ΚΑΘΙΣΜΑ - ΟΙΚΟΣ - ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ







ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ 

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ





Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, 
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, 
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε• 
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, 
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, 
ἵνα κράζω σοί• Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


ΟΙ ΟΙΚΟΙ


[Ἀκροστιχίς: κατ' ἀλφάβητον]


γγελος πρωτοστάτης, 
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε• 
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα• 
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει. 
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις. 
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. 
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα. 
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως. 
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως•
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται•
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων•

Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα•
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω•
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις. 
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον. 
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν. 
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. 
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα. 
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω• 
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, 
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, 
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, 
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως• 

Ἀλληλούια.

χουσα θεοδόχον,ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, 
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. 
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν, 
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε, 
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, 
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον• 
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα. 
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν. 
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις. 
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα. 
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη•
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε•
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,ἔφη•

Ἀλληλούια.


κουσαν oἱ ποιμένες,τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν•
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, 
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, 
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα, 
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον• 
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων. 
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον. 
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς. 
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. 
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα. 
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, 
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ• 
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, 
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα, 
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, 
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες• 

Ἀλληλούια.

δον παῖδες Χαλδαίων,ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, 
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους• 
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, 
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν, 
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, 
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ• 
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας. 
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα. 
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν. 
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων. 
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα. 
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
 
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν•

Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος•
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων. 
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα. 
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν. 
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης. 
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε. 
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, 
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, 
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος• 
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν, κράζων•

Ἀλληλούια.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, εμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις•
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες•
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας. 
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα. 
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί. 
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις. 
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις. 
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, 
τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες• 
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, 
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος• 
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, 
τοὺς αὐτῷ βοώντας• 

Ἀλληλούια.

λως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος•
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα•
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα. 
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα. 
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ. 
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα. 
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος. 
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, 
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον•
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, 
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον, 
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, 
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως• 

Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, 
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε•
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον. 
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα. 
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί. 
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα. 
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα. 
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε•
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος•
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει•

Ἀλληλούια.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων. 
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, 
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε, 
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου, 
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας• 
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας. 
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος. 
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν. 
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα. 
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα. 
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

μνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, 
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου• 
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, 
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, 
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, 
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν•

Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, 
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον•
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς, 
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, 
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, 
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα• 
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους. 
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα. 
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον, 
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν, 
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας, 
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος•
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως•

Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, 
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε. 
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί, 
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, 
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας• 
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων. 
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. 
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν. 
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος. 
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι. 
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία. 

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων, 
ἁγιώτατον Λόγον•
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν, 
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας, 
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, 
τοὺς σοὶ βοῶντας• 

Ἀλληλούια.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΠΡΟΣΤΑΧΘΕΝ ΜΥΣΤΙΚΩΣ ΛΑΒΩΝ ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ - ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, 
ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, 
ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω• 
ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, 
χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι• 
Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, 
λαβόντα δούλου μορφήν, 
ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι• 
Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ - ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,

Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,

Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.

Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,

Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,

Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΤΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΣΥΧΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ, ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ, ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΠΤΩΣΕΙΣ



Γράφει ο + Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Η προ του Πάσχα περίοδος που διερχόμαστε γεννά ή θα πρέπει να γεννά κάποια ιδιαίτερα συναισθήματα μέσα μας. Η ωραιότατη και κατανυκτική υμνογραφία αυτής της περιόδου, οι πολλές λατρευτικές ευκαιρίες, η σαρακοστιανή νηστεία θέλουν να μας συγκεντρώσουν. Να σκύψουμε μέσα μας, να προβληματιστούμε, να προβούμε σε έναν αυτοέλεγχο προς ειλικρινή μετάνοια.

Ο πολύς κόσμος αγνοεί ή δεν θέλει να προσεγγίσει το νόημα των ημερών αυτών, συνεχίζοντας τη μονότονη ζωή του. Ενώ λέει πως η ζωή τον κουράζει, δεν κάνει ούτε βήμα για μια ουσιαστική αλλαγή. Δίαιτα αυστηρή κάνει, αλλά νηστεία δεν κάνει.

Στον ψυχολόγο πηγαίνει, στην τηλεόραση κάθεται ώρες, αλλά στον εξομολόγο δεν πηγαίνει, ούτε στην εκκλησία. Δεν θέλει ο άνθρωπος σήμερα να δώσει κάτι, μόνο να πάρει, δίχως μόχθο και καμία προσωπική θυσία. Φοβάται να δει κατάματα τον εαυτό του. Συστηματικά τον αποφεύγει. Αγωνιά στο εσωτερικό κενό του. Η Σαρακοστή λειτουργεί σαν ακτινογραφικό μηχάνημα, σαν φωτογραφική μηχανή, σαν καθρέφτης. Κατά κάποιο τρόπο τη θεωρούμε αποκρουστική, γιατί θα αποκαλύψει την κρυφή πραγματικότητά μας.

Το πνεύμα της καταναλώσεως, της ευκολίας, του αταπείνωτου φρονήματος δεν αφήνει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από πολλά περιττά που έχει γεμίσει η ζωή του. Η Σαρακοστή είναι μια παρέκκλιση και μια ευκαιρία για μεταμόρφωση. Μια ευχή που λέγεται στις ιερές ακολουθίες όλης αυτής της περιόδου πεντακόσιες φορές, του οσίου Εφραίμ του Σύρου, λέει να αφήσουμε το πνεύμα της αργίας, της περιέργειας, της φιλαρχίας και της αργοσχολίας και να αποκτήσουμε σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και αγάπη. Η ωραία και μεστή αυτή προσευχή καταλήγει ζητώντας από τον Θεό: “Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου”. Να αφήσουμε, δηλαδή, το κουτσομπολιό, την ετεροπαρατήρηση, τη συνεχή αυστηρή κριτική, και να στραφούμε εντός μας, διορθώνοντας τα σφάλματά μας.

Η Σαρακοστή θέλει να μας αυτοσυγκεντρώσει και να συνδράμει στη θεραπεία μας από πνευματικά νοσήματα, που μας σκοτίζουν τον νου, μας δυσκολεύουν και στενοχωρούν τη ζωή μας. Αν καταφέρουμε έναν βαθμό αυτογνωσίας και μετανοίας, τότε η Σαρακοστή δεν θα είναι μια σκυθρωπή και στείρα περίοδος, αλλά ένας σταθμός, που δεν θα είναι γεμάτος από καθηκοντολογικές υποχρεώσεις, αλλά ένα μαλάκωμα της πέτρινης καρδιάς μας, που θα οδηγήσει σε φιλαδελφεία και φιλοθεία.

Ο πολύς ορθολογισμός των δύσκολων καιρών θέλει να μας απομακρύνει μακριά κάθε μυστικισμό, ησυχασμό, μυστήριο ιερό, υπέρλογο και μεταφυσικό. Τα αποτελέσματα αυτής της απομακρύνσεως έχουν γίνει φανερά. Μελαγχολία και απελπισία επικρατούν, που θλίβουν τους πολλούς. Ωρίμασε ο καιρός για μια εκ βαθέων παραδοχή της αποστασίας και μια επιστροφή στο λίκνο της σταυρωμένης αγάπης.

Τη Σαρακοστή συχνά συμβαίνουν πειρασμοί, δοκιμασίες, σκάνδαλα και πτώσεις. Είναι για να μας ωριμάσουν περισσότερο, να μας ισορροπήσουν και να μας φρονηματίσουν. Η ζωή των χριστιανών, ας μη το λησμονάμε ποτέ, είναι σταυρική.

Δίχως σταύρωση δεν έρχεται ανάσταση. Η Σαρακοστή είναι μια ωραία και καλή προετοιμασία, ένας διάδρομος ημίφωτος, που οδηγεί σε φωτεινό σαλόνι. Τα πόδια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Προσευχή και νηστεία δίχως ταπείνωση και αγάπη δεν έχουν κανέναν καρπό. Νηστεία και προσευχή θέλουν να μετριάσουν τον πολύ εγωισμό μας.Ας μη χάσουμε την ευκαιρία και αυτής της Σαρακοστής, καθώς πλησιάζει στη δύση της. Μέσα στην Εκκλησία τα προβλήματα βρίσκουν λύση. Ο παγερός χειμώνας φέρνει την άνοιξη. Το Τριώδιο το ακολουθεί το Πεντηκοστάριο. Η συννεφιά ποτέ δεν είναι μόνιμη. Μετά από αυτήν η λιακάδα είναι πιο ωραία. Τώρα, όπως λέει ένα υπέροχο τροπάριο, είναι“μετανοίας καιρός και δεήσεως ώρα”.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 14/3/2010

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ : ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑΣ

  

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ: ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑΣ


Α. Τα στάδια της ταπεινώσεως.
Η ταπείνωση είναι μία σκάλα με εκατομμύρια σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι πατά στη γη, και το τελευταίο, αν υπάρχει, ακουμπά στον ουρανό. Το πρώτο είναι η στοιχειώδης ταπείνωση, και το τελευταίο είναι η "τελεία" ταπείνωση, που είχε η Παναγία.
Η στοιχειώδης ταπείνωση περιλαμβάνει: την πίστη στον Τριαδικό Θεό, στη διδασκαλία της Γραφής και της Εκκλησίας. Να πιστεύεις δηλαδή σ’ όσα λέει το "πιστεύω" κι όχι όπως εσύ νομίζεις. Την ταπείνωση αυτή την έχουν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Μετά το πρώτο σκαλοπάτι αρχίζει η γνήσια ταπείνωση, που συνεχώς ανέρχεται.
Διαφορετική είναι η ταπείνωση των αρχαρίων και διαφορετική των τελείων. "Άλλη η ταπείνωση, όταν επικρατεί ο χειμώνας των παθών, άλλη, όταν έρθει η άνοιξη των καρπών, κι άλλη, όταν έρθει το θέρος των αρετών" Λόγος 25. Άλλη η ταπείνωση, όταν κανείς βρίσκεται στο πεδίο της καθάρσεως, άλλη, όταν βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού, κι άλλη στο στάδιο της θεώσεως.
Την προοδευτική αυτή πορεία της ταπείνωσης την παραθέτουμε συνοπτικά, έχοντες ως οδηγό πάντοτε τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος Λόγος.


Πρώτο στάδιο.
"Όταν αρχίζει να ανθίζει μέσα μας, μισούμε ευθέως μετά πόνου πάσαν άνθρωπίνην δόξαν και ευφημίαν" Λόγος 25.8 και "υποδεχόμαστε την ατιμία με ανοικτά τα χέρια και την έναγκαλιζόμεθα ως "φάρμακο" καθαρτικό των αμαρτιών μας" Λόγος 25.27
Ταυτόχρονα εξορίζουμε το θυμό και την οργή.
Δεύτερο.
"Η καρδία δεν περιφρονεί τους αμαρτάνοντας, ούτε και τους κατακρίνει", ακόμα και εν διανοία.
Τρίτο.
"Η αναμφίβολος αμφιβολία για την ισχύ των καλών μας έργων", όπως χαρακτηριστικά λέει ο όσιος Ιωάννης, "και η συνεχής έφεση για μάθηση" γύρω από την πνευματική ζωή.
Τέταρτο.
"Προχωρώντας στην πνευματική ηλικία κάθε καλό που κάνομε το θεωρούμε μηδέν ή βδέλυγμα. Κάθε μέρα πού περνά, νοιώθομε πως αυξάνεται το βάρος των αμαρτιών μας, εξαιτίας των κρυφών και ασυναίσθητων αμαρτιών και αμελειών, που σκορπίζουν τον πλούτο της ψυχής. Το δε πλήθος των χαρισμάτων που χορηγεί ο Θεός το βλέπουμε σαν αιτία μεγαλύτερης τιμωρίας, γιατί δε μας αξίζει. Λόγος 26.28.
Πέμπτο.

Εισήλθες στην τροχιά της τελείας ταπείνωσης. "Θα γνωρίσεις ότι απέκτησες μέσα σου την οσία αυτή ουσία, από τον κατακλυσμό του αρρήτου φωτός και τον απερίγραπτο έρωτα της προσευχής".

  


Β. Πέρασες το πρώτο σκαλοπάτι;
α. Όταν δεν καυχιέσαι για φυσικά χαρίσματα.
Πώς θα καταλάβεις, αν ξεπέρασες τη στοιχειώδη μορφή της ταπείνωσης; Ιδού το σημείο: "Αν ο λογισμός δεν καυχάται πλέον για φυσικά προτερήματα αυτό είναι σημάδι, ότι αρχίζει να έρχεται η υγεία. Καυχάσαι με την διάνοια, ότι είσαι ρήτορας, καλλικέλαδος αηδών, ευφυής, εύρωστος, ωραίος; Μάθε, ότι είσαι ακόμα στο πρώτο σκαλοπάτι της μεγάλης κλίμακας της ταπείνωσης! Έχεις ακόμα ν’ ανεβείς χιλιάδες σκαλοπάτια.

β. Όταν υπακούς.
"Ο ταπεινόνους", λέει ο όσιος μας, "θεωρεί το θέλημα του πεπλανημένο και το αποστρέφεται με βδελυγμία. Υπακούει στους διδασκάλους του, χωρίς να εξετάζει και να περιεργάζεται τη ζωή τους".
Αν δεν υπακούς στον ιερέα σου, επειδή τον θεωρείς αμαρτωλό, πατάς ακόμα τό πρώτο σκαλοπάτι! Επί τη ευκαιρία: Γιατί δεν υπακούς; Από ταπείνωση ή από εγωισμό;

γ. Όταν έχεις αυτομεμψία.
"Η ταπεινοφροσύνη είναι θεϊκή σκέπη, που σκεπάζει τους οφθαλμούς μας να μη βλέπουμε τα κατορθώματα μας" και έτσι ανάβει μέσα μας το θείο φως, και βλέπομε τα σφάλματα μας. Οπότε συνεχώς καταδικάζομε τον εαυτό μας.


Γράφει το βιβλίο της "Κλίμακος": "Η οσία ταπείνωση δεν καταδικάζει τους άλλους", αλλά καταδικάζει εν διανοία συνεχώς και ειλικρινώς τον εαυτό μας" και μόνο τον εαυτό μας. Κι αυτό σημαίνει στη πράξη:
Φιλονίκησες με κάποιον. Ακούτε και οι δύο σας το ίδιο κήρυγμα- ότι αιτία της φιλονικείας είναι ο εγωισμός. Αν έχεις αυτομεμψία, θα πεις: "φιλονίκησα με τον αδελφό μου, επειδή έχω εγωισμό. Αν δεν έχεις, θα πεις, φιλονίκησε μαζί μου, επειδή έχει εγωισμό. Καλά του τα λέει ο κήρυκας!..".

 
 
 

Αυτομεμψία, όχι ταπεινολογία.

Η αληθινή αυτομεμψία έχει μέσα της την ανόθευτη ταπείνωση. Λες: "είμαι ο χειρότερος αμαρτωλός". Αν το πιστεύεις, ό,τι και να σου πει εις βάρος σου ο άλλος, δεν εξεγείρεσαι. Σου είπε αυτό που πιστεύεις. Και αν αρχίζει να σε επαινεί, ούτε καν σε συγκινεί ο έπαινος του. Επειδή ακριβώς δεν σε εκφράζει.
Αν όμως δεν πιστεύεις, ότι είσαι ο χειρότερος αμαρτωλός, ό,τι και να σου πει εις βάρος σου ο άλλος, θυμώνεις. Και αν αρχίσει να σε επαινεί, μέσα σου θα ηδονίζεσαι. Γιατί σε εκφράζουν οι έπαινοι του. Πού είναι λοιπόν η ταπείνωση σου; Ταπεινολογούσες!...
Γράφει ο μεγάλος ιατρός μας, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: "όποιος λέει ότι οσφράνθηκε καλά την ευωδία ενός τέτοιου μύρου (δηλ. της ταπεινώσεως) και συγχρόνως, όταν ακούει επαίνους, συγκινείται κάπως η καρδιά του, ή βλέπει ότι δονείται από τη δύναμη των επαινετικών λόγων η καρδιά του, αυτός, ας μην απατάται, έχει πλανηθεί".
Η καρδιά του, (κατά τον Προφήτη Ησαΐα), έχει στάχτη και αυτός νομίζει πως έχει χρυσάφι.

 
  


Γ. Ταπείνωση και έργα.
Είναι γνωστή η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ο Φαρισαίος ήταν ακριβής τηρητής του νόμου. Νήστευε, προσεύχονταν, έκανε ελεημοσύνες. Αντίθετα ο Τελώνης ήταν περιφρονητής του θείου νόμου, "έπινε το αίμα τού φτωχού λαού". Αυτοί οι δύο ήταν τα δύο άκρα της εποχής εκείνης. Και πήγαν στο Ιερό για προσευχή. Και ο Θεός δέχτηκε ως εύοσμο θυμίαμα την προσευχή του Τελώνη! Ο άδικος Τελώνης νίκησε το δίκαιο Φαρισαίο.
Τα καλά έργα έφεραν στο Φαρισαίο υπερηφάνεια "μυίαι θανατούσαι σαπριούσι ελαίου ηδύσματος". Όταν ψοφήσουν οι μύγες στο μυρωμένο λάδι, βρωμίζουν όλο το λάδι. Η υπερηφάνεια αχρήστεψε όλα τα καλά έργα του Φαρισαίου. "Όταν απουσιάζει το φως, όλα είναι σκοτεινά. Και όταν απουσιάζει ή ταπείνωση, όλα τα κατορθώματα μας είναι άχρηστα".
Αντίστροφα τα αμαρτωλά έργα έφεραν στον Τελώνη συντριβή, ταπείνωση. Και αυτή η ταπείνωση ήταν τόσο ισχυρό καλλυντικό, ώστε μετέτρεψε σε ευωδία τη δυσωδία των ακαθάρτων έργων του. "Καλλίτερα ένας νέος φτωχός και συνετός από βασιλιά ασύνετο και άφρονα", λέει η Γραφή.
Στην περίπτωση μας ό φτωχός και συνετός νέος είναι ο Τελώνης, ενώ ο ασύνετος βασιλιάς είναι ο Φαρισαίος. Ήτοι, καλλίτερα αρέσει στο Θεό ένας αμαρτωλός με ταπείνωση και συντριβή, παρά ένας ενάρετος με εγωισμό.
Με άλλα λόγια: ό Θεός δε θέλει αμαρτίες με ταπείνωση. Θέλει έργα με ταπείνωση. Θέλει τα έργα του Φαρισαίου και την ταπείνωση του Τελώνη. "Του Φαρισαίου τας αρετάς σπεύσωμεν μιμείσθαι και ζηλούν την του Τελώνου ταπείνωσιν" Τριώδιον, Κυριακή του Τελώνου, ωδή ε.
 


Δ. Ταπείνωση: Ο θησαυρός των αγαθών.
α. "Εταπεινώθην και έσωσέν με" Ψαλμ. 114.6.
Ο Μέγας Αντώνιος είδε εν όράματι την οδό που οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Την είδε γεμάτη από παγίδες και... συγκλονίστηκε! Γιατί άραγε; Είδε παγίδες εκεί που δεν περίμενε να δει. Εκεί όπου αυτός ο μεγάλος έμπειρος των παγίδων του διαβόλου, ούτε καν τις υποψιαζόταν! Κύριος γνωρίζει, τι είδε!!! Και τρομαγμένος λέει στο Θεό: "αν ο δρόμος αυτός κρύβει τέτοιες παγίδες, ποιος θα τις ξεπεράσει;" Και η απάντηση τού Θεού ήταν "Η ταπείνωση!" (Γεροντικό).
Ο Κύριος "τους ταπεινούς τω πνεύματι σώσει" Ψαλμ. 33. Θα σώσει τον ταπεινό στο πνεύμα, αυτόν που δεν θεωρεί τον εαυτό του σοφό, αλλά φτωχό. Και γι αυτό δεν ακολουθεί τον λογισμό του, όσο καλός και αν του φαίνεται. "Ο ταπεινόνους", λέει ο όσιος Ιωάννης, "και όταν ακόμα όλα τα σκέπτεται και τα πράττει κατά Θεό και τότε ακόμα δεν δίνει εμπιστοσύνη στον εαυτό του". Και τη συμβουλή που θα πάρει ευθύς την εφαρμόζει, γιατί είναι φτωχός "τω πνεύματι".
Είπεν ο Αβάς Ησαΐας: "η απλότης του χαρακτήρος και το να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του σπουδαίο αγιάζουν την καρδιά του ανθρώπου και τον καθιστούν απρόσβλητον από τον διάβολον". Και οδηγείται ολοταχώς προς την βασιλεία του Θεού!
Στενή η οδός πού οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Και η πύλη του παραδείσου είναι και στενή αλλά και χαμηλή. Και για να την περάσεις πρέπει να "ξεφουσκώσεις", από τον εγωισμό και να ταπεινωθείς. "Χωρίς ταπείνωση κανείς δεν πρόκειται να εισέλθει στον ουράνιο νυμφώνα".


β. "Επί τίνα επιβλέψω;"Ο Θεός φαίνεται να μονολογεί και να λέει: «και επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου» Ήσ. 66.2 Ποιόν άνθρωπο πάνω στη γη να συμπαθήσω; Ποιόν άλλον, παρά τον ταπεινό, τον ήσυχο και τον τρέμοντα τους λόγους μου. Πρώτα βάζει τον ταπεινό. «Ιδού λοιπόν, τι ο άνθρωπος δύναται να προσφέρει εις τον Θεόν εις ανάπαυσιν και κατοικίαν. Την συντετριμμένην και τεταπεινωμένην καρδίαν του. Ούτε οι μεγαλοπρεπείς ναοί, ούτε άλλο τι εις την άψυχον δημιουργίαν, ούτε τα αφιερώματα, τα εις τους ναούς προσφερόμενα, αρέσκουν εις τον Κύριον του ουρανού και της γης όσον η καρδία η ταπεινή και η μετά φόβου επιμελουμένη την τήρησιν των εντολών του. Χριστιανέ! Αυτόν τον Οποίον δεν χωρεί ο κόσμος ολόκληρος, δύναται να χωρέσει η πτωχή σου καρδία. Και να εύρη ο αυτάρκης και πάμπλουτος Θεός ανάπαυσιν εις την γυμνήν καρδίαν σου.» (Τρεμπέλα Υπόμνημα εις τον Ησαία)
Με άλλα λόγια ο Ίδιος ο Θεός μας λέει ότι η συμπάθεια Του είναι ο ταπεινός! Απ’ αυτόν μαγεύεται και σαγηνεύεται. Και γι’ αυτό σ’ αυτόν δίδει τη χάρη Του. "Ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν".
Το έδειξε άλλωστε εμπράκτως με την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου.


γ. Ταπείνωση: Μητέρα χαρισμάτων.Εφόσον η ταπείνωση σαγηνεύει τον Θεό, είναι λογικό να εμφανίζεται ο Θεός σε ταπεινές ψυχές. "Απλότητι δε και ταπεινώσει ο Θεός εμφανίζεται και ου κόποις" (Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός). "Η γάρ σωματική γύμνασις προς ολίγον εστίν ωφέλιμος" Α' Τιμ. 4.8.
Πολλοί ασκητές προκειμένου να αποκτήσουν πλούτο χαρισμάτων, αγάπη, θαυματουργικό και προορατικό χάρισμα, λιώνουν τη σάρκα τους στην άσκηση. Αδίκως βασανίζονται διότι λησμόνησαν οι ταλαίπωροι, λέει ο όσιος Ιωάννης, ότι κυρίως η ταπείνωση είναι η μητέρα αυτών των χαρισμάτων και όχι ο κόπος.

 


Ε. Πως αποκτάται.


"Εράσθητι αυτής και δοξάσθητι" Παροιμ. 4.6. Το αγιογραφικό αυτό χωρίο χρησιμοποιεί ο Μέγας Βασίλειος, όταν ομιλεί για την απόκτηση της ταπεινώσεως. Να επιδιώκεις, λέει, την ταπείνωση σα να την έχεις ερωτευθεί.
Για την απόκτηση της απαιτείται και η κατά δύναμη σωματική άσκηση. Προπαντός δε η πολύπλευρη εσωτερική άσκηση. Και να ένας τρόπος:
Έλεγε Γέρων: "Συνήθισε να λες σιγά - σιγά από την καρδιά σου για τους αδελφούς: "Πραγματικά αυτοί είναι ανώτεροι μου στην εκτέλεση των εντολών του Θεού. Και πάλιν: Είναι σπουδαιότεροι μου. Έτσι θα θεωρείς τον εαυτό σου κατώτερο όλων. Και θα κατοικήσει το πνεύμα του Θεού εντός σου. Ο Μ. Βασίλειος λέει κάτι πιο "τολμηρό": "Να μην υπερηφανεύεσαι ποτέ εις βάρος του άλλου ούτε ακόμα και αυτών των υπερβολικά αμαρτωλών!" Να μην επιτρέψεις δηλαδή ποτέ στο λογισμό σου να καυχηθεί, ότι είσαι καλύτερος και από τον χειρότερο εγκληματία! Σου κακοφαίνεται; Άρα έχεις καλή ιδέα για τον εαυτό σου! Ένας λόγος παραπάνω να εφαρμόσεις την σοφή παραίνεση του Μ. Βασιλείου.

Ό Απ. Παύλος το έλεγε και το πίστευε: "Είμαι ό πρώτος αμαρτωλός του κόσμου"(Α' Τιμ. 1.15).


«ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΕΜΟΥ»
ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - ΝΑ ΕΙΣΑΙ / ΟΧΙ ΝΑ ΦΑΙΝΕΣΑΙ

 
Επιμέλεια - σύνταξη κειμένου Βόγκλης Αλέξανδρος Αξ/κος ΠΝ.


Και όμως το καρναβάλι δεν τελείωσε με το κάψιμο του Καρνάβαλου την κυριακή της Τυρινής.

Και όμως, οι μάσκες των ανθρώπων δεν θα φύγουν από τα πρόσωπά τους την Μεγάλη Σαρακοστή..

Απλά τα πρόσωπα, θα ντυθούν φαινομενικά για λίγες ημέρες στην αρχή με το προσωπείο του “καλού και γεμάτου αγάπη προσώπου”.

Οι Εκκλησίες κάθε φορά που θα χτυπά η καμπάνα, θα γεμίζουν από ένα κράμα Κόσμου με διαφορετικές ερμηνείες πάνω στο θέμα της “Αγάπης” και της “Συγχώρεσης” ανάλογα με τις προσωπικές ανάγκες και τα συμφέροντα του καθενός.

Ο ανταγωνισμός και η συνήθεια της αρρωστημένης θρησκευτικότητας θα φέρει τον Εγωισμό πάνω από την περίοδο της Ταπείνωσης και της Μετάνοιας αφού όλοι θα έχουν άποψη και εμπειρείες (ανύπαρκτες) περί του Ευαγγελίου, της Νηστείας και όλων των πνευματκών θεμάτων - που τις περισσότερες φορές πρώτη φορά ηχούν στα αυτιά τους-.

Ο υλισμός και ο Ανθρωπομορφισμός που έχουμε προσδώσει στον Θεό, θα οδηγήσει τους περισσότερους σε μια “τυπική έως μηδενική” σχέση με την Εκκλησία και τον πνευματικό Πατέρα.

Μια “κούφια” και “κενή” περίοδος απλά ξαναρχίζει....

Η ελεημοσύνη, η αυτογνωσία, η παραδοχή των λαθών μας , η έμπρακτη Αγάπη θα περιοριστεί στα ποσταρίσματα στα μέσα επικοινωνίας, ίσως για να καλύψουμε τα δικά μας κενά και τις ανασφάλειες μας σε σχέση με τον κοινωνικό περίγυρο εξ αιτίας της “αρρωστημένης θρησκευτικότητάς μας”...



Ανοίγω το facebook και βλέπω ανθώπους να ζητούν αγάπη, ειλικρίνεια, αλήθεια, σωστή φιλία, να ποστάρουν εικόνες Αγίων, προσευχές κλπ....



Μετά από λίγη ώρα οι ίδιοι άνθρωποι ξεκινάνε μια “ξινύλα”, μια “αρνητικότητα”, μια “κακία” που στην ουσία απλά διαψεύδονται και ακυρώνουν τα προηγούμενα τους...



Μήπως έχουμε χάσει λίγο την μπάλα και έχουμε μπερδέψει τα πράγματα?



Μήπως βάζουμε την μάσκα του Ευσεβοφανούς όταν είμαστε στον κόσμο και αφήνουμε τον Εγωισμό μας να μιλάει για μας?



Ο Άγιος Πα’ί’σιος έλεγε : Με ύφος Αββά και ήθος Αγά...



Μήπως θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάνουμε λάθη και ότι αδικούμε κάποιους με την συμπεριφορά μας?



Τι ουσία έχει να ξεκινάω Σαρακοστή, να παραγγέλνω λαγάνες και θαλασσινά την Καθαρά Δευτέρα, όταν την προηγούμενη Κυριακή στον Εσπερινό της Συγγνώμης που πήγα (υποτίθεται για να συγχωρεθώ και να δώσω και εγώ την Αγάπη μου σε εκείνους που θα μου ζητήσουν Συγγνώμη) βλέπω τον άλλον ή την άλλην και γυρνάμε τα κεφάλια μας σε άλλες κατευθύνσεις μέσα στον Ναό?



Βγαίνω με παρέα στην ταβέρνα ή σε κάποιο ουζερί ημέρα Νηστείας - που το γνωρίζω - για να πώ στους άλλους ότι Νηστεύω και να αρχίσω μια συζήτηση “αμπελοφιλοσοφία” με όλους τους άσχετους περί του θέματος , για να αποδείξω τι?



Μήπως όλα γίνονται για “τα μάτια του κόσμου” τελικά?



Αυτό θέλει ο Θεός?



Μήπως η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου είναι ποιο επίκαιρη από ποτέ?



Η απουσία ενός πνευματικού Πατέρα από την ζωή μας αυτά θα έχει ως αποτελέσματα.

 
 


Μήπως έχουμε αντικαταστήσει την Μυστηριακή Ζωή της Εκκλησίας και την επαφή μας μαζί της μέσω της προσευχής με το κινητό Τηλεφωνο και τις διάφορες συμβουλές πάνω στα δικά μας θέματα από ασχετους και Αιρετικούς, που αντί να μας σώνουν από τον πνιγμό, μας βάζουν όλο και ποιο πολύ μέσα στον βάλτο της πνευματικής ασφυξίας και ακινησίας?



Ας γνωρίζουμε ότι ο Διάβολος , λέγεται έτσι, επειδή Δια- βάλει...

Και το έχει πετύχει σήμερα με άριστα αποτελέσματα.



Παραπλανά τον Άνθρωπο, τον μπερδεύει και εκείνη την ώρα της απόγνωσης που η σκέψη στρέφεται στον Θεό, αρχίζει να “φυτεύει” τον Εγωισμό στην σκέψη και τον απομονώνει...



Και αρχίζουν τα προβλήματα στο σπίτι, στην εργασία, στον κοινωνικό περίγυρο που μας φθείρουν κάθε ημέρα....



Αντί να λύσουμε μια παρεξήγηση ή κάποιο άλλο θέμα που άπτεται της Συνείδησής μας με το εμπλεκόμενο πρόσωπο μπροστά στον πνευματικό Πατέρα, αντί να δούμε το αιτιατό που προκάλεσε την αιτία, αντί να σκεφτούμε λογικά και να δούμε μήπως εμείς έχουμε φταίξει σε κάτι που κάναμε ηθελημένα ή άθελά μας,

Ξεκινάμε να βγάζουμε την κακή πλευρά του χαρακτήρα μας προβάλλοντας συνεχώς το Εγω μας....



Πόσο απέχουμε τελικά από το νόημα της Σαρακοστής....

Αν ρωτήσεις ένα μαθητή του Λυκείου τι είναι Τριώδιο και Σαρακοστή, θα σου πει μόνο για Μασκαράδες, για ξέφρενα ξενύχτια και ότι άλλο θα μπορούσες να φανταστείς εκτός από την ουσία.



Και αυτά τα παιδιά , εκ των πραγμάτων , δεν έχουν κατηχηθεί. Δεν ασχολήθηκε ο γονιός , η γιαγιά, ο παπάς της ενορίας να τους πει πεντε πράγματα για την Πίστη, για το Ευαγγέλιο, για την ζωή όπως την βλέπει η Εκκλησία.



Περιορίστικαν σε μια επιφανειακή και ρηχή σχέση , αφού δεν υπήρχε η “Εμπνευση” και ο “ζήλος”.



Έμπνευση , να μας “τραβήξει” κάποιος με την ζωή του και τα έργα του στην Εκκλησία.



Ζήλος, να αναρωτηθούμε για αυτό το έργο του που δεν αποσκοπεί και δεν περιμένει ανταπόδωση και ούτε θα σε δεί ως “παράσιτο”, ούτε θα ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι του για να σε αποφύγει, γιατί απλά δεν θα σε εκμεταλευτεί.



Μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε να ξανασυστηθούμε με τον θεό, και με τον εαυτό μας αυτή την περίοδο?



Είχε πάει κάποιος σε έναν γιατρό και εκείνη την ώρα συνάντησε έναν συγχωριανό του μέσα στο σαλόνι που και εκείνος περίμενε την σειρά του να εξεταστεί. “-Τι κανεις Μήτσο?” ρώτησε... και απαντά ο Μήτσος “-Μια χαρά. Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα Σπύρο” και ο Σπύρος τότε απαντά “- Και τότε τι κάνεις εδώ , αφού όπως λές είσαι μια χαρά?”



Όπως στον γιατρό εκθέτουμε το ιστορικό μας, λέμε που υπάρχει το πρόβλημα να εστιάσει, εκείνος θα μας γραψει φάρμακα με οδηγίες

Που θα πρέπει να τηρήσουμε πιστά προκειμένου να βελτιωθεί η υγεία μας, και αφού μπαίνουμε στην δαδικασία να πάμε στο φαρμακείο να λάβουμε τα φάρμακα, αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε οι ίδιοι ότι έχουμε προβλημα.



Αν κάποιος έχει πρόβλημα στο στομάχι του και πάει στον γιατρό και εστιάσει σε άλλο σημείο (πχ χέρι / πόδι ) τα λάθος δεδομένα που θα δώσει στον γιατρό, θα βγάλουν παραπλανητικά αποτελέσματα που δεν θα βοηθήσουν την υγεία του.

 



Έτσι και ο Πνευματικός Πατέρας. Η σχέση μας δεν είναι τυπική και θα να είναι μεγάλο λάθος αν παραμείνει έτσι. Ο πνευματικός Πατέρας θα πρέπει να σε “διαβάζει ανοιχτό βιβλίο” πριν ακόμα μιλήσεις.



Μην περιορίζουμε ένα μυστήριο Εξομολογήσεως, σε μια τυπίκή κουβέντα των πέντε λεπτών, παραμερίζοντας τα πραγματικά προβλήματα που υπάρχουν μέσα μας , στεκόμενοι σε ανούσιες συζητήσεις “είπα δυο Πατερημά”, η “δεν εκανα μετανοια σήμερα ενώ το είχα προγραμματίσει”.

Οι άνθρωποι με αρρωστημένη θρησκευτικότητα, πάνε από συνήθεια στον πνευματκό πατέρα, όπως θα πηγαίναν στον κισσέ της τράπεζας να πληρώσουν την δόση για το δάνειο.

Περιορίζονται μόνο στην μεγάλη μετάνοια και το χειροφίλημα, ενώ εσκεμένα αποκρύπτουν τα λάθη τους και τις συμπεριφορές τους που βλάπτουν τους γύρω τους. Και φυσικά , όπως είπαμε ποιο πάνω, “έχουν άποψη για όλα”....



Πως θα ανακουφισθεί κάποιος όταν μέσα στην εξομολόγηση και μπροστά στο πετραχήλι προσέρχεται αυτοβούλως να πει ψέμματα?



Πως θα νιώσει αυτό το “ξαλάφρωμα” μετά την ευχή όταν απλά άλλαξε μάσκα και ντύθηκε “καλός Χριστιανός”?



Και όταν θα γυρίσει στο σπίτι του , τα προβλήματα που ο ίδιος προκάλεσε με την συμπεριφορά του θα συνεχίζουν να υπάρχουν και να μεγαλώνουν και θα προσπαθεί να τα λύσει μόνος του, ή παρέα με το Εγώ του.



Θα συνεχίσει την νηστεία στο φαγητό, θα πηγαίνει τακτικότατα στην Εκκλησία και στις λοιπές ακολουθίες, στους Εσπερινούς της Συγγνώμης τις Κυριακές, και σαν νεότερος Φαρισαίος θα καυχίεται για τα κατορθώματα του και θα νομίζει ότι κάτι έκανε ....

Ένα είναι σίγουρο. Η μάσκα που φοράει δεν του επιτρέπει να δει τον θεό που είναι διπλα του και λυπάται για που δεν Τον βιώνει. Απλά Τον πιστεύει.


Να είσαι σωστός Χριστιανός - όχι να φαίνεσαι. 

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ: Λόγος εις την υποκρισίαν



Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κυρού Μελίτωνος (1913-1989) στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, την Κυριακή της Τυροφάγου, 8η Απριλίου 1970

Αδελφοί μου

Είναι απλή η αλήθεια, καθαρή, ωραία, χαριτωμένη και στην τελευταία της ανάλυση η αλήθεια είναι αγάπη. Έτσι μας την παρουσίασε αυτός, που τόσο πολύ την επλησίασε: Ο Πλάτων. Έτσι μας την απεκάλυψεν ωσάν Ευαγγελικήν χάριν, ο Κύριος μας, την αλήθεια. Απλή, απλά. Εμείς την περιπλέξαμε. Εζητήσαμε το πέραν της απλότητος. Και αυτό δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει επέκεινα της αληθείας.

Ανεζητήσαμε την αλήθεια μέσα εις τους λαβυρίνθους της σοφιστείας, μέσα εις τους μαιάνδρους της αληθοφάνειας. Αλλ’ η αλήθεια, υπομονετική όπως είναι, σταθερή και ακεραία, επανέρχεται πίσω και κρούει την θύραν της ζωής μας. Έτσι την κρούει και σήμερα με την Ευαγγελική περικοπή, πού ακούσατε. Στην περικοπή δεν υπάρχει τίποτε ποιητική αδεία ή ως ρητορικόν σχήμα λόγου. Είναι απλή η αλήθεια. Σαφής ο λόγος του θεού. Τόσον σαφής και κατηγορηματικός, ώστε ούτε καν ανάγκην από ερμηνείαν έχει. Προσέξατε τι είπε: Απλά και αληθινά πράγματα: Εάν δεν συγχωρήσετε τους ανθρώπους δεν θα σας συγχώρηση ο Θεός. Το φαντασθήκατε ποτέ αυτό, ότι η θεία συγχώρησις εξαρτάται από την συγχώρησι του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπόν του; Και όλα τα άλλα, όλα τα δήθεν αγαθά μας έργα, όλος ο μοντανισμός μας, όλη η μέριμνα μας διά την σωτηρίαν των άλλων, όλη η κρίσις μας περί του κόσμου από του ύψους της δήθεν αρετής μας, όλα αυτά δεν έχουν καμμίαν αξίαν και δεν μπορούν να φέρουν την Θεία συγχώρησιν, εάν δεν συμπληρωθούν με την συγγνωμικότητά μας προς τον συνάνθρωπόν μας.
Και αυτό μάς λέγεται από τον Κύριον αυτή την στιγμήν, που εισερχόμεθα εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και μάς λέγεται εν συνάφεια με ό,τι μας έχει λεχθή τις τρεις προηγούμενες Κυριακές του Τριωδίου.

Την πρώτην Κυριακή, μάς είπε πως ο Τελώνης δικαιώθηκε, ο Φαρισαίος όχι. Την δεύτερη Κυριακή, μας είπε πως η μετάνοια του άσωτου έγινε δεκτή, ο άσωτος λυτρώθηκε, ενώ ο πρεσβύτερος αδελφός, ο δεύτερος άσωτος, η τραγική μορφή της παραβολής, έμεινε ανεξιλέωτος μέσα στην αυταρέσκεια του και αμέτοχος εις την παγκόσμια χαρά της σωτηρίας. Την τρίτη Κυριακή, μας απεκάλυψε το πλέον καταπληκτικό μυστικό των έσχατων, ότι η ανθρωπότης όλη θα κριθή με το πλέον απίθανο μέτρο. Το πλέον παράδοξον, επειδή είναι θείον μέτρον. Με τι; Με την ταυτοπροσώπησι του θεού προς τον ελάχιστο άνθρωπο. Τον γυμνό, τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον άρρωστο, τον ξένο, τον από οιαδήποτε αιτία σε φυλακή πεταμένο. Εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου, των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Εφ' όσον ουκ εποιήσατε, ουδέ εμοί εποιήσατε. Διότι, εγώ ήμουν αυτός ο πεταμένος, ο περιφρονημένος άνθρωπος. Και, αδελφοί μου, το θεανδρικόν μυστήριον προχωρεί: Εάν δεν συγχωρήσετε δεν θα συγχωρηθήτε. Και περαιτέρω: μη υποκρίνεσθε, γίνετε απλοί και ακέραιοι. Αν έχετε και την ελάχιστη αρετή προσποιηθήτε πως δεν την έχετε. Κρύψτε την, τότε την βλέπει ο Θεός, τότε αυτή φέρει καρπόν είς τό φανερό. Μην είσθε σκυθρωποί και βλοσυροί, για να φαίνεσθε άγιοι. Ποτέ δεν κάνει επίδειξι η αγιότης. Την αισθάνονται οι άνθρωποι και την ροφούν όπως το άρωμα του ρόδου, το όποιο δεν εξαγγέλλει ούτε την ομορφιά του, ούτε τη χάρι του, ούτε το άρωμα του. Και ακόμη, μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης. Και δεν εννοεί, βέβαια, μόνον τους περιουσιακούς, μα ο,τιδήποτε θεωρούμεν ως πολύτιμον αγαθόν και διά την απόκτησιν του όποιου είμεθα έτοιμοι να μετέλθωμεν κάθε μέσον έννομο ή άνομο και για το όποιο πολύτιμο αγαθό είμεθα έτοιμοι να πουλήσουμε και αυτή την καρδιά μας. Γιατί, αλήθεια, είπεν ο Κύριος ότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός του ανθρώπου, εκεί είναι και η καρδιά του.
 
 

Αδελφοί μου, θα σταθώ δ' ολίγον εις το πρώτο σημείον, της αλληλοσυσχετίσεως της Θείας συγχωρήσεως προς την ανθρωπίνην. Δεν υπάρχει βαθύτερη θεολογική αλήθεια από αυτήν. Μας εισάγει εις το μυστήριον της σωτηρίας. Συγχωρούντες τον συνάνθρωπόν όχι μόνον κατανοούμεν, συνειδητοποιούμεν και κατακτώμεν την θείαν συγχώρησιν, αλλά και συμπράττομε στη σωτηρία μας. Σωζόμενοι, σώζομεν και σώζοντες σωζόμεθα. Είμεθα αλληλέγγυοι ως ανθρώπινο γένος. Συγχωρούντες λυπούμεθα ως μοναδική ανθρωπινή προσωπικότης. Όσοι δεν έχετε ποτέ συγχωρήσει στη ζωή σας, τότε, μετά τον Κύριο, υπάγετε και ερωτήσατε τον ψυχίατρο σας: που οφείλονται όλαι αι ψυχώσεις, νευρώσεις, πλέγματα, τα οποία, χωρίς να το θέλετε, κατευθύνουν πολλάς φοράς περίεργον κοινωνικήν συμπεριφοράν σας; Και αντιστρόφως, σεις που έχετε συγχωρήσει, αναγνωρίσατε και ομολογήσατε, πέραν της Κυριακής δικαιώσεως, τι εσωτερική βαθειά ελευθερία έχετε αποκτήσει.

Και τώρα έρχομαι εις το δεύτερο σημείον της περικοπής: Αυτό της υποκρισίας. Τίποτε δεν καυτηρίασε ο Κύριος τόσο πολύ, όσο την υποκρισία.
Και ορθώς, εις αυτήν είδεν, ότι υπάρχει πάντοτε ο μεγαλύτερος παραπλανητικός κίνδυνος, δηλαδή το εωσφορικόν αγγελοφανές φως. Είναι πράγματι φοβερή η δύναμις της υποκρισίας. Τόσο γι' αυτόν που τη ζή και την ασκεί, όσο και γι' αυτούς που την υφίστανται.
Και είναι επικίνδυνη ή υποκρισία, γιατί ανταποκρίνεται προς βαθύτατον ψυχολογικόν αίτημα του ανθρώπου. O άνθρωπος θέλει να φανή αυτός πού δεν είναι. Ακόμη και ενώπιον του εαυτού του και ενώπιον του θεού. Και έτσι ξεφεύγει από την αλήθεια και την απλότητα και φυσικά και από την μετάνοιαν και την σωτηρίαν.

Σε λίγες ώρες έξω από αυτόν τον ναόν, έξω από την γαλήνην του, εις τους δρόμους αυτής της Πολιτείας, θα παρέλαση ο Καρνάβαλος. Μη τον περιφρονήσετε και μη τον χλευάσετε και μη με κατακρίνετε, πού τον αναφέρω αύτη τη στιγμή. Δεν είναι καθόλου άσχετος με το μέγιστο πρόβλημα της υποκρισίας. Να τον προσέξετε εφέτος τον Καρνάβαλο με σεβασμό και βαθύ στοχασμό. Είναι πανάρχαιο το φαινόμενο και είναι φαινόμενο βαθύτατου και αγχώδους αιτήματος της ψυχής του άνθρωπου, να λυτρωθή από την καθημερινή του υποκρισία με μίαν έκφρασιν ανωνύμου, διονυσιακής νέας υποκρισίας.
Είναι τραγική μορφή ο Καρνάβαλος.

Ζητεί να λυτρωθή από την υποκρισίαν υποκρινόμενος.

Ζητεί να καταλύση όλες τις ποικίλες προσωπίδες, πού φορεί κάθε μέρα με μία νέα, την πιο απίθανη.

Ζητεί να εκκενώση ό,τι υπάρχει απωθημένο μέσα στο υποσυνείδητό του και να ελευθερωθή, αλλά ελευθερία δεν υπάρχει, η τραγωδία του Καρνάβαλου παραμένει άλυτη.

Το βαθύτατο αίτημά του είναι να μεταμορφωθή. Εδώ, λοιπόν, είναι η θέσις της Εκκλησίας, κοντά στον Καρνάβαλο. Σ' αυτόν πού ζητεί μεταμόρφωση, το κεντρικό κήρυγμα της Ορθοδοξίας. Τη μεταμόρφωσι. Να μη τον καταδικάσουμε, λοιπόν, τον Καρνάβαλο, αλλά να σταθούμε και κάτω από την προσωπίδα του να ακούσωμε την αγωνία του, την έκκλησί του και το δάκρυ του. Επαναλαμβάνω, της Ορθοδοξίας το βαθύτερο κήρυγμα ζητεί ο Καρνάβαλος, περιφερόμενος εις τους δρόμους της Πολιτείας: Τη μεταμόρφωσι.

Και είναι ο ειλικρινέστερος και εντιμότερος των υποκριτών. Ίσως θα νομίσετε, ότι αστειεύομαι. Απολύτως όχι. Δεν υπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αύτη την ώρα δια την Εκκλησίαν. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω ορούς κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αυριον έρχεται άνευ ημών.

Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: «Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον». Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει. Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πη, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητας όλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλλη επένδυσις, όλη αυτή η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας;
Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελατυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας. Τα νομιζόμενα έξαλλα δι' ημάς τους παλαιούς, όταν λάβωμεν ύπ' όψιν το φοβερόν γεγονός, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι η τεραστία απόστασις, που υπάρχει στη διαδοχή των γενεών, δηλαδή η γενεά, η οποία έρχεται έπειτα από εμένα έχει απόστασιν τριών γενεών. Πώς έχομεν την αξίωσιν να την κατανοήσωμεν ημείς αυτήν την νέαν γενεάν, που έρχεται, εάν δεν είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπίζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;
 
 

Ασφαλώς θα έχετε πληροφορηθη την εμφάνισι μιας νέας επιστήμης, της μελλοντολογίας, επιστήμης που ασχολείται με την διερεύνησην και την μελέτην προκαταβολικώς του μέλλοντος ενός απίθανου μέλλοντος διά τον κόσμον εις την προόρασιν του οποίου καλείται και η Εκκλησία. Τι υπάρχει εις το βάθος αυτής της νέας επιστήμης; Η νοσταλγία και αναζήτησις του προφητικού στοιχείου. Άνευ αυτού, η Εκκλησία είναι χωρίς πυξίδα. Με πλήρη γνώσιν αυτήν της ανάγκης και αυτού του αιτήματος των καιρών, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, υπό την εμπνευσμένην ηγεσίαν του μεγάλου Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α', έχει συλλάβει το αίτημα του ανθρωπίνου γένους δι' ενότητα. Και είναι η μοίρα του προφητικού στοιχείου, ακόμη και εις αυτήν την Ιερουσαλήμ, «Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τους Προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν. Πολλάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ως όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας και ουκ ηθελήσατε· ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος» (Ματθ. Κγ, 37-38). Αλλ' ο οίκος μας δεν θα μείνη έρημος. Τα νοσσία θα επισυναχθούν υπό την όρνιθα, την Μητέρα - Εκκλησία. Είναι η προφητεία του Κυρίου, είναι το θέλημα Του, η αγωνιώδης κραυγή της διαστημικής εποχής της Ανθρωπότητος.

Δεν θα επιζήσωμεν ως χριστιανικαί επί μέρους Εκκλησίαι καί Ομολογίαι του κύματος αυτού των επερχομένων, εάν δεν ενωθώμεν όλοι εν Χριστώ Ιησού. Είναι πλέον η ώρα να λυτρωθώμεν εκ της αντιπατερικής ιδέας, ότι η Εκκλησία μόνον μέχρις ενός ορισμένου σημείου της Ιστορίας ήτο δυνατόν να ερμηνεύση την θείαν Αποκάλυψην. Πρέπει, επί πλέον του πατερικού πνεύματος, να αναλάβωμεν ως Εκκλησία την θείαν υπευθυνότητα και τόλμην και γενναιότητα των Πατέρων και να θεολογήσωμεν τον Χριστόν, το Ευαγγέλιον και την Εκκλησίαν. Όχι με νομοκρατικήν Φαρμακίδειον, φερ' ειπείν, σωματειακήν αντίληψιν της Εκκλησίας, αλλά της Εκκλησίας ως Σώματος Χρίστου, ζώντος εν τη αναστάσει.

Αδελφοί μου,
Τώρα εισερχόμεθα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν και στο βάθος μας αναμένει το δράμα, το θαύμα και το βίωμα της Αναστάσεως, το κατ' εξοχήν βίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ας πορευθώμεν προς αυτό το όραμα και βίωμα, όχι ασυγχώρητοι, όχι μη συγχωρήσαντες, όχι εν νηστεία απλώς κρέατος και ελαίου, όχι εν υποκρισία, αλλά εν θεία ελευθερία εν πνεύματι καί αληθεία. Εν τω πνεύματι της αληθείας, εν τη αληθεία του πνεύματος.


Πηγή: Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγοι και Ομιλίαι, 1991, εκδ. Πανσέληνος

Τι τρώμε την Τυρινή; Ήθη και ξεχασμένα έθιμα από όλη την Ελλάδα

 
 

Η Κυριακή της Τυρινής, η τελευταία μέρα πριν από τη Σαρακοστή, συνδέεται με ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Εκτός από τις μεταμφιέσεις με τις συμβολικές τους προεκτάσεις, τα αστεία και τα τραγούδια, πολλά έθιμα της μέρας αυτής είχαν κυρίως οικογενειακό και κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς έδιναν την ευκαιρία να αναζωογονηθούν οι συγγενικοί και φιλικοί δεσμοί.

 



Τα έθιμα της τελευταίας Αποκριάς, της Τυρινής, παλαιότερα κυρίως, αλλά ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές της ελληνικής υπαίθρου, ενίσχυαν τη συνοχή των ανθρώπινων δεσμών. Ως επίκεντρο είχαν τη συγκέντρωση συγγενών και αγαπημένων προσώπων σε ένα σπίτι, συνήθως των πιο ηλικιωμένων, όπου διασκέδαζαν όλοι μαζί. Ήταν μάλιστα τόσο σημαντική αυτή η εορταστική συνάθροιση, ώστε το θεωρούσαν γρουσουζιά να μη βρεθούν στο οικογενειακό πανηγύρι.

Η προετοιμασία ξεκινούσε μέρες πριν. Κατά την εβδομάδα της Τυροφάγου εξαφανίζονταν από τα σπίτια τα κρεατικά και όλοι οι χωριανοί προμηθεύονταν γάλα, για να φτιάξουν τις «ξυπόλητες» γαλόπιτες, τις μακαρονόπιτες και τις τυρόπιτες και να πήξουν τα γιαούρτια, ενώ οι νοικοκυρές ετοίμαζαν γαλακτερά φαγητά και γλυκίσματα για να κεράσουν τις μπούλες και τους φίλους.

Το Σάββατο της Τυρινής οι γυναίκες έφτιαχναν τα ψυχούδια, μικρά στρογγυλά ψωμάκια με τη σφραγίδα στη μέση, σαν πρόσφορο. Αυτήν την ιδιαίτερη μέρα πήγαιναν τα παιδιά στα νεκροταφείο, έπαιρναν από ένα ψυχούδι και προσεύχονταν. Οι γυναίκες, μαζί με τα ψυχούδια, είχαν κι ένα σίδερο του σιδερώματος με αναμμένα κάρβουνα, για να το ρίξουν μαζί με λιβάνι επάνω στο μνήμα. Στις ψυχές, προτού φύγουν από το νεκροταφείο, άφηναν μια μπουκιά ψυχούδι μουσκεμένο στο κρασί.

Η Κυριακή της Τυρινής ξεκινούσε με τον καθιερωμένο εκκλησιασμό. Και μετά μαζευόντουσαν στα σπίτια των συγγενών και άρχιζε το γλέντι με επίκεντρο το «τραπέζι».

Πριν αρχίσει το φαγητό, ή και κατόπιν, οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρηση από τους πιο ηλικιωμένους και αλληλοσυγχωρούνταν ώστε να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή καρδιά και ήσυχη συνείδηση.

Το κατεξοχήν φαγητό της τελευταίας Αποκριάς ήταν τα μακαρόνια ή «μακαρούνες». Παλαιότερα τα μακαρόνια έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπιτικά και οι νοικοκυρές τα έφτιαχναν με μεγάλη τέχνη και δεξιότητα. Αν και ο «κανόνας» ήταν να φέρνουν οι συγγενείς κάποια φαγητά, σε ορισμένα μέρη τη μακαρονάδα την έφτιαχνε απαραιτήτως η γιαγιά του σπιτιού με δικά της έξοδα.

Στην Αρκαδία μάλιστα υπήρχε η παράδοση τα ανύπαντρα άτομα να «κλέβουν» ένα κομμάτι μακαρόνι και να το βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους, για να ονειρευτούν ποιον θα παντρευτούν!

Οι κοινότητες των Βλάχων των ορεινών περιοχών της κεντρικής Ελλάδας έφτιαχναν παραδοσιακές γαλατόπιτες, τυρόπιτες ή πίτες με τραχανά.

Στο νησί της Καρπάθου, κατά την παράδοση, όλοι καλούνταν στο σπίτι του δημάρχου, όπου υπήρχε ένας μεγάλος μπουφές με ψάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα, σιτάκα και γλυκά.

Στη Μήλο και την Κέα τα υπολείμματα του φαγητού από τη γιορτή της Τυροφάγου έμεναν στο τραπέζι μέχρι το επόμενο πρωί, για την περίπτωση που το «φάντασμα του σπιτιού» πεινάσει τη νύχτα.

Ένα ιδιαίτερο έθιμο γινόταν και στην Κρήτη. Η νοικοκυρά το τυρί που περίσσευε από την Τυρινή το φυλούσε και το έπαιρνε μαζί της στην Ανάσταση και, όταν ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», το μοίραζε στους συγγενείς, για να μη βγάζουν καλόγερους (δοθιήνες).




Το έθιμο του «χάσκαρη» και ο συμβολισμός του

Ένα άλλο έθιμο της Τυροφάγου ήταν το βραδινό γεύμα να τελειώνει με αυγά, βρασμένα ή ψημένα στο τζάκι.

Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας τα μέλη της οικογένειας έψηναν τα αυγά τους κοντά στη θράκα του τζακιού και περίμεναν να δουν ποιανού το αυγό θα «ιδρώσει» πρώτο, σημάδι ότι αυτός θα έχει καλή χρονιά.



Το πιο διασκεδαστικό και πανελλήνια γνωστό έθιμο ήταν του «χάσκα», «χάσκαρη», «χάψαρου», «χάψαλου», ένα παιχνίδι με αυγό καθαρισμένο (σπανιότερα ακαθάριστο). Έδεναν το αυγό με μια κλωστή από το ταβάνι και κάποιος το στριφογύριζε. Όποιος το έπιανε με το στόμα ήταν ο τυχερός. Αλλού το αυγό το έδεναν με κλωστή σε ένα μακρύ ξύλο που το κουνούσε ο νοικοκύρης. Αλλού πάλι προσπαθούσαν να το πιάσουν τα παιδιά με το στόμα, γονατιστά και με δεμένα τα χέρια. Ο συμβολισμός αυτής της παράδοσης ήταν ότι είναι καλό να «βουλώσουν» το στόμα τους με αυγό και να το «ξεβουλώσουν» το Πάσχα, πάλι με αυγό!


Σε κάποια μέρη μάλιστα, όπως στην Κοζάνη και την Καστοριά, πίστευαν ότι το έθιμο με το αυγό γινόταν «για να γίνουν η βρύζα και το στάρι», μια δοξασία που βασιζόταν στην αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής.