Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


 
 

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται.

Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως.

Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.

Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.

Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά.

Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.

Βέβαια, ἀνέβηκε μόνο μὲ τρεῖς, δὲν τοὺς πῆρε ὅλους μαζί Του, δὲν τοὺς ἄφησε κάτω ὅλους, δὲν ἀπέκλεισε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν φανέρωση τῆς δόξας Του, δὲν τοὺς ἔκρινε ὑποδεέστερους, ἀφοῦ, καθὼς εἶναι δίκαιος, μὲ δικαιοσύνη τὰ πάντα τακτοποιεῖ.

Ἔχοντας ὅλους στὸν νοῦ Του, δὲν χωρίζει ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη αὐτοὺς πού ἕνωσε. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ δεῖ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο καὶ τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὀπτασία ὁ Ἰούδας, ὁ μελλοντικὸς προδότης, γιὰ τοῦτο ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνει, γιὰ νὰ ἀφήσει ὕστερα κι ἐκεῖνον, πού δὲν ἀφέθηκε μόνος, τελείως ἀναπολόγητο, καὶ τοὺς τρεῖς, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ Νόμο, νὰ πάρει ἐπαρκεῖς μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως.

Αὐτοὶ ἐσωτερικά, ψυχικά, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἔφεραν μαζί τους. Διότι λέει ὁ Ἴδιος: «Φύλαξέ τους, Πάτερ δίκαιε, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἕνα, ὅπως καὶ ἐμεῖς ἕνα εἴμαστε».

Διότι, ἂν ἔβλεπε ὁ Ἰούδας σιμὰ στὸ ὅρος τὸν Ἀνδρέα, τὸν Θωμᾶ, τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους νὰ βρίσκονται μαζί Του καὶ οὔτε νὰ γογγύζουν, νὰ μὴν ἀγανακτοῦν, νὰ μὴν κακολογοῦν, ἀλλά νὰ χαίρονται καὶ κοινὴ νὰ λογαριάζουν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ἀπόντες τὴν χάρη ἀπὸ ψηλά, ἦταν ἀπὸ κάθε ἀπολογία στερημένος, ἀφοῦ ποτὲ γιὰ κανένα θαῦμα δὲν τὸν παρέβλεψε ὁ Χριστός.

Ἀπεναντίας, καὶ τὸ κουτὶ τῶν συνεισφορῶν εἶχε, μόλο πού τὴν διάθεση τοῦ μύρου (ἀπὸ τὴν εὐγνώμονα Μαρία στὴν Βηθανία) χωρὶς λόγο ζήλευε, καὶ τὸν Διδάσκαλο στοὺς ἐχθροὺς τόλμησε νὰ προδώσει.

Τί λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής; «Καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἐμφανίστηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συζητοῦν μαζί Του».

Ἀλλά ὁ Πέτρος, σὰν θερμὸς πάντα γύρω ἀπὸ ὅλα τὰ θέματα, παρότι μὲ τὰ μάτια τῆς διάνοιας εἶδε κάποια στιγμὴ αὐτοὺς πού δὲν γνώριζε νὰ συνομιλοῦν μ’ Αὐτόν, ἐλάχιστα λογαριάζοντας τὸ θαῦμα, ὑπολογίζοντας ὄχι τὸν παράδοξο χαρακτήρα τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὀνόμαζε ὡραῖο τὸν ἔρημο τόπο.

Σκηνοποιὸς ἀπὸ ψαρᾶς νὰ γίνει ἤθελε, ἀφοῦ φώναζε στὸν Σωτήρα: «Ἂς κάνουμε τρεῖς σκηνές· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία» δίχως νὰ ξέρει τί λέει.

Ἀλλά, Πέτρο, κορυφαῖε καὶ πρῶτε στὴν χορεία τῶν Μαθητῶν, γιατί μὲ οὐτιδανὲς σκέψεις ἀπερίσκεπτα προτρέχεις καὶ μὲ συλλογισμοὺς ἀνθρώπινους μιλᾶς ὁλότελα εἰς βάρος τῶν θείων, θέλοντας νὰ στήσεις τρεῖς σκηνὲς σὲ ἐρημιά;

Ὅμοια μὲ τῶν δούλων ἀξία καθορίζεις γιὰ τὸν Δεσπότη; Καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ μία σκηνὴ καὶ γιὰ τοὺς δύο ἐξίσου βιάζεσαι νὰ φτιάξεις; Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως Αὐτός, συνελήφθη ὁ Μωυσῆς;

Μήπως παρθένος γέννησε τὸν Ἠλία, ὅπως Αὐτὸν ἡ Παναγία Παρθένος Μαρία; Μήπως ὡς ἔμβρυο μέσα ἀπὸ τὴν μήτρα τὸν ἀντιλήφθηκε ὁ Πρόδρομος; Μήπως ὁ οὐρανὸς ἔδωσε μήνυμα γιὰ τοῦ Ἠλία τὴν γέννηση, οἱ μάγοι προσκύνησαν τοῦ Μωυσῆ τὰ σπάργανα;

Μήπως λοιπὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἔκαμαν τόσα θαύματα ἤ ἀπὸ σπήλαιο ἀνθρώπινο ἔδιωξαν πονηρὰ πνεύματα;

Ὁ Μωυσῆς, βέβαια, ὀργίστηκε κάποτε καί, σὰν χτύπησε τὸ πέλαγος μὲ ράβδο, τὸ διάβηκε· ὁ διδάσκαλός σου ὅμως Ἰησοῦς πάνω στὴν θάλασσα περπάτησε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ βατὸν ἔκαμε τὸν βυθό.

O Ἠλίας μετὰ ἀπὸ ἱκεσία πλήθυνε τῆς χήρας τὸ ἀλεύρι καὶ τὸν γιὸ της ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς, ἐνῶ Ἐκεῖνος μαθητὴ Του μέσα ἀπό τούς ψαράδες σὲ πῆρε καὶ μὲ λίγους ἄρτους χιλιάδες ἀνθρώπους χόρτασε καὶ τὸν Ἅδη ἄφησε γυμνὸν ἀπὸ ἅρματα καὶ ἅρπαξε αὐτοὺς πού, ἀφότου φάνηκαν ἄνθρωποι στὴν γῆ, ἤσαν παραδομένοι σὲ ὕπνο.

Γι’ αὐτό, Πέτρο, μὴ λὲς «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές», μήτε «ὄμορφα εἶναι ἐδῶ νὰ εἴμαστε», μήτε λόγο πού ἀναφέρεται σὲ κάτι ἀνθρώπινο ἡ μικροπρεπές, μήτε κάτι γήινο ἤ εὐτελές. Τὰ ἄνω νὰ σκέφτεσαι, τὰ ἄνω ν’ ἀναζητεῖς, καθὼς ὁ Παῦλος μήνυσε, ὄχι τὰ ἐπίγεια.

Διότι πῶς εἶναι ὄμορφο νὰ βρισκόμαστε ἐμεῖς ἐδῶ, ὅπου ὁ Ὄφις κακομεταχειρίστηκε καὶ ἔβλαψε τὸν πρωτόπλαστο καὶ ἔτσι τὸν παράδεισο ἔκλεισε; Ὅπου τὸ ψωμὶ μὲ ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του νὰ τρώει ἀκούσαμε; Ὅπου μάθαμε ὅτι εἰπώθηκε σ’ αὐτὸν νὰ στενάζει καὶ νὰ τρέμει γιὰ τὴν παρακοὴ τοῦ ἐπάνω στὴν γῆ; Ὅπου τὰ πάντα εἶναι σκιά;

Ὅπου τὰ πάντα θὰ παρέλθουν καὶ θὰ χαθοῦν, σὲ χρόνο τόσο, ὅσο διαρκεῖ μιὰ ἁπλή κίνηση; Πῶς λοιπὸν τὸ νὰ βρισκόμαστε ἐδῶ εἶναι ὡραῖο;

Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς παρατήσει, γιατί πῆρε αἷμα καὶ σάρκα; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, γιατί ἔσκυψε στὸν πεσόντα ἄνθρωπο μὲ συγκατάβαση; Γιατί αὐτὸν πού βρισκόταν χάμω ἀνέστησε;

Ἐὰν νομίζεις ὅτι εἶναι ὡραῖο νὰ εἴμαστε ἐπάνω στὴν γῆ, ματαίως ἔλαβες τὴν προσωνυμία «κλειδοῦχος τῶν οὐρανῶν».

Σὲ ποιὰ περίπτωση, λοιπόν, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθοῦν τῶν οὐρανῶν τὰ κλειδιά; Ἀφοῦ τὸ ὅρος τοῦτο ποθεῖς, παράτησε στὸ ἑξῆς τοὺς οὐρανούς. Ἂν σκηνὲς νὰ σηκώσεις θέλεις, μὴ συνεχίσεις νὰ εἶσαι τῆς Ἐκκλησίας θεμέλιος.

Διότι μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς ὄχι χωρὶς ἰδιαίτερο λόγο, ἀλλά γιὰ νὰ φανερώσει σ’ ἐμᾶς μέσ’ ἀπ’ τὰ πράγματα τὴν μεταμόρφωση, πού μέλλει νὰ ὑποστεῖ ἡ φύση μας, καὶ τὸν δεύτερο σωτήριο ἐρχομό Του, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πάνω στὶς νεφέλες, μέσα στὶς φωνὲς τῶν Ἀρχαγγέλων.

Διότι ὁ Ἴδιος εἶναι πού τὸ φῶς σὰν πανωφόρι περιβάλλεται, καθὼς εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Γι’ αὐτὸ ἐμφάνισε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ δείγματα τῶν ἀρχαίων προσώπων.

Καὶ τί λέει ὁ μεγάλος συγγραφέας; «Ἐνῶ ἀκόμη αὐτὸς μιλοῦσε, νά, νεφέλη φωτεινὴ ἀπὸ πάνω τους κάλυψε. Καὶ ἰδού, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε».

Ὅσο ἀκόμη, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Πέτρος μιλοῦσε, εἶπε ὡς ἀπάντηση στὰ λόγια του ὁ Πατήρ: «Γιατί, Πέτρο, λὲς ὅτι εἶναι ὄμορφα, ἀφοῦ δὲν ξέρεις αὐτὸ πού λές; λησμόνησες τὸν ἑαυτό σου ἤ μήπως φθονεῖς τὸ γένος; Ἀκόμη δὲν ἔχεις παιδαγωγηθεῖ;

Μέχρι τώρα δὲν ἀπέκτησες τὴν ἀσφαλῆ γνώση σχετικὰ μὲ τὴν υἱότητα, ἐσύ πού λές: «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ». Τόσα θαύματα εἶδες καθαρά, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἀκόμα εἶσαι Σίμων; Τῶν οὐρανῶν κλειδοῦχο σὲ τοποθέτησε καὶ τῆς θαλασσινῆς δουλειᾶς ἀκόμα τὸ ροῦχο δὲν πέταξες ἀπὸ πάνω σου; Ὁρῖστε, γιὰ τρίτη φορὰ ἀντιστέκεσαι στοῦ Σωτήρα τὸ θέλημα, δίχως νὰ ξέρεις αὐτὸ πού λές. Σοῦ εἶπε δηλαδή: «Πρέπει νὰ ὑποστῶ τὸ πάθος» καὶ λές: «Νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ αὐτό». Εἶπε πάλι: «Ὅλοι θὰ σκανδαλισθεῖτε», καὶ λές: «Ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἐγώ δὲν θὰ σκανδαλισθῶ».

Ὁρίστε, καὶ τώρα νὰ σηκώσεις θέλεις σκηνὴ γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα θεμελίωσε τὴν γῆ, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα ἕνωσε ὑδάτινους ὄγκους σὲ σύνολο ὀργανικό, τὴν θάλασσα, καὶ τὸ στερέωμα κάρφωσε, στὸν αἰθέρα ἔδωσε φωτιά· καὶ μαζὶ μὲ μένα δημιούργησε ὅλα τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ κτίση· σκηνὴ γι’ Αὐτόν, πού γεννήθηκε ἀπὸ μένα, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ὑπάρχει μέσα σὲ μένα καὶ μαζί σας, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς πατέρα Ἀδάμ, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς μητέρα Θεό, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ἔκαμε δική του σκηνὴ διαλεγμένη, κοιλία παρθενική.

Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐσύ τρεῖς σκηνὲς θέλεις νὰ φτιάξεις, ἔχοντας ἄγνοια γι’ αὐτὸ πού λές, ἐγώ νεφέλη φωτεινὴ χρησιμοποίησα γιὰ σκηνή. Ἔτσι, ἔκρυψα τοὺς παρόντες καὶ λέω δυνατά: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐδόκησα».

Ὄχι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλά Αὐτός· ὄχι ἐκεῖνος, ὄχι ὁ ἄλλος, ἀλλ’ Αὐτός, ἕνας και ἄν εἶναι ὁ Ἴδιος, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.

Τὸν Μωϋσῆ ἀνέδειξα δίκαιο, ἀλλά σ’ Αὐτὸν βρῆκα καθετὶ ἀρεστό. Τὸν Ἠλία τὸν πῆρα ἀπὸ τὴν γῆ, ἀλλ’ Αὐτὸν τὸν ἔστειλα ἀπὸ Παρθένο στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό».

Διότι κανείς, λέει ὁ Χριστός, δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, παρεκτὸς ἀπ’ ἐκεῖνον πού ἀπ’ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πραγματοποίησε τὴν κάθοδό Του στὴν γῆ, ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Του «ἐξῆλθε», ἔχοντας πάρει μορφὴ δούλου.

Ἐὰν παρέμεινε αὐτὸ πού ἦταν καὶ δὲν ἔγινε ὅ,τι ἀκριβῶς εἴμαστε, ἂν δὲν ὑπέμεινε σταυρὸ γιὰ μᾶς μὲ σχῆμα ἀνθρώπινο καὶ δὲν ἐξαγόρασε μὲ τὸ δικό Του αἷμα τὸν κόσμο, τότε δὲν πραγματώνεται ἡ θεία Οἰκονομία καὶ ἀπομένουν ὅσα τὸν παλαιὸ καιρὸ εἶπαν οἱ Προφῆτες ἀβέβαια λόγια.

«Ὅμως πᾶψε, Πέτρο, καὶ μὴν ἔχεις στὴν σκέψη σου ὅσα ταιριάζει σὲ ἀνθρώπους, ἀλλ’ αὐτὰ πού ἁρμόζουν στὸν Θεό. Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ Ὁποῖος ἔχει τέλεια τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Καθότι δύο φορὲς ἔχω ἐκφραστεῖ μὲ φωνή, πού μιλοῦσε γι’ Αὐτόν, τὴν μία πού εἶσθε παρόντες στὸ ὅρος αὐτό, τὴν ἄλλη παρόντος τοῦ Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη ποταμό».

Αὐτὴ τὴν φωνὴ θὰ παρουσιάσει ἀληθινὴ ὁ παλαιὸς Προφήτης, πού κήρυξε μεγαλόφωνα: «Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ ἀγαλλιάσουν». Ποιὸ ὄνομα; «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Διότι τοῦ χάρισε ὄνομα τρανότερο ἀπὸ κάθε ὄνομα. Ἀλλά τὸ δίχως ἄλλο θὰ πεῖς, ἀγαπητέ μου: «Τί σημαίνει, Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ νιώσουν ἀγαλλίαση»; Μάθε λοιπὸν καὶ ἀποτύπωσέ το στὴν σκέψη σου: Τὸ Θαβώρ, αὐτὸ εἶναι τὸ ὅρος, ὅπου θέλησε καὶ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του, καθὼς πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσατε.

Τὸ Ἐρμονιήλ πάλι εἶναι ὅρος μικρό, ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ Ἰορδάνη, ἀπ’ ὅπου ἔγινε ἡ ἀνάληψη τοῦ Ἠλία καὶ κοντὰ στὸ ὁποῖο, μὲς στὸ τρεχούμενο νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἐπεθύμησε καὶ βαπτίστηκε ὁ Χριστός, καὶ τότε δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του.

Σ’ αὐτὰ τὰ δύο ὄρη ὁ ἄχραντος Πατὴρ ἐπιβεβαιώνοντας τὴν υἱότητα, καὶ τότε καὶ τώρα γιὰ δεύτερη φορὰ λέει μὲ φωνὴ δυνατή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν Ὁποῖο εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Διότι αὐτὸς πού Τὸν ἀκούει καὶ ἐμένα ἀκούει. Καὶ αὐτὸς πού θὰ ντραπεῖ γι’ Αὐτὸν καὶ γιὰ τὰ λόγια Του, καὶ ἐγώ θὰ ντραπῶ γι’ αὐτόν, ὅταν φανερωθῶ μὲς στὴν δόξα μου καθὼς καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι.

Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, χωρὶς προσποίηση, χωρὶς κακία, χωρὶς περιέργεια, μὲ πίστη ἀναζητώντας Τον, ἀλλά ὄχι θέλοντας μὲ γλωσσικὲς ἀπόπειρες νὰ ὁρίσετε τὰ μεγέθη Του, μὲ τὴν πίστη προχωρώντας στὸν χῶρο τοῦ ὑπέρλογου, ἀλλ’ ὄχι μὲ τὰ λόγια ἐπιχειρώντας νὰ βρεῖτε τὰ μέτρα τοῦ Λόγου».

Διότι τώρα ὁ Παῦλος, ὁ δεινὸς ὁμιλητής, βάζοντας χαλινάρι στὸν περίεργο ἄνθρωπο καὶ τὰ πάντα διδάσκοντας χωρὶς δισταγμούς, κηρύττει μεγαλοφώνως: «Βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ!

Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις Του καὶ πόσο ἀνεξιχνίαστοι οἱ δρόμοι, μέσα ἀπό τούς ὁποίους ἐνεργεῖ!»

Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ - ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Ιερός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ερυθρών!

Πανηγυρικό πρόγραμμα Εορτασμού Κοιμήσεως της Θεοτόκου!!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ - ΑΘΛΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αγία Παρασκευή αθλοφόρος μάρτυς Χριστού.

Οσιοπαρθενομάρτυς ή Αγία Παρασκευή, το σύνηθες όνομα που χρησιμοποιείται, μεγάλη Αγία της Εκκλησίας. Για την αγάπη της προς τον Χριστό αρνήθηκε πλούτη, δόξα και τιμές και όχι μόνο. Πρόσφερε την ίδια της τη ζωή για την δόξα του Χριστού. Την τιμάμε και την ευλαβούμαστε ιδιαιτέρως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πανταχού της γης. 


Η Παρασκευή γεννήθηκε από πλούσιους Έλληνες γονείς‧ τον Αγάθωνα και την Πολιτεία σε προάστιο της Ρώμης. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς χριστιανοί και ζούσαν ενάρετα, όχι όπως οι άλλοι πλούσιοι της εποχής με σπατάλες και κραιπάλες. Βοηθούσαν τους πτωχούς και τους αδυνάτους.
Είχαν έναν καημό, ήταν άτεκνοι. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν τον Θεό να τους χαρίσει την χαρά της τεκνοποιίας. Συνέχιζαν τις δωρεές και τις αγαθοεργίες. Ο καλός Τριαδικός Θεός εισάκουσε τις προσευχές των και τους χάρισε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το οποίο βάπτισαν Παρασκευή, γιατί γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή. Η γέννηση έγινε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αδριανός ( 117- 138 μ.Χ.)
Η Παρασκευή μεγάλωσε λαμβάνοντας την πρέπουσα χριστιανική αγωγή «εν 
παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Διέφερε από τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της για την αρετή, την ευφυία και το ήθος. Σε ηλικία είκοσι ετών μένει ορφανή και από τους δυο ευσεβείς γονείς της. Καθίσταται κληρονόμος μεγάλης περιουσίας. Εφαρμόζοντας την εντολή του Κυρίου, πουλά την τεράστια περιουσία και μοιράζει την αξία της σε φτωχούς, πένητες και αδύνατους. Αμέσως καταφεύγει σε μοναστήρι της περιοχής της Ρώμης, όπου η υπακοή στην ηγουμένη και η παραμονή της εκεί είναι στάδιο προετοιμασίας για όσα επρόκειτο να συμβούν.


Τα χρόνια κυλούν με προσευχή και εξαγιασμό. Δεν άντεχε να ζει σε μια πόλη που βασίλευε το σκοτάδι της αθεΐας, η σαρκολατρεία, ο δωδεκαθεϊσμός και οι Χριστιανοί υφίσταντο φρικτά μαρτύρια. Με την ευλογία της ηγουμένης εξήλθε της αδελφότητος για ιεραποστολικό έργο. Κηρύττει το Ευαγγέλιο και τη νέα θρησκεία στους δωδεκαθεϊστές- ειδωλολάτρες και ιουδαϊστές. Ο φλογερός λόγος της συνοδεύονται από θαύματα, τα οποία τελούσε με την Χάρη του Θεού.
Βλέποντας οι Εβραίοι την Αγία να περιοδεύει και να κηρύσσει τον Χριστό και επιπλέον να θαυματουργεί, ανησύχησαν. Πήγαν στον βασιλιά Αντωνίνο και τον πληροφόρησαν ότι η Παρασκευή είναι Χριστιανή. Αμέσως ο Αντωνίνος την καλεί και της λέγει: «Παρασκευή, αρνήσου τον Χριστόν και έλα να θυσιάσεις εις τους μεγάλους Θεούς να σε κάμω βασίλισσα». Η θαρραλέα απάντηση της Αγίας: «εγώ δεν είμαι τρελή και ανόητη ωσάν εσένα να αρνηθώ τον Χριστόν μου, και να πηγαίνω με τον διάβολον, να αφήσω την Ζωήν, και να πηγαίνω εις τον θάνατον. Άμποτε εσύ να άφηνες το σκότος και να έλθεις εις το φως». Η απάντηση του βασιλιά: «τρεις ημέρες σου δίδω διορίαν, διότι αν ίσως και δεν έλθεις να προσκυνήσεις τα είδωλα σε τρεις ημέρες, θα σε θανατώσω, θα σε καύσω μέσα εις ένα καζάνι». Ακούει να του λέγει η μακαρία Παρασκευή: «εκείνο που θέλεις να κάμεις εις τρεις ημέρας, κάμε το τώρα, διατί εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου».
Με εντολή του Αντωνίνου τη βασανίζουν και της φορούν πυρακτωμένη περικεφαλαία. Η Αγία παραμένει αβλαβής από το βασανιστήριο αυτό.
Πολλοί ειδωλολάτρες βλέποντας το θαύμα πιστεύουν στον Χριστό. Αποκεφαλίζονται με εντολή του και η Αγία κλείνεται στην φυλακή. Διαβάζουμε στον Συναξαριστή ότι τα μεσάνυκτα Άγγελος Κυρίου κρατώντας στα χέρια του φωτεινό σταυρό, κάλαμο, σπόγγο και στεφάνι και λέγει προς αυτήν: « Χαίρε, Παρασκευή, αθληφόρε του Κυρίου! Μη φοβάσαι τα βασανιστήρια του αυτοκράτορα. Διότι ὁ Κύριος που καταδέχθηκε να σταυρωθεί για τη σωτηρία των ανθρώπων, θα είναι βοηθός και θα σέ λυτρώσει από κάθε μελλοντική δοκιμασία σου». Η Παρασκευή παίρνει θάρρος. Υμνολογεί και δοξάζει τον Θεό.


Το επόμενο πρωί ο βασιλιάς διατάσσει να κρεμάσουν την Αγία από τα μαλλιά της και να κάψουν με λαμπάδες το σώμα της. Ο Χριστός, θαυματουργικά, την κρατά ανέπαφη.
Τότε ο βασιλιάς καταφεύγει σε κάτι δραστικό. Διατάζει να ετοιμάσουν ένα μεγάλο καζάνι να το γεμίσουν με πίσσα, κατράμι και θειάφι και να βάλουν μεγάλη φωτιά για να βράσει. Στη συνέχεια να βάλουν μέσα την Αγία. Η Αγία κάνει τον Σταυρό και μπαίνει μέσα. Μάταια προσμένει ο βασιλιάς το κάψιμο της Αγίας. Μετά από ώρες την ερωτά: «Παρασκευή, διατί δεν καίεσαι;». Η απάντηση: «Ο Χριστός μου το εδρόσισε και δεν καίομαι». Ζητά από την Αγία να τον ραντίση στο πρόσωπο με το μείγμα που υπάρχει στο καζανάνι. Ρίχνει με τα χέρια της η Παρασκευή νερό στο
πρόσωπο του βασιλιά και αμέσως γδάρθηκε το πρόσωπό του και έχασε το φως του. Ο κόσμος τον ακούει να φωνάζει «Μέγας ο Θεός των χριστιανών! Πιστεύω και εγώ τον Θεόν που πιστεύεις και εσύ, Παρασκευή, μόνον έβγα γρήγορα να με βαπτίσεις». Πράγματι, η Αγία βγήκε και βάπτισε τον βασιλιά, την οικογένειά του και πολλούς ειδωλολάτρες. Αφέθηκε ελεύθερη και συνέχισε το ιεραποστολικό της έργο.


Η φλογερή Ιεραπόστολος Παρασκευή επεκτείνει την δράση της εκτός Ρώμης.
Ο νέος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος(161-180)συνεχίζει τους διωγμούς των Χριστιανών. Όταν φθάνει σε πόλη όπου διοικητής ήταν ο Ασκληπιός συλλαμβάνεται και οδηγείται ενώ πιόν του με την κατηγορία ότι κηρύττει τον Χριστό. Ο Ασκληπιός διατάσσει να ρίψουν την Αγία ως τροφή στον φοβερό δράκοντα που βρίσκονταν εκτός της πόλης. Μόλις έφθασε η ομολογήτρια του Χριστού στον τόπο του δράκοντα αυτός έβγαλε καπνούς από το στόμα και ετοιμαζόταν να την καταπιεί, όπως έκανε με τους άλλους χριστιανούς. Η Αγία του λέγει αυστηρά: «θηρίο πονηρό, ήλθε η ώρα του αφανισμού σου, γιατί μέχρι τώρα κατασπάραξες χωρίς λόγο».
Σχηματίζει το σημείο του Σταυρού και φυσά προς το θηρίο. Τότε αυτό σφυρίζει και κάνοντας στροφή περί του εαυτού του σχίζεται στα δυο. Το θαύμα αυτό συγκλονίζει τον Ασκληπιό και παριστάμενους αξιωματούχους και πολίτες ειδωλολάτρες και τους οδηγεί στον Χριστό.


Στη συνέχεια βρίσκεται σε άλλη πόλη όπου διοικητής είναι ο Ταράσιος.
Οδηγούν την μάρτυρα ενώπιον του διοικητή με την κατηγορία του κηρύγματος της νέας θρησκείας. Ο Ταράσιος δίνει εντολή να γεμίσουν μεγάλο δοχείο με λάδι, μόλυβδο και πίσσα και όταν αρχίσει το μείγμα να κοχλάζει από την μεγάλη φωτιά να ρίξουν μέσα την παρθενομάρτυρα για να καεί. Όταν ρίχνουν την Αγία στο κοχλάζουν μείγμα Άγγελος Κυρίου σβήνει τη φωτιά και το μείγμα το κάνει δροσερό. Η Αγία μένει αβλαβής και ο Ταράσιος διατάσσει να ξαπλώσουν την μάρτυρα και να βάλουν πάνω στο σώμα της μεγάλη πλάκα. Τα υπομένει και προσεύχεται. Ο Συναξαριστής μας πληροφορεί: το βράδυ εμφανίζεται ο Χριστός δορυφορούμενος από αγγέλους και αρχαγγέλους και της λέγει «Χαίρε, Παρασκευή, καλλιπάρθενε. Μη δειλιάσεις στα βασανιστήρια, γιατί η χάρη μου θα είναι μαζί σου για να σε σώζει από κάθε πειρασμό. Δείξε λίγη υπομονή ακόμη και θα έλθεις στην αιώνια βασιλεία, κοντά μου». Θεραπεύεται από τα τραύματα και ελευθερώνεται από τα δεσμά της φυλακής.
Το επόμενο πρωϊνό ο Ταράσιος απευθυνόμενος στην Παρασκευή ισχυρίζεται ότι τα θαυμαστά αυτά έγιναν από τους θεούς που ο ίδιος πιστεύει. 
Η Οσιοπαρθενομάρτυρς απαντά: «Δεν μου έδωσαν την υγεία οι θεοί σου οι ψεύτικοι και ανύπαρκτοι αλλά ο Χριστός ο μόνος αληθινός Θεός στον οποίο πιστεύω και αυτόν λατρεύω». Στη συνέχεια οδηγούν την μάρτυρα σε ειδωλολατρικό ναό, με την ελπίδα να την πείσουν να προσκυνήσει τα είδωλα. Μόλις μπήκαν μέσα η Αγία κάνει το σημείο του Σταυρού στέκεται μπροστά στο είδωλο του Απόλλωνα και ρωτά το δαιμόνιο που βρίσκεται μέσα αν θέλει να το προσκυνήσει ως θεό. Όλοι ακούνε την απάντηση «Δεν είμαι εγώ θεός ούτε και κανείς άλλος από εμάς. Μόνος αληθινός Θεός είναι αυτός που κηρύττει η Παρασκευή».» Όλα τα αγάλματα καταστρέφονται. Οργίλος ο Ταράσιος βλέποντας τα γεγονότα αντί να μετανοήσει και να ασπαστεί την Αλήθεια διατάζει τον αποκεφαλισμό της Παρασκευής υπακούοντας στον όχλο.


Οι στρατιώτες οδηγούν την οσιομάρτυρα στον τόπο του αποκεφαλισμού.
Ζητά ολίγο χρόνο για να προσευχηθεί. 
Η τελευταία προσευχή της Αγίας
«Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην, την
θάλασσαν και πάντα τα εν αυτή˙ ο πλάσας τον άνθρωπον κατ’ εικόνα σην
και ομοίωσιν˙ επάκουσόν μου της αναξίας δούλης Σου εν τη ώρα ταύτη˙
και δος πάσι τοις δια σε εκτελούσι την μνήμην μου, ειρήνην και έλεος
εν ημέρα κρίσεως˙ μηδέ άψοιτο αυτών λοιμική νόσος, μήτε θανατηφόρος
όλεθρος, μήτε λιμός απευκτός ή ετέρα τις βαρεία μάστιγξ˙ αλλά πάσι
τοις εν πίστει και αληθεία τω εμώ οίκω ή τω ονόματι προσκειμένοις και
δοξολογίαν και αίνεσίν σοι Κύριε προσφέρουσι και δι’ εμού σωτηρίαν και
έλεος αιτουμένοις, χάρισαι ο Θεός άφθονον περιουσίαν των σων αγαθών
και της επουρανίου σου βασιλείας καταξίωσον˙ ότι μόνος ει αγαθός και
φιλάνθρωπος και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν».


Κατά την παράδοση ακούστηκε φωνή από τον ουρανό λέγουσα: «Άκουσα την
προσευχή σου, Παρασκευή, και θα γίνει αυτό που ζήτησες». Η Αγία με
πνευματική χαρά έσκυψε το κεφάλι και ένας στρατιώτης την αποκεφάλισε.
Η ψυχή της πέταξε στους Ουρανούς κοντά στον Δικαιοκρίτη και αθλοθέτη Χριστό και έλαβε το αμάραντο στεφάνι της αιωνίου Ζωής.


Το τίμιο σώμα της παρέλαβαν ευλαβείς Χριστιανοί και ενταφίασαν χριστιανοπρεπώς. Ο Θεός της χάρισε και μετά την κοίμησή της το δώρο
της θαυματουργίας.


Η Ιερά μνήμη της Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής τιμάται κάθε έτος
την 26η Ιουλίου.


Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΙΕΡΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝΟΣ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΡΥΘΡΩΝ

 


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ - ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΙΕΡΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΕΡΥΘΡΩΝ


 

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ - ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΙΕΡΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ ΕΡΥΘΡΩΝ


 

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ - Η ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

 

Αγία Μαρίνα η παιδούλα που νίκησε τον διάβολο.

Η Αγία Μαρίνα η μεγαλομάρτυρας του Χριστού γεννήθηκε σε οικογένεια ειδωλολατρική και επιφανή. Ο πατέρας της Αιδέσιος ήταν επίσημος ιερέας των ειδώλων. Γεννήθηκε κατά το 270 μ.Χ. και έμεινε ορφανή από μητέρα κατά την γέννησή της. Ο πατέρας της την παρέδωσε σε γυναίκα για να τη θηλάσει και να τη μεγαλώσει. Κατά θεία πρόνοια η γυναίκα αυτή ήταν Χριστιανή.

Έτσι η Μαρίνα μεγάλωνε σε ένα περιβάλλον Χριστιανικό. Άκουγε για τον Χριστό, για τη διδασκαλία Του, τα θαύματά Του, το εκούσιο Πάθος, την Σταύρωση, την Ταφή, την Ανάστασή και την Ανάληψή Του. Εποχή διωγμών των Χριστιανών και άκουγε για τα μαρτύρια, τα βάσανα και τις θανατώσεις που υφίσταντο οι Χριστιανοί και μέσα της γεννήθηκε ο πόθος να μαρτυρήσει για τον Σωτήρα Χριστό.

Άρχισε να κατηχεί τα συνομήλικα παιδιά και πολλά δέχονταν τον Χριστιανισμό. Η φήμη έφθασε στα αυτιά του πατέρα της. Την κάλεσε στο σπίτι και η Μαρίνα αφού πρώτα προσευχήθηκε ομολόγησε θαρρετά ότι είναι Χριστιανή. Η προσπάθεια του πατέρα της να την αλλαξοπιστήσει ήταν μάταια, όπως και η προσπάθεια η δική της να απαρνηθεί αυτός τα είδωλα.

Η Μαρίνα έγινε δεκαπέντε ετών,. Ήταν πολύ όμορφη και σωστή Χριστιανή. Ο έπαρχος Ολύμβριος πληροφορήθηκε για την Μαρίνα και την κάλεσε στο κριτήριο. Βλέποντας την απαράμιλλη ομορφιά της την ερωτεύτηκε σαρκικά και σκέφτηκε να την παντρευτεί. Φθάνοντας η Μαρίνα ο έπαρχος της ζητά να μάθει το όνομά της και ποιον θεό πιστεύει. Του απαντά η Μαρίνα, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε στον Χριστό να την βοηθήσει: «Μαρίναν με λέγουσι, είμαι ελευθέρων γονέων τέκνον, εύχομαι δε να γίνω δούλη του Θεού και Σωτήρος μου Ιησού Χριστού, όστις έκαμεν όλον τον κόσμον» . Αμέσως διατάχθηκε η φυλάκισης της Μαρίνας.

Την επομένη ήταν γιορτή και έφεραν και την Μαρίνα, ελπίζοντες οι άθλιοι, ότι θα θυσίαζε στους ειδωλολατρικούς βωμούς. Άδικα ήλπιζαν και μάταια προσπαθούσαν να την πείσουν. Δεν φοβήθηκε απειλές, ούτε υπέκυψε σε προτάσεις για δώρα και ζωή πλούσια σε υλικά αγαθά. Το δεκαπεντάχρονο κορίτσι όλα αυτά τα περιφρόνησε, δεν την ενδιέφερε ο μάταιος τούτος κόσμος, είχε αφιερωθεί στον Νυμφίο Χριστό. Με θάρρος τους απαντά: «Μην έχεις τινα ελπίδα ματαίως, ηγεμών, εις εμέ, να δειλιάσω ποσώς τα κολαστήρια, ότι δεν θέλει με χωρίσει από τον Χριστόν καμμία θλίψις, λιμός, πυρ, ξίφος και άλλη χαλεπωτέρα βάσανος, ούτε βίαιος και πολυώδυνος θάνατος, ούτε πάλιν απολαύσεις χρυσίου και άλλου πλούτου και τιμής θα με δελεάσωσιν, επειδή όλα αυτά είναι φθαρτά και πρόσκαιρα, η δε ψυχή είναι αθάνατος και ποθεί τα αιώνια. Αν δε νομίζεις ότι ψεύδομαι, εδώ είμαι, και δοκίμασόν με ίνα γνωρίσεις και με το έργον την αλήθειαν. Δείρέ με, σφάξον, κατάκαυσον, πνίξον και παίδευσόν με με κολαστήρια μύρια, όσον θέλεις με βασανίσει χειρότερα, τόσον περισσότερον θέλει με δοξάσει ο Χριστός εις την μέλλουσαν ζωήν και μακαριότητα. Δεν λυπούμαι λοιπόν ζωήν πρόσκαιρον, αλλά παραδίδω προθύμως το σώμα εις τον θάνατον, δια τον αθάνατον Θεόν και Δεσπότη μου, καθώς και αυτός δια την αγάπην μου εσταυρώθη ο αναμάρτητος.» Η απάντηση της δεκαπενταετούς κοπελιάς, εξόργισε τον έπαρχο αλλά έκανε μια προσπάθεια προτείνοντας η Μαρίνα να θυσιάσει και αυτός θα την παντρευόταν και θα αποκτούσε πλούτη και τιμές

Στην αρνητική απάντηση της Μαρίνας διατάσσει την γύμνωσή της και να την δείρουν άσπλαχνα. Πράγματι, από τους ραβδισμούς το αίμα της Αγίας κοκκίνησε το έδαφος . Το σώμα της γέμισε πληγές. Ατάραχη προσευχόταν και ζητούσε δύναμη να υπομένει τα βάσανα . Την έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή χωρίς νερό και τροφή.

Μετά από ημέρες την έφεραν πάλι στο κριτήριο, την κρέμασαν, την βασάνισαν τόσο ώστε το τρυφερό σώμα της έγινε μια άμορφη μάζα. Ο έπαρχος δεν μπορούσε να το αντικρύσει. Την κλείνουν πάλι φυλακή και ο χαιρέκακος διάβολος θέλησε να την κάνει να σταματήσει την προσευχή της εμφανιζόμενος ως δράκοντας έτοιμος να την καταπιεί. Η Αγία προσευχήθηκε και ο δράκοντας έγινε άνθρωπος μαύρος τον οποίο η Αγία κτύπησε με ένα σφυρί στο κεφάλι και στην ράχη και τον εξουδετέρωσε. Αμέσως μόλις ο διάβολος εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε φως εξερχόμενον από ένα Σταυρό. Επάνω στο Σταυρό πετούσε λευκό περιστέρι Η περιστερά ήλθεν πλησίον της Αγίας και της λέγει: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, ότι ενίκησας τον πονηρόν και τον εχθρόν κατήσχυνας, χαίρε δούλη πιστή και αγαθή του Κυρίου σου, τον οποίο επόθησας εξ όλης της καρδίας σου και εμίσησας πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον. Χαίρε και ευφραίνου, ότι έφθασεν η ημέρα να λάβεις της νίκης τον στέφανον και να εισέλθεις αξιοχρέως εστολισμένη με τας φρονίμους παρθένους εις τον νυμφώνα του νυμφίου και βασιλέως σου». Μετά ταύτα οι πληγές επουλώθηκαν και ούτε ίχνος κακοποίησης φαίνονταν. Όλη την νύκτα δοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Θεό.

Το πρωί την έφεραν στο κριτήριο και ο έπαρχος απέδωσε την ίαση των πληγών στους ειδωλολατρικούς θεούς και ζήτησε από την Αγία να ευχαριστήσει και να θυσιάσει στα είδωλα. Η δήλωσή της ότι η ίαση έγινε από τον Χριστό, πολύ εξόργισε τον έπαρχο που διέταξε νέα βασανιστήρια. Να κρεμάσουν την Αγία γυμνή και να καίουν το σώμα της με λαμπάδες. Υπέμενε τους πόνους προσευχόμενη και ευχαριστούσα τον Χριστό. Μετά γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό και βούτηξαν την Αγία με το κεφάλι προς τα κάτω για να πνιγεί. Η Αγία προσεύχεται και ζητά από τον Χριστό να την απαλλάξει από τα δεσμά και να γίνει το νερό εκείνο ύδωρ Βαπτίσματος και να απαλλαγεί από τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο άνθρωπο. Σεισμός έγινε πάλι εμφανίστηκε ο Σταυρός, το φως και η περιστερά με τον στέφανον της δόξης για την Αγίαν.

Βλέποντας αυτά ο έπαρχος διέταξε να αποκεφαλίσουν την Αγία η οποία, αφού προσευχήθηκε θερμά δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Κύριο, ζήτησε να συγχωρεθούν οι δήμιοι. Ο δήμιος δίστασε να την αποκεφαλίσει, αλλά η Αγία τον παρακάλεσε να το πράξει. Ήταν 17 Ιουλίου. Η Αγία Μαρίνα παρέδωσε στον Σωτήρα Χριστό την ψυχή της και σε μας το μήνυμα να μη φοβόμαστε κανέναν όταν έχουμε μαζί μας τον Χριστό.


Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός