Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ - ΚΟΛΛΥΒΑ: Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

 
Γράφει ο Ιεροδιάκονος Χαρίτων Θεοδώρου-Μητρόπολη Κωνσταντίας


Το θρησκευτικό μνημόσυνο τελείται με δύο τρόπους ανάλογα των περιστάσεων. Ο πρώτος τρόπος γίνεται με ένα τρισάγιο το οποίο ψάλλεται πάνω από τον τάφο του νεκρού ή ο δεύτερος τρόπος ο οποίος συνδέεται και με την Θεία Λειτουργία όπου λίγο πριν την απόλυση αναπέμπεται επιμνημόσυνη δέηση για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας.


Το νεκρώσιμο τρισάγιο γίνεται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα δηλαδή στις τρείς ημέρες μετά την εκδημία του αγαπημένου μας προσώπου μετά στις εννέα ημέρες, ακολούθως στις σαράντα ημέρες,στους τρείς μήνες,στους έξι μήνες, στους εννέα μήνες και στην συμπλήρωση της ημέρας του θανάτου του οικείου μας δηλαδή το ετήσιο μνημόσυνο.

Στην συνείδηση του λαού η καλύτερα του ορθόδοξου χριστιανού η χρονική αυτή περίοδος διαχωρίζεται με τις εξής ορολογίες: τριήμερα,εννιαήμερα,σαρανταήμερα,τριμήνια,εξαμήνια,εννιαμήνια και την λέξη ετήσιο μνημόσυνο την αντικαθιστά η λέξη «χρόνος».

Μετά το πέρας του τρισαγίου διαμοιράζονται τα κόλλυβα στους παρευρισκομένους απαντώντας αυτοί με την σειρά τους «αιωνία η μνήμη αυτού/ής.

Συνήθως κόλλυβα δίνονται στο τάφο μέχρι να περάσει το χρονικό διάστημα των σαράντα ημερών όπου και μετά τα κόλλυβα μοιράζονται μόνο στην Εκκλησία και μόνο σε ειδικές περιστάσεις πάνω από τον τάφο του νεκρού.

Πριν προχωρήσουμε στην κατά ανθρωπίνη δυνατή θεολογική ανάλυση των όρων μνημόσυνα και κόλλυβα, αξίζει να αναφέρουμε και δύο λόγια για το ψυχοσάββατο μιας και την συγκεκριμένη χρονική περίοδο την οποία διάγουμε αυτά έχουν την τιμητική τους μέσα στην λειτουργική ζωή της Ορθοδόξου μας Εκκλησίας.

Επισημάνεται δε ότι μελετώντας κανείς τον λειτουργικό κύκλο της Εκκλησίας μας η ημέρα Σάββατο είναι αφιερωμένη στους κεκοιμημένους μας αδελφούς σε ανάμνηση της είς Άδου καθόδου του Χριστού το Μεγάλο Σάββατο.Ειδικότερα όμως το ψυχοσάββατο ταυτίζεται με το Σάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω και το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής.

Μέσα απο αυτά αιτούμαστε αιωνία ανάπαυση υπερ των κεκοιμημένων αδελφών μας από τους ορθόδοξους βασιλείς, πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, ιερομονάχους, ιεροδιακόνους,μοναχούς,μοναχές, πατέρες,προπάτορες,πάππους,προπάππους, συζύγους,γονείς,τέκνα μέχρι των εκ των απ’αρχής και μέχρι των εσχάτων.

Ο συμβολισμός των ψυχοσαββάτων πάντα σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία είναι η ανάσταση του σώματος με την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας και η ενωσή του με την αθάνατη ψυχή.

Εμβαθύνοντας λοιπόν θα αναφερθούμε πρωτίστως στην προέλευση των μνημοσύνων και μετέπειτα στην ωφελειά τους. Καταρχάς τα μνημόσυνα ανάγουν την εμφανισή τους από τα πανάρχαια χρόνια ως έθιμο.

Επεξηγώντας λοιπόν αναφέρουμε ότι στην Αρχαία Ελλάδα τελούνταν δεήσεις, θυσίες και προσφορές πιστεύοντας έτσι ότι θα αποκτήσουν την εύνοια η καλύτερα την συγχώρεση απο πλευράς των Θεών για τα αμαρτηματά των νεκρών τους.

Την μαρτυρία αυτή την βρίσκει κανείς στο σπουδαίο έργο του Ομήρου την Ιλιάδα.Επιπλέον ο Πλάτωνας στο έργο του «Πολιτείαι» αναφέρει Ιερείς οι οποίοι προσέγγιζαν τους πλουσίους υποστηρίζοντας δε ότι παραχωρήθηκε απο τους Θεούς σε αυτούς η εξουσία να συγχωρούνε τις αμαρτίες των νεκρών και των ζωντανών με συγκεκριμένες ιεροτελεστίες ή θυσίες.

Στην Αρχαία Ελλάδα τελούνταν μνημόσυνα την τρίτη,εννάτη και την τριαντακοστή ημέρα του θανάτου και μάλιστα το τελευταίο μνημόσυνο είχε και το όνομα «τριακάς» κάτι σαν νεκρόδειπνο καθώς επίσης και μια φορά το χρόνο κατά την επέτειο των γενεθλίων του Θανόντα.

Παρατηρεί κανείς τώρα στην Παλαιά Διαθήκη πως αυτά τα έθιμα δεν τηρούνταν σε σχέση με τους αρχαίους Έλληνες.Μόνο για μια περίπτωση αναφέρεται γεγονός όμοιο και συγκεκριμένα στο Β’ Μακκαβαίων(12,43) όπου ο Ιούδας έχοντας στην κατοχή του αρκετά λάφυρα και θησαυρούς πολέμου έστειλε περίπου 2.000 δραχμές στον ναό της Ιερουσαλήμ για να τελεστεί μνημόσυνο «θυσίας» για τις αμαρτίες των νεκρών Εβραίων στις μάχες αφού ο σκοτωμός τους αποδιδόταν στο γεγονός της παραπλανησής τους στα είδωλα.

Ομοίως λοιπόν συμπεραίνουμε και πως τα μνημόσυνα των Χριστιανών μέχρι σήμερα έχουν δεχθεί ισχυρή επίδραση από τους αρχαίους ελληνιστικούς χρόνους.Αναφορά σε μνημόσυνα πρωτοχριστιανών κάνουν με αναφορές τους οι Τερτυλλιανός, Αυγουστίνος, Διονύσιος Αρεοπαγίτης,Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος,Γρηγόριος Νύσσης.

Η Καθολική Εκκλησία από τις αρχές περίπου του 6ου αιώνος υιοθετεί το παράδοξο δόγμα περί «καθαρτηρίου πυρός» με το δυσσάρεστο αποτέλεσμα της απομακρυνσής της από τις αρχές τις οποίες είχαν θεσπίσει οι Άγιοι Πατέρες.

Στην Βυζαντινή περίοδο η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθεί την κατέρωθεν χρονική πορεία τέλεσης μνημοσύνων για την ανάπαυση των νεκρών που είναι η 3η ημέρα που έχει σχέση με την τρήμερο έγερση του σταυρωθέντος Χριστού και Θεού μας, την 9η και την 40η ημέρα που έχει σχέση με την Ανάληψη , στην συμπλήρωση των τριών μηνών, των έξι μηνών, των εννέα μηνών και του έτους.

Μετά μπορούμε εκτός από το άτομο που θα τελούμε μνημόσυνο λόγω πρόσφατου θανάτου να τα συσχετίζομαι η καλύτερα να τα ενοποιούμε και με μνημόσυνα άλλων προσφιλών μας ατόμων.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας διαπιστώνουν την μεγάλη ωφέλεια που προκύπτει από τα μνημόσυνα τόσο για τους ζώντες και έτι περισσότερο για τους απανταχού κεκοιμημένους αδελφούς μας. Συγκεκριμένα μια απο τις ποιο κορυφαίες συγγραφικές περγαμηνές της πατερικής γραμματείας ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει πως ότι « ο Θεός θέλει τόσο πολύ να ευεργετούμεθα όλοι απο όλους και ζώντες και μετά Θάνατον.

Από την άλλη πλευρά ο ιερός Χρυσόστομος δίνει μεγάλη έμφαση στην προσφορά της αναίμακτης Θυσίας,που είναι δε αφιερωμένη στους κεκοιμημένους μας. Λέει λοιπόν πως όσα γίνονται για τους απελθόντες προσφορές και ελεημοσύνες είναι με προσταγή του Αγίου Πνεύματος με ένα και μόνο σκοπό για να ωφελούμαστε ο ένας με τον άλλον.

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει μέγα και θεάρεστον το να μνημονεύεται κάποιος την ώρα της τελέσεως της Θείας Λειτουργίας.

Ο Άγιος Αθανάσιος μας λέγει κι αν ακόμη στον αέρα πεθάνει ο ευσεβής μην διστάσεις να του προσφέρεις λάδι και κερί». Με αυτό τον τρόπο ο Θεός δέχεται αυτή την προσφορά και έτσι ανταποδίδεται η ωφέλεια.Ωφελούν όλα αυτά όταν επιτελούνται με τάξη αλλά προπαντώς με πίστη και ευλάβεια.

Προσοχή όμως γιατί όλα εξανεμίζονται όταν η ανθρώπινη φύση εμποτιστεί με αμετανοησία και απωθεί την Θεία χάρη τότε να είμαστε βέβαιοι ότι ο σατανάς επιτελεί τα σκοτεινά του έργα.

Ο ιερός Χρυσόστομος επίσης τονίζει ότι πρόκειται για μεγάλο επίτευγμα να αναφέρεται το όνομα του νεκρού μας εκεί που βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη η Εκκλησία.

Σημαντικότατο και αυτό είναι ότι με αυτό το τρόπο αναγγέλλεται το φρικτό Μυστήριο, το ότι δηλαδή ο Θεός θυσιάστηκε για την σωτηρία του ανθρώπου.

Άρα Θεία Λειτουργία και μνημόσυνα έχουν άρρηκτη σχέση μεταξύ τους και πρέπει να τελούνται.Το μνημόσυνο δεν μπορείς να το ανταλλάξεις με ότιδηποτε άλλο για ένα απλούστατο αλλά και σημαντικό λόγο διότι πρόκειται για προσευχή την οποία οι δικοί μας κεκοιμημένοι περιμένουν απο εμάς τους ζώντες ως μεσιτεία.

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας που αποτελεί αλυσίδα με τα μνημόσυνα και τα τρισάγια είναι τα κόλλυβα και η θέση που έχουν στις προσευχές περι των κεκοιμημένων μας. Θα εξετάσουμε στο τι αναφέρει η εκκλησιαστική παράδοση για τα κόλλυβα , και τον συμβολισμό τους μέσα στην Εκκλησία.

Σε καιρούς χαλεπούς όπου οι χριστιανοί διώκονταν με κάθε δόλιο και βάναυσο τρόπο είχε μαρτυρήσει και ο μεγαλομάρτυς του Χριστού Θεόδωρος, κατακαιόμενος στην φωτιά.

Αφού στα χρόνια του μεγάλου Κωνσταντίνου, οι διωγμοί έπαψαν και αποκαταστάθηκε η ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού δυστυχώς ο παμπόνηρος σατανάς βρήκε έδαφος για να επιτελέσει το μοχθηρό του έργο ενάντια της Εκκλησίας μέσα στον ανιψιό του μεγάλου Κωνσταντίνου, Ιουλιανό.

Ο Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος και παραβάτης ή αποστάτης, απέβαλλε το εκκλησιαστικό του αξίωμα-γιατί ήταν χειροθετημένος αναγνώστης και αρνήθηκε το άγιο βάπτισμα. Κατορθώνοντας να ανέλθει στον θρόνο των ρωμαίων, δεν άργησε τους σκληρούς διωγμούς κατά της Εκκλησίας, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διέθετε για να λατρεύονται και πάλι τα είδωλα.

Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί καθαρίζονται με τη νηστεία στη πρώτη εβδομάδα της αγίας Σαρακοστής – γι’ αυτό την λέμε καθαρά εβδομάδα – θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.

Πάντα όμως η Θεία Πρόνοια η οποία δεν εγκαταλείπει ποτέ τους Χριστιανούς που αγωνίζονται ενάντια στις δυνάμεις του σκότους, και έτσι φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το ανοσιούργημα αυτό.

Προέτρεψε τον Αρχιεπίσκοπο να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα,την πατρίδα του αγίου.

Ετσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να εμπαίξει τους χριστιανούς και τις λατρευτικές τους συνήθειες.

Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε γύρω στα μέσα του Δ΄ αιώνα, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος σε δόξα Θεού και τιμή του μάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Η προέλευση της λέξης προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κόλλυβο, που αρχικά σήμαινε κόκκο δημητριακών καρπών (και με την έννοια αυτή πέρασε στα κόλλυβα) και έπειτα το πολύ μικρό νόμισμα.

Η ονομασία κόλλυβα,θεωρείται επίσης ότι προέρχεται από τη λέξη «ο κόλλυβος» που σημαίνει το σταθμικό μέτρο για τον προσδιορισμό του βάρους του χρυσού, όπως επίσης και κάθε νόμισμα μικρής αξίας, δηλαδή το πολύ λεπτό σε πάχος και αξία νόμισμα. Ο Αριστοφάνης (424 π.Χ) τα νομίσματα τα ονομάζει «Κόλλυβους».

Τα υλικά που χρησιμοποιούμαι για να παρασκευάσουμε τα κόλλυβα έχουν την δική τους σημασία και συμβολισμό.Το σιτάρι αποτελεί το σύμβολο της γής και παράλληλα συμβολίζει τις ψυχές των πεθαμένων.

Το ρόδι δε αν ανατρέξουμε στην μυθολογία θα δούμε ότι με αυτό ο Άδης κράτησε την Περσεφόνη στα καταχθόνια ενώ για τον Χριστιανό το ρόδι συμβολίζει την λαμπρότητα του παραδείσου. Τα καθαρισμένα άσπρα αμύγδαλα συμβολίζουν τα γυμνά οστά θυμιζοντάς μας έτσι την κοινή μοίρα που θα έχουμε όλοι μας.

Οι ξηροί καρποί είναι η ζωή που αναπαράγεται. Οι σταφίδες στην αρχαιότητα συνδέονται με τον Διόνυσο και την γυκύτητα της ζωής εώς τον Χριστό που είναι η άμπελος. Η ζάχαρη συμβολίζει την γλυκύτητα του παραδείσου.

Εν κατακλείδι μεσά απο την συντομή μας αναφορά για την έννοια την παρουσία και σημασία των μνημοσύνων και κολλύβων στην ζωή του κάθε Χριστιανού αλλά και της Εκκλησίας γενικότερα διαφαίνεται υπάρχουν τρόποι για να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας σημειώνοντας ότι δεν αλλάζει τίποτα εάν εχούν ζήσει δίκαιο ή ενάρετο βίο ή αμαρτώλα και μακράν της Πίστεως.

Το αντίθετο εμείς οφείλουμε στις περιπτώσεις αυτές να προσευχόμαστε με περισσότερη θέρμη για να αναπαυθεί και ο κεκοιμημένος ο οποίος για διάφορους λόγους δεν έχει μετανοήσει όσο ήταν στα εγκόσμια.

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ - ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΛΥΦΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ



Ιστορικό της ανάγλυφης εικόνας

Φωτιά, καπνός κι αντάρα στα παράλια της Μεσογείου. Τα κουρσάρικα καράβια των Σαρακηνών οργώνουν ελεύθερα τα καταγάλανα νερά του Αιγαίου και σκορπούν τη συμφορά και τον όλεθρο στα δαντελωτά ακρογιάλια του. Οι Σαρακηνοί, σαν γύπες, αράζουν όπου μυρίζονται τροφή κι ανοίγουν τις μπουκαπόρτες τους και ξερνούν ό,τι χειρότερο μπορεί να δείξει το ανθρώπινο γένος. Κορμιά μαύρα σαν το σκοτάδι, ανθρώπους θεριά, τους φοβερούς Σαρακηνούς, τη φοβέρα των παραλίων οικισμών, τη συμφορά.

Δεν έχουν τίποτα το ιερό, δεν πιστεύουν σε κανένα Θεό, γι’ αυτούς Θεός είναι το πλιάτσικο, σύντροφός τους ο μπαλτάς και το μαχαίρι, ευχαρίστησή τους το άλικο αίμα και το κρασί. Μοιάζουν πολύ τα δύο αυτά και τ’ αγαπούν εξίσου.

Ορμούν σαν πληγές του Φαραώ στις παράλιες πόλεις και τα χωριά και σκορπούν την συμφορά. Σφάζουν ανθρώπους και ζωντανά. Καίνε και ρημάζουν στο πέρασμα τους.

Την πιο μεγάλη όμως ερήμωση, την έπαθαν τα νησιά μας. Απροστάτευτα καθώς ήταν και σκορπισμένα μέσα στη γαλανή αγκαλιά του Αιγαίου, τράβηξαν πιότερο την προσοχή και τη λαιμαργία των Σαρακηνών. Οι κάτοικοι, όσοι πρόλαβαν να γλυτώ­νουν, τραβήχτηκαν στο εσωτερικό για να αποφύγουν τη μανία των Σαρακηνών.

Η Λέσβος, ένα από τα πιο όμορφα και πλούσια νησιά μας, υπήρξε στόχος περισσότερο των Σαρακηνών. Ίσως γιατί η πλούσια γη της και το ανεπτυγμένο εμπόριο των κατοίκων των παραθαλασσίων συνοικισμών που έκαμαν τα αρχοντικά σπίτια τους, να είναι γεμάτα από γεννήματα και πολίτικα και Βενετσιάνικα ασημικά και χρυσαφικά, ήταν ένα μεγάλο κίνητρο για τους αρπαγές.

Την εποχή εκείνη, το Βυζαντινό κράτος δεν μπορούσε να αντιδράσει και να τους χτυπήσει, επειδή είχε να κάνει με πολλούς και σπουδαιότερους εχθρούς, ίσως πάλι γιατί το νησί μεγάλο καθώς είναι, και με ακρογιαλιές, γεμάτες κολπίσκους, φυσικά λιμά­νια, απόμερα, απήνεμα και ασφαλή από τα μάτια κάθε εχθρού, να έκανε τους Σαρακηνούς να το βλέπουν με περισσότερη σιγου­ριά και πολλές φορές σαν τόπο ανεφοδιασμού και ανάπαυλας. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα, πολλά τέτοια μέρη απόμερα, από ανθρώπους και ανέμους, με κολπίσκους και αραξοβόλια, ονομά­ζονται Σαρακήνα, Σαρακηνιό, Σαρακονήσι κ.λπ.. Αυτές οι τοπο­θεσίες δεν ήταν παρά λημεριάσματα Σαρακηνών και πήραν την ονομασία τους απ’ αυτούς.

Κατά τα τέλη του Θ΄ αιώνα και τις αρχές του ΙΑ (δηλαδή το 900 με 1000) οι Σαρακηνοί ήταν στις δόξες τους. Κανέναν δεν φοβόταν και κανείς δεν τους κυνηγούσε. Τα νησιά γι’ αυτούς ήταν τσιφλίκια τους, οπόταν τους άρεσε, έβαζαν πλώρη σ’ αυτά, έκαιαν τα χωριά, έκλεβαν, σκότωναν, ερήμωναν τον τόπο και γέ­μιζαν τα καράβια τους από σκλάβους και λάφυρα για τα σκλα­βοπάζαρα και τις πλούσιες αγορές της Ανατολής.

Σ’ αυτήν ακριβώς την εποχή, δηλαδή το 900 με 1000, η ζω­ντανή παράδοση του Μανταμάδου, τοποθετεί την κατασκευή της εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με αίμα των μοναχών που σφαγιάσθηκαν από τους Σαρακηνούς. Η παράδοση είναι τόσο ζωντανή και τα γεγονότα και οι τοποθεσίες που αναφέρονται πραγματικές, που θα πρέπει να έχουν άμεση σχέση με την ιστο­ρία. Οι αιώνες δεν κατόρθωσαν στο πέρασμά τους να παραλεί­ψουν ή να προσθέσουν κάτι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τις φοβερές εκείνες ημέρες.

Στη θέση «Λεσβάδος» (τοποθεσία στον Ταξιάρχη, δύο περί­που χιλιόμετρα από το Μανταμάδο), που έχει πάρει την ονομα­σία της από τον πρώτο κάτοικο του νησιού, υπήρχε ένα Μονα­στήρι προς τιμήν των Ταξιαρχών, που η ίδρυσή του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Οι μοναχοί του λιγοστοί, δεκαοκτώ τον αριθμό, κατά την παράδοση, το είχαν οχυρώσει με τείχη και πύργο (ο πύργος δια­τηρείται μέχρι σήμερα), για να αποκρούουν τις επιδρομές των Σα­ρακηνών. Και τα κατάφεραν πάρα πολλές φορές, σε σημείο που ο αρχιπειρατής Σιρχάν, να έχει τόσο πεισμωθεί και θυμώσει, που περισσότερο από γινάτι παρά από λεηλασία ήθελε να το κάψει.

Ήταν άνοιξη. Η μυροβόλος Λέσβος, φορώντας την καταπράσινη πλουμιστή της φορεσιά, λικνιζότανε σαν πεντάμορφη νύφη πάνω στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Ο βαρύς χειμώνας πέρασε ήσυχος. Οι πειρατές, φοβούμενοι τον άγριο θυμό του Αιγαίου, που το χειμώνα είναι περισσότερο αψύς, είχαν αράξει στα λημέρια της πατρίδας τους, να γλεντήσουν τα πλιάτσικά τους, να διορθώσουν τις ζημιές και να ετοιμαστούν για τις νέες τους επιδρομές.

Οι μοναχοί, μετά από την ανάπαυλα του βαρύ χειμώνα, με τις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες, άρχισαν τις προετοιμασίες για το Πάσχα. Τα κελιά, η μεγάλη αυλή και όλοι οι χώροι του Μοναστηριού ασπρίζονταν και έπαιρναν μια εορταστική όψη. Ο χειμώνας έκαμε τους μοναχούς να ξεχάσουν κάπως τους φοβερούς πειρατές και να μην προσέχουν όσο έπρεπε τη φρούρηση του Μοναστηριού. Η σκέψη τους ήταν περισσότερο δοσμένη στις κατανυκτικές ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής και στις προετοιμασίες για το λαμπροφόρο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου.

Όμως οι Σαρακηνοί, με τις πρώτες γαληνές της άνοιξης, σήκωσαν πανιά για το Αιγαίο. Το κουρσάρικο του αρχιπειρατή Σιρχάν, με σηκωμένα όλα του τα πανιά, πλησίαζε τις ακρογιαλιές της Λέσβου. Είχε παρακάμψει τη Μήθυμνα με το άπαρτό της Κάστρο και έβαζε πλώρη για τη Σαρακήνα, παραλιακή τοποθεσία του Μανταμάδου, τρία τέταρτα δρόμο περίπου από το Μοναστήρι των Ταξιαρχών. Η ημέρα άρχιζε να γέρνει. Ο ανοιξιάτικος λαμπερός ήλιος κατηφόριζε για τις παραδεισένιες του πορφυρές πύλες της δύσης και αμέτρητα χρώματα είχαν απλωθεί πάνω στα καταγάλανα νερά της θάλασσας.

Πάνω στο πειρατικό του, ο αρχιπειρατής Σιρχάν κάλεσε όλο το τσούρμο του. Ήταν ένας μιγάς πελώριος, κοντά δυο μέτρα. Επί των ημερών του, όλη η Λέσβος γνώρισε τη χειρότερη ερήμωση και καταστροφή. Στάθηκε στη γέφυρα, αγριωπός. Το πρόσωπό του σου θύμιζε άρχοντα της κόλασης. Στη μύτη του και στ’ αφτιά του κρέμονταν χρυσοί κρίκοι, που έκαναν το μελαμψό πρόσωπό του περισσότερο χτυπητό και άγριο. Τα χείλη του κόκκινα και φουσκωμένα και καθώς μιλούσε φαινόταν μια σειρά μεγάλα κάτασπρα δόντια, όπλα φοβερά πολλές φορές και αυτά στη φοβερή μάχη. Το γερακίσιο του μάτι, γιατί το άλλο ήταν πάντοτε σκεπασμένο με ένα μαύρο πανί που δενόταν πίσω στ’ αριστερό του αφτί, έβγαζε σκέτη φωτιά όταν σε κοιτούσε.
 


Γυμνό το σώμα του από τη μέση και πάνω και το φαρδύ του στήθος το σκέπαζε κατάμαυρο σγουρό τρίχωμα. Τα χέρια του, χέρια γορίλλα, τριχωτά και γεροδεμένα, που ο μπαλτάς στα μακριά του δάκτυλα φαινόταν σα μικρό εργαλείο στα χέρια ενός τεχνίτη. Τη μέση του την έσφιγγε ένα χρωματιστό ζωνάρι, που κρατούσε σφικτά και κατακρέατα τον μπαλτά και τη σπάθα. Όταν στεριωνόταν καταμεσής στο τσούρμο του με τα πόδια του ανοιχτά, εξείχε τουλάχιστον μια σπιθαμή απ’ αυτό. Η φωνή του, ένας τηλεβόας, έκαμε σε κάθε προσταγή του το τσούρμο να ζαρώνει.

«Ακούστε με καλά», είπε με φωνή δυνατή, «τούτη τη φορά θα μπούμε μέσα στο μοναστήρι. Όλα είναι δικά σας. Κάψτε, ρημάξτε, λεηλατήστε, κάντε του κεφιού σας, εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι που μ’ αυτό λειτουργούν οι καλόγηροι, για να πίνω το κρασί μου, όλα τα άλλα τα χρυσαφικά, ασημικά και βιος, είναι δικά σας. Όποιος λιποτακτήσει θα τον κρεμάσω από τ’ άρμενα. Αν δεν το πάρουμε και τούτη τη φορά, θα σας αφήσω στο νησί και θα σαλπάρω για να σας παλουκώσουν οι γραικοί. Δεν σηκώνει άλλη αναβολή. Τ’ ακούσατε καλά;»

Αλαλαγμοί και ξεφωνητά ήταν η καταφατική απάντηση του τσούρμου του μαύρου πειρατή. Η βροντερή του φωνή ακούστηκε πάλι, κάνοντας να σιγήσουν οι πάντες.

«Θα αράξουμε στο παλιό μας λημέρι και, όταν σκοτεινιάσει για τα καλά, θα ξεκινήσουμε για να τους ριχτούμε τα βαθιά χαράματα, που δεν θα μας περιμένουν. Προσέξτε. Δεν πρέπει να μας βρει η μέρα, θα είναι η καταστροφή μας. Γι’ αυτό δεν έχετε άλλη λύση. Ή θα το πάρουμε στα γρήγορα και θα κατηφορίσουμε στο καράβι ή θα μας πάρουν χαμπάρι οι γραικοί τριγύρω και ενωμένοι θα μας πετσοκόψουν.

Ο πανούργος αρχιπειρατής τα κανόνισε έτσι ώστε από τη μια η λαχτάρα του πλιάτσικου, από την άλλη ο φόβος να μην αργήσουν και χάσουν τη ζωή τους, τους προετοίμαζε να ενεργήσουν προσεκτικά και με φανατισμό για να επιτύχει η επιδρομή. Στο Μοναστήρι, η ζωή συνεχιζόταν κανονικά, η προσοχή των μοναχών ήταν δοσμένη στις κατανυκτικές ακολουθίες και στις προετοιμασίες. Το βράδυ της ημέρας αυτής, οι μοναχοί, όπως κάθε βράδυ μετά από το μεγάλο απόδειπνο, τραβήχτηκαν στα κελιά τους για να ησυχάσουν και να ξεκουραστούν από τον κόπο της ημέρας. Το σκοτάδι είχε για καλά αγκαλιάσει τον τόπο τριγύρω και η ησυχία που απλωνότανε ήταν απαλή και γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε το κακό που θα ακολουθούσε μες στη νύχτα αυτή.

Στο λημέρι των Σαρακηνών, τελείωναν οι προετοιμασίες για την επιδρομή. Ούτε φωτιά, ούτε θόρυβος. Όλα γίνονταν μέσα στο σκοτάδι, αθόρυβα, για να μην αντιληφθεί την παρουσία τους κανένας τσομπάνος και γίνει γνωστός στους κατοίκους ο ερχομός τους. Κατά τα μεσάνυχτα ξεκίνησαν για το Μοναστήρι. Περπατούσαν σιγά, με προφύλαξη. Το παν ήταν ο αιφνιδιασμός. Τη διαδρομή των τριών τετάρτων την έκαναν περισσότερο από δυο ώρες. Δεν πήραν το μονοπάτι, αλλά μέσα από τα κτήματα και το δάσος. Έφτασαν σε λίγη απόσταση απ’ το Μοναστήρι και κρύφτηκαν στα δέντρα. Περίμεναν την κατάλληλη ώρα.

«Είναι ώρα», λέει το πρωτοπαλίκαρο του αρχιπειρατή. «Όλοι κοιμούνται, δεν θα μας πάρει κανείς χαμπέρι».

«Όχι», λέει ο αρχιπειρατής, «είναι πολύ επικίνδυνο. Μας έχουν αποκρούσει με ζημιές πολλές φορές οι καλόγεροι. Μωρέ θα τους ήθελα στο τσούρμο μου τέτοια παλικάρια που είναι. Αλλά δεν γίνεται, θα τους χτυπήσουμε όταν δεν το περιμένουν μέσα στην εκκλησιά τους τα χαράματα που θα πάν' να λειτουργηθούν. Τώρα είναι πολύ επικίνδυνα. Θα μας βάλουν στη μέση από τα μπουντρούμια τους (κελιά) και θα μας λιανίσουν. Ξέρω εγώ. Μόνο να μη σας πάρουν είδηση, αλίμονο σας».

Οι ώρες περνούσαν με τους πειρατές έξω από το Μοναστήρι να καιροφυλαχτούν, όταν την απαλή σιγαλιά της βαθιάς αυγής την έσκισε το γλυκόηχο σήμαντρο του Μοναστηριού, που καλούσε τους μοναχούς στην ορθινή λειτουργία της προηγιασμένης. Καλά - καλά δεν είχε σταματήσει το σήμαντρο και τα βαριά βήματα των μοναχών ακούγονταν ρυθμικά πάνω στον ξύλινο εξώστη του Μοναστηρίου, που κατηφόριζαν για τον ναό. Σε λίγο και πάλι ησυχία. Όλοι οι μοναχοί είχαν συγκεντρωθεί στον ναό.

Οι πειρατές περίμεναν λίγο ακόμη και έπειτα, σιγά - σιγά, ξετρύπωσαν από την κρυψώνα τους και πλησίασαν με πολλές προφυλάξεις το τείχος του Μοναστηριού. Το πρωτοπαλίκαρο ξετύλιξε από τη μέση τον γάντζο, τύλιξε στα άγκιστρά του ένα μεγάλο πανί για να μην ακουστεί καθώς θα το πετούσε πάνω στο τείχος να γαντζωθεί, έκανε τον γάντζο να γυρίσει μερικές φορές γύρω από το σώμα του και τον πέταξε με δύναμη και τέχνη πολύ ψηλά και ίσια στην πλάτη του τείχους. Τράβηξε το σχοινί για να διαπιστώσει ότι έπιασε καλά, γύρισε, έκανε νόημα στον αρχιπειρατή και άρχισε να ανεβαίνει με προσοχή.

Στο νόημα του πειρατή έτρεξαν όλοι στη μεγάλη καστρόπορτα του Μοναστηριού, που το πρωτοπαλίκαρο θα άνοιγε από μέσα. Σε λίγο ο πειρατής με τον γάντζο βρισκόταν στην αυλή και, προστατευόμενος από το βαθύ σκοτάδι, σύρθηκε ως την πόρτα και, τραβώντας το μεγάλο σύρτη, την άνοιξε. Σαν δαίμονες της κόλασης, οι πειρατές όρμησαν με αλαλαγμούς μέσα στο Μοναστήρι και μπήκαν στην εκκλησιά. Οι μοναχοί τα έχασαν και, πριν προλάβουν να συνέλθουν, πέθαιναν σφαγμένοι από τους μπαλτάδες των Σαρακηνών.

Ο Γαβριήλ, το δόκιμο καλογεροπαίδι που βρισκόταν στο Ιερό του Ναού, βοηθώντας τον ηγούμενο στα λειτουργικά του καθήκοντα, συνήλθε κάπως γρηγορότερα και, ανοίγοντας το στενό παράθυρο του Ιερού, αναρριχήθηκε στη σκεπή του Ναού. Όμως οι κινήσεις του δεν ξέφυγαν από τα μάτια των Σαρακηνών, που, φοβούμενοι μην τρέξει και ειδοποιήσει τριγύρω τους συνοικισμούς, βγήκαν έξω να τον κυνηγήσουν. Μερικοί κατόρθωσαν να μισοανεβούν στη σκεπή με κάτι σκάλες που είχαν αφήσει οι μοναχοί αποβραδίς, ασβεστώνοντας τους τοίχους του Μοναστηριού.

Αλλά, Κύριε των δυνάμεων! Ένας άνεμος και μια βουή ακούστηκε απ’ τη σκεπή του Ναού, η οποία μετατράπηκε σε φουρτουνιασμένο πέλαγος και πάνω στ’ ασπρισμένα κύματα ένας πελώριος στρατιώτης, αγριωπός, με σπάθα που έβγαζε φωτιές, κινούσε καταπάνω στους πειρατές. Οι τρίχες της κεφαλής των πειρατών σηκώθηκαν σαν βελόνες και με άναρθρες φωνές, αφήνοντας όπλα και κλοπιμαία, ξεχύθηκαν στον κατήφορο.

Ο μοναχός, βλέποντας το μεγάλο αυτό θαύμα να τον σώζει, έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, γλυκοχάραζε. Στην αρχή τα είχε χαμένα. Μα τι συνέβη; αναρωτήθηκε. Σιγά σιγά όμως άρχισαν να έρχονται στον νου του όλες οι φοβερές εικόνες που διαδραματίστηκαν προ ολίγου. Όταν αναλογίστηκε τα συμβάντα, σταυροκοπήθηκε τραυλίζοντας το απολυτίκιο των Ταξιαρχών. Κατέβηκε έπειτα κάτω και μπήκε στον ναό. Το αίμα του πάγωσε βλέποντας όλους τους συντρόφους του σφαγμένους. Το σώμα του κέρωσε και τα πόδια του έμειναν καρφωμένα στο δάπεδο. Έμεινε στη θέση αυτή πολλή ώρα με τα μάτια του ορθάνοιχτα και τρομαγμένα. Ο ιερός χώρος του ναού, που πριν από λίγο ευωδίαζε από το θυμίαμα και τον ζωντάνευαν οι ψαλμωδίες των μοναχών, τώρα έμοιαζε με κοιμητήρι. Ένα απαλό χάϊδεμα της πρωινής αύρας, που τρύπωσε αθόρυβα απ’ το ανοιχτό παράθυρο που είχε αφήσει ο μοναχός στην προσπάθειά του να σωθεί τον συνέφερε. Κοίταξε τριγύρω του, σαν να ξυπνούσε εκείνη τη στιγμή, και έπειτα έτρεξε με αγωνία και γονάτισε στον καθένα αιμόφυρτο σύντροφό του με την ελπίδα ότι θα έβρισκε έστω και έναν ζωντανό. Οι ελπίδες του όμως διαψεύστηκαν. Οι μοναχοί, όλοι, ήταν άψυχοι.

Με ξεχειλισμένη την ψυχή του από θλίψη για τον χαμό των συντρόφων του και τη σκέψη του θολή από τα συμβάντα, ξαναχάνει τις αισθήσεις του. Κρατήθηκε όμως την τελευταία στιγμή με πείσμα. Έσυρε τα βήματά του στο εικονοστάσι του Αρχαγγέλου και σχεδόν κρεμάστηκε σ’ αυτό με τα δύο του χέρια γαντζωμένα στις γωνιές του. Σήκωσε με κόπο τη ματιά του στην εικόνα του Αρχαγγέλου και νοερά ζήτησε βοήθεια και φώτιση.

Το τρεμουλιαστό, ιλαρό φως των κανδηλιών, χάιδευε κυματιστά το πρόσωπο του Αγίου. Ένιωσε κάτι ισχυρό να διαπέρνα όλο του το είναι, να τον δυναμώνει. Μέσα από τις κυματιστές σκιές της εικόνας, σιγά σιγά τα μάτια του έβλεπαν το πρόσωπο του Αρχαγγέλου, ένα πρόσωπο! Θεέ μου! Αέρινο, ζωντανό, υπερκόσμιο!

«Ταξιάρχη μου, Ταξιάρχη μου», σχεδόν κραύγασε. «Τις ψυχές των αδελφών μου μοναχών πάρε στα χέρια Σου εσύ και παν πλημμέλημα ή ανόμημα τον Κύριο παρακάλεσε να συγχωρήσει».

Το πρόσωπο του Αρχαγγέλου γλύκανε. Ω τι θεϊκή γλύκα! Άρχισε να γαληνεύει και η δική του ψυχή. Αχ, να μπορούσε να απεικονίσει κάπου την εξαίσια αυτή μορφή. Να την κάνει εικόνα. Όμως δεν γνώριζε από αγιογραφία και ούτε καν τα στοιχειώδη υλικά δεν είχε για μια τέτοια εργασία.

«Γιατί; Γιατί; Ταξιάρχη μου να μη μπορώ ο αμαρτωλός;», μονολογούσε.

Έσφιξε με απόγνωση τα δάκτυλά του σφιχτά και ένιωσε τα νύχια του να χώνονται στις σάρκες του. Πόνεσε, άνοιξε τα δάκτυλα του, κοίταξε μέσα στην παλάμη του. Πάνω στη λευκή επιδερμίδα, δύο-τρεις σταγόνες αίμα σαν ρουμπινένιες μικρές χάντρες. Τις κοίταξε αφηρημένα και απότομα, σαν να ανακάλυπτε κάτι το σπουδαίο, κάτι το συγκλονιστικό, φώναξε:

«Αίμα, Αίμα. Αυτό είναι. Ευχαριστώ, Ταξιάρχη μου, ευχαριστώ». Και αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, βιαστικά, σαν σίφουνας, όρμησε έξω από το Ναό, ανηφόρησε τις σκάλες και χώθηκε στο κελάρι του. Σε λίγο έβγαινε βιαστικά κρατώντας μια πήλινη λεκάνη και έναν σπόγγο. Μπήκε στον ναό. Εκεί, με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια, άρχισε να συγκεντρώνει το αίμα των μοναχών μέσα στη λεκάνη, μουρμουρίζοντας:

«Σ’ ευχαριστώ Ταξιάρχη μου, σ’ ευχαριστώ που με φώτισες και μ’ έδειξες τον τρόπο». Και αποτεινόμενος στους νεκρούς του συντρόφους:

«Αγαπημένοι μου αδελφοί, το αίμα σας δεν θα πάει χαμένο. Μ’ αυτό θα φτιάξω την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ, για να τον ευχαριστήσω από μέρους σας, που μεταφέρει στα άγια Του χέρια, τις ψυχές σας στον Δημιουργό».

Όταν τελείωσε την περισυλλογή του αίματος, βγήκε πάλι από τον ναό για να γυρίσει σε λίγο έχοντας μέσα σε μια μεγάλη χωμάτινη κούπα ψιλοκοσκινισμένο ασπρόχωμα. Την έθεσε κοντά στη λεκάνη με το αίμα, ανασηκώθηκε, έφερε τα βήματά του κοντά στο εικονοστάσι του Αρχαγγέλου, έκανε τρεις μετάνοιες, ασπάσθηκε την εικόνα και είπε:

«Αρχάγγελέ μου, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Ξέρεις ότι δεν έχω ιδέα από τέτοιου είδους εργασίες και, αν το αποφάσισα, ήταν με τη δική σου φώτιση. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, κράτησέ μου τα χέρια».

Έκανε και πάλι τον σταυρό του, έσκυψε πάνω στις δύο κούπες και άρχισε να πλάθει πηλό με το αίμα των μοναχών και το ασπρόχωμα. Σε λίγο η μεγάλη χωμάτινη λεκάνη είχε γεμίσει από ένα σκούρο ροδακινόχρωμο πηλό.
 
 

Ο μοναχός ανασηκώθηκε, έστρεψε το πρόσωπο του ψηλά, ζήτησε τη βοήθεια του Αγίου Θεού και του Αρχαγγέλου Του, Μιχαήλ, έκανε τον σταυρό του και άρχισε με τρεμάμενα χέρια να φιλοτεχνεί την εικόνα του Αρχαγγέλου. Με τις πρώτες κινήσεις άρχισε να ζει ζωηρά τα γεγονότα της σκεπής. Τα τρεμάμενα, στην αρχή, χέρια του άρχισαν να γίνονται σταθερά, να δουλεύουν με σιγουριά, ταχύτητα και χάρη, λες και κάποια αόρατη δύναμη τα βοηθούσε. Το πρόσωπο του Αρχάγγελου της σκεπής, το αγριωπό μα και θεϊκό μαζί, ήταν θαρρείς μπροστά του, ολοζώντανο, με κάθε λεπτομέρεια. Αυτό τον βοηθούσε να ανατυπώνει τα χαρακτηριστικά του πάνω στον αιματοπότιστο πηλό με μεγάλη ευχέρεια.

Πέρασε πολλή ώρα εργαζόμενος κι, όταν σταμάτησε για λίγο και κοίταξε από κάποια απόσταση το έργο του, έμεινε κατάπληκτος από την απόλυτη ομοιότητα των χαρακτηριστικών του Αρχαγγέλου της σκεπής. Κοίταξε έπειτα τη χωμάτινη λεκάνη και τότε συνειδητοποίησε ότι ο πηλός είχε μείνει ελάχιστος. Θεέ μου! Και δεν είχε φτιάξει παρά το πρόσωπο του Αγίου, τις φτερούγες Του και την πύρινη ρομφαία. Πάνω στην ένταση και την προσπάθεια ν’ απαθανατίσει τα χαρακτηριστικά του Αγίου, δεν πρόσεξε το υλικό του πηλού που λιγόστευε. Να χαλάσει ό,τι έφτιαξε και να ξαναρχίσει από την αρχή; Αδύνατον. Δεν ήταν πια βέβαιος ότι θα πετύχαινε αυτό που τώρα εμπρός του καμάρωνε ευχαριστημένος.

Μα τότε; Έσκυψε, πήρε τον υπόλοιπο πηλό, και όπως ακριβώς ένα άπειρο παιδί ζωγραφίζει σε χαρτί ένα ανθρώπινο σώμα, σχεδιάζοντας τον κορμό, τα χέρια και τα πόδια του ανθρώπου, με μια μόνο χονδρή κοντυλιά, έτσι και κείνος με τον λίγο πηλό που του έμεινε, σχεδίασε το υπόλοιπο σώματος Αρχαγγέλου, πολύ άτεχνο μεν από το λαιμό και κάτω, αλλά ολοκληρωμένο. Το βλέπουμε και σήμερα όταν ανοίξουμε το ασφαλισμένο κουβούκλιο του Αρχαγγέλου που κρύβει το υπόλοιπο σώμα Του.

Πολλές εκατοντάδες χρόνια πέρασαν από τότε που η ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου με το σκούρο αιμάτινο χρώμα της παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή, μακριά από τον νόμο της φθοράς και του χρόνου. Μακριά από τη φθορά του ασπασμού χιλιάδων πιστών που κάθε χρόνο κατακλύζουν τον Ιερό Ναό Του και χαϊδεύουν και σκουπίζουν πολλές φορές με βαμβάκι (!) τον ιδρώτα του προσώπου Του και τα δάκρυά Του. Ακόμη δε επικολλούν στο μέτωπο και στα μάγουλά του νομίσματα μεταλλικά παντός είδους, τα οποία σημαδεύουν το πρόσωπό Του, αλλά τα σημάδια αυτά εξαλείφονται έπειτα. Όλα αυτά είναι αρκετά να πείσουν κάθε χριστιανό, με πόση χάρη, αγάπη και ενδιαφέρον αγκαλιάζει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ τη χειροποίητη ανάγλυφη εικόνα Του.

«Πάντας τοὺς τὴν θείαν καὶ σεπτήν, Σοῦ ἀσπαζόμενους εἰκόνα, Μιχαὴλ Μέγιστε Πάσης ἀπολύτρωσαι ὀργῆς καὶ θλίψεως καὶ θανάτου ἀπάλλαξον, πικροῦ αἰφνιδίου, καὶ δεινῆς κακώσεως, σοφὲ Ταξίαρχε, ὅπως προστασίαις Σου θείαις, πάντοτε σῳζόμενοι πόθῳ, τὸ σεπτόν Σου ὄνομα γεραίρομεν».



+ Πρωτοπρεσβύτερος Ευστράτιος Δήσσος

Ιερατικός Προϊστάμενος

Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών

Μανταμάδου

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ: ΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ

 

Η Τσικνοπέμπτη είναι γιορτή της ορθόδοξης παράδοσης στην οποία καταναλώνεται κρέας. Η Τσικνοπέμπτη είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου (οι τρεις εβδομάδες που συμπεριλαμβάνονται στο τριώδιο είναι, η Απολυτή ή Προφωνή, η Απόκρεω και η Τυροφάγος).

Κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας (Απολυτή) σταματούσε η συνηθισμένη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, ενώ στη δεύτερη εβδομάδα (απόκρεω) ίσχυε η νηστεία, έτσι η Τσικνοπέμπτη αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία και εθεωρείτο εορτάσιμη ημέρα και το τραπέζι ήταν γιορτινό.

Ονομάζεται τσικνοπέμπτη γιατί την ημέρα αυτή το δείπνο αποτελείται από κρέας ψημένο στα κάρβουνα ή τηγανισμένο, δυο τρόποι μαγειρέματος που βγάζουν έντονη τσίκνα.

Η προέλευση αυτού του παράξενου εθίμου χάνεται στα βάθη του χρόνου, ωστόσο φαίνεται να συνδέεται με τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, που θεωρούσαν το φαγοπότι και το γλέντι ιεροτελεστία για την καλή ευφορία της γης την άνοιξη.

Τοπικά έθιμα

Σύμφωνα με τη λαογραφία την ημέρα της Τσικνοπέμπτης στη Θήβα αρχίζει ο “βλάχικος γάμος” που ξεκινά με το προξενιό δύο νέων, συνεχίζει με το γάμο και τελειώνει την Καθαρή Δευτέρα με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Ο “βλάχικος γάμος” είναι κατάλοιπο της πανάρχαιης λατρείας του θεού Διονύσου που διαιωνίζει την οργιαστική θρησκεία του γιου της Σεμέλης στη Θήβα. Το έθιμο αυτό, παραλλαγή ενός γάμου Βλάχων, φέρνει στο προσκήνιο και στο νου του θεατή ένα πλήθος από προβλήματα που ανάγονται στη σχέση του με τα πανάρχαια λατρευτικά έθιμα της Διονυσιακής θρησκείας, στην καταγωγή των «Βλάχων», στη μεταφορά του εθίμου από τις βουνοκορφές της Πίνδου στην πόλη του Κάδμου και πολλά άλλα.


Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο εορτασμός της στην Πάτρα κατά τη διάρκεια του Πατρινού καρναβαλιού, όπου εκατοντάδες Πατρινοί από το μεσημέρι της Τσικνοπέμπτης στήνουν ψησταριές σε κάθε σημείο της πόλης, ακόμα και έξω από τα καταστήματά τους. Τοπικά δρώμενα “ο γάμος της Γιαννούλας της κουλουρούς” και “τα Τριτάκεια του Λάζαρη”. Το επίκεντρο των εκδηλώσεων είναι η Άνω Πόλη, η παλιά συνοικία Τάσι και κυρίως η πλατεία 25ης Μαρτίου και οι δρόμοι γύρω από αυτή. Λαϊκά και καρναβαλικά δρώμενα, μουσικές κομπανίες συμπληρώνουν τη βραδιά της άφθονης κατανάλωσης ψητού κρέατος και οινοποσίας.

Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, επρόκειτο για μια φτωχή γυναίκα της Άνω πόλης που έζησε στην περίοδο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κύρια δραστηριότητά της ήταν η πώληση κουλουριών που της εξασφάλιζε τα προς το ζην. Ορισμένοι Πατρινοί εκμεταλλευόμενοι την αφέλειά της και το ευφάνταστο του χαρακτήρα της, της έταζαν πως θα την παντρέψουν με τον πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον. Η σχετική φάρσα περιλάμβανε άφιξη του Ουίλσον με πλοίο στο λιμάνι και άνοδό του στην Άνω πόλη όπου θα τελούνταν και ο γάμος με τη Γιαννούλα. Η εύπιστη κουλουρού υποδεχόταν τον υποτιθέμενο Ουίλσον, Ιούλσο όπως τον πρόφερε η ίδια, και που φρόντιζαν πάντα να τον ντύνουν με φράκο και ημίψηλο, αλλά ώσπου να αντιληφθεί την ειρωνεία της στιγμής, το πλήθος των συγκεντρωμένων για το γάμο είχε διασκεδάσει με την ψυχή του. Το θέαμα επαναλήφθηκε αρκετές χρονιές.

Στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας τελούνται τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα ή πετεγόλια ή πετέγολα. Η πετεγολέτσα, το πετεγουλιό όπως το λένε οι Κερκυραίοι, δεν είναι άλλο από το γνωστότατο κουτσομπολιό και αποτελεί μέρος του Κερκυραϊκού Καρναβαλιού. Είναι θεατρικό είδος που μοιάζει πάρα πολύ με την commedia dell’ arte. Τα πετεγολέτσα πραγματοποιούνται το βράδυ της Τσικνοπέμπτης στις κεντρικές πλατείες ή τα στενά δρομάκια των διαφόρων χωριών της Κέρκυρας, με αποκορύφωμα τα πετεγολέτσα που παίζονται στην Πίνια που είναι τo κέντρο της παλιάς πόλης, κοντά στην τοποθεσία “Κουκουνάρα”. Σ’ αυτήν συμμετέχουν και διάφορες νοικοκυρές από τα κοντινά σπίτια, στήνοντας ένα πραγματικό, πετεγουλιό – κουτσομπολιό, στα παράθυρα (φανέστρες) των σπιτιών τους με ξεκαρδιστικές ιστορίες βγαίνουν στη φόρα όλα τα άπλυτα των υποτιθεμένων πού έπεσαν σε διάφορα παραπτώματα, καυτηριάζοντας διαχρονικούς τύπους ανθρώπων και καταστάσεων.

Τσικνοπέμπτη στη Βόρεια Ελλάδα

Στην Κοζάνη την Τσικνοπέμπτη γίνεται η επίσημη έναρξη της αποκριάς στην κεντρική πλατεία ενώ ανάβει και ο πρώτος φανός σε μία από τις γειτονιές της πόλης. Ο φανός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Κοζανίτικης αποκριάτικης παράδοσης. Πρόκειται για εορταστική πυρρά σε κεντρικά σταυροδρόμια και γειτονιές της Κοζάνης όπου οι συμμετέχοντες χορέβουν γύρω της με τη συνοδεία τοπικού κρασιού και Κοζανίτικου κιχιού.

Στην κεντρική πλατεία της Ξάνθης πραγματοποιούνται εκδηλώσεις όπως η «Βραδιά Παραδοσιακών Γεύσεων», όπου οι Λαογραφικοί Σύλλογοι της πόλης προσφέρουν εδέσματα, χορό και μουσική από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Στο Ξινό Νερό Φλώρινας την Τσικνοπέμπτη γίνεται χορός μασκέ με ορχήστρα και παραδοσιακή μουσική.
στις αλάνες των Σερρών ανάβονται μεγάλες φωτιές, στις οποίες αφού ψήσουν το κρέας, πηδούν από πάνω τους. Τέλος κάποιος από την παρέα με χιούμορ αναλαμβάνει τα «προξενιά», ανακατεύοντας ταυτόχρονα τα κάρβουνα με ένα ξύλο.

Στην Κομοτηνή καψαλίζουν μια κότα που πρόκειται να φαγωθεί την επόμενη Κυριακή (της Απόκρεω). Αυτήν την ημέρα τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν δώρα φαγώσιμα. Ο αρραβωνιαστικός στέλνει στην αρραβωνιαστικιά του μια κότα, τον κούρκο, και εκείνη στέλνει μπακλαβά και μια κότα γεμιστή. Όλα αυτά σχετίζονται με την παροιμία πως ο «έρωτας περνάει από το στομάχι»

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

 

Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.

Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.

Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.

Κατ' αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.

Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.

Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.

Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.

Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.

Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.
 
 
 

Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ' όλους.

Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.

Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.

Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».

H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 - 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ' αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι... τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ' έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι». Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν...».

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

Η παραβολή του ασώτου υιού (ή του σπλαχνικού Πατέρα)


Χρήστου Σπ. Χριστοδούλου, θεολόγου

Εισαγωγή

Η παρούσα διήγηση βρίσκεται στο 15ο κεφάλαιο του κατά Λουκά Ευαγγελίου, και περιέχει τρεις παραβολές. Τις διηγήθηκε ο Χριστός στους Γραμματείς και Φαρισαίους, ως απάντηση στις μεμψιμοιρίες τους, ότι συναναστρέφεται με όλους τους αμαρτωλούς που Τον πλησιάζουν (τελώνες κ.λ.π), ακούνε τον λόγο Του και τρώνε μαζί Του, θέλοντας να τονίσει ότι οι άρρωστοι (δηλ. οι αμαρτωλοί) έχουν ανάγκη γιατρού και όχι οι υγιείς. Οι τρεις αυτές παραβολές είναι :

πρώτη, του χαμένου προβάτου (που ο καλός τσοπάνος αφήνει τα 99 πρόβατα και ψάχνει να βρεί το χαμένο 100o ,

δεύτερη, της χαμένης δραχμής και

τρίτη, η παραβολή του Ασώτου υιού.

Με τις παραβολές Του αυτές, ο Κύριος υποδηλώνει κατ’ αρχάς την Θεϊκή Του ιδιότητα, ενώ στην συνέχεια φανερώνει την μεγάλη Του αγάπη για τον άνθρωπο και αποκαλύπτει τον λόγο για τον οποίο ήλθε στη γη. Είναι ο φιλεύσπλαχνος Θεός, ο οποίος μας δημιούργησε, αλλά και ο στοργικός Πατέρας, που δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο στην απώλειά του και στην κατάντια του, αλλά ήλθε για να τον αναζητήσει μέσα στην πτώση του για να τον ανασύρει από αυτή. Πράγματι, «ὁ Ὑιός του ανθρώπου», ήλθε στη γη και έγινε άνθρωπος «τοῦ ζητῆσαι (για να αναζητήσει) καί σῶσαι (και να σώσει) τόν ἁμαρτωλόν (ἀνθρωπο)»

Παράλληλα, μέσα από τις παραβολές αυτές , και κυρίως με την παραβολή του Ασώτου, προαναγγέλλεται η επιστροφή στον Θεό των Εθνών και η απομάκρυνση των Ισραηλιτών από Αυτόν. Με την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, τα ¨Εθνη άλληγορούνται στο πρόσωπο του Ασώτου, ενώ οι Ισραηλίτες στο πρόσωπο του πρεσβύτερου υιού. ¨Ετσι, σαν τον πρεσβύτερο υιό της παραβολής, οι Εβραίοι επρόκειτο να σκανδαλιστούν, βλέποντας την επιστροφή των Εθνών και την συμμετοχή τους στην ευωχία της θείας χάριτος και σωτηρίας (δηλ. στο μεγάλο Δείπνο της Βασιλείας του Θεού).Τα ¨Εθνη, όπως ο νεώτερος υιός, για αιώνες ήσαν μακριά από την πατρική οικία, ενώ οι Ισραηλίτες, όπως ο πρεσβύτερος υιός ήσαν πάντα, φαινομενικά κοντά στον Θεό-Πατέρα. Τελικά οι Ισραηλίτες, φαίνεται να μένουν έξω από την Βασιλεία του Θεού, όχι λόγω κάποιας τιμωρίας από τον Θεό, αλλά επειδή οι ίδιοι δεν θα θελήσουν να εισέλθουν και να συμμετέχουν στο Μεγάλο Δείπνο, εξαιτίας του εγωϊσμού τους και της ελλείψεως συγχωρητικότητας.
Οι παραβολές, τρόπος αποκαλύψεως αλλά και αποκρύψεως θείων αληθειών

Η σημερινή ευαγγελική διήγηση είναι μια παραβολή. Ο Χριστός στην δημόσια διδασκαλία του χρησιμοποιεί ευρύτατα την μέθοδο της παραβολής προκειμένου να διδάξει μεγάλες αλήθειες.

Οι παραβολές ήταν συνήθως σύντομες διηγήσεις, παρμένες από την καθημερινή, κυρίως όμως από την αγροτική ζωή, με τις οποίες ο Κύριος προσπαθούσε να διδάξει μεγάλες μεταφυσικές αλήθειες. Το βαθύτερο θεολογικό νόημα κάθε παραβολής, δεν ήταν εξαρχής προφανές. Σε όσους από τους μαθητές ή ακροατές έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον, ο Χριστός ήταν διατεθειμένος να κάνει βαθύτερες και λεπτομερέστερες αναλύσεις. Όσοι όμως έδειχναν αδιαφορία, παρέμεναν στην προφανή επιφανειακή ερμηνεία της διηγήσεως, χωρίς να εμβαθύνουν στο βαθύτερο σωτηριολογικό μήνυμα της παραβολής. Έτσι λοιπόν, οι παραβολές λειτουργούσαν διπλά. Σε όσους είχαν δίψα να καταλάβουν βαθύτερες θεολογικές αλήθειες, οι παραβολές τις αποκάλυπταν και τις απλούστευαν. Σε όσους έδειχναν αδιαφορία, τις απέκρυπταν, μένοντας σε μια επιφανειακή νατουραλιστική ερμηνεία.
Στο πρόσωπο του Ασώτου διεκτραγωδείται όλο το δράμα της αποστασίας του ανθρώπου από το Θεό.

Η παραβολή του Ασώτου[1] είναι μια πιστή εικόνα της περιπέτειας των σχέσεων του ανθρώπου με στο Θεό, γιατί εκφράζει όλη την τραγικότητα της ζωής του, που είναι συνήθως μια αδιάκοπη αποστασία/απομάκρυνση από το Θεό.

Η «αποδημία» του Ασώτου σε μακρινή χώρα για την οποία μιλάει το Ευαγγέλιο, είναι η αμαρτία. Αμαρτία στα αρχαία Ελληνικά, σημαίνει αστοχία. Η αποδημία λοιπόν του Ασώτου, είναι η αποτυχία του να κρατήσει την ύπαρξή του ενωμένη με το Θεό-Πατέρα.

Ο άνθρωπος σε κάθε εποχή, έχοντας βγάλει το Θεό από το κέντρο της ζωής του και έχοντας τοποθετήσει τον εαυτό του, θεωρεί συνήθως την υποταγή του στο θέλημα του Θεού ως δουλεία, ενώ βλέπει την ανυπακοή του, ως ζωή ελευθερίας. Εδώ, έγκειται όμως η τραγικότητά του. Γιατί παθαίνει το ίδιο, που παθαίνει ένα έμβρυο όταν ξαφνικά αποσπασθεί από το μητρικό σώμα. Αποκόπτεται από την πηγή τροφοδοσίας του, νεκρώ-νεται και πεθαίνει. Έτσι, και ο άνθρωπος όταν χωρισθεί από το Θεό πεθαίνει πνευμα-τικά και γίνεται παιχνιδάκι στα χέρια του διαβόλου. Τραγικό αποτέλεσμα είναι, ότι όχι μόνο δεν ελευθερώνεται όπως ήλπιζε, αλλά γίνεται δούλος των πιο τυραννικών παθών. Η στιγμιαία παράβαση όταν δεν υπάρξει μετάνοια γίνεται κατάσταση απομακρύνσεως από το Θεό. Η κατάσταση της «αμαρτίας», δηλαδή της αστοχίας, συνιστά την αδυναμία του ανθρώπου να επιτύχει τον σκοπό της ζωής του, δηλ. το «καθ’ ομοίωσιν».
Η «Οικία του Πατρός» και η «μακρυνή χώρα»

Οι δύο αυτές έννοιες αντιδιαστέλλονται και αλληγορούνται τραγικά, αντιδιαστέλ-λοντας συγχρόνως και τις δύο καταστάσεις του «ασώτου» πρίν και μετά την αποδημία .

α. Η Πατρική οικία, γίνεται ο τύπος της αληθινής ζωής του ανθρώπου, με το Θεό και την Βασιλεία Του. Η παρούσα Ευαγγελική παραβολή και η Υμνολογία της ημέρας, μας βοηθούν, να ξαναδούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση, την κατάσταση της οιασδήποτε ασωτείας μακράν του Πατρός, αλλά πάντοτε μέσα στην προοπτική της επιστροφής σ’αυτήν.

¨Οταν βρίσκουμε τον αληθινό εαυτόν μας [πρβλ. το «εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών»της παραβολής (Λουκ.ιε′17)] ξαναβρίσκουμε τον δρόμο του γυρισμού και της επανασύνδεσης με τον Θεό. Τότε η μετάνοια γίνεται μια βαθειά εμπειρία της χάριτος του Θεού, που μας θεραπεύει από την αρρώστεια της «ἁμαρτίας».¨Εστω και άν τα πάθη μας και τα λάθη μας είναι πολλά και μεγάλα, δεν μας ταλαιπωρούν πιά. Οι έμμονες ενοχές, η κατάθλιψη, ο φόβος, το άγχος, ο πληγωμένος μας εγωϊσμός για τις αμαρτίες και τα λάθη που κάναμε, δεν μας αρρωσταίνουν πιά. Η εσωτερική συντριβή και ταπείνωση, ακολουθούνται από ψυχική γαλήνη, η οποία απορρέει από την αγάπη και την χάρη του Θεού. Την αγάπη εκείνη, που μας δέχεται, όπως καταντήσαμε στην «μακρυνή χώρα», ρυπαρούς και κουρελήδες και μας αποκαθιστά αρχοντόπουλα, όπως ξεκινήσαμε από την Πατρική μας οικία. Με την «στολήν την πρώτην» και «δακτύλιον» εις την χείρα, απόδειξη της ευγενούς καταγωγής μας.

β. Η «μακρυνή χώρα» των πονηρών πολιτών, είναι η χώρα στην οποίαν απεδήμησε ο «ἂσωτος» για να βρεθεἰ μακρυά από την Πατρική του οικία. Ως «μακρυνή χώρα» αλληγορείται στην παραβολή, ο μακράν του Θεού κόσμος. Αυτός που «καταναλίσκει» την «ουσία του ασώτου», δηλ. τα θεϊκά του χαρίσματα και τον μετατρέπει σταδιακά, από ευγενικό «αρχοντόπουλο» σε άθλιο «χοιροβοσκό»

Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι και ο σημερινός άνθρωπος, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ζεί και αυτός σε «μακρυνή χώρα». Ζεί οικιοθελώς μια εξορία και αποξένωση από τον Θεό, καθώς σπαταλά τα θεϊκά του χαρίσματα, χωρίς όρους και όρια. Ζεί σαν να μην υπάρχει Θεός. Σαν να μην ήλθε ποτέ ο Χριστός στη γή.
Διεσκόρπισε την ουσία αυτού ζων ασώτως.

Εκεί, στην μακρινή χώρα, ο νεότερος υιός ζει, χωρίς την πατρική επίβλεψη και συμβουλή, διασκορπίζοντας την «οὐσίαν αὐτοῦ», δηλαδή την περιουσία του σε ανώφελες και ψυχοφθόρες διασκεδάσεις. Η «οὐσία αὐτοῦ» δεν είναι τίποτα άλλο, από τα ποικίλλα χαρίσματα, που του χάρισε ο Θεός. Αυτά τα χαρίσματα αντί να τα αξιοποιήσει, όπως θα έπρεπε, τα σπαταλάει άσκοπα και φθάνει πολύ σύντομα στην πλήρη διαφθορά και εξαχρείωση.

Όταν δαπάνησε ο νεότερος υιός όλα όσα είχε φέρει μαζί του, από την πατρική περιουσία, έπεσε λιμός (δηλαδή μεγάλη πείνα) στη χώρα εκείνη και άρχισε να στερείται και τα στοιχειώδη. Δεν είναι επομένως απεριόριστες οι απολαύσεις του αμαρτωλού. Κάποτε φθάνει το τέλος. Αργά ή γρήγορα αισθάνεται το κενό, από τη στέρηση της πατρικής παρηγοριάς, και την αθλιότητα που το οδηγεί ο άσωτος βίος. «Λιμός» είναι η πνευματική πείνα και ξηρασία της μακράν του Θεού ζωής. Η κατάσταση του κενού της ψυχής, η έλλειψη κάθε νοήματος για τη ζωή που αισθάνεται ο άνθρωπος, όταν παύσουν οι θόρυβοι των διασκεδάσεων και βρεθεί μόνος, «ἐνώπιος-ἐνωπίῳ» με τον εαυτό του.

α. Πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών και έπεμψεν αυτόν βόσκειν χοίρους.

Όλοι οι φίλοι με τους οποίους διασκέδαζε χάθηκαν. Κανείς δεν τον γνωρίζει πια. Και η πείνα τον ανάγκασε να προσληφθεί δούλος από ένα εκ των κατοίκων της χώρας εκείνης. Αυτός δεν του έδωσε αξιοπρεπή εργασία, αλλά τον έστειλε στους αγρούς να κάνει την πιο εξευτελιστική εργασία. Να βόσκει χοίρους.

Οι χοίροι ήταν ζώα ακάθαρτα για τους Ιουδαίους. Και αν για τον κοινό άνθρωπο προκαλούσαν αηδία και αποστροφή, πόσο μάλλον γι αυτό το ξεπεσμένο αρχοντόπουλο.

Αλλά, δεν ήταν μόνο η κατάπτωση και η εξευτελιστική εργασία. Ο μισθός που έπαιρνε ήταν τόσο λίγος που δεν έφθανε να χορτάσει την πείνα του. Προσπαθούσε τότε να χορτάσει την πείνα του με τα χαρούπια, «τα ξυλοκέρατα» που έτρωγαν οι χοίροι. Κανείς δεν του έδινε, διότι οι υπηρέτες που διένειμαν τα ξυλοκέρατα, ενδιαφερόντουσαν να χορτάσουν τους χοίρους. Πόσο αξιοθρήνητη ήταν η κατάστασή του!!!

β. Και ελθών εις εαυτόν είπεν. Πόσοι μισθίοι του Πατρός μου περισσεύουσιν άρτων εγώ δε λιμών απολλύμαι. Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου.

Αυτό ήταν. Η τραγικότητα της καταστάσεώς του τον έκανε να συνέλθει. Αναλογί-στηκε ποιος ήταν και πού κατάντησε. Ήταν αρχοντόπουλο και κατάντησε χοιροβοσκός. Στο πατρικό του σπίτι και ο τελευταίος υπηρέτης ήταν χορτάτος. Αυτός πείναγε πιο πολύ και από τους χοίρους που έβοσκε.

Και τότε «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» λέγει ο Κύριος. Ξύπνησε, συνήλθε και άρχισε να αποκτά την ηθική του αυτοσυνειδησία. Η πείνα τώρα και η ανάμνηση της ευτυχισμένης ζωής στο πατρικό του σπίτι τον έκαναν να συνέλθει.

Η συναίσθηση της αμαρτίας του είναι το πρώτο στάδιο της μετανοίας του. Του δημιουργείται η ζωηρή επιθυμία να επιστρέψει στον Πατέρα του. Αλλά πώς να παρου-σιαστεί μπροστά του, αφού περιφρόνησε και αυτόν και το σπίτι του, αφού τον λύπησε τόσο. Πώς να επιστρέψει χωρίς ρούχα, χωρίς παπούτσια, αδύνατος, κουρελιάρης, εξαθλιωμένος. Παρακάμπτει όμως όλα αυτά τα εμπόδια και αποφασίζει να ομολογήσει:

γ.«Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου.»

Έχει συναίσθηση της αμαρτίας του απέναντι στο Θεό και στον Πατέρα του. Πρόσβαλε το όνομα του Πατέρα του και της οικογένειάς του, γι αυτό και ο πατέρας δικαιούται να τον αποκληρώσει. Γι αυτό πιστεύει ότι εξέπεσε από την ιδιότητα της «υιότητας» και σκέπτεται να παρακαλέσει τον Πατέρα του:

δ. «Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου»

Ακόμα και ως υπηρέτης εάν τον δεχθεί ο Πατέρας του, θα είναι σε ασύγκριτως καλύτερη κατάσταση από την κατάσταση του χοιροβοσκού, στην οποία είχε περιπέσει στη χώρα της αμαρτίας.

Μετά από αυτή τη γενναία ομολογία, έρχεται η εκτέλεση της γενναίας αποφάσεως «και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού»
Η ευσπλαχνία του πατέρα, αιτία της επιστροφής κάθε Ασώτου

Η επιστροφή του Ασώτου Υιού είναι πάντα δυνατή, διότι μένει πάντα κάτι σταθερό στην ιστορία της πτώσεως. Και αυτό είναι η αγάπη του Πατέρα. Ο άνθρωπος μπορεί να κόβει κάθε νήμα που τον συνδέει με τον Πατέρα, όταν αμαρτάνει. Ο πατέρας όμως δεν παύει να περιμένει την επιστροφή. Έχει πάντα την πόρτα του πατρικού σπιτιού ανοικτή και την αγκαλιά του ζεστή να δεχθεί το μετανοημένο παιδί του. Στην ιστορία της πτώσεως και της μετανοίας, κανένας από εμάς τους «ασώτους» δεν θα είχε ελπίδα να ξαναπάρει τον δρόμο της επιστροφής, αν δεν υπήρχε η σταθερή αγάπη του Πατέρα να μας περιμένει.

Επί τη ευκαιρία, θα θέλαμε να συστήσουμε σε όλους τους γονείς, ότι όσοι έχουν παιδιά «παραστρατημένα», θα πρέπει να αφήνουν την πόρτα του πατρικού σπιτιού πάντα ανοικτή και την αγκαλιά τους ζεστή να δεχθούν τα παιδιά τους.

Ο πατέρας περίμενε καρτερικά, χρόνια πολλά και αγνάντευε καθημερινά τον ορίζοντα. Ώσπου έφθασε η ποθητή μέρα. Ο εξαθλιωμένος και κουρελιάρης άσωτος υιός επέστρεψε.
Η εγκάρδια υποδοχή του Ασώτου στην πατρική οικία

Και ενώ απείχε ακόμα πολύ από το πατρικό του σπίτι, ο πατέρας του τον είδε από μακριά και τον σπλαχνίστηκε. «Καί δραμών ἐπέπεσεν ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ καί κατεφίλησεν αὐτόν» (στίχος 20). Τι καταπληκτική σκηνή ! Η αγάπη του πατέρα ξεπερνάει όλα τα τυχόν αρνητικά. Την σπαταλημένη του περιουσία, την προσβλητική στάση του υιού του, την καταρράκωση του ονόματός του, την ρυπαρότητά του κ.ο.κ. Για τον πολυεύ-σπλαχνο Πατέρα τίποτα δεν γίνεται εμπόδιο. Ο χαμένος ή θεωρούμενος νεκρός υιός επέστρεψε και αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία.

Με την σκηνή αυτή, ο Κύριος θέλει να σκιαγραφήσει την απέραντη αγάπη και ευσπλαχνία του Θεού-Πατέρα απέναντι στον μετανοούντα και επιστρέψαντα αμαρτωλό. Όσο βδελυκτή είναι η αμαρτία για το Θεό, τόσο αγαπητός και ποθητός είναι ο μετανοών αμαρτωλός. Κάνει ένα βήμα ο αμαρτωλός προς το Θεό, κάνει δέκα βήματα ο Θεός προς αυτόν.

Αλλά, ο σπλαχνικός Πατέρας δεν σταματά μόνο στην υποδοχή. Την στιγμή που ο πρώην άσωτος, ταραγμένος και γεμάτος συγκίνηση, προσπαθεί να ψελλίσει την εξομο-λόγησή του «πάτερ, ἢμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου καί οὐκέτι εἰμί ἂξιος κληθῆναι υἱός σου, ποίησόν με ὡς ἓνα τῶν μισθίων σου» ο πατέρας δίνει διαταγή μπροστά στους έκπληκτους δούλους του: «ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν» δηλαδή, ντύστε τον με την αρχοντική στολή που φορούσε πριν φύγει από το πατρικό του σπίτι και όχι μόνον: «καί δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖραν αὐτοῦ καί ὑποδήματα εἰς τούς πόδας». Ο σπλαχνικός πατέρας όχι μόνο δεν τιμωρεί τον άσωτο, όχι μόνο τον συγχωρεί απροϋπόθετα, πριν αυτός προλάβει να τελειώσει την εξομολόγησή του, αλλά τον αποκαθιστά στην αρχική υιϊκή του θέση.

Η στολή η πρώτη και ο δακτύλιος αλληγορούμενα θέλουν να δείξουν ότι η αληθινή μετάνοια του κάθε Ασώτου, γίνεται δεκτή από τον Πατέρα. Ότι καθαρίζουν την ψυχή του μετανοούντος όπως ήταν πριν την αμαρτία και του χαρίζουν τον αρραβώνα του αγίου Πνεύματος, με τον οποίον η ψυχή επανασυνδέεται ξανά με το Θεό και αποκτά την κατά χάρη υιοθεσία. Όλα αυτά τα στάδια, της αγάπης, της ταπεινότητας, της φιλοτιμίας και της άπειρης ευσπλαχνίας του Θεού, απέναντι στον επιστρέφοντα αμαρτωλό ξεπερνάνε κάθε ανθρώπινη αντιληπτική κατανόηση.

Η απρόσμενη υποδοχή του Ασώτου φθάνει στο αποκορύφωμα της όταν ο Πατέρας αποφασίζει να στήσει ένα ξέφρενο γλέντι με την διαταγή: «Ἐνέγκαντες τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε, καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν» (στ 23).

Ετοιμάζει το καλύτερο δυνατό τραπέζι και προσφέρει το καλύτερο μοσχάρι για έδεσμα. Με τις αλληγορικές αυτές λέξεις, η παραβολή θέλει να δείξει ότι ο Θεός για κάθε μετανοούντα αμαρτωλό, που αποκαθιστά στη θέση του κατά χάρη υιού,, προσφέρει τον «μόσχο τον σιτευτό», δηλαδή τον ίδιο τον Υιό του Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος επάνω στον Σταυρό προσέφερε άπαξ τον εαυτό του θυσία για όλους τους αμαρτωλούς όλων των αιώνων. Έκτοτε, το σώμα και το αίμα του Χριστού μέσω της θείας Ευχαριστίας αποτελεί για τους πιστούς το εκλεκτότερο έδεσμα, που τους καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Τους τρέφει πνευματικά και αποτελεί το καλύτερο αντίδοτο κατά του θανάτου.
Η διαγωγή του πρεσβύτερου αδελφού

Θα ήταν πολύ ευχάριστα τα πράγματα, αν η παραβολή τελείωνε σε αυτό το σημείο, όταν στην πατρική οικία βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο γλέντι. Σε λίγο καταφθάνει από τους αγρούς, ο πρεσβύτερος αδελφός, ο οποίος όταν «ἢγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἠκουσε συμφωνίας καί χορῶν» (στ 25) δηλαδή, όταν έφθασε στο πατρικό σπίτι άκουσε μουσικές, τραγούδια και χορούς και «προσκαλεσάμενος ἓνα ταῶν παίδων, ἐπυνθάνετο (ρωτούσε να μάθει) τί εἲη ταῦτα» (στ 26) δηλαδή, ρώτησε κάποιον υπηρέτη τι ακριβώς συμβαίνει, ο οποίος του απάντησε: «ὁ ἀδελφός σου ἢκεί καί ἒθυσε ὁ πατήρ σου τόν μόσχον τόν σιτευτόν, ὃτι ὑγιαίνοντα αὐτόν ἀπέλαβεν» (στ 27). Ο άσωτος αδελφός σου επέστρεψε και ο πατέρας σου θυσίασε το εκλεκτό μοσχάρι, για να εκδηλώσει την χαρά του, επειδή ο αδελφός σου επέστρεψε υγιής.

Και ενώ θα περίμενε κανείς να χαρεί και ο πρεσβύτερος αδελφός και να συμμετάσχει στην χαρά της οικογένειας, αυτός «ὠργίσθη καί οὐκ ἢθελε εἰσελθεῖν». Αναπάντεχα, ο πρεσβύτερος αδελφός δείχνει μια διαγωγή τελείως ξένη προς την αληθινή αγάπη, αφιλάδελφη, μικροπρεπή, ζηλότυπη, φθονερή και εγωϊστική.

Αυτός, που τόσο καιρό φαινόταν πιστός και φρόνιμος, πάντα κοντά στον Πατέρα, ἀποκαλύπτει τη δική του γυμνότητα και την δική του «ἀσωτεία». Παρόλο που δεν είχε τοπικά απομακρυνθεί από τον Πατέρα, εντούτοις ζούσε τη δική του ψυχική «αποδημία» χωρίς να το έχει καταλάβει. Έτσι, αντί να χαρεί και να πανηγυρίσει για την απρόσμενη επιστροφή του ασώτου αδελφού του, αυτός λυπάται και αγανακτεί, γιατί βλέπει να ξαναπαίρνει ο «άσωτος», όσα είχε σαν πιστός υιός και εκείνος. Δεν μπορεί να καταλάβει πως «μετάνοια» σημαίνει και αποκατάσταση. Έτσι, με την συμπεριφορά του αποδεικνύει την δική του «ασωτεία».

Οσοι δεν είναι φαινομενικά άσωτοι κινδυνεύουν από τον πειρασμό του «πρεσβύτερου αδελφού». Με το παράδειγμα αυτό, ο Κύριος θέλει να επιστήσει την προσοχή σε όσους δεν είναι φαινομενικά άσωτοι. Ο πειρασμός του θεωρούμενου «φρόνι-μου αδελφού», ελοχεύει πάντοτε. Να χάσει δηλ. κανείς τον «μισθό» της φρόνιμης συμπε-ριφοράς από μικροψυχία, χαιρεκακία και εγωϊσμό.
Η απαράδεκτη αφιλάδελφη συμπεριφορά του πεσβύτερου αδελφού.


Δυστυχώς, ο πρεσβύτερος υιός του έδειξε αφιλάδελφη και εγωϊστική συμπεριφορά σκεπασμένη με τον μανδύα της εξωτερικής φαρισαϊκής αρετής. ¨Επεσε δε σε πολλά σφάλματα:

α. Καυχήθηκε για τις αρετές του, την πιστότητά του, την υπακοή του.

β. Παραπονέθηκε στον Πατέρα του, γιατί ποτέ δεν του έδωσε έστω ένα κατσικάκι να γλεντήσει με τους φίλους του.

γ. Αρνήθηκε να μπει στο σπίτι του και να συνεορτάσει με την οικογένειά του.

δ. Αρνείτο να κατονομάσει τον αδελφό του λέγοντας: «ὁ υἱός σου οὗτος»

ε. Εξόγκώσε τα αμαρτήματα του αδελφού του λέγοντας : «ὁ καταφαγῶν σου τόν βίον μετά πορνῶν». Είναι γεγονός ότι ο αδελφός του κατασπατάλησε το μερίδιο που του αναλογούσε (περίπου το 1/3 της ολικής περιουσίας), αλλά παραμένει ακόμα ικανό μέρος της πατρικής περιουσίας. Επομένως, μερικώς ψεύδεται.

στ. Ζηλοτυπεί και φθονεί τον αδελφόν του, για την αγάπη που του έδειξε ο πατέρας.


Η συγκινητική απάντηση του σπλαχνικού Πατέρα.

«Ἐξελθών ὁ πατήρ παρεκάλει αὐτόν… ἀποκριθείς εἶπεν τῷ πατρί. Ἰδοῦ τοσαῦτα ἒτη δουλεύω σοι καί οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον∙ ὃτε δέ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγῶν σου τόν βίον μετά πορνῶν ἦλθεν, ἒθησας αὐτῷ τόν μόσχον τόν σιτευτόν» (στ 29,30).

Ο πατέρας, βγαίνοντας από το σπίτι για να πείσει τον πρεσβύτερο υιό του ταπει-νώνεται και τον παρακαλεί να θελήσει να συνεορτάσει και αυτός την επάνοδο του νεκρα-ναστημένου αδελφού του. Ο πατέρας εκτός από την απέραντη αγάπη, του δείχνει και πόσο ταπεινός είναι. Αν υπήρξε στοργική και συγκινητική η συμπεριφορά του πατέρα προς τον επιστρέψαντα άσωτο υιό, δεν υπολείπεται καθόλου σε τρυφερότητα και αγάπη, η συμπεριφορά του προς τον πρεσβύτερο αδελφό.

Τον διαβεβαιώνει για την μεγάλη κληρονομιά που του ετοιμάζει: «Τέκνον, σύ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καί πάντα τά ἐμά σά ἐστί» (στίχος 31). Παιδί μου του λέει στοργικά, εσύ ήσουν πάντοτε μαζί μου και ότι όλα τα αγαθά μου είναι και δικά σου. Εάν δέχθηκα τον νεότερο αδελφό σου, αυτό δεν σημαίνει ότι σε αποξένωσα. Τι το θέλεις το «ερίφιο» που ζητάς να φας με τους φίλους σου, αφού μπορείς να συνδειπνήσεις με τον πατέρα σου και τους άλλους οικείους σου στο πλούσιο τραπέζι που ετοιμάζει.

Στη συνέχεια, ο πατέρας δικαιολογεί την μεγάλη χαρά που αισθάνεται για την επι-στροφή του νεότερου υιού του και υποδεικνύει το καθήκον του πρεσβύτερου υιού την παρούσα στιγμή: «Εὐφρανθῆναι δέ καί χαρῆναι ἒδει, ὃτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, ἀπολωλός ἦν καί εὑρέθη» (στ. 32). Ο νεότερος υιός μου, που είναι συγχρόνως και αδελφός σου ήταν χαμένος και βρέθηκε. Ήταν πνευματικά νεκρός και αναστήθηκε. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να χαρείς και συ και να συμμετέχεις στην κοινή χαρά της οικογενείας ;


Το «κατσίκι» και το μεγάλο «Δείπνο της Βασιλείας του Θεού»

Εδώ υπάρχει άλλη μιά σπουδαία αλληγορία. Είναι το «ἐρίφιον» δηλ. το «κατσίκι» που ζητούσε ο πρεσβύτερος αδελφός. Η αλληγορία του θέματος αυτού είναι ότι αν αποδει-χθούμε πραγματικά παιδιά του Θεoύ, εξαλείφοντας είτε τα πάθη του ασώτου, είτε τα πάθη του πρεσβύτερου αδελφού, θα τύχουμε της μεγάλης ευτυχίας να συνδειπνήσουμε μαζί του στην αιώνια Βασιλεία Του. Το «κατσίκι» που θα απολάμβανε με φίλους του, έξω της βασιλείας του Θεού, ο πρεσβύτερος υιός, θα ήταν μια ψευδαίσθηση προσωρινής ευτυχίας. Αντίθετα το μεγάλο δείπνο, στο οποίο ο σπλαχνικός Πατέρας προσκαλεί τον πεσβύτερο υιό Του να συμμετάσχει είναι το μεγάλο «Δείπνο της Βασιλείας του Θεού»[2].

Αυτό το δείπνο είναι η αιώνια χαρά και αγαλλίαση που περιμένει τους εκλεκτούς του Θεού-τους εκ δεξιών του Χριστού- που θα συμμετάσχουν στην χαρά της Βασιλείας του Θεού. Διότι πολλές φορές τυχαίνει να ανταλλάξουμε την αιώνια χαρά της συμμετοχής στην Βασιλεία του Θεού, με πολλές μικρές αλλά «προσωρινές» μικροχαρές του κόσμου.
Επίλογος

Ο Κύριος τελειώνοντας την παραβολή, αποσιωπά τι συνέβη στη συνέχεια. Αν ο πρεσβύ-τερος υιός συγκινήθηκε και εισήλθε στο πατρικό του σπίτι ή όχι. Εάν επέμεινε στο πείσμα και στον φθόνο του, μοιάζει με τους Γραμματείς και Φαρισαίους, που έμειναν έξω της Βασιλείας του Θεού, ενώ οι πρώην άσωτοι ειδωλολάτρες που μετανόησαν, έγιναν χριστιανοί και άγιοι και απόλαυσαν την αιώνια χαρά της Βασιλείας του Θεού. Και οι δύο εκδοχές είναι πιθανές. Η πρόσκληση του Θεού για συμμετοχή όλων των ανθρώπων στο «Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» ισχύει πάντοτε. Η απόφαση για συμμετοχή σ’ αυτήν εξαρτάται καθαρά από την προαίρεση του κάθε ανθρώπου.



[1] ¨Ασωτος είναι αυτός που δεν έχει σωτηρία, που δεν σώζεται

[2] «ἒνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀπέραντος ἡδονή τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τό κάλλος τό ἂρρητον. Σύ γάρ εἶ τό ὂντως ἐφετόν (το πραγματικάπιό επιθυμητό) καί ἡ ἀνέκ-φραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων σε Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν καί σέ ὑμνεῖ πᾶσα ἡ κτίσις εἰςτούς αἰ-ώνας, άμήν»(παρμένο από την ευχή της Ευχαριστίας μετά την Θεία Μετάληψη)


ΑΓΙΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

 

Ο Άγιος Ονήσιμος, ένας από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου άρχοντα Φιλήμονος, ο οποίος καταγόταν από την Φρυγία και έγινε Χριστιανός από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά από τον κύριό του και μετέβη στη Ρώμη σε επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου. Έτσι αφιερώθηκε στη Διακονία της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Ο Παύλος τον απέστειλε πίσω στον Φιλήμονα με επιστολή του, στην οποία ανέφερε για τον Άγιο Ονήσιμο τα ακόλουθα: «Τέτοιος που είμαι, εγώ ο Παύλος ο ηλικιωμένος, και τώρα φυλακισμένος του Ιησού Χριστού, σε παρακαλώ για το παιδί μου, τον Ονήσιμο, ο οποίος άλλοτε σου ήταν άχρηστος, τώρα όμως είναι χρήσιμος και σε εσένα και σε εμένα. Σου τον αποστέλλω πάλι και συ δέξου αυτόν που είναι η καρδιά μου. Θα ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, για να με υπηρετεί, αντί σου, στην φυλακή που είμαι χάριν του Ευαγγελίου, αλλά δεν ήθελα να κάνω τίποτε χωρίς την δική σου συγκατάθεση, για να μην γίνει η αγαθή σου πράξη αναγκαστικά αλλά με την θέλησή σου. Ίσως γι' αυτό αποχωρίσθηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις παντοτινά, όχι πλέον σαν δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, σαν αδελφό αγαπητό, ιδιαίτερα για μένα, πόσο μάλλον για σένα και σαν άνθρωπο και σαν Χριστιανό. Εάν λοιπόν, με θεωρείς φίλο, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ».
 
 

Ο Απόστολος Ονήσιμος επανέκαμψε στη Ρώμη προς τον Απόστολο Παύλο και τον διακονούσε. Μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου συνελήφθη υπό του επάρχου Ρώμης Τερτύλου και εξορίσθηκε στους Ποτιόλους της Ιταλίας. Όμως ο Ονήσιμος συνέχισε με ζήλο να κηρύττει τον Λόγο του Θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλος επισκέφθηκε τον τόπο εξορίας του και πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση, διέταξε να συλληφθεί ο Άγιος και να βασανισθεί. Τον κτύπησαν αλύπητα και με ραβδισμούς του έσπασαν τα σκέλη. Στο τέλος, μετά από φρικώδεις βασάνους, ο Άγιος Ονήσιμος μαρτύρησε και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το τίμιο λείψανό του παρέλαβε και ενταφίασε μια πλούσια αλλά ευσεβής Ρωμαία Χριστιανή.

Ναός προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ονησίμου είχε ανεγερθεί κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο Aπόστολος Oνήσιμος εορτάζεται και στις 22 Νοεμβρίου.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ



Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.

Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.
 


Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.

Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.

Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.
 
 
Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.

Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.

Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!

Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.

Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ



 
Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης καταγόταν από την Κουλακιά, τη σημερινή κωμόπολη της Χαλάστρας (ή Πύργος) και ήταν δάσκαλος. Για κάποιο χρονικό διάστημα εγκαταβίωσε στο Άγιον Όρος, χωρίς να διευκρινίζεται εάν έχει λάβει το μοναχικό σχήμα ή ήταν λαϊκός και είχε υποτακτικό κάποιον Αργύρη.
 

 
Ο Ιωάννης βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όταν κατά την διάρκεια ενός συμποσίου με Τούρκους, αυτοί ισχυρίσθηκαν πως δήθεν τους είχε πει ότι θέλει να γίνει και αυτός Μωαμεθανός. Ο Ιωάννης αρνήθηκε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό τους, γι' αυτό και οδηγήθηκε στο παζάρι, πιθανόν στην κεντρική αγορά της πόλεως, όπου και εκτελέσθηκε άνευ δίκης με απαγχονισμό, ημέρα Τρίτη, ώρα 4 π.μ., το έτος 1776 μ.Χ. Μετά τον απαγχονισμό του, το λείψανο του Νεομάρτυρα ρίφθηκε στη θάλασσα.

Ακολουθία προς τιμή του νεομάρτυρος συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο αρχιμ. Ιωήλ Φραγκάκος, νυν μητροπολίτης Εδέσσης.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020

Η ΔΕΣΦΙΝΑ ΤΙΜΗΣΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΤΗΣ ΑΓΙΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ




Η Δεσφίνα τίμησε τον Πολιούχο της Άγιο Χαράλαμπο
Κλικ ΕΔΩ




ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ - Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ

 

Ο ΑΓΙΟΣ Θεόδωρος ο Στουδίτης, αγαπητοί μου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την 11η Νοεμβρίου, είνε μία πελωρία μορφή. Εάν υπήρχε στην Ελλάδα τηλεόρασι με σκοπό να παράγη έργα μεγάλα και υψηλά και προέβαλλε σε συνέχειες όχι έργα επαίσχυντα και φθοροποιά, αλλ’ έργα ανωτέρας πνοής, θα μπορούσε να συμπεριλάβη στο πρόγραμμά της και την παραγωγή μιας ταινίας με θέμα τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν δε η τηλεόρασις έδειχνε σε σειρά εκπομπών ένα έργο με τη ζωή του αγίου αυτού, να είστε βέβαιοι πως δεν θα έμενε μάτι αδάκρυτο, βλέποντας στο πρόσωπό του τη δόξα της Εκκλησίας μας.
Στην ταραχώδη εποχή που ζούμε, στα δύσκολα τούτα χρόνια, κάτι σημαντικό έχει να μας πη ο βίος του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Τα χρόνια είνε παράλληλα· ό,τι συνέβη στην εποχή του Θεοδώρου του Στουδίτου, συμβαίνει και σήμερα. Και όπως εκείνος αγωνίστηκε, έτσι πρέπει ν ἀγωνισθοῦμε κ ἐμεῖς κατά το ρητό του αποστόλου· «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Εβρ. 13, 7), δηλαδή· Να θυμάστε τους πνευματικούς σας οδηγούς, που σας δίδαξαν το λόγο του Θεού, και επανεξετάζοντας πού σας έφερε η συναναστροφή μαζί τους να μιμήσθε την πίστι τους.
Επιτρέψατέ μου, λοιπόν, εν συντομία να παρουσιάσω ενώπιόν σας την γιγαντιαία μορφή του μεγάλου αυτού ομολογητού της πίστεως.

Ανοίγουμε την ιστορία και μεταφερόμεθα στο παρελθόν, στα παλαιότερα ένδοξα χρόνια. Όπως υπάρχει διαστημόπλοιο, με το οποίο οι αστροναύτες μπορούν να φθάσουν σε άλλο πλανήτη, έτσι υπάρχει και μέσο, με το οποίο μπορούμε κ’ εμείς να μεταφερθούμε σε έναν άλλο καιρό, στο παρελθόν, και να δούμε να ζωντανεύουν εμπρός μας παλαιές ιστορίες και αρχαίες δόξες. Το δε μέσον αυτό είνε η φαντασία μας. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν με τη φαντασία μας πίσω, στον καιρό του Βυζαντίου, κι ας σταματήσουμε στην πόλι των ονείρων μας, στην Κωνσταντινούπολι.

Βρισκόμαστε στο 795 μ.Χ. Μπορείτε να μου πήτε, ποιός ήταν τότε ο αυτοκράτορας, που βασίλευε στη μεγάλη και ένδοξο αυτή πόλι;
Ω «ματαιότης ματαιοτήτων»! «Άρα τις εστι, βασιλεύς η στρατιώτης;…». «Επελθών γαρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται». Κανείς δεν θυμάται. Όπως και μετά από 100 χρόνια ποιός θα θυμάται, ποιός είνε σήμερα πρόεδρος της δημοκρατίας, ποιός είνε πρωθυπουργός, και ποιός είνε υπουργός της δικαιοσύνης;… Και ποιός θα θυμάται, ποιός είνε αρχιεπίσκοπος και ποιός είνε επίσκοπος;… Αλλ’ αν η ιστορία σβήνη τα ονόματα εκείνων που επρόδωσαν την πίστι και την πατρίδα, θα ζουν όμως πάντοτε μεσ στὶς καρδιές των ορθοδόξων Ελλήνων, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα ονόματα των αγωνιστών και ομολογητών της Ορθοδοξίας. «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111, 6).

Και ενώ το όνομα του βασιλέως εκείνου, του αυτοκράτορος που ατίμασε τον βίο του με μία αισχρά πράξι, έχει σβησθή και μόνο οι ιστοριοδίφαι ερευνούν για να βρουν τ΄ όνομά του, η ιστορία έχει γράψει με χρυσά γράμματα το όνομα ενός ασκητού, του Θεοδώρου του Στουδίτου.
Ποιός ήταν ο Θεόδωρος ο Στουδίτης; Δεν θα εξιστορήσω εδώ όλο τον βίο του. Τρεις μαθηταί του έχουν γράψει την ιστορία του.

Γεννήθηκε το 759 στην Κωνσταντινούπολι. Δεν γεννήθηκε από βράχο. Κανείς δεν γεννιέται από βράχο. Όλους μια μάνα μας γέννησε. Και η μάνα παίζει σπουδαίο ρόλο. Πίσω από κάθε μεγάλον άνδρα ζητήστε τη γυναίκα, ζητήστε τη μάνα. Όπως πίσω από τον Μ. Βασίλειο είνε η Εμμέλεια και πίσω από τον Χρυσόστομο είνε η Ανθούσα και πίσω από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο είνε η Νόννα και πίσω από τον ιερό Αυγουστίνο, του οποίου αναξίως φέρω το όνομα, είνε η Μόνικα η αγία, έτσι λοιπόν και πίσω από τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη είνε η μάνα, η γλυκυτάτη μάνα. Το όνομά της; Θεοκτίστη.


Όταν πέθανε η μητέρα του, ο Θεόδωρος πήγε στον τάφο της και έκλαψε, έκλαψε σαν το Χριστό, και εξεφώνησε ένα λόγο περισπούδαστο. Εκεί ονομάζει τη μητέρα του με το όνομα «διμήτηρ», δηλαδή μάνα δυό φορές. Ω μάνα γλυκειά, μάνα δυό φορές! Τι θα πη δυό φορές μάνα; Σαν να της έλεγε· «Με γέννησες δυό φορές. Μια φορά με γέννησες με το φυσικό τρόπο· μικρά γέννησις αυτή. Αλλά με γέννησες και κατ΄άλλο τρόπο, πνευματικό τρόπο. Μαζί με το γάλα, που με πότισες, με πότισες και το γάλα του Χριστού, την ιερά διδασκαλία». Και το ζην και το ευ ζην ώφειλε στη μητέρα του. Εκείνη τον έπαιρνε την ημέρα στα γόνατά της και τον δίδασκε, και τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, κάτω από τα άστρα και μπροστά στα αφρίζοντα κύματα του Βοσπόρου, τον γονάτιζε και τον μάθαινε να προσεύχεται και να επικοινωνή με τον ουράνιο Πατέρα. Ω μάνα γλυκειά, δυό φορές με γέννησες!


Γυναίκες που μ’ ακούτε, να στε μάνες όχι μια αλλά δυό φορές. Το να γεννήσετε είνε δύσκολο και σπουδαίο, αλλά όχι και μεγάλο. Γεννούν και τα σκυλιά, γεννούν και τα λιοντάρια, γεννούν και όλα τα άλλα όντα της ζωολογικής κλίμακος. Το γεννάν δεν σε κάνει μάνα. Μάνα θα γίνης, αν μεσ’ στὴν καρδιά του παιδιού φυτέψης το Χριστό και την πατρίδα. Αν το κάνης αυτό, εσύ μεν θα γεράσης, θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου, θα πεθάνης. Αλλ’ επάνω στον τάφο σου θα έλθη κάποιος, είτε στρατηγός είτε επίσκοπος είτε εργάτης είτε οικογενειάρχης…, και θα πη· «Μάνα, γλυκειά μου μάνα, δυό φορές με γέννησες». Αν δεν σας το πουν αυτό, τότε δεν είστε άξιες μητέρες και άξιες Ελληνίδες. Όπως λοιπόν η μάνα του αγίου Θεοδώρου ήτο «διμήτηρ», έτσι κ εσείς να γίνετε διμήτορες. Δυό φορές να γεννήσετε. Να φέρετε παιδιά στον κόσμο, κι αυτά τα παιδιά να τα οδηγήσετε στο Χριστό.


Από τέτοια μάνα βγήκε. Κλωνάρι ένδοξο εκλεκτής, γενναίας, σπανίας οικογενείας. Από μικρός ακολούθησε το Χριστό. Αφιερώθηκε στην υπηρεσία του. Έκτισε μοναστήρι. Τι μοναστήρι; Κοντά στο Θεόδωρο το Στουδίτη μαζευτήκανε -παρακαλώ μετρήστε- 1.000 νέοι! Λεβεντιά και δόξα. Στρατιώτες του Χριστού, που έφτειαξαν κοινόβιον. Τι σημαίνει κοινόβιο; Κράτος Θεού. Επιτρέψτε μου να μιλήσω με τη σύγχρονη γλώσσα, αν και κινδυνεύω να παρεξηγηθώ· το κοινόβιο του Στουδίτου ήταν μία σοσιαλιστική χριστιανική κοινωνία. Όλα κοινά. Τίποτε ίδιον, κανείς δεν είχε ιδιοκτησία. Κ’ εύρισκες να υπάρχουν εκεί όλα τα επαγγέλματα κι όλες οι δουλειές· και γεωργοί, και βοσκοί, και κτίστες, και ξυλουργοί, και σιδηρουργοί, και αγωγιάτες, και μάγειροι, και υποδηματοποιοί,… ακόμη και τυπογράφοι. Εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τυπογραφείο της Ανατολής.

―Μα είνε δυνατόν, το 795 τυπογραφείο; Η τυπογραφία, μεγάλη εφεύρεσι στην οποία οφείλει τόσα η ανθρωπότης, έγινε, όπως ξέρουμε, τον 15ο αιώνα. Πως λοιπόν τον 8ο αιώνα είχε ο Στουδίτης τυπογραφείο;
Οι καλόγεροι ξενυχτούσαν αντιγράφοντας κείμενα μέχρι της πρωϊνές ώρες. Τα άγια χεράκια τους έγραφαν Αποστόλους, έγραφαν Ευαγγέλια, έγραφαν πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αθανάσιο…), έγραφαν και κλασσικούς (Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη…). Αν υπάρχη σήμερα ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αυτό το οφείλουμε στα άγια χέρια των καλογήρων εκείνων, που ήταν οι τυπογράφοι της εποχής και αντέγραφαν καλλιγραφικώς όλα τα σπουδαία κείμενα.


Ο άγιος Θεόδωρος ήταν ακόμα και ποιητής. Οι λεγόμενοι αναβαθμοί της Οκτωήχου, που είνε μέλι γλυκύτατο, τα εγκώμια του Επιταφίου θρήνου, που ψάλλονται τη Μεγάλη Παρασκευή, και πολλοί άλλοι ύμνοι, είνε όλα έργα του θεοπνεύστου αυτού ανδρός, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.
Αυτό ήταν το έργο του μεγάλου αυτού πατρός της Εκκλησίας μας. Και ποιό ήταν το τέλος του; Είπαμε, ότι ο άγιος Θεόδωρος είχε μοναστήρι, και θα περίμενε κανείς να τελειώση τη ζωή του εκεί. Πέθανε λοιπόν στο μοναστήρι;
Τα μοναστήρια και οι αδελφότητες -ας τ’ ἀκούσουν όλοι- δεν είνε αυτοσκοπός. Είνε μέσα. Το επαναλαμβάνω· οι αδελφότητες και τα μοναστήρια δεν είνε αυτοσκοπός, αλλά είνε μέσα. Και τα μέσα αυτά έχουν αξία, εφ ὅσον υπάρχει σκοπός. Και σκοπός είνε η δόξα του Θεού.


Έρχονται στιγμές, που θα θυσιάσης όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά και το μοναστήρι σου· καλείσαι να το κάνης ολοκαύτωμα για τη δόξα του Χριστού. Κι όπως κάτω στην Κρήτη, στο Αρκάδι, ο Γαβριήλ έβαλε φωτιά κ’ έκαψε το μοναστήρι, και η φλόγα του Αρκαδίου φώτισε τον κόσμο και συνετέλεσε τα μέγιστα στην απελευθέρωσι της Κρήτης, έτσι κι ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Για να κτίση το περιλάλητο μοναστήρι του Στουδίου, κατέβαλε κόπους και μόχθους ετών. Αλλά ήρθε στιγμή που, για να διατηρήση το μοναστήρι του, έπρεπε να κάνη συμβιβασμούς σε ζητήματα ορθοδόξου πίστεως. Τότε εκείνος δεν λυπήθηκε το μοναστήρι του. Δεν είπε Θα υποχωρήσω. Αλλά σε μια στιγμή, δραματική στιγμή της ιστορίας, το «έκαψε» το μοναστήρι, το έκανε λιβάνι και θυσία. Τότε το μοναστήρι αυτό διαλύθηκε. Από τους χίλιους μοναχούς, που διώχθηκαν βιαίως, άλλοι πέθαναν στην εξορία, άλλοι υποβλήθηκαν σε ποικίλες δοκιμασίες και μαρτύρια ομολογώντας την ορθόδοξο πίστι, υπέστησαν κακώσεις, έχασαν τα μάτια τους η άλλα μέλη του σώματός τους. Σκορπίσθηκαν οι σεβάσμιοι μοναχοί, ερείπια έγινε το περίφημο μοναστήρι.
Φυσικό είνε να ρωτήση κανείς· Μα πως διαλύθηκε μία τόσον ένδοξος αδελφότης; Πως; Εδώ ακριβώς θέλω να προσέξετε, αγαπητοί μου.


Στα χρόνια εκείνα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός και η είδησι διαδόθηκε μεσ’ στὴν πόλι. Πως διαδόθηκε; Εφημερίδες τότε δεν υπήρχαν, ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, τηλεοράσεις δεν υπήρχαν. Αλλ’ η πρώτη εφημερίδα ποιά είνε; Είνε το στόμα. Αυτή είνε η πρώτη εφημερίδα. Όσοι είστε από χωριό και προλάβατε τη ζωή των προηγουμένων ετών, θα θυμάστε, ότι στην κοινωνία εκείνη μέσα σε πέντε λεπτά μάθαιναν όλοι το κάθε τι από στόμα σε στόμα. Από στόμα σε στόμα λοιπόν διαδόθηκε και μέσα στην Πόλι, στην Κωνσταντινούπολι, το θλιβερό γεγονός. Στα σπίτια, στις συνοικίες, στον ιππόδρομο, στο λιμάνι που ήταν οι ναύτες, στα καΐκια, στα πλοία, παντού, μια κουβέντα είχαν·

―Πω πω τι έγινε! Δυστύχημα. Χειρότερο από κάθε άλλο δυστύχημα. Χειρότερο κι από το να χαλάση μια εκκλησία. Γιατί το να γκρεμίσης μια εκκλησία είνε φοβερό, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακόμη πιο φοβερό.
―Τι συνέβη λοιπόν; Τι δυστύχημα ήταν αυτό;



 
Β΄Μέρος

Πρόκειται για πνευματικό δυστύχημα.
Μέσα στα ανάκτορα ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797), είχε μια αγία γυναίκα. Το όνομά της Μαρία. Δεν είχε ο Κωνσταντίνος κανένα παράπονο εναντίον της Μαρίας. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης μαρτυρούν, ότι η Μαρία υπήρξε υπόδειγμα γυναικός. Κι όμως μια μέρα ο αυτοκράτορας τη διώχνει, την πετάει έξω από τα ανάκτορα. Έπειτα με στρατιώτες την παίρνει και την στέλνει σ ένα μοναστήρι· κ’ εκεί, χωρίς τη θέλησί της, την κάνει καλόγρια, πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Δεν σταματά όμως εδώ το κακό. Αφού έδιωξε τη νόμιμη σύζυγό του, παίρνει ως σύζυγο μια άλλη γυναίκα, μια νέα, που έλαμπε από κάλλος σωματικό, αλλά εστερείτο ψυχικού κάλλους. Ο γάμος έγινε τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, μέσα στα ανάκτορα. Και επειδὴ δεν βρισκόταν άλλος ιερεύς στην Πόλι να τους στεφανώση, ένας παπάς από κείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού ―πάντοτε θα υπάρχουν προδότες παπάδες και προδότες δεσποτάδες―, ένας τέτοιος παπάς, ο Ιωσήφ, που ήταν πρωτόπαπας στην αγία Σοφία, ανέβηκε τη νύχτα απάνω και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και μόνο αυτό; Την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος, ενώ η νόμιμη σύζυγος έκλαιγε μεσ΄ στοὺς τέσσερις τοίχους του κελλιού του μοναστηριού, αγκαζέ παρακαλώ με τη Θεοδότη, πάνω στην ανακτορική άμαξα μετά πολλής φαντασίας πήγε στην αγία Σοφία, κ’ εκεί η πόρνη και παλλακίς εστέφθη επισήμως αυγούστα, βασίλισσα.


Το πρώτο έγκλημα του αυτοκράτορος· έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του αναιτίως. Το δεύτερό του έγκλημα· την έκλεισε παρά τη θέλησί της στο μοναστήρι. Το τρίτο έγκλημα· πήρε ως σύζυγο την πόρνη αυτή, τη Θεοδότη. Το τέταρτο· την στεφανώθηκε νύχτα στα ανάκτορα. Το πέμπτο· έκανε βασίλισσα την παλλακίδα μέσα στην αγία Σοφία. Το έκτο· ποιό το έκτο; ότι το παράδειγμά του θα το μιμήθηκαν ασφαλώς υπουργοί, στρατηγοί, ναύαρχοι, μεγάλοι και μικροί, για ν’ ἀνάψῃ φωτιά μεγάλη στο έθνος.

Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δεν μιλούσε. Σιωπή νεκροταφείου. Ποιός να μιλήση;
Τότε μέσα στη σιωπή αυτή ακούστηκε βροντή κ έλαμψε αστραπή. Κάποιος μίλησε, κάποιος φώναξε. Ποιός ήταν; Ο πατριάρχης; Όχι. Δεσπότης; Όχι. Ποιός; Ένας απλός ιερομόναχος, ο ηγούμενος του Στουδίου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου να χουμε την ευχή. Αυτός μίλησε. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος, ήλεγξε τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του τότε πατριάρχου, επειδή κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα.


Πάντοτε, σε σκληρές εποχές και σε στιγμές δύσκολες, αναδεικνύει ο Θεός πρόσωπα που με παρρησία θα υπερασπισθούν την πίστι. Όταν ο Δαυίδ αμάρτησε, παρουσιάστηκε ένας Νάθαν που στάθηκε εμπρός του και τον ήλεγξε. Κι όταν ο Αχαάβ ασέβησε με την περιβόητη εκείνη Ιεζάβελ, ένας Ηλίας ανέβηκε στα ανάκτορα και ήλεγξε το παράνομο βασιλικό ζεύγος. Κι όταν ο Ηρώδης έδιωξε τη νόμιμη γυναίκά του και πήρε την διαβόητη Ηρωδιάδα, ένας Πρόδρομος είπε το «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου». Κι όταν στην Κωνσταντινούπολι η Ευδοξία με τον Αρκάδιο αντιτάχθηκαν στην Εκκλησία, τότε ένας Χρυσόστομος ήλεγξε την κατάστασι. Έτσι και στην εποχή αυτή παρουσιάστηκε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης.


Τι έκανε;
Πρώτον έπαυσε το μνημόσυνο, το πολυχρόνιο, του βασιλέως Κωνσταντίνου του ΣΤ΄.
Δεύτερον έπαυσε το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806).
Τρίτον ξεσήκωσε το λαό.
Τέλος, νύχτα η ώρα, έκανε λιτανεία μεσ’ στὴν Κωνσταντινούπολι και έσεισε ολόκληρη την πόλι.
Το αποτέλεσμα; Ανοίξτε την ιστορία να μάθετε το αποτέλεσμα.
Ο βασιλιάς ταράχτηκε. Και τι σκέφτηκε. Προσπάθησε με κολακείες και άλλα μέσα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Και το σημαντικό αυτό στοιχείο είνε, ότι η Θεοδότη, που πήρε ως βασίλισσα στ’ ανάκτορα ο Κωνσταντίνος διώχνοντας την αγία του γυναίκα τη Μαρία, η Θεοδότη αυτή ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου!




Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά και αγαλλίασι. Αφού η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα, θα μπορούσε πλέον ν’ ανεβαίνῃ στα ανάκτορα και να επιτυγχάνη ό,τι θέλει. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Ιδού το μεγαλείο του αγίου. Δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων που έχουν υπεράνω του πνευματικού χρέους τις κοσμικές σχέσεις και υπεράνω της πνευματικής συγγενείας την κατά σάρκα συγγένεια. Όχι. Πάνω από τη σάρκα είνε το πνεύμα. Ο Χριστός είπε· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα (ή αδελφούς ή γυναίκα ή άλλους συγγενείς) υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). Θ’ αγαπάς τη γυναίκα σου, θ’ αγαπάς τα παιδιά σου, θ’ αγαπάς τους συγγενείς σου, θ’ αγαπάς τους φίλους σου, θ’ αγαπάς τους πάντας, αλλά παραπάνω απ’ όλους θα ’χῃς το Χριστό και την αλήθεια. Έτσι έκανε και ο Στουδίτης. Γι αυτὸ δεν υπελόγισε τη Θεοδότη.


Εκείνη ήλπιζε, ότι ο εξάδελφός της, ο καλός της εξάδελφος, ο άγιος εξάδελφος, που ζούσε με την προσευχή και κρατούσε το κομποσχοίνι, θα τη δεχότανε. Πίστευε, ότι προσφέροντάς του ωρισμένα πολύτιμα δώρα θα τον έκαμπτε. Και μια μέρα πήρανε μια άμαξα με χρυσοστόλιστα άλογα, τη φόρτωσαν δώρα, διαμάντια και άλλα, και ξεκίνησαν με συνοδεία να πάνε στο μοναστήρι του εξαδέλφου της. Ένας σκοπός, που φύλαγε ψηλά στον πύργο του μοναστηριού, μόλις είδε να ’ρχεται η βασιλική άμαξα με τη Θεοδότη και τον αυτοκράτορα, αμέσως ειδοποίησε τον ηγούμενο. Τότε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης διατάζει, να χτυπήσουν πένθιμα οι καμπάνες του μοναστηριού σαν να ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Κι όταν η αυτοκρατορική συνοδεία πλησίασε στην πύλη κ’ ήταν έτοιμη να μπη στο μοναστήρι, δέκα μοναχοί έκλεισαν με πάταγο την πόρτα κατάμουτρα στο βασιλιά. Έτσι η Θεοδότη επέστρεψε ταπεινωμένη στα ανάκτορα.


Ενώ λοιπόν ο Ιωσήφ την κολάκευσε, ο άγιος Θεόδωρος την ήλεγξε. Για την υπόθεσι του κόλακος αυτού ιερέως, του Ιωσήφ, που στεφάνωσε το παράνομο βασιλικό ζεύγος και εν συνεχεία καθαιρέθηκε επί της βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) από τον πατριάρχη Ταράσιο, ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επομένου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α’ (806-815). Διότι κι αυτός, υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορος Νικηφόρου (802-811), αποκατέστησε με Σύνοδο τον Ιωσήφ στο ιερατικό αξίωμα. Η διακοπή αυτή του μνημοσύνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο την πρώτη εξορία, την εξορία του στη νήσο Χάλκη.
Ύστερα απ΄αυτὸ ο Θεόδωρος ο Στουδίτης εξωρίστηκε και για δευτέρα φορά λόγω της ακάμπτου μαχητικότητός του. Αγωνίστηκε δε και υπέρ των αγίων εικόνων κάνοντας μάλιστα με τους μοναχούς του μέσα στην Πόλι και λιτανεία, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας. Συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς.


Πρώτη φορά είχε εξοριστή το 808 στη Χάλκη για τον παράνομο γάμο. Τη δευτέρα φορά εξωρίστηκε πάλι για τον ίδιο λόγο. Και τρίτη φορά εξωρίστηκε το 815 στη Σμύρνη για τις άγιες εικόνες· τότε τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου της Σμύρνης κ’ εκεί τον μαστίγωναν αλύπητα. Αργότερα, το 826, διαμαρτυρήθηκε τελευταία φορά και για τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορος Μιχαήλ Β (820-829).


Τέλος σε ηλικία 67 ετών, το έτος 826, μια βραδιά, μια αγία ημέρα, προαισθάνθηκε το τέλος του. Ήταν 9 Νοεμβρίου. Κάλεσε τα πνευματικά του παιδιά και τα αποχαιρέτισε. Τα τελευταία του λόγια ήταν· «Παιδιά μου, φυλάξατε ορθόδοξον την πίστιν και βίον ακηλίδωτον, και ο Θεός μαζί σας». Στις 11 Νοεμβρίου, ημέρα Κυριακή, τους παρακάλεσε να ψάλουν τον άμωμο, τον μεγαλύτερο ψαλμό του Ψαλτηρίου, τον 118ο. Κι όταν οι μοναχοί έλεγαν με δάκρυα το στίχο «Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με, Κύριε», δηλαδή· «Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια του νόμου σου, γιατί μ’ αυτὰ μου έδωσες ζωή» (Ψαλμ 118,93), την ώρα εκείνη φτερούγισε η αγία του ψυχή και παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο πατέρα.


Ο άγιος Θεόδωρος μετά την τρίτη εξορία δεν ξαναείδε το μοναστήρι του, που το κατέλαβαν άλλοι μοναχοί, οπαδοί των εικονομάχων. Μακριά από το Στούδιο, θλιβόμενος και προσευχόμενος, πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του εκεί, στον τόπο της εξορίας του, και έτσι έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο.

† Επίσκοπος Αυγουστίνος

{Απομαγνητοφωνημένη εσπερινή ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στην Αθήνα, στις 21-11-1976. Εδημοσιεύθη στην «Χριστιανική Σπίθα» (527-9/1996)}