Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΠΟΙΕΣ ΗΣΑΝ Η ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΚΑΙ Η ΚΑΣΣΙΑΝΗ; ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ

Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή








Ποιες ήσαν:
Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Κασσιανή;

Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαθανασίου
Ιεροκήρυκος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών



Συχνά τίθεται το ερώτημα: Ποιες ήσαν αυτές οι δύο γυναίκες, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Κασσιανή, για τις οποίες γίνεται πολύς λόγος, ιδιαίτερα από «κοσμικά» περιβάλλοντα. Πλανάται μία σύγχυση τόσο για την μαθήτρια του Χριστού όσο και για την ποιήτρια των βυζαντινών χρόνων.
Μερικοί κονδυλοφόροι ισχυρίζονται για μεν την Μαρία την Μαγδαληνή ότι υπήρξε αμαρτωλή γυναίκα και διεφθαρμένη, για δε την Κασσιανή ότι και αυτή υπήρξε αμαρτωλή και ότι στο γνωστό τροπάριον ομιλεί «αποκλειστικώς» για τον εαυτόν της. Τί απάντηση, λοιπόν, δίδουμε, σ' όλους αυτούς τους βλάσφημους και ανιστόρητους ισχυρισμούς; Με βάση την Αγία Γραφή και την ιστορική παράδοση της Εκκλησίας καταθέτουμε τα εξής:


Πρώτον, η Μαρία η Μαγδαληνή υπήρξε μαθήτρια του Χριστού και αξιώθηκε να γίνει Μυροφόρος και Ισαπόστολος, κατετάγη δε στο αγιολόγιο της Εκκλησίας και τιμάται η μνήμη της στις 22 Ιουλίου.
Ειδικότερα στην Κ. Διαθήκη ο Ευαγγελιστής Λουκάς όταν περιγράφει τις περιοδείες του στα διάφορα μέρη της Παλαιστίνης γράφει ότι ακολουθούσαν Αυτόν εκτός βέβαια των μαθητών,«και γυναίκες τινές αι ήσαν τεθεραπευμέναι από νόσων και μαστιγών και πνευμάτων πονηρών και ασθενειών, Μαρία η καλούμενη Μαγδαληνή, αφ' ής δαιμόνια επτά εξεληθύθει και Ιωάννα γυνή Χουζά επιτρόπου Ηρώδου, και Σουσάννα και έτεραι πολλαί, αίτινες διηκόνουν αυτώ από των υπαρχόντων αυταίς».(Λουκ. 8, 2-3 και Μάρκ. 16,9). Ο Κύριος, λοιπόν, είχε εκδιώξει επτά δαιμόνια από την Μαρία την Μαγδαληνή (από την πόλη Μάγδαλα, στα όρια της Συρίας) και μετά την θεραπεία της εκείνη παρακολουθούσε και ήκουε την θεία διδασκαλία μετά βαθύτατης ευλάβειας και μετά διαθέσεως διακονίας πως έπρατταν και άλλες γυναίκες του ευρύτερου κύκλου του Κυρίου. Είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη πού διατυπώθηκε αυθαιρέτως στην Δύση στο μεσαίωνα ότι κάτω από την φράση «επτά δαιμόνια» υπονοείται μία διεφθαρμένη ζωή. Πουθενά δεν λέγει κάτι τέτοιο η Αγία Γραφή. Μάλιστα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο του Ευαγγελίου, κάνει λόγον για μία παραστρατημένη γυναίκα. Αύτη, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Χριστός φιλοξενείται στο σπίτι Κίμωνος του Φαρισαίου, προσήλθε με συντριβή και ταπείνωση για να πλύνει με πολύτιμο μύρο τα πόδια του Χριστού και ζητήσει την άφεση των αμαρτιών της. Αυτή την γυναίκα την μετανοούσα την αποκαλεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς απλώς «αμαρτωλήν γυναίκα» (Λουκ. ζ' 36-48). Η Μαρία η Μαγδαληνή πριν πιστεύσει στον Χριστό κατείχετο από δαιμόνια, αλλά δεν ήταν «αμαρτωλός γυνή». Αντιθέτως, ήταν ευσεβής και αμέσως μετά την θεραπεία της έγινε μαθήτρια μαζί με άλλες ενάρετες γυναίκες και υπήρξε πρώτη μυροφόρος και ευαγγελίστρια.
 
Η Αγία Κασσιανή
 

Δεύτερον, η Κασσιανή, η οποία φέρεται και με άλλα ονόματα στα χειρόγραφα των βυζαντινών χρονογράφων όπως Κασία, Κασιανή, Εικασία υπήρξε σπουδαίαποιήτρια,μελωδόςτου 9ου αι. Σχετικώς με τον βίον της δεν διασώζονται πολλές και συγκεκριμένες πληροφορίες, ωστόσο έμεινε στην ιστορία ως ευφυής, σεμνή και μεγάλη υμνογράφος. Ο λόγιος Σωφρόνιος Ευστρατιάδης (Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως) αναγράφει ότι η Κασσιανή ήταν«ορφανή κόρη του Βυζαντίου εκ των ευπατρίδων, ωραία και σοφή, οσία ασκήτρια και ευσεβέστατη παρθένος»(περ. «Εκκλ. Φάρος Αλεξανδρείας», τ.ΛΑ' (1932) σελ. 92). Σώζεται επίσης και έναςθρύλοςγια την Κασσιανή πού συνδέεται με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεόφιλο (9ος αι.) και με την παρ' ολίγον εκλογήν της εις βασίλισσα. Η Κασσιανή ίδρυσε σπουδαίο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη, που και εκοιμήθηοσιακώς.

Το λαοφιλέστατον ποιητικόν της έργον είναι το Δοξαστικόν του Όρθρου της Μεγ. Τετάρτης «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...» το οποίο αιώνες τώρα κυριολεκτικώς συγκινεί τον πιστό λαό με τους γεμάτους βαθύτατο θεολογικό νόημα στίχους και με τις αξιόλογες αντιθέσεις και συγκρίσεις. Μία καλή απόδοση στη νεοελληνική μετάφραση έχουν κάνει του ύμνου αυτού ο Κ. Παλαμάς και ο Θ. Βορέας.

Αλλά η Κασσιανή εκτός του περίφημου αυτού ύμνου συνέθεσε και τους τέσσερεις πρώτους ειρμούς του Κανόνος του Μεγ. Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης», «Σε τον επί υδάτων», «Την εν σταυρώ σου θείαν κένωσιν», «Θεοφανείας σου Χριστέ». Επίσης το Δοξαστικόν του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αύγουστου μοναρχήσαντος επί της γης» είναι δικό της, όπως και άλλοι ύμνοι και γνωμικά.
Υμνογράφος και μελωδός η μοναχή Κασσιανή στολίζει πραγματικά το πνευματικόν στερέωμα της Εκκλησίας από τους μέσους βυζαντινούς χρόνους αποδεικνύουσα δικαίως τον ιερότατο και σπουδαιότατο σύνδεσμο παιδείας και λατρείας του Θεού.




ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005


ΠΗΓΗ




Το Τροπάριο της Κασσιανής

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής.

Από τον βυζαντινό χρονογράφο Συμεών Μάγιστρο (990 μ.Χ) μαθαίνουμε ότι η Ευφροσύνη, μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου και κόρη του Κωνσταντίνου του ΣΤ’, στην προσπάθειά της να παντρέψη το γιο της, το έτος 830μ.Χ, διοργάνωσε στην μεγαλόπρεπη αίθουσα Τρικλίνιο των ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, μεγάλη σύναξη από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αυτοκρατορίας. Η προσέλευση υπήρξε μεγάλη από «καλλίστας παρθένους». Κι όταν παρατάχθηκαν στη σειρά, καθισμένες πάνω σε πολυτελή ανάκλιντρα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος περιήλθε μπροστά τους να διαλέξη την μέλλουσα σύζυγό του και αυτοκράτειρα, δίνοντας σε όποια διάλεγε ένα χρυσό μήλο.

Η ομορφότερη ήταν η Κασσιανή, που η ομορφιά της θάμπωσε το νεαρό Θεόφιλο και σ’ αυτήν επρόκειτο να δώση το μήλο, σύμβολο της προτίμησής του. Θέλοντας όμως να διαπιστώση αν και η εξυπνάδα της ήταν ανάλογη με την ομορφιά της, της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα»), υπονοώντας την Εύα. Η Κασσιανή όμως δεν ξαφνιάστηκε και θέλοντας να δείξη και την εξυπνάδα της απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα»), υπονοώντας την Παναγία, που έφερε στον κόσμο το μεγαλύτερο αγαθό.

Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτή από τον κόσμο και να μονάση. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθειά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».

Εκεί στο μοναστήρι εκδηλώθηκε και το έμφυτο καλλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, Ιδιόμελα. Εκεί στην ήσυχη και υποβλητική ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο Ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.

Φαίνεται καθαρά ότι η Κασσιανή εμπνεύστηκε το Ιδιόμελο αυτό τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να πάη να εκφράση την ευγνωμοσύνη και αφοσίωσή της στον Σωτήρα Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται ταπεινά και σεμνά και ταπεινωμένη και συντετριμμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα δάκρυά της εκείνα ήταν δάκρυα ελέους και συντριβής και κλαίει με πάθος να την ευσπλαχνιστή ο Θεός της αγάπης και της συγχώρεσης.

Το παραπάνω περιστατικό το αναφέρουν οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.

Ο Λουκάς (ζ. 37-38) γράφει: «Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

Ο Ματθαίος (κστ`, 6-7): «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου».

Και ο Μάρκος (ΙΔ` 3) λέγει: «Και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς και συντρίψασα το αλάβαστρον κατέχεεν αυτού κατά της κεφαλής».

Και την πληγωμένη και πονεμένη καρδιά της Κασσιανής δεν ήταν δυνατόν να μην αγγίξη ο κραδασμός εκείνης της αμαρτωλής γυναίκας. Και διατυπώνει στο αριστουργηματικό εκείνο τροπάριο, που φέρει το όνομά της, με λυρική έξαρση και υποβλητικότητα τον δικό της ψυχικό κραδασμό.




Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,



Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,




τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,



σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα




ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.



και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου




Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,



κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη




ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.



και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.




Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,



Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,




ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·



εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.




κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,



Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,




ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.



εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.




Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,



Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,




ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·



και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·




ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,



αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,




κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.



τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.




Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους



Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,




τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;



ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;




Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος. 

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος




(Μεταγραφή: Φώτης Κόντογλου)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου