Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ - ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ

 


ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ - ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ

Ο ΑΒΒΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ της Φέρμης, παρακάλεσε τον Όσιο Παμβώ να του ειπή έναν ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σ’ όλη του τη ζωη.

- Απόκτησε έλεος για όλους τούς συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ’χης παρρησία στο Θεό, του είπε ο άγιος Γερων.

 



Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΪΑΣ συμβουλεύει ότι, όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, μη τον φωνάξεις να σε βοηθήση στη δουλειά σου, για να μη χάσης το μισθό της ευεργεσίας.

 



Ο ΑΒΒΑΣ ΝΙΣΘΕΡΩ, μια χειμωνιάτικη μέρα που το κρύο ήταν τσουχτερό, έβαλε πάνω από το συνηθισμένο του φόρεμα ένα χοντρό σάκκο, για να πάη στην εκκλησία. Ένας άλλος Ερημίτης, που τον συνήντησε στο δρόμο, τον ερώτησε πειραχτικά:

- Αν έλθη τώρα ένας φτωχός, Αββά, και σου ζητήσει ένα ρούχο, ποιο από τα δύο θα του δώσης;

- Το πιο ζεστό, αποκρίθηκε ο Γερων.

- Κι’ αν πιο πέρα σε ιδή και δεύτερος και σου ζητήση;

- Θα του δώσω ευχαρίστως και το άλλο και θα γυρίσω πίσω στο κελλί μου, έως ότου στείλει ο Κυριος μου να με σκεπάση, είπε γεμάτος εμπιστοσύνη στο Θεό ο Άγιος Γεροντας.


 



ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι’ ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήτο πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ο,τι τύχαινε να έχη. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύη, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γεροντα:

- Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι’ από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσωμε κι’ οι δυο.

Ο αγαθός Γεροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να ειπή τίποτε κι’ εξακολούθησε να δίνη από τα δικά του στούς φτωχούς. Μα κι’ ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι’ όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.

Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε στον Γεροντα του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρη αντίρρηση. Τωρα όμως είχαν αυξηθή και οι ζητιάνοι, κι’ ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετή. Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο απαραίτητος φτωχός. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.

- Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γεροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.

- Μου φαίνεται πως δεν έχομε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον ακούση κι’ ο ζητιάνος.

- Πηγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γεροντας.

Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάη στο κελλαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξη την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια!

Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γεροντα του κι’ έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζη τούς φτωχούς.



 



ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΥΣ κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τούς φτωχούς της ενορίας του και τούς μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το "κιβώτιο των πτωχών".

Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα και με ύφος κακομοίρικο. Ο ιερεύς τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την πρόθεση να της δώση όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώση, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρη φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερεύς σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα, για να μην την αφήση να φύγη έτσι και της έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι’ η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.

Σαν ευλαβής που ήτο, κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζητησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε, πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψη, για να της δίνουν ευκολώτερα.

 


ΕΝΑΣ ΣΟΦΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ, έλεγε ότι, υπάρχουν άνθρωποι, που ενώ είναι πρόθυμοι να δίνουν ελεημοσύνη στούς πτωχούς, ο πονηρός τούς κάνει να ακριβολογούν στα ελάχιστα, για να τούς αφαιρή το μισθό της αγαθοεργίας.

Έτυχε να επισκεφθώ κάποτε ένα φίλο μου ιερέα, την ημέρα που μοίραζε ελεημοσύνη στούς πτωχούς της ενορίας του. Ήρθε κατά σύμπτωση μία πτωχή χήρα και παρακάλεσε να της δώση λίγο σιτάρι.

- Φερε το σακκούλι σου να σου βάλω, της είπε ο ιερεύς. Η γυναίκα το έφερε.

- Πολύ μεγάλο είναι, ευλογημένη, της είπε κάπως απότομα ο φίλος μου.

Εκείνη έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της, ίσως γιατί ήτο κι’ ένας ξένος μπροστά σ’ αυτήν την προσβολή. Σαν έφυγε ρώτησα το φίλο μου:

- Δε μου λες, Πατερ, το πούλησες στη γυναίκα το σιτάρι;

- Όχι, το εχάρισα. Είναι από τις ελεημοσύνες.

- Αφού λοιπόν ήταν ελεημοσύνη, του είπα, ποία η ανάγκη ν’ ακριβοεξετάζης το μέτρο και να λυπήσης τη φτωχή; Μη ξεχνάς άλλωστε τα λόγια του μακαρίου Παύλου, "ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός".


  
 



Ο ΑΒΒΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ, ο νέος Πρεσβύτερος της σκήτης, είπε μια μέρα που συζητούσε με τον ΟΣΙΟ ΠΟΙΜΕΝΑ για μια γνωστή του γυναίκα στην Αλεξάνδρεια πως πόρνευε και το μισθό της τον έδινε ελεημοσύνη.

- Ο Θεός θα την ελεήση και τελικά θα σωθή, είπε ο Όσιος.

Ύστερα από λίγο καιρό ανέβηκε στη σκήτη η μητέρα του Αββά Τιμοθέου να ιδή τον γυιο της. Εκείνος τότε την ερώτησε για την αμαρτωλή γυναίκα.

- Εξακολουθεί δυστυχώς την ίδια ζωη, του είπε εκείνη. Η πελατεία της έχει πολύ αυξηθή, αλλά κι’ αυτή έχει υπερβολικά αυξήση τις ελεημοσύνες της.

Ο Αββάς Τιμόθεος το ανέφερε πάλι στον Όσιο Ποιμένα.

- Να είσαι βέβαιος πως οι ελεημοσύνες της θα τη σώσουν, είπε πάλι ο Όσιος.

Όταν ύστερα από πολλούς μήνες ξαναπήγε στη σκήτη, για δουλειά η μητέρα του Τιμοθέου, του είπε πως η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, την είχε πολύ παρακαλέσει να την έπαιρνε μαζί της. Ήθελε λέει, να ζητήση από τούς Γεροντας, να προσευχηθούν για την ψυχή της.

Ο Αββάς Τιμόθεος, τα είπε όλα αυτά στον Όσιο Ποιμένα. Εκείνος τον συμβούλεψε να πάη ο ίδιος στην πόλι να τη φέρη στον ίσιο δρόμο. Ο Πρεσβύτερος υπήκουσε και με τη βοήθεια της θείας Χαριτος, έφερε την παραστρατημένη γυναίκα σε μετάνοια.

 
 


ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΙΑΝΟ διηγούνται ακόμη -γιατί αγίασε ο καλός εκείνος ιερεύς της Αγίας Αναστασίας- ότι τις νύκτες γύριζε στις φτωχές συνοικίες της πόλεως και περιμάζευε τούς εγκαταλειμμένους νεκρούς. Τούς έπλενε με τα χέρια του, τούς σαβάνωνε και τούς πήγαινε στην εκκλησία, για να τούς διαβάση και να τούς θάψη το άλλο πρωϊ. Κι’ είχε αποκτήσει τη συνήθεια να μην αφήνη μόνο στην εκκλησία το νεκρό, προτού τον ασπασθή.

Καποτε λοιπόν, έγινε αυτό το παράδοξο: Ο νεκρός ήταν ένας πολυβασανισμένος γέρος, χτυπημένος από τη ζωη. Έμοιαζε σαν νάχε αντικρύσει μ’ ανακούφιση το θάνατο. Ο Άγιος Μαρκιανός τον περιποιήθηκε μ’ όλη του την καρδιά, λες και το ένοιωθε ο νεκρός. Τελος, τον τοποθέτησε, όπως όλους, στο νεκροκρέββατο στο νάρθηκα της εκκλησίας. Έτοιμος να φύγη πια, γυρίζει στο νεκρό και του λέει:

- Έλα, αδελφέ μου, να φιληθούμε, σαν παιδιά του Χριστού.

Κι’ ο νεκρός με ευγνωμοσύνη, υπακούοντας στην πρόσκλησι του ευεργέτου του, ανακάθισε στο φέρετρο, αντάλλαξε μαζί του αδελφικό ασπασμό κι’ έγειρε πάλι για τον αιώνιο ύπνο του. Ο Άγιος βγήκε αθόρυβα από την εκκλησία σαν να είχε συμβή το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Μα κάποιος άλλος ιερεύς, που έτυχε να βρίσκεται την ώρα εκείνη στην εκκλησία, παρακολούθησε αθέατος την εκπληκτική σκηνή κι’ έτσι από στόμα σε στόμα διαθόθηκε σ’ ολόκληρη την πόλι.

 
 


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ο Ομολογητής λέγει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη: Όχι μόνον δια της ελεημοσύνης που γίνεται με χρήματα φαίνεται η διάθεσις της αγάπης, αλλά πολύ περισσότερο με το να μεταδίδης στον άλλον λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση. Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθή από τον κόσμο κι’ εξυπηρετεί τον πλησίον του με ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγή από τα πάθη και θα γίνη συμμέτοχος της θείας αγάπης και γνώσεως. Εκείνος που αγαπά τον Θεόν, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί να κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεόν και δίδει με προθυμία ελημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη.
 
 
 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΤΑΠΕΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Την αρετή αυτή της ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ την έχει κατατάξει ο Θεός, σ’αυτές που είναι απαραίτητες για την σωτηρία μας. Γι’ αυτό άλλωστε και μας άφησε ο ίδιος ο Χριστός ως Ιερά Παρακαταθήκη, βοήθεια και οδηγό στον πνευματικό αγώνα μας, πολλές αναφορές και παραβολές γι’ Αυτήν.

Το "αγαπά ελεημοσύνην ο Κυριος" (Ψαλμ. ΛΒ, 5), το "Ελεημοσύναις και πίστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτίαι" (Παρ. ΙΕ, 27), το "έλεον θέλω και ου θυσίαν" ( Ματθ. θ, 13), το "ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός" (Β’ Κορ. θ, 7) το "αγαπάτε τούς εχθρούς ημών" ( Ματθ. ε,44) το "αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σ’ εαυτόν" ( Ματθ. κβ, 39), το "σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου... και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσοι σοι εν τω φανερώ" (Ματθ. στ, 3) το "επείνασα γαρ και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επισκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με..." ( Ματθ. κε, 35), η Παραβολή των Δεκα Παρθένων, η Παραβολή του καλού Σαμαρείτου, και άλλες πολλές, αυτό θέλουν να τονίσουν.

Συγκεκριμμένα, Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην ΟΗ’ ΟΜΙΛΙΑ του μας αναφέρει για τις παραβολές αυτές ότι: "Τεσσαρες γαρ εισίν αι πάσαι περί των αυτών διαφόρως ημίν παραινούσαι· λέγω δη της περί την ελεημοσύνην σπουδής, και του δια πάντων, ων αν δυνώμεθα, τον πλησίον ωφελείν, ως ουκ ενόν σωθήναι ετέρως". Δηλαδή: "Διότι τέσσαρες είναι όλαι αι παραβολαί, που μας προτρέπουν δια τα ίδια πράγματα με τρόπον διάφορον. Εννοώ δηλαδή την φροντίδα της ελεημοσύνης και της ωφελείας του πλησίον με όλα όσα ημπορούμεν, διότι δεν είναι δυνατόν να σωθώμεν με άλλον τρόπον"(Ε.Π.Ε.,12ος τόμος,σελ.78).

Όλοι οι Χριστιανοί γνωρίζουν φυσικά για την αρετή αυτή που είναι συνυφασμένη με την αγάπη και την φιλανθρωπία, πολλοί όμως μπορεί να μην είχαν συνειδητοποιήσει ότι είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ για την σωτηρία μας.

Ο φτωχός που μας ζητά λίγη τροφή, ο ασθενής που βρίσκεται στο κρεββάτι του πόνου και δεν έχει τα απαραίτητα η κάποιον να του σταθεί, ο φυλακισμένος αδελφός μας που διάφορες συγκυρίες μπορεί να τον οδήγησαν εκεί και έχει ανάγκες οικονομικές, ένδυσης η μιας καλής κουβέντας, είναι χτυπήματα στην πόρτα μας από τον ίδιο τον Χριστό και ανοίγοντάς την, δεχόμαστε τον ΙΔΙΟ στη ζωη και στην καρδιά μας.

Ακόμη και η νηστεία που μπορεί να κάνει κανείς, χωρίς όμως ελεημοσύνη, όχι μόνο δεν λογαριάζεται ως νηστεία, αλλά και αυτός που νηστεύει και είναι ανελεήμων, όπως τονίζει στην ΟΖ’ ομιλία, του αυτού τόμου, ο Αγ. Ιωάννης, "... γαστριζομένου και μεθύοντος χείρων ο τοιούτος, και τοσούτω χείρων, όσω τρυφής ωμότης χαλεπώτερον", δηλαδή είναι "...χειρότερος από εκείνον που τρώγει και μεθά, και τόσον χειρότερος, όσον χειροτέρα είναι η σκληρότης από την απαλότητα".

Πολλή διδακτική επίσης είναι και η παραβολή των δέκα παρθένων. Απ’ αυτές οι πέντε, αν και είχαν καταφέρει να βγουν νικήτριες στον δύσκολο δρόμο της παρθενίας και της εγκράτειας, επειδή ακριβώς δεν είχαν το απαιτούμενο λάδι, δηλαδή δεν έπρατταν ελεημοσύνη και δεν έδειχναν αγάπη στον πλησίον τους, άκουσαν από τον ίδιο τον Κυριον μας το "Απέλθετε απ’ εμού, ΟΥΚ ΟΙΔΑ ΥΜΑΣ" και δυστυχώς, δεν αξιώθηκαν της Ουράνιας Βασιλείας.

Ας μη περιφρονούμε λοιπόν, τούς ενδεείς και φτωχούς ανθρώπους. Αν μη τι άλλο, ας σκεφτούμε πως με την ελεημοσύνη μας και αυτούς βοηθάμε, αλλά και εισιτήριο για τα ουράνια αγαθά εξασφαλίζουμε και για την άφεση των αμαρτιών μας εργαζόμαστε και τις ψυχές των κεκοιμημένων μας ανακουφίζουμε.

Σημερα δε, που οι ανάγκες των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλες και η φτώχεια περισσεύει, η αρετή αυτή είναι ιδιαίτερα επίκαιρη και χρήσιμη.

Αλλά εάν η ανωτέρω ελεημοσύνη είναι τόσο πολύ χρήσιμη και απαραίτητη για τη σωτηρία μας, ασυγκρίτως ανώτερη και απαραίτητη είναι για τη σωτηρία μας, η πνευματική ελεημοσύνη. Διότι όπως λένε οι Άγιοι Πατέρες μας, εάν όταν βοηθάει κάποιος το σώμα, παρ’ όλο που είναι θνητό, εκτελεί θεάρεστο έργο, πόσο μάλλον, πολύ περισσότερο, όταν βοηθάει την ψυχή, η οποία είναι αθάνατη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος της μεταβιομηχανικής εποχής, έχει ανάγκη ψυχικής συμπαράστασης και βοήθειας, είτε είναι φτωχός είτε είναι πλούσιος. Βομβαρδίζεται καθημερινά απο εκατοντάδες ειδήσεις, πληροφορίες, τεχνολογικά επιτεύγματα, πλήθος κοσμοθεωριών, πλανών και αιρέσεων και μοιάζει σαν χαμένος. Γινεται έτσι, εύκολη λεία και θύμα ανθρώπων, που στόχο τους έχουν να πλουτίσουν η να εξυπηρετήσουν μηχανισμούς καθοδήγησης και χειραγώγησης των μαζών με προσωπείο κάποια ολοκληρωτική θρησκεία, εκμεταλλευόμενοι την αέναη υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων και την έμφυτη επιθυμία τους για ειρήνη και ευτυχία. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το ότι σήμερα πολλοί άνθρωποι δεν διαβάζουν, δεν μελετούν τα κείμενα της εκκλησίας μας και εν ολίγοις δεν γνωρίζουν την Πιστη μας, έχουν δώσει πρόσφορο έδαφος σε μία δυναμική εμφάνιση, διαφόρων παραθρησκευτικών και αιρετικών ομάδων, αλλά και τσαρλατάνων, μέντιουμ, νεοπαγανιστών, σατανιστών κ.ο.κ. Όσοι χριστιανοί, με τη Χαρη του Θεού, έχουν γνώσεις και ψυχικά αποθέματα, εκεί πρέπει να εστιάσουν την πνευματική ελεημοσύνη, στην μετάδοση του Αληθινού Λογου του Θεού, στις καρδιές των ανθρώπων, δηλαδή στην θεάρεστη Ιεραποστολή. Στην ανακούφιση και σωτηρία του ανθρώπου, μέσα από την αγάπη στον πλησίον. Γιατί σήμερα που η αγάπη τείνει να ψυγεί και η μοναξιά έχει "εισχωρήσει" σ’ όλες τις ηλικίες και τα κοινωνικά στρώματα, ειδικά στις μεγαλουπόλεις, η εκδήλωση απλού αλλά ειλικρινούς ενδιαφέροντος προς τον συνάνθρωπο, μια επίσκεψη, ένας λόγος παρακλητικός, είναι ικανός να δώσει τόση δύναμη, όση δεν θα του έδιναν πλήθος υλικών αγαθών. Έτσι, δεν υπάρχει ελαφρυντικό και για όσους λένε, πως δεν έχουν χρήματα για να κάνουν ελεημοσύνη. Ένας παρηγορητικός λόγος, αν και ανεκτίμητης αξίας δεν κοστίζει τίποτε. Το μόνο που χρειάζεται είναι περίσσευμα ΑΓΑΠΗΣ.



Κλείνουμε τις ταπεινές αυτές σκέψεις μας, με κάτι πολύ αισιόδοξο από τα σπουδαία λόγια του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου: "..καν πολλάς έχης αμαρτίας, ελεημοσύνη δε η συνήγορος, μη φοβού· ουδεμία γαρ αυτή των άνω δυνάμεων αντιτάσσεται· χρέος απαιτεί, ίδιον έχει χειρόγραφον μετά χείρας βαστάζουσα... Ώστε ουν όσας έχεις άλλας αμαρτίας, η ελεημοσύνη σου βαρεί τας όλας", Δηλαδή, "..κι αν ακόμα έχεις πολλές αμαρτίες, μη φοβάσαι, εφόσον έχεις συνήγορο την ελεημοσύνη· γιατί καμιά ουράνια δύναμη δεν αντιστέκεται σ’ αυτήν· απαιτεί το χρέος, έχει δικό της χειρόγραφο που το κρατά στα χέρια της... Ώστε λοιπόν όσες άλλες αμαρτίες έχεις, η ελεημοσύνη σου τις ισοζυγίζει όλες " (περί Μετανοίας, Ομιλία Γ’).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου