Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


 
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ



Την 14η του μηνός Σεπτεμβρίου εορτάζομε την εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού. Η Κυριακή προ της 14ης Σεπτεμβρίου θα μας προετοιμάση γι΄αυτήν. Είναι η «Κυριακή προ της Υψώσεως». Θα ακουσθούν προεόρτια τροπάρια και στα αναγνώσματα της θείας λειτουργίας θα ακούσωμε τον απόστολο Παύλο να καυχάται για τον σταυρό του Χριστού, «δι΄ου εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω» 1 , και τον Κύριο να ομιλή για τον θάνατό Του, την «ύψωσι» του υιού του ανθρώπου, το υπέρτατο δείγμα της αγάπης του Θεού προς τον κόσμο 2 . Αλλά και η επομένη Κυριακή, η «Κυριακή μετά την Ύψωσιν», θα πλαισιώση τον εορτασμό. Και πάλι εκτός από τους μεθεόρτους ύμνους θα ακούσωμε τον Παύλο να ομιλή για την συσταύρωσί του με τον Χριστό, που τον αγάπησε και παρέδωσε γι΄αυτόν την ζωή Του στον σταυρό 3 , και τον Κύριο να καλή τους οπαδούς Του να σηκώσουν και αυτοί, όπως Εκείνος, τον σταυρό των και να τον ακολουθήσουν 4 . Μέσα σ΄αυτό το λειτουργικό πλαίσιο τοποθέτησαν οι Πατέρες την μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Σταυρού για να εξάρουν την ιδιαιτέρα εορτολογική της σημασία.


Γιατί η εορτή της Υψώσεως «ίσα φέρει τη Μεγάλη Παρασκευή». Είναι η εορτή της «χαρμολύπης» του Σταυρού. Του θανάτου του Κυρίου, αλλά και της δόξης Του. Και υψούται ο Σταυρός, το όργανο του σωτηρίου πάθους, η σημαία της νίκης του Χριστού. Η λύπη για τον μαρτυρικό θάνατο του Σωτήρος, που βρίσκει την έκφρασί της στην νηστεία, έχει το αντίβαρό της στην χαρά και στον πανηγυρισμό του θριάμβου Του.

Οι ιστορικές αρχές της εορτής αυτής χάνονται μέσα στην παλιά αρχαιότητα. Στις 13 του Σεπτεμβρίου του έτους 335 έγιναν τα εγκαίνια του μεγάλου ναού της Αναστάσεως, που έκτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος στον τόπο της ταφής του Κυρίου. Έκτοτε κατά την επέτειο των εγκαινίων μεγάλη πανήγυρις εγίνετο στα Ιεροσόλυμα. Και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία την ίδια ημέρα αναγράφεται η «μνήμη των εγκαινίων της αγίας Χριστού του Θεού ημών Αναστάσεως» και η ακολουθία της ημέρας αναφέρεται στα εγκαίνια του ναού εκείνου. Η εορτή διαρκούσε οκτώ ημέρες. Την δευτέρα ημέρα της εορτής, την 14η Σεπτεμβρίου, κατά την μαρτυρία αρμενικού λειτουργικού κειμένου του Ε΄αιώνος, εγίνετο σύναξις εις τον Γολγοθά «και έδειχναν τον τίμιο Σταυρό σ΄όλο το εκκλησίασμα». Ο τίμιος Σταυρός του Χριστού ήταν το σεβασμιώτερο κειμήλιο του ναού της Αναστάσεως και ήταν επόμενο ειδική πανήγυρις να καθιερωθή γι΄αυτόν επί τη ευκαιρία της συρροής του λαού για τον εορτασμό των εγκαινίων. 


Έχει καμμία σχέσι ο εορτασμός αυτός προς την εύρεσι του Σταυρού; Είναι ένα ερώτημα στο οποίο η απάντησις δεν δόθηκε ακόμη. Μία παράδοσις τοποθετεί την εύρεσι του Σταυρού στας 6 Μαρτίου. Μία άλλη συνδέει εύρεσι και εγκαίνια (13 Σεπτεμβρίου) η εύρεσι και ύψωσι (14 Σεπτεμβρίου). Τα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως κατά την δευτέρα αυτή παράδοσι έγιναν ακριβώς την ημέρα που είχε ανακαλυφθή ο τίμιος Σταυρός. Οι δύο πάντως αυτές εορτές, των Εγκαινίων και της Υψώσεως, γρήγορα διεδόθησαν στην Ανατολή και λίγο αργότερα και στην Δύσι. Στην διάδοσί των συνετέλεσαν και οι αραβο – βυζαντινοί πόλεμοι επί Ηρακλείου και η μετά την αιχμαλωσία του Σταυρού επιστροφή και εκ νέου ύψωσίς του κατά την ιδία ημέρα στον Γολγοθά. Ίσως σ΄αυτό το γεγονός οφείλεται και η έξαρσις της εορτής της Υψώσεως. Τα εγκαίνια με την πάροδο του χρόνου, ενώ ήσαν η πρώτη και κυρία εορτή, η Ύψωσις, επεσκίασε την πρώτη. Η εορτή των Εγκαινίων έγινε, τρόπον τινά, προεόρτιος της Υψώσεως του Σταυρού.

Το κέντρο του λειτουργικού εορτασμού βρίσκεται σ΄αυτήν την τελετή της υψώσεως, που έδωσε το όνομά της και στην εορτή. Και αυτή έχει πατρίδα, όπως και όλη η εορτή, τα Ιεροσόλυμα. Και γίνεται σ΄όλους τους ναούς κατά μίμηση της πράξεως των Ιεροσολύμων, με την διαφορά ότι εκεί ύψωναν τον αληθή σταυρό του Χριστού, το «τίμιον ξύλον», ενώ σ΄όλους τους άλλους ναούς που δεν είχαν την ευτυχία να κατέχουν έστω και τεμάχιο αυτού, ούται ο συνήθης ξύλινος σταυρός των αγιασμών. Η τελετή γίνεται στο τέλος του όρθρου κατά την ψαλμωδία του ασματικού τρισαγίου, που κατακλείει την δοξολογία. Λιτανευτικά με την συνήθη πομπή μεταφέρεται ο τίμιος σταυρός μέσα σε δίσκο με κλάδους βασιλικού επί της κεφαλής του ιερέως στην μέση του ναού, στην θέσι του αρχαίου άμβωνος, από όπου στην αρχαία εποχή εγίνετο η ύψωσις. Ο σταυρός θυμιάται, υψούται προς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος και προσκυνείται. Και πάλι η έννοια των λειτουργικών αυτών πράξεων μας είναι σκοτεινή. Είναι απομίμησις των κινήσεων της ευρέσεως του σταυρού; Είναι ύψωσις για να τον ιδούν οι πιστοί και να τον προσκυνήσουν, όπως έγινε τότε και όπως θέλει η συναξαριστική παράδοσις; Είναι ευλογία των τεσσάρων περάτων του κόσμου; Είναι συμβολισμός της υψώσεως και της δόξης του εσταυρωμένου Χριστού; Είναι κάτι που θυμίζει τους βασιλικούς θριάμβους της εποχής εκείνης και την ύψωσι των νικητών; Ίσως και όλα αυτά μαζί.

Γιατί υψούντες τον Σταυρό, «υψούμε», δοξάζομε, το άχραντο πάθος του Χριστού, που έγινε αιτία να νεκρωθή ο αιώνιος εχθρός του γένους μας, ο σατανάς, και να υψωθούμε ημείς που πέσαμε θύματά του. «Υψούμε» τον Χριστό, που υψώθηκε στο μέσον του και έλυσε την φθορά και συνέτριψε δι΄αυτού τον θάνατο. «Υψούμε» τον Χριστό, που κρεμάσθηκε επάνω του σαν «βότρυς πλήρης ζωής» για να μας ελκύση στον Θεό. Γιατί ο Σταυρός του Χριστού έγινε το δένδρο της ζωής, που μας χάρισε την αθάνατο βρώσι, το αντίδοτο της θανατηφόρου τροφής, που άντλησαν οι προπάτορές μας από το δένδρο εκείνο της παλαιάς Εδέμ.

Σ΄αυτά τα θέματα στρέφεται η λαμπρά υμνογραφία της εορτής. Διαλέγομε τέσσαρα τροπάρια στα οποία βρίσκεται ανάγλυφη αυτή η ιδέα, το θεολογικό νόημα της υψώσεως του Σταυρού. Το πρώτο είναι του πλ. β΄ήχου, προσόμοιο του «Όλην αποθέμενοι», πρώτο στην σειρά των στιχηρών του εσπερινού. Το δεύτερο του πλ. α΄ήχου προς το «Χαίροις ασκητικών», το τρίτο των αποστίχων του εσπερινού. Το τρίτο του πλ. δ΄ήχου προς το «Ω του παραδόξου θαύματος», το δεύτερο των στιχηρών των αίνων. Και το τέταρτο το ιδιόμελο του β΄ήχου, που ψάλλεται κατά την προσκύνησι του Σταυρού, ποίημα Λέοντος του Σοφού.

«Σταυρός ανυψούμενος,του εν αυτώ υψωθέντος το πάθος το άχραντον ανυμνείν προτρέπεται κτίσιν άπασαν εν αυτώ κτείνας γαρ τον ημάς κτείναντα, νεκρωθέντας ανεζώωσε και κατεκάλλυνε και εις ουρανούς πολιτεύεσθαι ηξίωσεν ως εύσπλαχνος δι΄υπερβολήν αγαθότητος ˙
όθεν γεγηθότες υψώσωμεν το όνομα αυτού και την αυτού μεγαλύνωμεν
άκραν συγκατάβασιν».



«Χαίροις ο των τυφλών οδηγός,των ασθενούντων ιατρός, η ανάστασις
απάντων των τεθνεώτων,ο ανυψώσας ημάς εις φθοράν πεσόντας, Σταυρέ τίμιε ˙
δι΄ου διαλέλυται η φθορά και εξήνθησεν η αφθαρσία και βροτοί εθεώθημεν
και διάβολος παντελώς καταβέβληται. 
Σήμερον ανυψούμενον, χερσί καθορώντες σε αρχιερέων, υψούμεν τον υψωθέντα εν μέσω σου και σε προσκυνούμεν,
αρυόμενοι πλουσίως το μέγα έλεος».

«Ω του παραδόξου θαύματος! ως βότρυν πλήρη ζωής ο βαστάσας τον Ύψιστον
από γης υψούμενος Σταυρός οράται σήμερον δι΄ου προς Θεόν πάντες ειλκύσθημεν και κατεπόθη εις τέλος θάνατος. Ω ξύλον άχραντον!
υφ΄ου απολαύομεν της εν Εδέμ αθανάτου βρώσεως, Χριστόν δοξάζοντες».

«Δεύτε, πιστοί, το ζωοποιόν ξύλον προσκυνήσωμεν, εν ω Χριστός ο βασιλεύς της δόξης, εκουσίως χείρας εκτείνας, ύψωσεν ημάς εις την αρχαίαν μακαριότητα,
ους πριν ο εχθρός, δι΄ηδονής συλήσας, εξορίστους Θεού πεποίηκε.
Δεύτε, πιστοί, ξύλον προσκυνήσωμεν, δι΄ου ηξιώθημεν των αοράτων εχθρών συντρίβειν τας κάρας. Δεύτε, πάσαι αι πατριαί των εθνών,
τον Σταυρόν του Κυρίου, ύμνοις τιμήσωμεν.

Χαίροις, Σταυρέ, του πεσόντος Αδάμ η τελεία λύτρωσις. Εν σοι οι πιστότατοι
Βασιλείς ημών καυχώνται, ως τη ση δυνάμει Ισμαηλίτην λαόν κραταιώς υποτάττοντες. Σε νυν μετά φόβου χριστιανοί ασπαζόμενοι, τον εν σοι προσπαγέντα Θεόν δοξάζομεν λέγοντες Κύριε ο εν αυτώ σταυρωθείς,
ελέησον ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος».


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου