Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Περί Κατακρίσεως και Καταλαλιάς







Ένας μοναχός σ’ ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαρειά άρρωστος κι’ ήλθε η ώρα του να πεθάνη. Ο Ηγούμενος κι’ όλοι οι αδελφοί τον περικυκλώσανε για να του δώσουν θάρρος στις τελευταίες του στιγμές. Παρατήρησαν όμως έκπληκτοι, πως ο αδελφός αντίκρυζε τον θάνατο με μεγάλη αταραξία και ψυχική γαλήνη.
- Παιδί μου, του είπε τότε ο Ηγούμενος, όλοι εδώ ξεύρομε πως δεν ήσουν και τόσο επιμελής στα καθήκοντά σου. Πως πηγαίνεις με τόσο θάρρος στην άλλη ζωη;
- Είναι αλήθεια, Αββά, ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος, πως δεν ήμουν καλός μοναχός. Ένα πράγμα όμως ετήρησα με ακρίβεια στη ζωη μου: Δεν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γι’ αυτό σκοπεύω να ειπώ στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ ενώπιόν Του: "Συ, Κυριε, είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε", κι’ ελπίζω ότι δε θα με κρίνη αυστηρά.
- Πηγαινε ειρηνικά στο αιώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, του είπε με θαυμασμό ο Ηγούμενος. Εσύ κατώρθωσες, χωρίς κόπο να σωθής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου