Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

 
 
 
 
 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ 
ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Τού Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Β. Τζέρπου, δρ. Θ.

Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κύριος λόγος πού συνετέλεσε στή διαμόρφωση τής Αγίας καί μεγάλης τεσσαρακοστής, ως τής τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας καί γενικής πνευματικής προπαρασκευής γιά τή μεγάλη εορτή τού Σταυραναστάσιμου Πάσχα πού ακολουθεί, είναι τό παράδειγμα τού ίδιου τού Κυρίου, ο οποίος πρίν αρχίσει τή δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στήν ἔρημο «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα» γιά νά αντιμετωπίσει τούς γνωστούς τρείς πειρασμούς τού διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Πρός μιά τέτοια πνευματική έρημο παρομοιάζεται από τούς αγίους πατέρες καί η Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τή διάρκεια τής οποίας ο χριστιανός, μιμούμενος τόν Κύριο, αποδύεται σ’ έναν ανάλογο πνευματικό αγώνα, αντιτάσσοντας στόν πρώτο πειρασμό αυτή καθαυτή τή νηστεία, στόν δεύτερο τήν αδιάλειπτο λατρεία τού μόνου αληθινού Θεού καί στόν τρίτο τήν ταπείνωση ως μητέρα όλων τών αρετών.

Όμως, η χριστοκεντρική αυτή θεμελίωση τής μεγάλης τεσσαρακοστής καί η σωτηριολογική θεώρησή της, ως μιάς ξεχωριστής ευκαιρίας μίμησης τού Χριστού, φαίνεται ιδιαίτερα στόν τρόπο μέ τόν οποίο διοργανώνεται καί νοηματίζεται κατά τήν περίοδο αυτή η κοινή προσευχή τής Εκκλησίας. Καί δέν αναφερόμαστε εδώ στήν πνευματική πανδαισία πού προσφέρουν στούς πιστούς οι δοξολογικές ακολουθίες τών πέντε Κυριακών τών Νηστειών ή η τόσο λαοφιλής καί πανηγυρική ακολουθία τών Χαιρετισμών τής Θεοτόκου, πού ψάλλεται κατά τίς εσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευής, ως προεόρτιος ή μεθεόρτιος ακολουθία τής εορτής τού Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου. Εννοούμε κυρίως τόν κύκλο τών ακολουθιών τού Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Όρθρος, Ώρες, Εσπερινός, Μέγα Απόδειπνο), στίς οποίες καί εγκρύπτεται κυρίως τό εσώτερο νόημα τής πνευματικότητας τής Μ. Τεσσαρακοστής. Διότι εμπλουτισμένες, κατά τήν περίοδο αυτή, μ’ ένα πλήθος εκλεκτών αγιογραφικών αναγνωσμάτων καί κατανυκτικών ύμνων, καί σέ συνδυασμό μέ τή νηστεία καί τήν άσκηση τών αρετών, οι ακολουθίες αυτές αποτελούν μιά θαυμάσια έκφραση τού ιδανικού καί τής αδιάλειπτης δοξολογίας τού Θεού καί ταυτόχρονα τό πλαίσιο μιάς καθημερινής πνευματικής «αποδεκάτωσης» τής ζωής μας, όπως ορίζει τήν πνευματικότητα τής Μ. Τεσσαρακοστής ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.

Όσο, όμως, κι άν οι ακολουθίες αυτές αποτελούν τά εύοσμα εκείνα άνθη, πού φαιδρύνουν μέ τήν παρουσία τους τήν πνευματική έρημο τής τεσσαρακονθήμερης νηστείας, είναι επίσης γεγονός ότι, εξ αιτίας ιστορικών συγκυριών καί τής προοδευτικής αλλαγής τού τρόπου ζωής τών ανθρώπων, η πρόσβαση σ’ αυτές αποτελεί σήμερα προνόμιο μόνο τών μοναχών καί ορισμένων άλλων φιλακόλουθων χριστιανών. Γι′ αυτό καί είναι εύλογο τό από πολλές πλευρές διατυπούμενο αίτημα τής αναπροσαρμογής τών ακολουθιών αυτών στά δεδομένα τής σύγχρονης ζωής. Κάτω από τίς προϋποθέσεις αυτές η περισσότερο αξιοποιήσιμη ποιμαντικά είναι αναμφισβήτητα η Ακολουθία τών Προηγιασμένων Δώρων, πού αποτελεί τό αποκορύφωμα τής καθημερινής προσευχής τής Εκκλησίας, κατά τήν περίοδο αυτή.

Πράγματι, η ακολουθία τών Προηγιασμένων Δώρων είναι μιά ιδιαίτερη εσπερινή ακολουθία, πού ψάλλεται κατά τίς Τετάρτες καί Παρασκευές τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής καί τά ιδιάζοντα στοιχεία τής οποίας νοηματίζουν κατά ένα ξεχωριστό τρόπο τήν εσπερινή προσευχή τής Εκκλησίας κατά τήν περίοδο αυτή. Έτσι, Τά πρός Κύριον (Ψαλμ. 119-133) είναι οι λεγόμενεςΩδές τών Αναβαθμών, πού έψαλλαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι, καθώς ανέβαιναν λιτανεύοντας τά σκαλιά τού ναού τού Σολομώντος καί διά μέσου τών οποίων εκφράζεται καί σήμερα κατά ένα μοναδικό τρόπο ο πόθος τού λατρεύοντος χριστιανού γι′ αυτή τήν εσπερινή του συνάντηση μέ τόν Κύριο. Η ευλογία τού λαού μέ τήν αναμμένη λαμπάδα καί η ιερατική αναφώνηση «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» έλκουν τήν καταγωγή τους από τήν αρχαία χριστιανική συνήθεια τής ευλογίας τού εσπερινού φωτός καί αποτελούν μιά συμβολική αναγωγή στήν έννοια τού πνευματικού φωτός τού Χριστού (Ἰωάν. η´ 12· Ματθ. ιδ´ 20), πού συνδέεται άμεσα καί πρός τά αγιογραφικά αναγνώσματα πού ακολουθούν. Πρόκειται γιά τά ίδια περίπου αναγνώσματα, πού διαβάζονταν στίς αντίστοιχες εσπερινές κατηχητικές συνάξεις τής αρχαίας Εκκλησίας καί μάς μεταφέρουν στήν ατμόσφαιρα τής πνευματικής προετοιμασίας τών πρός τό Άγιο Φώτισμα (Βάπτισμα) ευτρεπιζομένων αδελφών, πού γινόταν κατά τήν περίοδο αυτή, καί υπέρ τών οποίων ώς σήμερα γίνονται ειδικές δεήσεις στά πλαίσια τής ακολουθίας αυτής. Χαρακτηριστικό στοιχείο τής ακολουθίας αυτής είναι ακόμη η ασματική ψαλμώδηση τού αναδιπλούμενου 140 ψαλμού τού λυχνικού, μέ εφύμνιο τόν β´ στίχο τού «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου…», πού επέχει θέση προκειμένου ή αλληλουαρίου τών αγιογραφικών αναγνωσμάτων καί τή λειτουργικότητα τού οποίου, ως ψαλμού μετανοίας στά πλαίσια τής εσπερινής προσευχής τής Εκκλησίας, εξαίρει ιδιαίτερα ο ιερός Χρυσόστομος.

Εκείνο, όμως, τό οποίο διαφοροποιεί ουσιαστικά τήν ακολουθία αυτή από οποιαδήποτε άλλη εσπερινή ακολουθία είναι κυρίως τό γεγονός ότι κατά τήν τέλεσή της δίδεται στούς πιστούς η δυνατότητα μιάς πραγματικής συνάντησης καί κοινωνίας μέ τόν αναστημένο Χριστό, αφού μπορούν νά μεταλάβουν από τά Τίμια Δώρα, πού καθαγιάστηκαν κατά τή Θεία Λειτουργία τής προηγούμενης Κυριακής. Καί αυτό, διότι κατά τίς ημέρες αυτές η Εκκλησία καθιέρωσε νά μήν τελείται η κανονική Θεία Λειτουργία, γιά νά μήν διαταράσσεται από τόν δοξολογικό της χαρακτήρα η κατανυκτική ατμόσφαιρα τών ακολουθιών αυτών. «Ὁμοῦ δέ χαίρειν καί πενθεῖν ἀσύμβατόν τε καί ἀνακόλουθον«, ὅπως λέγει ἕνα ἀρχαῖο κείμενο.

Ωστόσο αυτό τό «συνεσκιασμένον καί πενθηρόν καί μυστικόν» τής κατανυκτικής αυτής τελετής δέν έχει καμιά σχέση πρός τό κραυγαλέο πένθος τής δυτικής πνευματικότητας ή τά μελαμβαφή άμφια, πού κατέκλυσαν τά τελευταία χρόνια καί τούς δικούς μας ναούς. Αλλά ταυτίζεται απόλυτα μέ τό χαροποιόν πένθος τής ορθόδοξης πνευματικότητας, μ’ αυτό τό θρηναγάλλιασμα τής ψυχής, πού εκφράζεται κατά ξεχωριστό τρόπο στόν ειδικό χερουβικό ύμνο τής ακολουθίας, «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν…«. Πρόκειται γιά τόν ύμνο πού ψάλλεται κατά τήν εισόδευση τών Προηγιασμένων Δώρων από τήν πρόθεση στήν αγία τράπεζα καί προσδίδει στήν όλη στιγμή μιά μυστική καί υπερκόσμια μεγαλοπρέπεια, «γιατί εκφράζει λειτουργικά τόν ερχομό τού Χριστού καί τό τέλος μιάς μακράς νηστείας, προσευχής καί αναμονής· τόν ερχομό τής βοήθειας, τής ανακούφισης καί τής χαράς πού περιμένουμε».

Όντας, λοιπόν, από τή φύση της η Λειτουργία τών Προηγιασμένων Δώρων μιά εσπερινή ακολουθία, συνδυασμένη μέ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία, αποτελεί τό καλύτερο εφαλτήριο εκκίνησης σ’ αυτό τό μείζον αγώνισμα χρησιμοποίησης τής καθημερινής μας ζωής, στό οποίο μάς καλεί ιδιαίτερα κατ’ αυτή τήν ιερή περίοδο η Αγία μας Εκκλησία. Διότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκείνο πού μάς σώζει τελικά δέν είναι ούτε η νηστεία, ούτε η ψαλμωδία, ούτε η προσευχή από μόνα τους, αλλά «τό εκτελείσθαι ταύτα ενώπιον τού Θεού… ὅταν ἀτενῶς ἡ διάνοια ἐκείνῳ ἐνορᾶ, καί διά τό πρός αὐτόν ὁρᾶν καί νηστεύῃ καί ψάλλῃ καί προσεύχηται«. Αὐτή δέ ἡ «ἀτενής ἐνόραση» τοῦ Θεοῦ καί ἡ καύση τῆς καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) εν όψει τής βραδυνής Θείας Κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό πού δίνει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα σέ κάθε στιγμή τής ημέρας πού πέρασε καί αποτελεί τήν σταυραναστάσιμη εκείνη γεύση πού αυξάνει τόν πόθο τών χριστιανών γιά περισσότερη χριστοποίηση τής ζωής τους «ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (Ψαλ. λγ´ 9).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου