Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου



Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.



Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»(Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.



Το πρόσωπο της Θεοτόκου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και γι’ αυτό το λόγο καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς οι διάφορες εορτές, όπως: η Γέννηση της Θεοτόκου, η Είσοδος στον Ναό, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση. Όσον αφορά ιδιαίτερα την εορτή της Κοιμήσεως έχουμε μαρτυρίες, ότι αυτή εορταζόταν με κάθε λαμπρότητα ήδη από τον πέμπτο αιώνα. Η καθιέρωση της εορτής στις 15 Αυγούστου έγινε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο το τέλος του 6ου αιώνα. Η μαρτυρία για τον εορτασμό της Κοιμήσεως μας παρέχεται από ένα λόγο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου που έχει αποδοθεί ψευδεπιγράφως στον ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς βέβαια να είναι ο πραγματικός συγγραφέας του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός έχει γραφεί μεταξύ των αρχών και του τέλους του πέμπτου αιώνα, δηλαδή από το 400 – 500 μ.Χ. και αποτελεί συμπερίληψη της Θεολογίας της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, της Παραδόσεως και των λειτουργικών τιμών προς το πρόσωπο της Μητέρας του Ιησού Χριστού. Υπάρχει και μία άλλη σειρά κειμένων που μαρτυρούν για τον εορτασμό της Κοιμήσεως και των παραδόσεων πέριξ της εορτής αυτής[1][1], μερικά από τα οποία αναπαράγουν το περιεχόμενο του απόκρυφου κειμένου του Ιωάννη[2][2].



Το απόκρυφο αυτό κείμενο έχει αποτελέσει και τη βάση της υμνολογίας της σημερινής εορτής, αλλά και του εικονογραφικού κύκλου της Κοιμήσεως. Αν φέρουμε κατά νου την εικόνα της Κοιμήσεως, παρατηρούμε, ότι, στο κάτω μέρος της εικόνας, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι τοποθετημένη πάνω σε κρεβάτι και περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Αποστόλους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Στο δεύτερο μέσο επίπεδο εικονογραφείται ο Χριστό μέσα σε ωοειδή κύκλο φωτός, όπως δηλαδή αυτόν της Μεταμορφώσεως και της Αναστάσεως. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου με τη δόξα του και περιστοιχίζεται από Αγγέλους. Στο τρίτο ανώτερο εικονογραφικό επίπεδο ζωγραφίζεται παραστατικά ο ουρανός, απ’ όπου κατήλθε ο Χριστός και οι Άγγελοι για να παραλάβει τη ψυχή της Μητέρας του και όπου θα εισέλθει και ψυχικά και σωματικά η Θεοτόκος Μαρία. Η εικονογραφική αυτή θεματική της Κοιμήσεως αποτελεί το κεντρικό θέμα του λόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος περιέχει και πολλά άλλα παρεμφερή στοιχεία, όπως, αποκάλυψη προς την Παναγία του τέλους της επίγειας ζωής της από Άγγελο, προσευχές της Παναγίας, έλευση των Δώδεκα Αποστόλων πάνω σε φωτεινές νεφέλες από τα διάφορα μέρη του κόσμου όπου ασκούσαν το αποστολικό τους έργο κ.λ.π.



Η τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά το λόγο αυτό, είχε ως επίκεντρο τη Βηθλεέμ και την Ιερουσαλήμ. Η τιμή της Θεοτόκου γενικότερα και ειδικά της Κοιμήσεως δεν οφείλεται σε μία απλή ευσέβεια και ευλάβεια προς το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού, αλλά έχει βαθύτερη θεολογική θεμελίωση.



Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τον μακαρισμό της «ανώνυμης» γυναίκας, που απηύθυνε προς τον Χριστό όταν το άκουε να διδάσκει: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ. 10:38–42 και 10:27–28). Αυτοί οι λόγοι μπορούν να λεχθούν και από κάθε γυναίκα και από κάθε άνδρα. Είναι, όμως κατ’ εξοχήν λόγος της Εκκλησίας, αυτός μπορεί να είναι και ο συμβολισμός της γυναίκας που είπε το μακαρισμό αυτό, γιατί η Εκκλησία τιμά και μακαρίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία γέννησε τον Χριστό. Όπως έχει λεχθεί, πολύ ορθά, ο Θεός είχε τη δύναμη και την ελευθερία να δημιουργήσει, όπως στην αρχική δημιουργία, το σώμα μέσα στο οποίο θα σαρκωνόταν ο Λόγος του Θεού. Παρά ταύτα επέλεξε τη δημιουργία αυτού του σώματος μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας.



Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, χρειάσθηκε η προπαρασκευή του σκεύους της εκλογής του Θεού. Κατά τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ο Θεός επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο για να σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού, γιατί αυτή έκανε κατορθωτό εκείνο που δεν κατόρθωσαν ο Αδάμ και η Εύα. Δηλαδή, η Παναγία οδήγησε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα και στον αγιασμό, ενώ ο Αδάμ και η Εύα οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πτώση και στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο δεύτερο λόγο του για την Κοίμηση, με τρόπο παραστατικό, περιγράφει την παρέμβαση των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, οι οποίοι απευθύνονται στην Παναγία κατά την ώρα της εκδημίας της με τους ακόλουθους λόγους: «Τότε δη, τότε Αδάμ και Εύα, οι του γένους προπάτορες, αγαλλομένοις τοις χείλεσι διαπρυσίως ανακεκράγασι· Συ μακαρία, θύγατερ, της παραβάσεως ημίν τα επιτίμια λέλυκας. Συ το φθαρτόν εξ ημών σώμα κληρονομήσασα, , αφθαρσίας ημίν εκυοφόρησας ένδυμα. Συ το είναι εξ ημετέρας οσφύος αρπάσασα, το ευ είναι ημίν ανταπέδωκας· τας ωδίνας έλυσας, τα του θανάτου διέρρηξας σπάργανα· το αρχαίον ημίν αποκατέστησας ενδιαίτημα. Ημείς εκλείσαμεν τον παράδεισον, συ του της ζωής ξύλου την είσοδον ανεπέτασας. Εκ των χρηστών δι’ ημών ήλθε τα λυπηρά, διά σου εκ των λυπηρών επανήλθεν ημίν τα χρηστότερα. Και πως θανάτου γεύση η άχραντος; Σοι προς την ζωήν γέφυρα, και κλίμαξ προς ουρανόν, και προς αθανασίαν ο θάνατος πορθμείον γενήσεται. Όντως μακαρία συ, παμμακάριστε. Τις γαρ, ει μήτιγε ο Λόγος η, προσενήνεκται τούτο πάσχων ό πράττειν υπείληπται;»[3][3].



Η Θεοτόκος Μαρία έγινε ο χώρος και το όργανο δημιουργίας του σώματος του Θεανθρώπου Χριστού, του Νέου Αδάμ. Και πάλιν, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εξετάζει τη σχέση Χριστού – Θεοτόκου, σχέση Μητέρας και Υιού, και για να μας κάνει να αντιληφθούμε καλύτερα καταφεύγει στο οντολογικό γεγονός της δικής μας ενώσεως με το Χριστό όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είχε ενωθεί, πράγματι, οντολογικά με το Χριστό, αφού έγινε το όργανο της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.



Η Εκκλησία μας τιμά την Κοίμηση, δηλαδή το φυσικό της θάνατο, την ανάσταση και την εκδημία της Θεοτόκου στους ουρανούς, ή όπως διαφορετικά ονομάζεται, της μεταστάσεώς της στους ουρανούς. Το ζήτημα αυτό δημιούργησε συζητήσεις και διχογνωμίες. Όμως, θεολογικά βασίζεται και αποδεικνύεται ως η λογική συνέπεια, αφ’ ενός μεν, της οντολογικής σχέσεως της Θεοτόκου με τον Θεάνθρωπο Χριστό, αφ’ ετέρου δε, της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Το άγιο σώμα της δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τη φθορά, γι’ αυτό και, κατά το ως άνω απόκρυφο κείμενο για την Κοίμηση, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, τόσο το σώμα, όσο και ο τάφος που είχε τοποθετηθεί στη Γεσθημανή εξέπεμπε μύρον ευωδίας. Έτσι, τρεις μέρες μετά το θάνατο, ή την Κοίμησή της, και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου μετατίθεται στον Παράδεισο. Με άλλα λόγια, η Μετάσταση της Θεοτόκου, όπως την εορτάζει και την θεολογεί η Εκκλησία, είναι η ανάσταση της Θεοτόκου που προκαταλαμβάνει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Αυτή είναι και η θεολογική θέση του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στους τρεις Λόγους του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον Πρώτο Λόγο του γράφει: «Εντεύθεν ου θάνατον την ιεράν σου μετάστασιν λέξομαι, αλλά κοίμησιν ή εκδημίαν ή ενδημίαν ειπείν οικειότερον. Εκδημούσα γαρ των του σώματος, ενδημείς προς τα κρείττονα»[4][4].



Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επιπρόσθετα, αναπύσσει και την εσχατολογική πτυχή του γεγονότος της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Το γεγονός του θανάτου και της αναστάσεως της Θεοτόκου, το γεγονός της συναθροίσεως των Αποστόλων, το γεγονός της παρουσίας του Ιησού Χριστού με δόξα και λαμπρότητα, δορυφορούμενος από τους αγγέλους, είναι στοιχεία που συνθέτουν και την εικόνα της δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. «’Όπου’ γαρ ‘το πτώμα’, Χριστός η αλήθεια έφησε τους αετούς συναχθήσεσθαι. Ει γαρ και περί της αυτού του ταύτα λέξαντος δευτέρας μεγάλης και επιφανούς παρουσίας και ουρανόθεν καταφοιτήσεως, η ρήσις ήδε προλέλεκται, αλλ’ ουκ ατόπως ωσπερ ηδύσματι του λόγου κανταύθα παραληφθήσεται[5][5]». Ο Χριστός, με την ανάστασή του, έγινε, κατά τον απόστολο Παύλο, «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Η ανάσταση του ανθρώπινου γένους θα γίνει κατά τους έσχατους χρόνους, όταν ο Χριστός θα φανερωθεί και πάλιν. Ο θάνατος και η ανάσταση της Θεοτόκου είναι, με τα δεδομένα αυτά, θα λέγαμε, ενδιάμεσος ανάσταση της Θεοτόκου, και παρουσία του Χριστού, γιατί προηγείται της παγγενούς αναστάσεως και κρίσεως. Στα διάφορα κείμενα, στα οποία αναφερθήκαμε πριν, υπάρχουν ευχές και παρακλήσεις της Θεοτόκου για να μη κριθεί και να μη διέλθει από τη δοκιμασία του διαβόλου, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως η κρίση, όπως αυτή αναμένεται κατά τους έσχατους χρόνους.



Στο απόκρυφο κείμενο του Ιωάννη περί της Κοιμήσεως έχουμε και μία άλλη σημαντική όψη της θεολογίας της Εκκλησίας για τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει η Θεοτόκος μεταξύ του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού και των ανθρώπων. Πριν παραδώσει την αγία ψυχή της και εν είδη προσευχής παρακαλεί τον Χριστό ώστε: «πάντα άνθρωπον επικαλούμενον ή δεόμενον ή ονομάζοντα το όνομά της δούλης σου, χορήγησον αυτώ την βοήθειάν σου» (41). Δηλαδή η Παναγία Θεοτόκος αποδεικνύεται πρεσβευτής μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πράγματι, η Θεοτόκος συνέχισε την παράκλησή της προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα δυνάμενος εν ουρανώ και επί γης, ταύτην την παράκλησιν δυσωπώ το όνομά σου το άγιον˙ εν εκάστω καιρώ και τόπω όπου γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασον τον τόπον εκείνον, και δόξασον τους δοξάζοντάς σε δια του εμού ονόματος, προσδεχόμενος των τοιούτων πάσαν προσφοράν και πάσαν ικεσίαν και πάσαν ευχήν» (42).



Δίκαια η Εκκλησία μας τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο, ως τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ, όχι ανωτέρα μόνο των ανθρώπων. Έτσι, και εμείς τιμούμε και εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, γιατί η Κοίμηση και η Μετάστασή της στους ουρανούς, καθώς και η δόξα της από τον Θεό αποτελεί τη βεβαιότητα και της δικής μας εισόδου στη βασιλεία του Θεού με τις ευχές και πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Ιησού Χριστού, που είναι και δική μας Μητέρα.



Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού επειδή στη Μήτρα της δημιουργήθηκε με την έλευση και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το σώμα, η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Είναι, όμως, και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού και άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, και ως δική μας Μητέρα, πρεσβεύει για όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου