Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΦΩΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

 

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΦΩΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Το έργο των Πατέρων και Διδασκάλων συντελέσθηκε στις καίριες και πρωτότυπες στιγμές του με ιδιαίτερη χάρη κι ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό και η Εκκλησία στις καίριες αυτές στιγμές της πατερικής θεολογίας, που έγιναν Παράδοσή της, αποδίδει κύρος και σημασία ίση μ' εκείνη που δίδει στήν αγία Γραφή. Όπως οι Προφήτες και Απόστολοι, έτσι και οι «Ποιμένες (=Πατέρες) και Διδάσκαλοι» «ελάλησαν» διά Πνεύματος αγίου κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό (Εκδ. ορθοδ. πίστεως 90). Στα κείμενα των Πατέρων εκφράζεται πολύ συχνά -αν όχι σε κάθε βήμα- η εσωτερική βεβαιότης ότι είσοδος εις την αλήθεια, αναγωγή σ' αυτή, γίνεται μόνο με τη βοήθεια ή το φωτισμό του αγ. Πνεύματος. Σ' αυτό οφείλονται «αποκαλύψεων δωρεαί». Αυτό, προκειμένου περί θείας αληθείας, κινεί τα νοήματά μας και προάγει το λόγο μας. Χωρίς να δεχθούμε την έλλαμψη του Πνεύματος δε μπορούμε να εισέλθωμε στον «αληθή νου» της Γραφής:
 

«Ουδέ γαρ αν δίχα του διά Πνεύματος φωτισμού προς επίγνωσιν της αληθείας ίοι τις αν» (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην, PG 74,537Β). «Από της εντεύθεν (=του Πνεύματος) πηγής και αποκαλύψεων δωρεαί και ιαμάτων χαρίσματα» (Χρυσοστόμου, "Εις την Πεντηκοστήν" Β, PG, 50, 464). «Επινεύσαί τε ημίν την του αγίου Πνεύματος δύναμιν και ανακινήσαι των νοημάτων τα κύματα και δι' αυτών ευπνοούντα προαγαγείν δι' ευθείας τον λόγον...» (Γρηγορίου Νύσσης, Εις το "Άσμα ασμάτων" ΙΒ, PG 44, 1016ΑΒ)· «Διά τοι τούτο προσήκει ημάς υπό της άνωθεν χάριτος οδηγουμένους και την παρά του αγίου Πνεύματος έλλαμψιν δεξαμένους, ούτως επιέναι τα θεία λόγια. Ουδέ γαρ σοφίας ανθρωπίνης δείται η θεία Γραφή προς την κατανόησιν των γεγραμμένων, αλλά της του Πνεύματος αποκαλύψεως, ίνα, τον αληθή νουν των εγκειμένων καταμαθόντες, πολλήν εκείθεν δεξώμεθα την ωφέλειαν» (Χρυσοστόμου, Εις την "Γένεσιν" ΚΑ α, PG 53,175). Βλ. και Μ. Βασιλείου, Εις "Εξαήμερον"Α α, PG 29, 4 έξ.).
 
Το γεγονός ότι στις μεγάλες τουλάχιστον στιγμές της θεολογίας τους οι Πατέρες και Διδ. κινούνται και φωτίζονται με άρρητο τρόπο από το αγ. Πνεύμα ήταν και είναι διάχυτη και αδιαμφισβήτητη πίστη της Εκκλησίας. Τούτο διατυπώνεται στην υμνολογία με απόλυτη σαφήνεια, κάθε φορά που αυτή αναφέρεται σε Πατέρες:

Π.χ.: «Όλην εισδεξάμενοι την νοητήν λαμπηδόνα του αγίον Πνεύματος, το υπερφυέστατον χρησμολόγημα, το βραχύ ρήματι και πολλή συνέσει θεοπνεύστως απεφθέγξαντο... άνωθεν λαβόντες την τούτων αποκάλυψιν σαφώς και φωτισθέντες εξέθεντο όρον θεοδίδακτον» (Προσόμοιον εορτής των Πατέρων). «Εξ ουρανού γαρ έσχηκας άνωθεν την έμπνευσιν αληθώς, διό ουκ έσβεσέ σου ο πρόξενος της λήθης την μνήμην τάφος, Αθανάσιε» (Ωδή θ' 18ης Ιανουαρ.). «Των πυρίνων δε γλωσσών έσχε μίαν ο Γρηγόριος (=Ναζιανζηνός) και πυρ υψηγορίας έπνευσεν» (Ωδή γ' 30ής Ιανουαρ.). «Θεόθεν την φωτοδότιν, Κύριλλε, χάριν δεξάμενος και τηλαυγής φωστήρ αναδειχθείς λογικάς εναστράψας ημίν μαρμαρυγάς» (Ποίημα Ιωάννου Δαμασκηνού, Ωδή α' l8ης 'Ιανουαρ).
 
Τη βεβαιότητά της η Εκκλησία για τη συνεργία του αγ. Πνεύματος στο θεολογικό έργο των Πατέρων έχει εκφράσει και συνοδικά. Άρα η βεβαιότης αυτή δεν αντιπροσωπεύει προσωπικές γνώμες, αλλά κυρωμένο φρόνημα της Εκκλησίας:

Στην Έκτη οικουμενική Σύνοδο οι Πατέρες χαρακτηρίζονται «θεόπνευστοι» (Καρμίρη, Ι, σ. 221). Στήν Πενθέκτη Σύνοδο τα συγγράματά τους ονομάζονται «θεοπαράδοτα» (όπου άν. σ. 229).

Στον Τόμο τής Συνόδου του 1351 διαβάζομε: «εν διδακτοίς Πνεύματος αγίου ταις των Πατέρων δήπου θεοπνευστοις θεολογίαις» (Καρμίρη, Ι, 387). Και στη Σύνοδο των Ορθοδόξων, που συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και στο Ιάσιο (1642), βεβαιώνεται για τους Πατέρες ότι «Πνεύματι θείω κινούμενοι, διδάσκουσιν ημάς ου κατ' άνθρωπον, αλλά καθ' ην από του Πνεύματος έλαβον έμπνευσιν» (Καρμίρη, 2ΙΙ, 659). Και στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Τοις μη ορθώς των αγίων διδασκάλων της του Θεού Εκκλησίας θείας φωνάς εκλαμβανομένοις και τα σαφώς και αριδήλως εν αυταίς διά της του αγίου Πνεύματος χάριτος ειρημένα παρερμηνεύειν τε και περιστρέφειν πειρωμένους, ανάθεμα» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας Γ', Βλ. Καρμίρη, Ι, 415).
 
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι στο θέμα τούτο υπήρξε απόλυτα σαφής ο πρώτος μέγας Πατήρ και Διδ. της Εκκλησίας, ο Θεοφόρος Ιγνάτιος. Αυτός, γράφοντας στους Εφεσίους (20), υπόσχεται να τους ξαναγράψη περί της θείας οικονομίας, μόνο εάν ο Κύριος του «αποκαλύψη τι». Περί του προσώπου δηλαδή του Χριστού και της οικονομίας του Θεού γενικά δε μπορεί κανείς να είπη κάτι περισσότερο απ' ό,τι γνήσιο έχει λεχθή, εκτός αν στο κάτι αυτό οδηγηθή από τον ίδιο το Θεό. Το τελευταίο τούτο είναι βέβαια σπάνιο φαινόμενο στο χώρο της χριστιανικής γραμματείας. Η πλειονότης των έργων αυτών αποτελούν απλώς ποικίλες επεξεργασίες, αναπτύξεις κι ενδιαφέρουσες ερμηνείες διατυπωμένων ήδη αληθειών. Με αυτά κάθε άλλο παρά αποτιμάμε μέγα μέρος της χριστ. γραμματείας. Η αξία της και η προσφορά της είναι τεράστια. Τη διακρίνομε όμως από τα θεολογικά εκείνα έργα των Πατέρων, που το περιεχόμενό τους οφείλεται σε θείο φωτισμό και που αποτέλεσαν τον κορμό της θεολογίας, γύρω από τον οποίο στρέφεται η λοιπή γραμματεία. Άλλωστε η έκφραση και η επεξεργασία της γνησίας Παραδόσεως, η προβολή της δηλαδή και η μετάδοσή της γίνεται μόνο από αυτούς που έχουν τη θεία χάρη, ζουν στην Εκκλησία συνειδητά και διαθέτουν «την δύναμιν της Παραδόσεως», όπως θα έλεγε ο Ειρηναίος ("Έλεγχος" ΑΧ 2).


Πηγή : paterikiorthodoxia.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου