Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΟΡΤΥΝΟΣ κκ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΣΤΟΝ Ι. ΝΑΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ



Ακολουθεί η ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία στον Ι. Ναό του Απ. Παύλου οδού Ψαρρών κατά το Πανηγυρικό Πολυαρχιερατικό Συλλείτουργο.
 

1. Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχει ἑορτή καί πανήγυρη μεγάλη. Σήμερα ἑορτάζουμε τήν μνήμη τῶν πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων, τοῦ Πέτρου καί τοῦ Παύλου. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εὐλαβούμαστε πολύ τόν ἀπόστολο Παῦλο καί εἴμαστε εὐγνώμονες σ᾽ αὐτόν, γιατί μέ κόπο πολύ, ἀκόμη δέ καί μέ κίνδυνο, ἦρθε στήν πατρίδα μας καί κήρυξε σ᾽ αὐτήν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἱδρύοντας συγχρόνως καί Ἐκκλησίες σέ διάφορες πόλεις. Εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀγαπητοί μου, ἦταν «μανιακός ἐραστής» τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος,1 καί, κινούμενος ἀπό αὐτόν τόν θεῖο ἔρωτα, πῆγε παντοῦ γιά τό κήρυγμα τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καταγόταν ἀπό τήν φυλή Βενιαμίν (Ρωμ. 11,1) καί ταιριάζει γι᾽ αὐτόν ὁ χαρακτηρισμός τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, ὅταν εὐλογοῦσε τόν υἱόν του Βενιαμίν. Τοῦ εἶπε προφητικά: «Βενιαμίν, εἶσαι ἕνας ἄγριος λύκος, πού τό πρωί βγαίνει γιά νά ἁρπάξει καί τό βράδυ μοιράζεται τό θήραμα». Αὐτός ἦταν ὁ Παῦλος, ἀγαπητοί μου, μέ μεταφορική ἔννοια. Ἦταν δυνατός λέοντας καί «λέοντος παντός θρασύτερος», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο,2 ὁ ὁποῖος ὅλη τήν ἡμέρα, ἀπό τό πρωί «ἔβγαινε γιά νά ἁρπάσει» τά λάφυρα τοῦ ἐχθροῦ καί νά τά δώσει στόν Χριστό καί τήν νύχτα κατέστρωνε τό σχέδιο ἐργασίας γιά τήν ἄλλη ἡμέρα!

Στό ταπεινό μου καί σύντομο αὐτό κήρυγμα, τό ὁποῖο θά κάνω μέ τήν ἐντολή καί εὐλογία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, θέλω νά παρουσιάσω τόν μέγα Ἀπόστολο πού ἑορτάζουμε σήμερα, τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὡς κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος πρέπει νά γίνει πρότυπο καί παράδειγμα γιά ὅλους τούς ἱεροκήρυκες.

 


2. Κατά πρῶτον, ἀγαπητοί μου, θέλω νά πῶ ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε τίς προϋποθέσεις ἐκεῖνες, πού τόν κατέστησαν ἄξιο καί πετυχημένο κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶχε τήν θεία κλήση γιά τό ἔργο αὐτό. Δέν ἦταν αὐτόκλητος, ἀλλά ἦταν θεόκλητος. Ἦταν ὅπως οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι, πρίν ἀναλάβουν τό προφητικό τους ἔργο, εἶχαν θεοπτία καί ἄκουαν τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τούς καλοῦσε νά γίνουν κήρυκες τοῦ λόγου Του στόν λαό. Ἔτσι καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος σέ διωγμό ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε νά σταματήσει τό καταστροφικό αὐτό γιά τόν ἑαυτό του ἔργο, γιατί «εἶναι σκληρό πράγμα νά κτυπᾶ κανείς τά καρφιά μέ γυμνά τά πόδια» (Πράξ. 9,5. 26,14)! Δεύτερον, ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρίν ἀπό τήν θεία κλήση του ἀπέκτησε μόρφωση μεγάλη, ἀναγκαία καί αὐτή γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶχε πλούσια παιδεία καί μάλιστα ἑλληνική παιδεία, πού τήν ἔλαβε ἀπό νεαρός στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας ἀπό ὅπου καταγόταν.

«Εἰμί Ταρσεύς οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης», ἔλεγε ὁ ἴδιος μέ καύχηση (Πράξ. 21,39). Ἡ Ταρσός συναγωνιζόταν τήν Ἀλεξάνδρεια καί αὐτήν τήν Ἀθήνα γιά τά πρωτεῖα στήν μόρφωση. Ἀκόμη ὁ ἀπόστολος, σάν Ἑβραῖος, εἶχε καί θεολογική γνώση, γιατί σπούδασε πολύ καλά τήν Παλαιά Διαθήκη στά πόδια τοῦ μεγάλου νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ (Πράξ. 22,3), ἐγγόνου τοῦ περιφήμου Χιλέλ. Τρίτον, ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τό θεῖο κήρυγμα, ὁ Ἀπόστολος πέρασε ἀπό τό σχολεῖο τοῦ ἡσυχασμοῦ. Γιατί μετά τήν κλήση του δέν πῆγε στήν πρωτεύουσα, τά Ἰεροσόλυμα, δέν συναναστράφηκε μέ ἀνθρώπους, ἀλλά πῆγε στήν Ἀραβία γιά προσευχή, γιά περισυλλογή καί γιά μελέτη. Ἐκεῖ στήν Ἀραβία, ὅπως λέγουν οἱ ἑρμηνευτές, ὁ Παῦλος μελέτησε χριστολογικά τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀναθεωρώντας τά ὅσα ἔμαθε μέχρι τότε ἀπό τήν ἰουδαϊκή ἑρμηνεία, κατά τήν ὁποία ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας θά εἶναι ἕνα κοσμικός ἡγέτης, γιά νά ξαναφέρει τήν πεσμένη δόξα τοῦ οἴκου τοῦ Δαυίδ. Καί τήν χριστολογική αὐτή ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔκανε κατά μόνας μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκεῖ στήν ἔρημο τῆς Ἀραβίας ὁ Παῦλος, τήν βλέπουμε διάχυτη στά ἱερά του γράμματα.

 


3. Ἔρχομαι τώρα, ἀγαπητοί μου, σ᾽ αὐτό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τό κήρυγμά του, ὅπως φαίνεται ἀπό τίς περιοδεῖες του, εἶχε δύο τύπους, ἀνάλογα μέ τό ἀκροατήριό του. Ὁ ἕνας τύπος τοῦ κηρύγματός του ἦταν γιά εἰδωλολατρικό ἀκροατήριο καί ὁ ἄλλος τύπος ἦταν γιά ἰουδαϊκό ἀκροατήριο. Καί στά δύο ὅμως κηρύγματά του κέντρο εἶχε τόν Χριστό, στόν ἐσταυρωμένο καί ἀναστημένο Χριστό, πού εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας καί Λυτρωτής. Αὐτό εἶναι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Παύλου, ἀγαπητοί μου. Ὅμως ἦταν ντροπή, καί γιά τήν τότε ἐποχή κυρίως, νά κηρύττεις γιά Θεό καί Σωτήρα ἕναν κρεμασμένο στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ.

Ἀλλά ὁ Παῦλος δέν ντρεπόταν αὐτό τό κήρυγμα, γι᾽ αὐτό καί ἔλεγε: «Οὐκ ἐπαισχύνομαι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. 1,16), τό κήρυγμα δηλαδή γιά τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Τέτοιο κήρυγμα γιά μέν τούς εἰδωλολάτρες ἦταν «μωρία», ἀνοησία, γιά δέ τούς Ἰουδαίους ἦταν «σκάνδαλο» (Α´ Κορ. 1,23)· ἦταν κήρυγμα περίεργο, γιατί παρουσίαζε ἕναν Μεσσία, πού φαινόταν ἀδύνατος, ἀφοῦ ἦταν καρφωμένος στόν Σταυρό. Ὁ Παῦλος ὅμως, ἀντίθετα καί πρός τούς δυό, ἔλεγε ἀποφασιστικά: «Δέν θέλω νά κηρύττω τίποτε ἄλλο, παρά τόν Ἰησοῦ Χριστό καί αὐτόν Ἐσταυρωμένο» (Α´ Κορ. 2,2). Αὐτό τό κήρυγμα ὁ Ἀπόστολος τό πίστευε γιά «Θεοῦ δύναμη» καί «Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. 1,24). Δέν κήρυττε ὁ Παῦλος μέ «φτιασιδώματα» ἀπό τήν ἀνθρώπινη σοφία, γιά νά μήν χάσει τήν σημασία του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ.

Δέν κήρυττε «κουτσουρεμένο» Εὐαγγέλιο. «Εὐαγγελίζομαι – ἔλεγε – οὐκἐνσοφίᾳλόγου, ἵναμήκενωθῇὁσταυρός τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ. 1,17)! Γιά τήν ἀλήθεια τοῦ κηρύγματός του ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔδωσε μάχες, σκληρές μάχες, γιατί οἱ ἰουδαΐζοντες χριστιανοί ὑποστήριζαν, μέ δύναμη καί αὐτοί, ὅτι δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ Θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά, μαζί μέ αὐτήν, ἀπαιτεῖται καί ἡ ἐφαρμογή τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Τό θέμα ἦταν σοβαρό, γιατί αὐτό τό κήρυγμα τῶν ἰουδαϊζόντων παρουσίαζε ὡς ἀδύναμο γιά τήν σωτηρία τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παῦλος πῆγε τό θέμα στήν Σύνοδο, τήν Ἀποστολική Σύνοδο, στήν ὁποία καί νίκησε, γιατί ἀναγνωρίστηκε ἀπό ὅλους τό δικό του κήρυγμα (Πράξ. 15, 2.19.24 ἑξ. 28-29). Καί μάλιστα στήν συνέχεια ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος, γιά νά διαπιστώσει ἄν ἐφαρμόζονται οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς(βλ. Γαλ. κεφ. 2).

Ἀγωνιοῦσε νά μή νοθευτεῖ ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Μέ τό κήρυγμά του αὐτό, ἀγαπητοί μου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει ὅτι καί τό δικό μας κήρυγμα πρέπει νά ἔχει τό ἴδιο περιεχόμενο. Στόν σημερινό κόσμο, πού χάνεται καί πνίγεται ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία «κέχυται» ἐπί τῆς γῆς, κατά τόν προφήτη (Ὠσ. 4,4), γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν πνιγμό αὐτόν πρέπει νά κηρύττουμε τό ἁπλό ἀλλά δυνατό κήρυγμα ὅτι ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Ὅτι τό Αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πλένει καί σβήνει τά ἁμαρτήματά μας. Στό ἐναγώνιο ἐρώτημα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἐμεῖς νά λέμε τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Πίστευσον ἐπί τόν Κύριον Ἰησοῦν καί σωθήσῃ σύ καί ὁ οἶκός σου» (Πράξ. 16,31).

 


4. Γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκουράζετο πολύ, νύχτα καί ἡμέρα, γιατί δέν ἦταν εὔκολες οἱ περιοδεῖες του. Ἀλλά γιά τόν «ἐραστή» αὐτόν τοῦ Χριστοῦ», πού ἤθελε νά κάνει πολλούς νά πιστέψουν στόν Χριστό, τίποτε δέν ἦταν δύσκολο. Αὐτός, ἀπό ἀγάπη γιά τό κήρυγμα, τόλμησε νά περάσει μέ ταλαιπωρία δύο -τριῶν μηνῶν καί τόν Ταῦρο, τό φοβερό αὐτό βουνό. Τόν Ταῦρο μόνον οἱ ἔμποροι, ἀπό τήν μανία τοῦ κέρδους, μόνον οἱ ληστές, ἀπό τό ληστρικό πάθος τους καί μόνον ὁ Παῦλος τόν πέρασε, ἀπό τόν πόθο του καί τό πάθος του νά κηρύξει τόν Χριστό στούς κατοικοῦντας πέρα ἀπό τό βουνό ἀνθρώπους τῆς Γαλατίας.

Τί ἔτρωγε, ποῦ κοιμόταν, ποῦ ξεκουραζόταν; Πέρα ὅμως ἀπό τίς δυσκολίες αὐτές, τῆς τότε ἐποχῆς ἰδιαίτερα, τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου εἶχε καί τήν πολεμική τῶν ψευδαδέλφων. Αὐτοί κήρυτταν ἕνα ἀντι-Εὐαγγέλιο, ἕνα ἀντ-Ὀρθόδοξο κήρυγμα, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, κήρυγμα ὅμως «καρυκευμένο» μέ ἀνθρώπινα σοφίσματα, γι᾽ αὐτό καί ἔπιανε. Ἐναντίον αὐτῶν ὁ Παῦλος ἐπιτίθεται μέ δριμύτητα καί ὅπου στίς ἐπιστολές του γράφει γιά τήν ἀλλοίωση τοῦ ὀρθοῦ κηρύγματος ἀπό αὐτούς τούς ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφῆτες βροντάει καί ἀστράφτει. «Καί ἄν ἀκόμη – γράφει στούς Γαλάτες – ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό σᾶς κηρύττει διαφορετικό Εὐαγγέλιο ἀπό αὐτό πού σᾶς κήρυξα, νά εἶναι ἀναθεματισμένος»! Καί ἀμέσως παρακάτω γράφει: «Αὐτό πού σᾶς εἶπα («ὅ προείρηκα»): Ὅποιος σᾶς κηρύττει Εὐαγγέλιο διαφορετικό ἀπό αὐτό πού σᾶς κήρυξα, νά εἶναι ἀναθεματισμένος» (Γαλ. 1,8-9)!

Δέν ἦταν ἄνετες λοιπόν οἱ περιοδεῖες τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τό κήρυγμα, ἀλλά αὐτό τό κήρυγμά του, τό πορευόμενο διά τόσων δυσκολιῶν, εὐλογεῖτο ἀπό τόν Θεό, γιατί ἦταν ὀρθό καί σωστό κήρυγμα. Εἶναι παρατηρημένο, ἀδελφοί μου, ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη καί ἀπό ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔπειτα, ὅτι τό ὀρθό κήρυγμα δέν πορεύεται μέ ἄνεση, ἀλλά διώκεται. Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό εἶπε καθαρά:

«Κήρυγμα ὁδεῦον διά πάσης ἀνέσεως, οὐκ ἔστι κήρυγμα»! Γι᾽ αὐτό καί τό σωστό καί ἀπερίτμητο κήρυγμα, ὅπως λέγει πάλι ὁ Χρυσόστομος, «δεῖται ἀνδρός γενναίου, φερεπόνου καί ἑτοίμου πρός θάνατον». Τέτοιος ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Γενναῖος, φερέπονος καί πρόθυμος νά πεθάνει γιά τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του.

Τέλος, θέλω νά παρουσιάσω τόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς οἰκουμενιστή, ὀρθόδοξο οἰκουμενιστή καί πρότυπο γιά μᾶς, γιά νά κηρύττουμε καί ἐμεῖς ἕναν Οἰκουμενισμό σάν τόν ἰδικό του. Αὐτός ὁ «μανιακός ἐραστής» τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, ἀγαπητοί μου, κινούμενος ἀπό θεῖο ἔρωτα ἔγινε «ὑπόπτερος τήν οἰκουμένην περιτρέχων ἅπασαν», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.

3 Ἦταν δέ ὁ τότε κόσμος ἄνθρωποι Ἐθνικοί καί Ἰουδαῖοι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πήγαινε καί στούς δυό καί μάλιστα πήγαινε στούς λατρευτικούς τόπους τους, γιατί ἐκεῖ θά τούς ἔβλεπε συγκεντρωμένους. Στούς τόπους ὅμως αὐτούς πήγαινε γιά νά τούς μιλήσει γιά τό ψέμα τους καί γιά τήν πλάνη τους καί νά τούς κηρύξει καθαρά τήν ἀλήθεια: Τήν ἀλήθεια ὅτι τήν λύτρωση πού ζητοῦν θά τήν βροῦν μόνο στόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Χριστό. Θά τήν βροῦν μόνο στίς Ἐκκλησίες πού αὐτός καί οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἱδρύουν, δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅπως μᾶς λέγουν σχετικά χωρία ἀπό τά ἱερά κείμενα, καί οἱ Ἐθνικοί καί οἱ Ἰουδαῖοι ἔδιωχναν μέ φωνές καί μέ κραυγές, ἀκόμη δέ καί μέ δαρμούς, τόν ἀπόστολο Παῦλο ἀπό ἀνάμεσά τους, γι᾽ αὐτά πού τούς ἔλεγε (Πράξ. 13,45. 14,14 ἑξ.). Ἀλλά τί μέ τοῦτο;

Ὁ Παῦλος εἶχε τήν χαρά ὅτι κήρυξε καί στούς μακράν τό σωστό Εὐαγγέλιο, χωρίς νά τό νοθεύσει καί νά τό παραλλάξει ἤ καί νά τό ἀποκρύψει. Αὐτός, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενισμός. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Παῦλος εὐλογήθηκε πλούσια ἀπό τόν Θεό σ᾽ αὐτά τά κινήματά του καί τά ἅλματά του πρός τούς ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία εὑρισκομένους. Ἔγινε ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. Αὐτός πραγματικά ἕνωσε Ἀνατολή καί Δύση καί πραγματοποιήθηκε μ᾽ αὐτόν ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου: «Πολλοί θά ἔρθουν ἀπό Ἀνατολάς καί Δυσμάς καί θά ἀνακληθοῦν μετά Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 8,11)!

Αὐτόν τόν Οἰκουμενισμό δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καί γιά ἕναν τέτοιο Οἰκουμενισμό προσευχόμαστε στήν θεία μας λατρεία λέγοντες «Ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»! Τά ἄλλου εἴδους οἰκουμενιστικά κινήματα, τό νά προσεγγίζουμε δηλαδή τούς αἱρετικούς Παπικούς καί τούς ἄλλους ὀπαδούς τῶν ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας θρησκευμάτων, χωρίς νά τούς λέγουμε καθαρά ὅτι εἶναι αἱρετικοί καί πλανεμένοι, ἀλλά ἀντίθετα καί νά τούς ἀγκαλιάζουμε μέ περισσή ἀγάπη καί νά συμπροσευχόμαστε μαζί τους καί μάλιστα νά τούς λέγουμε καί «ἁγιωτάτους», αὐτά τά κινήματα, λέγω, δέν δημιουργοῦν ἑνότητα, ἀλλά φέρουν διχασμό καί ταραχή στόν Οἶκο μας.

Τόν Οἶκο μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, «στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», ὅπως ὡραῖα μᾶς τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Τιμ. 3,15), ὁ ἱδρυτής τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας, τόν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα. Ὦ ἅγιε ἀπόστολε Παῦλε, εἶσαι τόσο μεγάλος, εἶσαι οὐρανοβάμων, ποιός μπορεῖ νά σέ φτάσει! Σέ παρακαλοῦμε ὅμως νά παρακαλέσεις τόν Χριστό νά σοῦ μοιάσουμε, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, ΑΜΗΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου