Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΒΟΥΛΗ ΣΤΙΣ 18-5-2013 ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟ ΕΠΣΙΚΟΠΟ ΓΟΡΤΥΝΟΣ κκ ΙΕΡΕΜΙΑ





ΔΕΙΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ 





ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ
ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΒΟΥΛΗ
ΣΤΙΣ 18-5-2013


Σεβασμιώτατοι Πατέρες, ἀγαπητοί συλλειτουργοί Ἀδελφοί,
Γέροντες καί Γερόντισσες τῶν Ἱερῶν Μονῶν, Κύριοι Καθηγηταί, τετιμημένοι προσκεκλημένοι εἰς τήν Ἡμερίδα αὐτή,γαπητοί μου δελφοί Χριστιανοί,Κατά πρτον, κφράζω τά συγχαρητήριά μου γιά τήν διοργάνωση τς μερίδας ατς καί τά εχαριστήριά μου, γιατί μεταξύ τν λλων κανν καί κλεκτν μιλητν κλήθη καί ταπεινότης μου νά μιλήσω σ ατήν. πλ καί λίγα λόγια θάπ καί παρακαλ νά τά κούσετε.




1. Τό ἱερό πρόσωπο, γιά τό ὁποῖο γίνεται λόγος στήν Ἡμερίδα μας, ὁ Μοναχός
Χριστόφορος ἤ ἁπλᾶ «Παπουλάκος», ὅπως τόν ξέρει ὁ λαός μας, μέ συγκινεῖ καί τό ελαβομαι βαθύτατα πό τήν λικία τν 14 τν, ταν διάβασα τό βιβλίο το
Κωστῆ Μπαστιᾶ «Ὁ Παπουλάκος». Γνωρίζω ὅτι μερικοί, ἀκόμη καί ἱερωμένοι, δέν
ἔχουν καλή γνώμη γιά τό πρόσωπο αὐτό. Προσωπικά, καταθέτοντας ἐλεύθερα τήν
πίστη μου, δέχομαι τόν Παπουλάκο ὡς ἕνα γνήσιο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς ἕνα
δεύτερο Κοσμᾶ Αἰτωλό, ὡς μάρτυρα Χριστοῦ, ὡς ἅγιο πατέρα. Παρά τά ἀκουόμενα μερικν κκλησία μας θά νακηρύξει τόν Παπουλάκο ς γιο. Χαιρόμαστε δέ πολύ, διότι Οκουμενικός μν Πατριάρχης κ. Βαρθολομαος κφράζεται μέ θαυμασμό πέρ το Παπουλάκου καί τόν δέχεται ς ρθόδοξο καί γιο κήρυκα.Τά λίγα πού θά π στήν ταπεινή μου μιλία περί το Παπουλάκου θά βασίζονται κυρίως στό ργο το Μπαστι, τό ποο, ν καί εναι μέ λογοτεχνική χάρη γραμμένο,μως βασίζεται σέ στορικά γεγονότα. ταν μουν φοιτητής, κουσα τόν διο νά λέγει στόν μακαριστό Γέροντα πατέρα Αγουστνο τι παππος του, σέ μικρή λικία,γνώρισε προσωπικά τόν Παπουλάκο, μπνεύστηκε πό τήν μορφή του, γνώρισε πάρα πολλά γι ατόν καί λα σα μαθε τά κατέθεσε ργότερα στόν γγονό του Κωστῆ Μπαστι. τσι, στό βιβλίο ατό το μακαριστο καί εσεβεστάτου λογοτέχνου δίνουμε πόλυτη μπιστοσύνη, γιατί καταθέτει μαρτυρίες ατόπτου καί ατηκόου μάρτυρος καί μαρτύρων.




2. Τό θέμα πού μοῦ ἀνετέθη ἀπό τήν σεβαστή ἐπιτροπή εἶναι «Τό πέρασμα τοῦ
Παπουλάκου ἀπό τήν Γορτυνία». Ἐπιθυμῶ ὅμως, προτοῦ εἰσέλθω στό θέμα μου, νά π λίγα τινά, λίαν σημαντικά περί ατο, τά ποα κφράζουν τήν γιότητά του καί τήν ρθοδοξία του, γιά νά π πειτα τι λα ατά τά για χαρίσματά του τά παρουσίασε καί τά δωσε κατά τήν διακονία του στήν Γορτυνία.

Ὁ μοναχός πατήρ Χριστόφορος Παπουλάκος, ἀγαπητοί μου, εἶχε σέ πληρότητα τά
χαρακτηριστικά τοῦ ὀρθοδόξου ἱεροκήρυκα. Τό κήρυγμά του συνδυαζόταν μέ τήν ἄσκηση, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ταλαιπωρία καί τόν διωγμό στίς περιοδεες του. Γιά μς σήμερα τό κήρυγμα εναι νετο. λλά λέγει κάπου Χρυσόστομος «κήρυγμα δεον διά πάσης νέσεως, οκ στι κήρυγμα». Καί πάλι διος Πατέρας λέγει: «Τό κήρυγμα δεται νδρός γενναίου, φερεπόνου καί τοίμου πρός θάνατον»! Ατό ταν Παπουλάκος! «Φερέπονος» εροκήρυκας καί «τοιμος πρός θάνατον» γι ατό πού κήρυττε. Τό κήρυγμά
του τό ξεκίνησε ἀπό τόν πόνο γιά τήν ἀποστασία τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Θεό, γιά τά παρατηρούμενα μαρτήματά του, κόμη δέ καί γιά τά γκλήματά του. κριβς ατή ταν καί ατία πού βγαλε πό τό μοναχικό κελλί το γίου ρους τόν γιο μοναχό Κοσμᾶ Ατωλό καί τόν ρριξε στήν περιπέτεια το ργάτου το Εαγγελίου μέ τέλος τόν παγχονισμό του.
Ὁ Παπουλάκος, σάν κήρυκας, δέν εἶχε ὁρισμένο τόπο διαμονῆς, δέν εἶχε καλομα-
γειρεμένο φαγητό. Τό κρεμασμένο στόν ὦμο του ταγάρι εἶχε μέσα λίγα κομμάτια
ψωμί μπομπότα, ἐλιές καί σταφίδες. Αὐτό ἦταν τό καθημερινό του φαγητό, καί ὅ,τι λλο πρόσφερε φύση. Μέ να ραβδί στό χέρι περιόδευε πόλεις καί χωριά – διαίτερα τά χωριά – καί κήρυττε τόν λόγο το Θεο. Θυμμαι δ να δίστιχο, πού μς λεγε συχνά πατήρ Αγουστνος, προτρέποντάς μας νά μήν εμαστε καλοπερασάκηδες, λλά νά γίνουμε γνήσιοι ργάτες το Εαγγελίου μέ «να βαρύ σταυρό, κομμάτι κρίθινο ψωμί καί μακρυνόνε δρόμο»! Τό δίστιχο ατό φαρμόζεται πόλυτα στόν Παπουλάκο. Τό κήρυγμά του ταν πλό, καταληπτό γιά τόν λαό. ταν σάν τό κήρυγμα το πατρο-Κοσμ, σάν τό κήρυγμα κενο τν γίων ψαράδων τς Γαλιλαίας. Δηλαδή ταν κήρυγμα πού δινε «κατήχηση». Συγχρόνως μως ταν καί κήρυγμα λεγκτικό.
Χτυποῦσε τά μίση καί τίς ἔχθρες μεταξύ τῶν χριστιανῶν καί κήρυττε τήν ἀγάπη.
Ἤλεγχε τούς πλούσιους γιά τήν ἀσπλαγχνία τους. Αὐτοί καλοπερνοῦσαν, ἐνῶ ὁ λαός πεινοσε καί πέθαινε τό παιδί το πτωχο γιά μία κούπα γάλα. λεγχε τίς κλοπές τν νθρώπων, λλά καί τά λάθη τν φεντάδων. διαίτερα χτυποσε τό μοντερνίζον πνεμα, πού ρχισε πό τότε νά ρχεται στήν χώρα μας μέ τήν λευση το ξένου καί καθολικο στήν πίστη βασιλι, το θωνα. Ατό ταν τό λάθος μας πό τήν ρχή,δελφοί μου χριστιανοί: Τό τι δέν πήραμε τόν Μακρυγιάννη τόν Κολοκοτρώνη νά τόν κάνουμε βασιλιά, λλά φέραμε ναν ξένο στήν πίστη νά κυβερνήσει τόν ρθόδοξο τόπο μας. Καί ν λλοι μεγαλοσχήμονες κληρικοί δέν τολμοσαν νά κφέρουν λόγο
ἐναντίον του, ὁ Παπουλάκος, ἕνας ἁπλός καί ἀγράμματος μοναχός, ἀλλά δυναμωμένος μέ τήν Χάρη το γίου Πνεύματος, επε τόν θωνα «ψωριασμένο πρόβατο, πού θά ψωριάσει λη τήν λλάδα»!

Τό ὅτι αὐτό τό κήρυγμα τοῦ Παπουλάκου ἦταν εὐλογημένο ἀπό τόν Θεό φαίνεται
ἀπό τά θαυμαστά του ἀποτελέσματα: Μετά ἀπό ἕνα κήρυγμά του πού μιλοῦσε γιά
τήν κλοπή καί τήν χθρα, ο χριστιανοί πέστρεφαν τά κλοπιμαα, καί τήν βελόνα

ἀκόμη! Καί οἱ ἐχθρευόμενοι καί ἕτοιμοι γιά σκοτωμό ἄνθρωποι ἀγκαλιάζονταν καί
φιλοῦνταν σάν ἀδέλφια. Ἀκόμη ἔχουμε καί τήν συγκινητική μαρτυρία ὅτι φονιάδες πήγαιναν στό νεκροταφεο καί γονάτιζαν στόν τάφο το συγχωριανο τους πού σκότωσαν καί το ζητοσαν μέ δάκρυα συγγνώμη. Γενικά να κήρυγμα το Παπουλάκου ντυνε φτωχούς, τρεφε πεινασμένους, μόνιαζε χθρούς, κανε γαπημένα τά χωριά καί βαζε τούς κατοίκους λους στο Θεο τήν στράτα. λλά καί λαός νταποκρiνόταν μέ εγνωμοσύνη στόν γιο κήρυκα το Θεο. Τόν προσκαλοσαν ο διοι γιά κήρυγμα στά χωριά τους. Καί ταν Παπουλάκος πήγαινε γιά κήρυγμα, λοι ο κάτοικοι βγαιναν μέ λάβαρα, μέ εκόνες καί μέ θυμιατά γιά νά τόν ποδεχτον. Σταυροκοπιονταν στό πέρασμά του, σπρώχνονταν νά τόν γγίξουν γιά νά πάρουν τήν χάρη του, κόμη δέ καί κοβαν τεμάχια πό τό ράσο του γιά φυλαχτό!
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ κάποια περίοδο ἡ Ἱερά Σύνοδος δέν ἐπέτρεψε στόν Παπουλάκο νά κηρύττει. λλά ατό ταν φυσικό ναμενόμενο, ταν στόν τόπο μας πικρατοσε τό πνεμα το φιλοπαπικο Θεοκλήτου Φαρμακίδη, ποος γιά τόν Παπουλάκο εδικά λεγε «κι γιος φοβέρα θέλει»! λαός μως κρινε καλύτερα πό τούς τοιούτους ρασοφόρους, ο ποοι πηρεάζονταν πό τό ξενικό πνεμα, ν ατός, μέ κήρυκα τόν Παπουλάκο, κράτησε πιστά τήν γραμμή τν γωνιστν το 21, τήν καθαρή ρθόδοξη γραμμή τν Πατέρων.





3. Ἐρχόμενος τώρα στό θέμα μου, «Ὁ Παπουλάκος στήν Γορτυνία», ἐπαρχία πού
ὑπηρετῶ μαζί μέ τήν Μεγαλόπολη, λέγω ὅτι ὁ κήρυκας αὐτός τοῦ Χριστοῦ, πέρασε
ἀπό τήν Γορτυνία, μέ ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, ὅπως τόν παρουσίασα, καί κανε θαυμαστή ντύπωση, μέ θαυμαστά πίσης ποτελέσματα. Θά ναφέρω μόνο δύο περιστατικά καί τελειώνω τόν λόγο μου:


(α) Διάβαζα ἀπό μικρός, καί πάλι ξαναδιάβαζα μέ δάκρυα, γιά ἐκεῖνο τό ρέμα πού πάει ἀπό τά Λαγκάδια στήν Ἀλωνίσταινα. Ὅταν, μέ τήν ἐντολή καί εὐχή τῆς Ἐκκλησίας, λθα στήν παρχία ατή γιά νά τήν πηρετήσω, ζήτησα νά μάθω καί νά δῶ ποιό εναι ατό τό ρέμα. ταν, χριστιανοί μου, μιά φοβερή χειμωνιάτικη βραδιά, πού τήν τρέμει λογισμός, ταν Παπουλάκος πέρασε τό ρέμα ατό. φυγε πό τά Λαγκάδια μέ δυνατό χιονιά, προχωρώντας πρός τήν λωνίσταινα. χι μόνο τό χιόνι πού πεφτε καί παγωνιά, λλά καί έρας πού φυσοσε, τόν χτύπαγε κατά πρόσωπο καί τόν στράβωνε. λλ ατός προχωροσε, γιατί θελε νά πάει στήν Αλωνίσταινα νά κηρύξει τόν λόγο το Θεο. Περπατοσε, ταν να φύσημα το έρα φερε στά ατιά του να παράξενο βογγητό. ταν μιά κοπέλλα, ρετή πό τήν λωνίσταινα, πού συνέλαβε παράνομα καί, φοβούμενη μήν τήν σφάξει τό θεριό δελφός της, Σαράντης το Μαγουλ μέ τνομα, κατέφυγε στό ρέμα νά γεννήσει. κε τήν βρκε Παπουλάκος, πηγαίνοντας γιά τήν λωνίσταινα. Τήν βρκε νά βογγάει καί νά θέλει νά πνίξει τό μωρό της καί πειτα δια νά ατοκτονήσει. Εναι συγκινητικός  διάλογος – τό κήρυγμα καλύτερα – πού κανε Παπουλάκος μέ τήν γυναίκα κείνη τή χειμωνιάτικη νύχτα στό ρέμα τς λωνίσταινας. Τελικά γιος κήρυκας τοῦ Χριστο πεισε τήν γυναίκα νά τόν κολουθήσει μέ τό μωρό της, γιά νά τήν κρύψει καί νά τήν σώσει. Καί χι μόνο ατό, λλά στήν λωνίσταινα πού πγαν κατάφερε  Γέροντας, μέ τόν παπά-Νήφωνα το χωριο, στό κήρυγμά του νά βρίσκεται καί ὁ Σαράντης. ταν να κήρυγμα, πως τό διασώζει Μπαστις, κήρυγμα πού λεγε νά μήν καταδικάζουμε τόν μαρτωλό γιά τίς πράξεις του, λλά νά εμαστε συμπαθες
σ᾽ αὐτόν καί νά ἐξετάζουμε τούς ἑαυτούς μας, μήπως καί ἐμεῖς φταῖμε γιά τό κατάντημα το μαρτωλο. Καί κόμη περισσότερο επε Γέροντας νά ξετάζουμε τήν δική μας μαρτωλότητα, γιατί, φο καί μες βαρυνόμαστε μέ κρίματα, πς κατακρίνουμε καί πετροβολομε τόν λλον γιά τά μαρτήματά του; Τά επε καί τά νέπτυξε ατά μέ χάρη φωτισμένος κήρυκας Παπουλάκος στό κήρυγμά του κενο στήν λωνίσταινα. Καί ξέρετε, χριστιανοί μου, ποιό ταν τό ποτέλεσμα; Τό ποτέλεσμα ταν τι τό θεριό Σαράντης, μετά τό κήρυγμα πού κουσε, μφανίστηκε στήν δελφή του τήν ρετή, πού τόν φοβόταν μήν τήν σφάξει, καί, παρόντος το Παπουλάκου, επε: «ρθα, παπούλη, νά παρακαλέσω τήν ρετή νά μέ σχωρέσει, γιατί θά μισέψω πολύ μακρυά καί δέ θά μέ ματαδε κανείς». «Καί πο θά πς, Σαράντη;»,τόν ρώτησε Παπουλάκος. «Στήν Στεμνίτσα, στό μοναστήρι το Προδρόμου», επε  Σαράντης. κούμπησε τότε να κομπόδεμα στό τραπέζι, επε τό «σχωρτε με καί  Θεός σχωρέσει σας» καί φυγε. Τέτοιο θαυμαστό ποτέλεσμα εχε τό να καί μόνο κήρυγμα το Παπουλάκου στήν λωνίσταινα. σωσε τήν μαρτωλή ρετή μέ τό μωρό της πό θάνατο καί σωσε καί τήν ψυχή το δελφο της Σαράντη πό δελφοκτονία καί αώνια κόλαση. Ατά εναι τά κηρύγματα πού κάνουν ο γιοι! Κηρύγματα μέ θαυμαστά ποτελέσματα, γιατί χουν τήν Χάρη το Θεο καί γιατί ο διοι εναι χαριτωμένοι καί θεοφόροι νδρες.
  


(β) Ἕνα ἄλλο θαυμαστό συμβάν διασώζεται γιά τόν Παπουλάκο στά Τρόπαια τῆς
Γορτυνίας. Ἦταν πάλι βαρυχειμωνιά, ὅταν ἐπισκέφτηκε τόν τόπο αὐτό καί εἶχε πέσει καί θανατικό στούς κατοίκους. Ο νθρωποι ταν λοι κλεισμένοι στά σπίτια τους καί στά χιονισμένα σοκάκια το χωριο Παπουλάκος δέν συνάντησε κανένα. Περνώντας μως μπροστά πό να φτωχικό, τό σπίτι το Κάλφα, κουσε κλάματα καί βογγητά, καί μπκε μέσα στό σπιτικό. Σ να στρωσίδι ταν ξαπλωμένο να παιδί ς κτώ χρονν καί δίπλα μάνα του. « ελογία το Θεο σατό τό σπίτι», επε  Παπουλάκος καί προχώρησε πρός τό ρρωστο παιδί. Τό σταύρωσε καί εχήθηκε νά γίνει καλά. Τό παιδί σβηνε, γιατί δέν εχε τί νά φάει. ταν νάγκη νά πιε γάλα, λλά φτωχή οκογένεια δέν εχε νά το δώσει. Γάλα εχε πλούσιος νδρέας Βυτινιώτης, λλά ατός ταν σπλαγχνος, ταν πιό φοβερός τοκογλύφος, ταν πιό «σπαγγοραμμένος», πού δέν δινε «οτε το γγέλου του νερό», πως λένε στά χωριά μας. Μιά καί δυό Παπουλάκος κίνησε γιά τό σπίτι το Βυτινιώτη Τόν βρκε να καπνίζει ναργιλέ. Βυτινιώτης, ταν εδε μπροστά του τόν καλόγερο, κατάλαβε τι θελε νά το ζητήσει χρήματα γιά βοήθεια καί το επε μέ σέβεια: «Φύγε πό δ,
βρωμοκαλόγερε! Ποιός σοῦ εἶπε ὅτι θά δουλεύω ἐγώ, γιά νά ταΐζω τά λιγδιασμένα ράσα;». ταν εδε τό φέρσιμό του ατό Παπουλάκος το επε: «ρθα νά σο π,τι πόψε τή νύχτα θά πεθάνεις. Καί πό σα χεις, δέν θά πάρεις τίποτε μαζί σου γιά τόν λλο κόσμο, παρά μόνο τά κρίματά σου». ταν κουσε γιά θάνατο Βυτινιώτης, πού τόν φοβόταν, γιατί ταν ρρωστος, επε στόν Παπουλάκο: «Νά φς τή γλώσσα σου, μ λάτι, γρουσούζη καλόγερε! Γκρεμίσου πό δ». Παρά τατα, ὁ Βυτινιώτης ρχισε νά τρέμει πό τήν προφητεία το Παπουλάκου καί τόν ρώτησε:
«Τοῦ λόγου σου, ποῦ τό ξέρεις αὐτό τό μαῦρο μαντᾶτο;». «Μοῦ τό εἶπε ἡ ὄψη σου, ταν σ ντίκρυσα. Θά πς γιά μεγάλο ταξίδι, νδρέα, καί τοιμάσου μέ μετάνοια.Εσαι κριματισμένος. Εσαι φονιάς!», το πάντησε Παπουλάκος. «Φονιάς, γώ;
Οὔτε Τοῦρκο δέν ἔχω σκοτώσει!». «Τοῦρκο, τό ξέρω, δέν σκότωσες, ἀφοῦ τἄχεις ταιριασμένα μαζί τους καί ρουφς μ ατούς τό αμα τν χριστιανν», το επε Παπουλάκος. «Ποιόν σκότωσα καί εμαι φονιάς;», ξαναρώτησε νδρέας Βυτινιώτης.
Καί ὁ Παπουλάκος τοῦ εἶπε: «Τό παιδί τοῦ Κάλφα πεθαίνει. Δέν ἔχει γάλα νά πιεῖ. Καί φο σύ δέν το δίνεις τά μέσα γιά νά ζήσει, εσαι φονιάς! Μετανόησε γιά τήν σπλαγχνία σου, ζήτα συγγνώμη πό τόν Θεό, γιατί κε πού θά πς πόψε δέν χει πέραση περιουσία σου καί τά πολλά σου πλούτη. πόψε τή νύχτα θά πεθάνεις».
«Μπά! Κακό χρόνο νἄχεις, καλόγερε τοῦ Σατανᾶ! Ἐσύ βάλθηκες νά μέ πεθάνεις μέ τό στανιό», το επε Βυτινιώτης. Φοβήθηκε μως σπλαγχνος πλούσιος πό τά λόγια το Γέροντα Παπουλάκου καί γι ατό πρε λίγα λεπτά καί τά δωσε σ ατόν γιά τό ρρωστο παιδί το Κάλφα. Παπουλάκος δέν τά πρε καί το επε: «Ατό λέμε τόση ρα, νδρέα; Δέν θέλω τά λεπτά. Θέλω νά μετανοήσεις, γιά νά σωθε ἡ ψυχή σου. Χριστός καί Παναγία θά φροντίσουν γιά τό ρρωστο παιδί. Καί ν πεθάνει γιός το Κάλφα, θά τόν σηκώσουν ο γγελοι καί θά πάει στόν Παράδεισο. σένα μως θά σέ σέρνουν λοι ο διάολοι τς κόλασης καί θά καίγεσαι σ ατήν στόν αἰῶνα τόν παντα. Μετανόησε, σο λέγω, γιά νά σωθες». Χωρίς λλη κουβέντα  Παπουλάκος φυγε πό τό σπίτι το Βυτινιώτη καί ξαναγύρισε στό σπίτι τοῦ Κάλφα. κε εχε ρθει να τσοπανόπουλο, ς εκοσι χρονν, πού εχε τά πρόβατά του ξω πό τά Τρόπαια, στό δρόμο πού πήγαινε γιά τά Λαγκάδια. πως επε τό παλληκάρι ατό στόν Γέροντα, κε πού λαγοκοιμόταν, το παρουσιάστηκε μιά Γυναίκα, ντυμένη στά κάτασπρα, καί το επε: «Γιόμισε γρήγορα μιά καρδάρα γάλα καί κουβάλησέ το, χωρίς νά ργήσεις, στο Κάλφα τό σπίτι. Κάθε δυό μέρες νά το πηγαίνεις γάλα καί τυρί καί ξινόγαλο, σπου νά γιάνει τό παιδί του». Παπουλάκος
ἀγκάλιασε τό Τσοπανόπουλο κλαίγοντας καί γονάτισε καί προσευχήθηκε πολλή ὥρα στό προσκέφαλο το παιδιο. Τό παιδί πιε γάλα καί νασηκώθηκε λίγο στά στρωσίδια καί φίλησε τό χέρι το Γέροντα κι λεγε πώς θελε τόν Παπούλη νά μείνει κοντά του. δ μως, χριστιανοί μου, θέλω νά σταθ καί νά σχολιάσω λίγο ατό πού μοῦ κανε ντύπωση πό σα επα: Παπουλάκος δέν δέχτηκε τά χρήματα πό τόν μετανόητο Βυτινιώτη. Θυμμαι τώρα τόν γιο Κοσμ τόν Ατωλό, πού στά χρόνια του νας πλούσιος τοκογλύφος, πού τά εχε καλά μέ τόν κατακτητή, λλά θελε νά τχει καλά καί μέ τόν γιο, το στειλε μία μεγάλη κούπα μέ γάλα, γιά νά πιε. Ὁ γιος Κοσμς μως δέν τό δέχτηκε καί επε: «Δέν θέλω πό τά κλεμμένα»! Σ ατήν τήν γραμμή βάδιζε κι Παπουλάκος καί δέν δέχτηκε τά χρήματα το Βυτινιώτη.
Γιά τόν Βυτινιώτη δέ ἔχω νά πῶ ὅτι ἔγινε ὅπως τά προφήτεψε ὁ ἅγιος Γέροντας, ὁ
μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος. Τή νύχτα ὁ ψυχογιός τοῦ Βυτινιώτη ἄνοιξε τό
παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ καί φώναξε δυνατά καί οὔρλιαζε: «Τρέξτε, χριστιανοί! Πέθανε  φέντης μου, πέθανε κυρ-νδρέας. Τρεχτε, χριστιανοί»! Καί ο Τροπαιτες πάντησαν: «Πέθανε χιά, πού μς τρωγε! Νά τόν πετάξουμε στούς λύκους καί στά κοράκια», λεγαν λλοι.




4. Θέλω τώρα, ἀγαπητοί μου, μέ λίγα λόγια νά ἀναφερθῶ καί στό κήρυγμα τοῦ
Παπουλάκου στά Τρόπαια, ἐκείνη τήν ἡμέρα τῆς ἐπισκέψεώς του στό χωριό αὐτό.
Καί θέλω νά τό κάνω αὐτό, γιατί εἶναι σχετικό τό κήρυγμα τοῦ ἁγιασμένου κήρυκα μέ τήν σημερινή οκονομική κρίση τς πατρίδας μας. Ο καμπάνες στίς κκλησιές στά Τρόπαια σήμαναν καί ο κάτοικοι, παρά τό χιόνι, μαζεύτηκαν στήν κκλησιά γιά νά κούσουν τόν κήρυκα. Παπουλάκος τούς μίλησε, πως πρεπε, μέ ληθινή λλά καί σκληρή γλώσσα. « Θεός – τούς επε – χει γυρίσει τό πρόσωπό Του πό τά Τρόπαια καί γι ατό πεσε τόσο θανατικό καί τόση φτώχεια σέ σς. [Πές, γιε Παπουλάκο μου, καί γιά οκονομική κρίση, γιά νά ρθουμε στά σημερινά πράγματα.]
Καί μα Θεός σηκώσει τό μάτι Του πό ναν τόπο, κε στήνει τό βασίλειό του
Σατανᾶς. Καί μάθετε πώς ὁ Διάβολος ἔχει κυκλώσει ἀπό ὁλοῦθε τά Τρόπαια καί οὔτε χαΐρι, οτε προκοπή θά δετε, ν δέν πέσετε σέ βαρειά νηστεία καί προσευχή καί ταξίματα. Κι προκοπή πού χω γώ στό νο μου, δέν εναι κείνη πού βάζετε σες μέ τό χαλασμένο μυαλό σας, προκοπή σέ πράγματα το κόσμου τούτου, λλά προκοπή σέ πράγματα γιοτικά, προκοπή στό θέλημα το Χριστο μας... Μετανοστε, δελφοί μου, καί γυρίστε στόν δρόμο το Χριστο. ντρες, πού εστε κυριευμένοι πό τό πιοτό καί γυνακες μέ τά σημικά καί τά λλα στολίδια τς μαρτίας, μετανοστε! Μή ζηττε τά πλούτη. ποιος σς λέει πώς τό πολύ βιός εναι ελογία Θεο σς ξεγελάει. Τό χρυσάφι εναι μεγάλη ρματωσιά το Σαταν καί ατός σμπρώχνει τόν νθρωπο στό ψέμα, στήν κλεψιά, στή μοιχεία, στήν πονιά καί στόν φόνο. Μάθετε, Τροπαιτες, πώς σκοπός τς ζως μας εναι δόξα το Κυρίου. Φροντίστε γιά τό τίμιο ψωμί σας καί ρίξτε λη σας τήν γνοια γιά τήν ψυχή σας. Τότες μόνο θστε χαρούμενοι καί νάλαφροι, σάν τούς γγέλους. που καί ν εστε καί που καί ν δουλεύετε, νά χετε πάντα τό νο σας γυρισμένο στό Θεό καί οτε στιγμή νά μήν ξεμακραίνετε πό Ατόν... Κάποτε σταθήκατε λοι σας καί κλέφτες καί ψετες καί μοιχοί, μπορε καί
φονιάδες. Πασχίστε τώρα μέ τήν προσευχή καί τήν μετάνοια νά κερδίσετε τό λεος το Κυρίου». Κανένα δέν χάιδεψε Γέροντας μέ παινέματα, λλά χτύπησε δυνατά τήν μαρτία στά Τρόπαια.
Καί ποιό νομίζετε, χριστιανοί μου, ὅτι ἦταν τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ κηρύγματος
τοῦ Παπουλάκου στά Τρόπαια; Στά Τρόπαια ἦρθε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, μετά ἀπό αὐτό τό κήρυγμα, καί ο Τροπαιάτες γιναν καλοί χριστιανοί, πρότυπο μάλιστα τν λλων κατοίκων τς Γορτυνίας. κοστε: Κάμποση ρα μετά πό τό κήρυγμα το Παπουλάκου στά Τρόπαια μιά γυναίκα κουκουλωμένη στό κεφάλι δρασκέλισε τό σοκάκι καί τοχο-τοχο πγε στό φτωχικό το Κάλφα. κούμπησε κάτι καί φυγε. Τό διο καναν καί λλες γυνακες. σπου νά ξημερώσει Θεός τήν μέρα, πάνω πό δέκα τέτοιες γυνακες γλύστρησαν πό τά σπίτια τους καί δωσαν βοηθήματα στήν πόρτα τοῦ Κάλφα. λλά καί στόν διο τόν Παπουλάκο ο Τροπαιάτες φεραν τέτοια φιερώματα.
Γυναῖκες ἔφερναν τά ἀσημικά τους. Ἄνδρες ἔφερναν πολύτιμα κλεμμένα ἀντικείμενα καί λλοι φερναν κλεμμένα λεφτά πό περαστικούς πραματευτές. Παπουλάκος μάζεψε πάλι τούς Τροπαιάτες χριστιανούς στήν κκλησιά καί τούς μίλησε: « Χριστός – τούς επε – ρριξε πάλι τό βλέμμα τς καλωσύνης Του στά Τρόπαια. λοι, καί σες καί γώ, εμαστε κριματισμένοι, λλά φτάνει μιά στιγμή νά θυμηθομε τόν Χριστό καί νά μς χαρίσει λο Του τό λεος. Καί τά Τρόπαια θυμήθηκαν σήμερα τόν Χριστό, πέστρεψαν σ Ατόν καί το δωσαν μόλογα μαρτωλά, σημικά καί κλεμμένα πράγματα. Τά μόλογα – επε Παπουλάκος – θά τά γυρίσω σέ κείνους πού τά χρωστνε.
Τά κλεμμένα σέ ἐκείνους πού τἄχασαν καί τά ἀσημικά θά μοιραστοῦν γιά βοήθεια στά ρρωστα παιδιά το χωριο καί στούς νήμπορους γιά δουλειά...». Ατή θαυμαστή μετάνοια στά Τρόπαια, πού φερε Παπουλάκος μέ τό κήρυγμά του, γινε γνωστή σέ λη τήν Γορτυνία, λλά καί πέρα πό ατήν. Σ λο τόν δμο τς Κλειτορίας, σ λα τά χωράφια καί στά μακρυνά βοσκοτόπια καί στίς πολιτεες, πό τά Καλάβρυτα μέχρι τήν Πάτρα, στοροσαν καί κουβέντιαζαν ο νθρωποι γιά τό πέρασμα το Παπουλάκου πό τήν Γορτυνία καί τά θαυμαστά ποτελέσματα το περάσματός του ατο. Τά στήθια τν νθρώπων πλημμύριζαν πό χαρά. ταν πρώτη χαρά πού γνώριζαν μετά τό τίναγμα τς σκλαβις. Καί λέγει θαυμαστός καί εσεβής βιογράφος το σίου Παπουλάκου Κωστς Μπαστις: «Εχαν ποκαρδιώσει τούς νθρώπους τόσοι καί τόσοι τραμπουκισμοί τς ξουσίας, τόση καταφρόνια πού τούς δείχνανε ο δεσποτάδες,
ὁ ξεπεσμός τοῦ παπᾶ, ἡ παντοδυναμία τοῦ τοκογλύφου, ὁ φόβος τοῦ ληστῆ καί τό
πλιάτσικο τοῦ ἀποσπασματάρχη, ὥστε τό φανέρωμα τοῦ Παπουλάκου τό λογάριασαν ελογία Θεο».




5. Γιά τήν Γορτυνία, πού εἶναι τό θέμα μου, ἀλλά καί γιά τήν Μεγαλόπολη, ἔχω
νά πῶ μέ πόνο, ἀγαπητοί μου ἀκροατές, ὅτι σήμερα δέν ἀκούγεται τό ὄνομα τοῦ φημισμένου παλαιο κήρυκά τους, το Παπουλάκου. Ατό ποχρεώνει μένα καί τούς συλλειτουργούς μου ερες νά μιλμε συνέχεια γιά τόν γιο ατό πατέρα, πού γάπησε τήν Γορτυνία καί βαλε τούς κατοίκους της στο Θεο τήν στράτα καί τήν κράτησε παραδοσιακή, νεπηρέαστη πό τά ξένα ρεύματα πού ρχονταν πό τήν Δύση. πόσχομαι, δημοσί, γιά νά δεσμευθ, τι στά κηρύγματά μου θά μιλ γιά τόν Παπουλάκο καί θά τόν παρουσιάζω ς Διδάχο τς Γορτυνίας, στόν ποο ο νεώτεροι Γορτύνιοι πρέπει νά κφράζουν τήν εγνωμοσύνη τους, γιατί ταν κήρυκας τοῦ λόγου το Θεο στούς παπποδες τους.





6. Τελειώνοντας λέγω ὅτι σήμερα, προπαντός σήμερα, ἔχουμε ἀνάγκη τοιούτων
ἱεροκηρύκων, ὅπως ὁ ἅγιος Παπουλάκος, ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ὑπάρχουν βέβαια σήμερα εροκήρυκες, λλά χωρίς τό θος καί τό περιεχόμενο καί τό θερμουργό το κηρύγματος το Χριστοφόρου Παπουλάκου. Γι ατό καί τό κήρυγμά τους γγίζει τήν ψυχή τν κροατν χριστιανν ς πάγος. Πόσο εναι λήθεια ατό πού λέχθηκε,τι τό καλύτερο ργο πού χουν νά κάνουν μερικοί σημερινοί εροκήρυκες εναι «νά κλείσουν τό στόμα τους»! Δέν χουμε ο εροκήρυκες σήμερα τό θυσιαστικό τν περπατάρηδων κείνων παλαιν εροκηρύκων, πού περιόδευαν μέ τά πόδια τους χωριό μέ χωριό καί σ ποιο λαγκάδι τούς ερει θάνατος! Τό παλαιό εδος τν χαρισματούχων
ἱεροκηρύκων ἐκλείπει ἤ καί ἐξέλιπε ἀπό τήν ἐποχή μας. χουμε νάγκη ργατν
τοῦ Εὐαγγελίου μέ τά χαρακτηριστικά αὐτά πού εἴδαμε στόν Παπουλάκο, ὁ ὁποῖος
πάλι τά πῆρε ἀπό τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. Αὐτοί οἱ ἱεροκήρυκες μένουν καί αὐτῶν τό κήρυγμα λαός θαυμάζει καί κολουθε. Ποθομε καί σήμερα νά δομε εροκήρυκα περπατάρη, νά πεινάει καί νά διώκεται. Και θά διώκεται σφαλς ν τό κήρυγμά του εναι ναντίον τς αρέσεως το Παπισμο καί ναντίον τς παναιρέσεως τοῦ Οκουμενισμο. Ατά μως τά χαρακτηριστικά, τς στερήσεως καί το ντιαιρετικοῦ κηρύγματος τν εροκηρύκων πού ποθομε, θέλουμε νά συνοδεύονται μέ να θος γλυκό καί ταπεινό, σάν το Παπουλάκου, καί χι νά παριστ τόν καλό γιά τόν παινο το λαο, χωρίς νά εναι στήν πραγματικότητα καλός. Τό κίβδηλο ποκαλύπτεται εκολα τι εναι ψεύτικο καί δέν μένει.





7. Τέλος, θά π ατό πού μο κάνει μεγαλύτερη ντύπωση πό τόν Παπουλάκο.
Εναι σύντομος λόγος του στό δικαστήριο. ρεσε διαίτερα λόγος ατός στόν μακαριστό πίσκοπο τς Φλώρινας, πατέρα Αγουστνο. Εναι γνωστό τι 
Παπουλάκος γιά τό κήρυγμά του, τό ληθινό καί γνήσιο κήρυγμα, δηγήθηκε στόδικαστήριο. πρόεδρος το δικαστηρίου το επε ποιόν δικηγόρο χει. Καί Παπουλάκος σηκώθηκε ρθιος καί μέ φωνή σχυρή, πού τάραξε τήν αθουσα, επε: «Δικηγόρο, πού θά μέ περασπίσει καί θά μέ θωώσει τήν μέρα τς κρίσεως, διορίζω τόν ΚΥΡΙΟΝ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ»!!!






ΑΠΛΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ

Μάιος - Ἰούνιος 2013 – Ἀριθμ. 63

Συντάκτης: Ἐπίσκοπος Ἰερεμίας Φούντας
( Μητροπολίτης Ἱ. Μ. Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου