Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
  
Μάρτιος ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο μήνας “διαλεκτικός”. Στίς γεωργικές καί γεωλατρικές μάλιστα κοινωνίες, πού παρακολουθοῦσαν τό σεληνιακό ἡμερολόγιο, τό μάζεμα τῶν σπόρων καί ἡ προπαρασκευή τῆς γῆς γιά φύτεμα παρεῖχε ἀπ’ τή μιά φωτεινές ἐλπίδες γιά πλούσια σοδιά, ἐνῶ ἀπ’ τήν ἄλλη κράταγε συνεσταλμένο ἀκόμα τό γεωργό. Στίς μέρες μας τό «ἀναπάντεχο» ἔχει προσλάβει τρομακτικές διαστάσεις: «Πολλά πέλει μεταξύ κύλικος καί χείλεος ἄκρου». Ὅσο ἡ ἀνθρώπινη γνώση προσπαθεῖ νά ἐξερευνήσει τά μυστικά τῆς Φύσης, προφυλάσσοντας ἀπό χίλιους δυό κινδύνους τό σύγχρονο ἄνθρωπο, τόσο ἡ Φύση κλείνεται στόν ἑαυτό της, κρύβοντας τά μυστικά της. Πάντως, χωρίς τή (φυσική) ἐναλλαγή χαρᾶς καί λύπης, ἡ ζωή μας θά καταντοῦσε σκέτη κόλαση.


Τήν Κυριακή αὐτή ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τήν ὀνομαστική της γιορτή. Ἡ ἑλληνoρθόδοξη αὐτοσυνειδησία (ταυτότητά) μας ἀποτελεῖ τήν ὁδό, τό μέτρο καί τή διαλεκτική ἰσορροπία στή ζωή. Ἡ Χαλκηδόνεια (θεανδρική) ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ παρέχει στούς Ὀρθόδοξους τό κριτήριο ἐξέτασης κάθε πράγματος καί ἰδέας. Ἔτσι, παραδοξολογικά γιορτάζουμε τό θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν μέσῳ μετανοίας, πένθους καί νηστείας (Μ. Τεσσαρακοστῆς), τό «ἐν σπέρματι» (ἐν δυνάμει) Πάσχα (σταυροαναστάσιμο) ἐν μέσῳ τοῦ Πάθους καί τοῦ Σταυροῦ (χαρμολύπη), τό ἄκτιστο (ἀόρατο-Θεῖον-πνευματικό) ἐν μέσῳ τοῦ κτιστοῦ (ἀνθρώπινου-εἰκόνας-ὕλης), τή θεογνωσία (τῶν Θ. ἐνεργειῶν) ἐν μέσῳ τοῦ γνόφου τῆς ἀγνωσίας (ἀκατάληπτου Θ. οὐσίας)· ἕνα δηλ. ἀδιάκοπο «σχοινοβατεῖν» μεταξύ Γνώσης (πρβλ. αἱρέσεις Γνωστικισμοῦ, Μεσσαλιανῶν, Εὐνομιανῶν, Ἀνομοίων) καί Πίστης (πρβλ. αἱρέσεις Γνωσιμάχων,Ὁμοίων, Fideismus, Modalismus). Ἐξάλλου, τό δεσπόζον ἐκκλησιαστικῶς τήν περίοδο αὐτή πορφυροῦν χρῶμα συμβολίζει, κατά τούς Προφῆτες, καί τό αἷμα τῆς ἁμαρτίας (βυσσινί), ἀλλά καί τή δόξα τῆς Ἀνάστασης (κόκκινο).


Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα κάνει λόγο ἀκριβῶς γιά τό (διαλεκτικό) δρόμο (ταξίδι) αὐτό τῆς Ὀρθοδοξίας, στόν ὁποῖο μᾶς καλεῖ Χριστός διά μέσου τῆς Ἀποστολικῆς κλήσης Του πρός τό Φίλιππο: «κολούθει μοι» (Ἰω. 1, 44). Ὁποιοσδήποτε ἐρευνᾶ ἄδολα τήν Ἀλήθεια, καί ἀναμένει, προσευχόμενος, τή σωτηρία του σάν τό Ναθαναήλ "κάτω ἀπό μιά συκιά", ὁπωσδήποτε δέ θά ἀπογοητευτεῖ. σκηνή (σκιά) τοῦ (ἱερού) δένδρου ἀποτελεῖ  θρησκειολογικό ἀρχέτυπο, ἐφόσον διά τοῦ δένδρου (βλ. "ξύλον γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ") ἄνθρωπος ἔχασε τό Θεό.


Πῶς βλέπει σήμερα κόσμος (Εὐρωπαῖοι ἑταῖροι μας καί Νεοέλληνες) τήν Ὀρθοδοξία; Εἶναι ἀλήθεια ὅτι Ὀρθοδοξία στίς μέρες μας διαβαίνει, πέρα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, μέσα ἀπό τίς Συμπληγάδες τοῦ Ἰσλαμισμοῦ καί τοῦ παπικοῦμπεριαλισμοῦ. Στίς 11 Μαρτίου 843 ΖΟἰκουμενική Σύνοδος μετά ἀπό πολλά χρόνια διωγμῶν καί ἀγώνων δογμάτισε ὄχι τή λατρεία (πού μᾶς κατηγοροῦν ὡς εἰδωλολάτρες οἱ Χιλιαστές) ἀλλά τήν «τιμητική προσκύνηση» τῶν εἰκόνων: «Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλεἰκονίζω Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα» (. Δαμασκηνός). Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι δυνατή ἡ «κάθοδος» τοῦ Θείου μέσα στήν ἀνθρώπινη ζωή (ἱστορία καί πολιτισμό). Ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας (Εἰκονολογία), μέ βάση τό <κατ’ εἰκόνα>, καθορίζει τήν ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Κτισιολογία καί Σωτηριολογία.


λλά, ποιά εἶναι αὐτή Ὀρθή «δόξα»; Ὀρθο-δοξία εἶναι ἕνα διηνεκές θαῦμα: «Αὕτη πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξεν» (Συνοδικόν). Ὀρθοδοξία θά πεῖ: τέλεια ἰσορροπία ἀνθρώπινου (πρβλ. αἱρέσεις Ἀρειανισμοῦ, Νεστοριανισμοῦ) καί Θείου (πρβλ. θρησκεῖες καί αἱρέσεις Βουδδισμοῦ, Μονοφυσιτισμοῦ, Εἰκονομαχίας) παράγοντα στή ζωή. Ἀκόμα, ἡ Ὀρθοδοξία ἰσορροπεῖ μεταξύ (ρωμαιοκαθολικοῦ) Κληρικαλισμοῦ καί (προτεσταντικοῦ) Πρεσβυτεριανισμοῦ ἤ Λαϊκισμοῦ. Φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ λαός (Ἐγκύκλιος Πατριαρχῶν Ἀνατολῆς, 1848). Ἡ ἀρχή τῆς συνοδικότητας καί ἡ δημοκρατική παράδοση ἐπιβάλλουν τήν ἐκλογή Ποιμένων «ψήφῳ κλήρου καί λαοῦ». Γι’ αὐτό, χρειάζεται ἐπαγρύπνηση στό «quo vadi» τῆς ἑλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀρθοδοξία δέν εἶναι οἱ Βυζαντινισμοί (Traditionalismus), οἱ μουσικές κoρῶνες καί οἱ λυρισμοί, τά ἀρχιτεκτονήματα μέ τίς σκαλιστές πέτρες, τά παγώνια καί τούς βυζαντινούς θόλους ἤ ἁψῖδες, ἀλλά ἡ ὑπό τῶν Ποιμένων (δηλ. διακόνων = ὑπηρετῶν) ἀνάληψη τῶν καθημερινῶν προβλημάτων, τῶν πόνων καί τῶν πόθων τοῦ λαοῦ, πού θαλασσοδέρνεται ἀπό τή Σκύλλα τῆς Πλουτοκρατίας στή Χάρυβδη τῆς φτώχειας καί τῆς «λιτότητας». Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μόνο οἱ κατανυκτικές ὁλονυχτίες, τά καντήλια, τά κεριά, τά κομποσχοίνια, τά λιβάνια κι οἱ σταυροί στά κοιμητήρια. Τό σταυρό ὁ Χριστός τόν θέλει στόν ὦμο τῶν ζωντανῶν, κι ὄχι στίς ταφόπλακες τῶν πεθαμένων.


Οἱ Ὀρθό-δοξοι θά πρέπει ν' ἀντιδιασταλοῦν ἀπ’ τούς Πρωτορθόδοξους, Παλαιορθόδοξους, Νεορθόδοξους καί κάθε λογῆς παρ-εκκλησιαστική ὀργάνωση. Ὁ ὀρθόδοξος ἅγιος δέν εἶναι ὁ ἠθικιστής (πουριτανός), ἀλλά ὁ «ἐν διηνεκεῖ μετανοίᾳ» διατελῶν (ἁμαρτωλός). Τρεῖς βαθμίδες (στάδια) πνευματικότητας γνωρίζει ἡ Ὀρθοδοξία: τήν κάθαρση, τό φωτισμό καί τή θέωση (Ματθ. 5, 8, Ιω. 1, 52, Πράξ. 7, 56). Ὅσο ὁ ἄνθρωπος διά τῆς πείρας («ἔρχου καί ἴδε», «γεύσασθε καί ἴδετε») μαθαίνει νά "βλέπει" ὀρθό-δοξα τό Θεό (vision Dieu), ὅπως Τόν εἰκονίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἁγιογραφία, τόσο περισσότερο μεταμορφώνεται, ἐξαγιάζεται καί θεώνεται. Καί στά τρία αὐτά στάδια ὁ πιστός νοιώθει μιά ἀμφιθυμία (χαρμολύπη), ἡ ὁποία στήν Τέχνη (εἰκονογραφία, ναοδομία, βυζαντινή μουσική) ἐκφράζεται μέ τήν ἰσορροπία Ὑπερβατικοῦ (πρβλ. baroque) καί Γήινου (πρβλ. ἀναγεννησιακοῦ ρυθμοῦ) στοιχείου. 

ν ὁ "περιούσιος" Ἰσραήλ γέννησε τόν <Υἱό τοῦ Θεοῦ> (τόν Χριστό), ἡ ἄσημη Ἑλλάδα, σάν τήν ἄσημη Ναζαρέτ, γέννησε τόν <Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου> (τόν Ἰησοῦ) καί τόν Λόγο, πού ἀνακάλυψε ὁ Φίλιππος, γι’ αὐτό καί οἱ Ἕλληνες ἀργότερα σ’ αὐτόν ἀπευθύνθηκαν γιά νά πλησιάσουν-προσεγγίσουν τόν Κύριο (Ἰω. 12, 21). Ἄν δέν ἔδινε ὁ Ἑλληνισμός, μέ τήν Εἰρήνη τήν Ἀθηναία, τήν (ἀνθρώπινη) γλῶσσα, Φιλοσοφία καί Αἰσθητική (εἰκόνα, ὕλη), ὁ Χριστιανισμός θ' ἀφομοιωνόταν πλήρως ἀπό τόν (ἀνεικονικό) Ἰουδαϊσμό, καταντώντας μιά ἑβραϊκή αἵρεση.


Ὀρθοδοξία ἔχει οἰκουμενική ἀποστολή καί μαρτυρία. Ἄσπιλος (παρθένα) νύμφη δέν εἶναι, ὅπως πιστεύουν τώρα τό Μάρτιο οἱ (νεοπαγανιστές) Δωδεκαθεΐτες καί Νεοεποχίτες, ἡ Σελήνη, διά τῆς ὁποίας (βλ. Ἀστρολογία) ἀναμένουν ἕναν ἄλλο Μεσσία (Maitreya), ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία καί μᾶς καλεῖ σέ πνευματική "ἀναστήλωση" τοῦ φθαρέντος <κατ’ εἰκόνα>. «Οὐκ ἀρνησόμεθά σου, φίλη Ὀρθοδοξία. Οὐ ψευσόμεθά σου, πατροπαράδοτον σέβας. Ἐν σοί ἐγεννήθημεν, ἐν σοί ζῶμεν καί ἐν σοί κοιμηθησόμεθα. Εἰ δέ καί καλέσει καιρός καί μυριάκις ὑπέρ Σοῦ τεθνηξόμεθα» (Ἰ. Βρυέννιος).


Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος
Αν. Καθ. Παν. Αθηνών
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου