Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2020

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ



Βίος Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε τήν Τρίτη 1 Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στήν Σηλυβρία τῆς Τουρκοκρατούμενης Θράκης, ἀπό εὐσεβεῖς καί φτωχούς γονεῖς -τούς Δῆμο (Δημοσθένη) καί Μπαλοῦ (Βασιλική) Κεφαλά. Ὁ πατέρας του καταγόταν ἀπό τά Ἰωάννινα, ναυτικός στό ἐπάγγελμα, καί ἡ μητέρα του καταγόταν ἀπό τήν Σηλυβρία. Ἦταν τό πέμπτο παιδί τῆς οἰκογένειας καί εἶχε πέντε ἤ ἕξη ἀδέρφια: τόν Δημήτριο, τόν Γρηγόριο, τή Σμαράγδα, τή Σεβαστή, τή Μαριώρα καί τόν Χαραλάμπη (τό ὄνομα καί ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἐμφανίζονται στήν διαθήκη τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ κάποιες πηγές τόν θέλουν νά ἀντικατέστησε τόν Ἅγιο ὡς διδάσκαλος στό χωριό Λιθί τῆς Χίου). Κατά τήν βάπτισή του δέ, τοῦ δόθηκε τό ὄνομα Ἀναστάσιος.


Τά πρῶτα γράμματα μαζί μέ χριστιανικές διδαχές τά ἔλαβε ἀπό τήν μητέρα του. Στή Σηλυβρία τελείωσε τό δημοτικό καί τό σχολαρχεῖο. Ἦταν ἕνα εὐφυέστατο παιδί μέ πολύ καλή μνήμη, πού ἔδειξε τήν διδασκαλική καί θεολογική του κλίση ἀπό πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό γεγονός ὅτι σέ ἡλικία μόλις ἑπτά ἐτῶν, ἔραβε φύλλα χαρτιοῦ μεταξύ τους μέ σκοπό νά φτιάξει βιβλία γιά νά γράψει σέ αὐτά τά λόγια του Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στήν μητέρα του.


Κατόπιν μετανάστευσε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάστηκε στήν ἀρχή σέ καπνοπωλεῖο, τόσο γιά νά βοηθήσει οἰκονομικά τήν οἰκογένειά του ὅσο καί γιά νά μπορέσει νά συνεχίσει τίς σπουδές του. Ἐκεῖνο τόν καιρό ἄρχισε νά μελετᾶ καί νά συλλέγει ρητά καί ἀποφθέγματα Ἁγίων Πατέρων καί κλασικῶν φιλοσόφων, τά ὁποῖα ἀποτέλεσαν τό δίτομο βιβλίο «Ἱερῶν καί φιλοσοφικῶν λογίων θησαύρισμα», πού ἐξέδωσε τό 1895. Τά συγκέντρωνε ὄχι μόνο γιά δική του χρήση ἀλλά καί γιά νά μπορέσει νά τά μεταφέρει στούς συνανθρώπους του καί νά τούς ὠφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτῆς τῆς πλευρᾶς τοῦ χαρακτήρα του εἶναι ὅτι ἔγραφε κάποια ἀπό αὐτά τά γνωμικά στίς χάρτινες καπνοσακοῦλες τοῦ καπνοπωλείου, ὥστε νά τά διαβάσουν καί νά ὠφεληθοῦν ὅσοι τίς χρησιμοποιοῦσαν. Ἡ πρακτική αὐτή δέ, ἔλυνε καί τό πρόβλημα τῆς δημοσίευσής τους ἀπό ἐκεῖνον, ἐλλείψει χρηματικῶν πόρων.


Πρίν ἀκόμα συμπληρώσει τό 20ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, προσελήφθη ὡς παιδονόμος στό, ἐν Κωνσταντινούπολη, σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου (διευθυντής τοῦ σχολείου αὐτοῦ ἦταν ὁ θεῖος του -ἀπό τήν πλευρά τῆς μητέρας του- Ἀλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) ὅπου συνέχισε τίς σπουδές του, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐργαζόταν διδάσκοντας τίς μικρότερες τάξεις.


Τήν ἴδια περίοδο ἔλαβε χώρα καί τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἐνῶ βρισκόταν σέ ἱστιοφόρο καί ταξίδευε γιά νά πάει ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του -γιά νά ἑορτάσει μαζί μέ τήν οἰκογένειά του τά Χριστούγεννα- ἔπιασε μεγάλη τρικυμία. Μέ τήν παραίνεση καί τίς προσευχές ὅμως τοῦ Ἁγίου, τό πλοῖο κατάφερε νά φτάσει στόν προορισμό του καί ἔτσι γλύτωσαν τήν ζωή τούς οἱ συνεπιβάτες του καί φυσικά ὁ ἴδιος.


Μετά τήν Κωνσταντινούπολη ἦρθε ἡ σειρά τῆς Χίου νά φιλοξενήσει τόν «Ἅγιο τοῦ 20ου αἰώνα». Στήν ἀρχή ἐργάστηκε ὡς δημοδιδάσκαλος στό χωριό Λιθί, ἐνῶ παράλληλα κήρυττε σέ Ἱερούς ναούς τῆς περιοχῆς.


Μετά τήν πάροδο ἑπτά ἐτῶν, εἰσῆλθε ὡς δόκιμος μοναχός στήν «Νέα Μονή», τῆς Χίου, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν. Τρία χρόνια ἀργότερα ἔγινε μοναχός (στίς 7 Νοεμβρίου 1876) καί ἔλαβε τό ὄνομα Λάζαρος, ἐνῶ ἄρχισε νά ἐργάζεται ὡς γραμματέας τοῦ μοναστηριοῦ. Λίγους μῆνες ἀργότερα (στίς 15 Ἰανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά τήν χειροτονία του,  ἔλαβε τό ὄνομα Νεκτάριος.


Τό ἴδιο ἔτος (1877) ἔφυγε ἀπό τήν Νέα Μονή μέ ἄδεια καί πῆγε στήν Ἀθήνα γιά νά συνεχίσει τίς σπουδές του. Ἀξίζει σέ αὐτό τό σημεῖο νά ἀναφέρουμε ὅτι τά ἔξοδα τῶν σπουδῶν του αὐτῶν, κάλυψαν οἱ ἀδερφοί Χωρέμη -ὁ Ἰωάννης καί ὁ Δημοσθένης Χωρέμης. Στό νησί τῆς Χίου ἐπέστρεψε μετά ἀπό τρία ἔτη, ἔχοντας στίς ἀποσκευές του τό πτυχίο τοῦ Γυμνασίου.


Στά τέλη Σεπτέμβρη τοῦ 1882 μετέβη στήν Ἀλεξάνδρεια ὅπου παρουσιάστηκε στόν Πατριάρχη Σωφρόνιο καί τοῦ ἐξέθεσε τήν ἐπιθυμία του νά συνεχίσει τίς σπουδές του, δίνοντάς του καί μία συστατική ἐπιστολή ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Νέας Μονῆς, Νικηφόρο. Ὁ Σωφρόνιος ὄντως τόν βοήθησε (ἀναλαμβάνοντας τό Πατριαρχεῖο τά ἕνα μέρος ἀπό τά ἔξοδα τῶν σπουδῶν, τά ὑπόλοιπα τά κάλυψαν οἱ ἀδερφοί Χωρέμη) θέτοντάς του ὅμως ὡς ὅρο μετά τό πέρας τῶν σπουδῶν του, νά ἐπιστρέψει στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά ἐργαστεῖ γιά τό Πατριαρχεῖο.


Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, πῆρε γιά ἄλλη μία φορά τόν δρόμο γιά τήν Ἀθήνα ὅπου γράφτηκε στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησε τρία χρόνια ἀργότερα. Στήν Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ἠθική, Παλαιά Διαθήκη, Ἑβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Ἀρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική καί Ἱστορία Δογμάτων. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του ὑπηρέτησε ὡς διάκονος στούς ναούς: τῆς Ἁγίας Εἰρήνης (Αἰόλου), τῆς Παντάνασσας (Μοναστηράκι) καί στοῦ Ἁγίου Νικολάου (Πευκάκια).


Ἦταν τέλη τοῦ 1885 ἤ ἀρχές τοῦ 1886 ὅταν ἐπέστρεψε στήν Ἀλεξάνδρεια ἔχοντας τελειώσει τίς σπουδές του στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν. Φτάνοντας ἐκεῖ ἀνέλαβε ἀμέσως καθήκοντα ἱεροκήρυκα. Στίς 23 Μαρτίου τοῦ 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ἐνῶ τόν Αὔγουστο τοῦ ἴδιου χρόνου ἀνῆλθε στό ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Ἐργάστηκε ὡς γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου καί κατόπιν ὡς Πατριαρχικός Ἐπίτροπος στό Κάιρο.


Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1889 ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀξία τοῦ Ἁγίου καί βλέποντας τήν ἀγάπη μέ τήν ὁποία τόν περιέβαλαν οἱ πιστοί, τόν χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ὁ Ἅγιος ἀσκοῦσε τά καθήκοντά του μέ ζῆλο καί ὑποδειγματικό τρόπο. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, τό ποίμνιό του νά τόν ἀγαπᾶ ὅλο καί περισσότερο, ἐνῶ -στόν ἀντίποδα- κάποιοι στό Πατριαρχικό περιβάλλον ἄρχισαν νά τόν συκοφαντοῦν -ζήλευαν τήν ἀγάπη πού τοῦ εἶχαν οἱ χριστιανοί ἀλλά καί τό μεγαλεῖο του χαρακτήρα του.


Οἱ συκοφάντες ἔριξαν τούς σπόρους τους, κι ἐκεῖνοι βρῆκαν γόνιμο ἔδαφος στόν ὑπερήλικο Πατριάρχη καί φύτρωσαν. Ἀποτέλεσμα; Νά ἀφαιρεθοῦν ἀπό τόν Ἅγιο Νεκτάριο τά ἀξιώματά του, καί νά τοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νά διαμένει στό δωμάτιό του, χωρίς νά μπορεῖ νά κινεῖται στήν περιοχή τοῦ Καΐρου καί στίς γύρω κωμοπόλεις. Οἱ συκοφάντες ὅμως δέν ἔμειναν ἱκανοποιημένοι. Συνέχισαν τό βδελυρό τους ἔργο καί ἔτσι, στίς 11 Ἰουλίου τοῦ 1890 ἐξεδόθη ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας «ἀπολυτήριο», μέ τό ὁποῖο ὑποχρέωναν τόν Ἅγιο νά ἐγκαταλείψει τήν Αἴγυπτο, παρόλο πού ἐκεῖνος εἶχε συμμορφωθεῖ ἀπόλυτα καί χωρίς διαμαρτυρίες στίς ἐντολές τοῦ Σωφρονίου. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἀπολυτήριο» δέν ἦταν σύμφωνο μέ τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας -δέν εἶχε γίνει ἐκκλησιαστική δίκη- ἀλλά καί δέν τοῦ καταβλήθηκαν οἱ μισθοί πού τοῦ χρωστοῦσε τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἀπό τήν μέρα πού χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως ἕως καί τήν ἡμέρα πού τόν ἀνάγκασαν νά ἀποχωρήσει ἀπό τήν Αἴγυπτο.


Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος πῆρε γιά τρίτη φορά τόν δρόμο γιά τήν Ἀθήνα. Οἱ συκοφάντες εἶχαν πετύχει τό στόχο τους.


Ἀπό τήν στιγμή πού ἔφτασε στήν ἑλληνική πρωτεύουσα, ἄρχισε νά ἀναζητᾶ κάποια θέση πού θά τοῦ ἐπέτρεπε νά προσφέρει ξανά τίς ὑπηρεσίες του στούς ἀνθρώπους. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο -δύσκολο λόγω τῆς ἄσχημης οἰκονομικῆς του κατάστασης- διορίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἱεροκήρυκας Εὐβοίας, στίς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1891. Κοντά στούς ἐκεῖ χριστιανούς ἔμεινε δυόμιση χρόνια, ἕως τόν Αὔγουστο τοῦ 1893, ὅπου μετατέθηκε στό νομό Φθιώτιδος καί Φωκίδος. Στήν νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.


Τό ἦθος του, ὁ ἐξαίσιος χαρακτήρας του, ἡ εὐσέβειά του, ἀλλά καί οἱ πράξεις του, ἔκαναν τό ποίμνιό του νά τόν ἀγαπᾶ σάν πατέρα καί τήν φήμη του νά ἐξαπλώνεται συνεχῶς. Ὅταν αὐτή ἡ φήμη ἔφτασε στά ἁρμόδια “αὐτιά”, στήν Ἀθήνα, ἀποφασίστηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος νά διοριστεῖ διευθυντής τῆς Ριζαρείου σχολῆς, πράγμα πού ἔγινε τόν Μάρτιο τοῦ 1894.


Στήν διεύθυνση τῆς Ριζαρείου παρέμεινε γιά 14 ὁλόκληρα χρόνια. Στό διάστημα αὐτῶν τῶν ἐτῶν ἔδωσε νέα πνοή στό ἵδρυμα καί βοήθησε στήν ἐκπαίδευση καί τήν ἀνάδειξη πλήθους κληρικῶν καί ἐπιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -μέ μεγαλύτερη μάλιστα ἔνταση- τό συγγραφικό του ἔργο. Μία ἀσχολία πού τόν συνόδευε ἀπό τά νεανικά του χρόνια καί πού χάρισε σέ ἐμᾶς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στό μυαλό καί τήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.


Τίς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας ἐργαζόταν γιά τίς ἀνάγκες τῆς σχολῆς καί τόν ἐλάχιστο ἐλεύθερο χρόνο τοῦ τόν μοίραζε στήν προσευχή, στήν μελέτη, στήν συγγραφή καί στήν ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία: τήν φροντίδα λουλουδιῶν καί δέντρων.


Κατά τήν διάρκεια τῶν θερινῶν διακοπῶν τῆς σχολῆς, τό καλοκαίρι τοῦ 1898, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιο Ὅρος, ὅπου καί περιόδευσε στίς ἐκεῖ μονές γιά σχεδόν δύο μῆνες. Στό διάστημα αὐτό μελέτησε ἐκτενῶς τά χειρόγραφα στίς βιβλιοθῆκες τῶν μονῶν, πρός ἀναζήτηση ὑλικοῦ γιά τίς ἐπιστημονικές ἐργασίες του.


Παράλληλα μέ τά καθήκοντα τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ριζαρείου, ἀναλαμβάνει καί φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας ὅσους εἶχαν ἀνάγκη σέ πνευματικό καί ὑλικό ἐπίπεδο. Ἡ ἔντονη σωματική καί πνευματική δράση ἐκείνων τῶν ἐτῶν, ἔδρασε ἀρνητικά τήν ὑγεία τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἀρρώσταινε ὅλο καί πιό συχνά. Τότε ἦταν πού στό μυαλό τοῦ γεννήθηκε ἡ ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς στόν μοναστικό βίο καί ζήτησε ἀπό τήν Νέα Μονή Χίου τό ἀπολυτήριό του, ὥστε νά μπορέσει νά μονάσει ὅπου ἤθελε. Τό ἐν λόγω ἀπολυτήριο ἐστάλη ἀπό τήν Νέα Μονή στόν Ἅγιο Νεκτάριο στίς 24 Νοεμβρίου τοῦ 1900.


Ὅταν κάποια στιγμή ὁ Ἅγιος γνωρίστηκε μέ τήν Χρυσάνθη Στρογγυλοῦ (μετέπειτα Ἡγουμένη Ξένη), μία τυφλή καί εὐσεβῆ γυναίκα, μπῆκε τό πρῶτο λιθαράκι γιά τήν δημιουργία τῆς μονῆς στήν Αἴγινα. Ἡ Χρυσάνθη μαζί μέ μερικές ἀκόμα γυναῖκες ἐπιθυμοῦσαν νά μονάσουν καί ἀναζητοῦσαν ἕνα πνευματικό ὁδηγό, τόν ὁποῖο βρῆκαν στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Μέ παραίνεση τοῦ ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τόπο γιά τήν δημιουργία ἑνός μοναστηριοῦ, καί τελικά κατέληξαν σέ μία ἐρειπωμένη μονή -ἀφιερωμένη στή Ζωοδόχο Πηγή καί διαλυμένη ἀπό τό 1834 μέ διάταγμα τῶν Βαυαρῶν- στήν Αἴγινα. Ὅταν ἐπισκέφθηκε καί ὁ Ἅγιος τόν τόπο ἐκεῖνο, ἀποφασίστηκε νά ἐπισκευαστοῦν τά παλαιά κτήρια τῆς μονῆς καί νά ξανατεθεῖ τό μοναστήρι σέ λειτουργία. Οἱ ἐργασίες γιά τόν σκοπό αὐτό ξεκίνησαν τό 1904, ἡ δέ μονή θά ἦταν ἀφιερωμένη στήν Ἁγία Τριάδα. Ὁ Ἅγιος ἀπό τήν Ἀθήνα -ἦταν ἀκόμα διευθυντής στήν Ριζάρειο- καθοδηγοῦσε τίς μοναχές καί ὅποτε ἔβρισκε χρόνο ἐπισκεπτόταν τήν μονή στήν ὁποία ἔμελλε νά περάσει τά τελευταία χρόνια της ζωῆς του.


Μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, ἔχοντας πλέον ἀποφασίσει νά ἀποσυρθεῖ στό μοναστήρι τῆς Αἴγινας καί νά ἀσχοληθεῖ μέ τήν ὀργάνωσή του καί τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν καλογριῶν πού τό στελέχωναν, ὑπέβαλε τήν παραίτησή του στό διοικητικό συμβούλιο τῆς Ριζαρείου στίς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1908. Ἡ παραίτηση ἔγινε δεκτή ἀπό τό συμβούλιο, τό ὁποῖο τόν συνταξιοδότησε -ὡς ἐλάχιστη ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του- μέ τό σημαντικό γιά τήν ἐποχή ποσό, τῶν 250 δραχμῶν τό μήνα.


Στή μονή ἐγκαταστάθηκε μετά τό Πάσχα τοῦ ἰδίου ἔτους, μιᾶς καί παρέμεινε στήν θέση τοῦ διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου μέχρι νά βρεθεῖ ἀντικαταστάτης.


Μέ δικά του ἔξοδα ἔκτισε μία μικρή οἰκία, πλησίον ἀλλά ἐκτός της μονῆς, στήν ὁποία θά κατοικοῦσε. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἔλαβε ἐνεργά μέρος στό κτίσιμο, κουβαλώντας χῶμα ἤ λάσπη καί σκάβοντας, βοηθώντας τούς τεχνίτες. Ποτέ, σέ ὅλη του τή ζωή, δέν θεώρησε κάποια ἐργασία ἀνάξια του. Πάντα ἔκανε ὅτι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του, μέ ἰδιαίτερη χαρά, ζῆλο καί ταπεινοφροσύνη!


Μία ὑπόθεση στήν ὁποία ἀφιέρωσε κόπο καί χρόνο ἦταν αὐτή τῆς ἐπίσημης ἀναγνώρισης τῆς Μονῆς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἀναγνώριση πού τελικά ἐπιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά τήν κοίμησή του, καί ἀνακοινώθηκε στίς μοναχές μέ ἐπιστολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στίς 15 Μαΐου τοῦ 1924.


Τά τελευταία χρόνια της ζωῆς του, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔπασχε ἀπό χρόνια προστατίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ δημιουργοῦσε ἀφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στίς συστάσεις τῶν γιατρῶν καί ἦρθε στήν Ἀθήνα στό Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ νοσηλεύτηκε -στόν 2ο θάλαμο τοῦ 2ου ὀρόφου (ἦταν θάλαμος Γ΄ θέσης: ἀπορίας)- γιά δύο σχεδόν μῆνες. Στό πλευρό του, καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς νοσηλείας του, ἦταν συνεχῶς -καί ἐναλλάσσονταν σέ βάρδιες- οἱ μοναχές Εὐφημία καί Ἀγαπία. Τελικά γύρω στά μεσάνυχτα τῆς 8ης πρός 9ης Νοεμβρίου τοῦ 1920 ἀνεχώρησε γιά τούς Οὐρανούς, σέ ἡλικία 74 ἐτῶν.

Τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκε στήν Αἴγινα καί ἀπό τό λιμάνι μέχρι τήν Μονή τό μετέφεραν στά χέρια τους οἱ πιστοί. Ὅλο τό νησί θρηνοῦσε μά περισσότερο ἀπ’ ὅλους οἱ μοναχές πού ἔχασαν τόν Πατέρα καί Ὁδηγό τους. Τό ἱερό του σκήνωμα ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά ἀναδίδει εὐωδία. Ἡ ταφή του, ἔγινε στό προαύλιο τῆς Μονῆς δίπλα στό ἀγαπημένο τοῦ πεῦκο.

Ὅταν μετά ἀπό ἕξη μῆνες ἄνοιξαν τό μνῆμα γιά νά τοποθετηθεῖ μία ἐπιτύμβια πλάκα -δωρεά τῆς Ριζαρείου- τό σκήνωμα τοῦ ἐξακολουθοῦσε νά εὐωδιάζει χωρίς νά παρουσιάζει τό παραμικρό σημάδι ἀλλοίωσης. Ἑνάμιση χρόνο ἀργότερα τό μνῆμα ξανανοίχτηκε καί τό ἱερό σκήνωμά του ἐξακολουθοῦσε νά παραμένει ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον. Τό ἴδιο συνέβη καί τρία χρόνια μετά τήν κοίμησή του. Συνολικά τό σκήνωμά του παρέμεινε σέ αὐτή τήν κατάσταση γιά εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια!

Τριάντα δύο χρόνια, δέ, μετά τήν κοίμησή του ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του, στίς 2 Σεπτεμβρίου τοῦ 1953, ἀπό τόν Μητροπολίτη Προκόπιο.

Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώρισή του, ὡς Ἁγίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἔγινε τό 1961 μέ Πατριαρχική Συνοδική Πράξη ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τότε καθορίστηκε καί ἡ 9η Νοεμβρίου ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.


ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου